Τρόπαιο

του Άριστου Καμπάνη (1883-1956)

 

Γ. Αντ. Βεντήρη

 

Απ΄ την αυγή πολέμααν ως το δείλι,

στης πολυζήλευτης Θυρέας τον κάμπο

οι Αργείοι με τους Σπαρτιάτες· και το αίμα

το νεοχλόιστον επότιζε το χώμα.

 

Κι όταν ο ήλιος έπεσε στα ρείθρα

του Ωκεανού πατρός, να ξεκουράσει

απ΄ την τόση τα μάτια του τη φρίκη,

Αργείος δεν ανέσαινε κανένας,

κι από τους Σπαρτιάτες τρεις μονάχα

ανάμεσ΄ από τους νεκρούς τους σύντροφούς των

επρόσμεναν το θάνατο – που δε θ΄ αργούσε.

 

Κ΄ ήρθεν η άλλη αυγή, κ΄ ήρθεν ο ήλιος

ήρθε να πήξει τα αίματα και να λαμπρύνει

τον ηρεμαίο το θάνατον ηρώων τόσων,

στον κάμπο τον πολύχλοο της Θυρέας –

κι από τους τρεις, μόνον ένας, τους Σπαρτιάτες

αργοσάλευε μέσ΄ απ΄ τα κουφάρια.

 

Το αίμα του τ΄ αργόπινε το χώμα,

ενειρόταν τα Ηλύσια και το πλήθος

το ηρωικό, των Ηρακλειδών – προγόνων...

και καθώς αντιχτύπησε στο πρόσωπό του

το φέγγος άθροισεν ο νιός τη δύναμή του

τη λίγη· ορθοτινάχτηκε κ΄ η κόμη

ανέμισέ του στην αύρα της ημέρας.

Το στηθοβόρον έπνιξε τον πόνο –,

το πολέμιον αιχμηρό βγάζει βέλος,

που τον είχε τρυπήσει το γυμνίτη·

και κυττώντας τριγύρω – ω! τι τρομάρα

νεκρούς τους εχθρούς ξανάνοιξε και τους Σπαρτιάτες :

και νικητής ελόγιασε πως ήτον

της πολυαίματης μάχης στη Θυρέα.

 

Μ΄ όσην είχε ζωήν ο Οθρυάδης

απ΄ τους Αργείους ανάμεσα και τους Σπαρτιάτες

λίθο μέγαν εστήλωσε. Κατόπι

(αφού βούτηξε στο αίμα του το ξίφος) :

Ενικήσαν οι Σπαρτιάτες, γράφει.

 

Έπειτα πέφτει για να κοιμηθεί τον ύπνο,

πούχαν υπνώσει οι σύντροφοι κι οι εχθροί του.

Μακαρισμένη σκιά των Ηλυσίων,

συ της γενιάς σου εχάρηκες τη νίκη :

στη στιγμή την υπέρτατη εκείνη

θα σε ζήλευαν κι οι θεοί· θενά ποθούσαν

νάταν θνητοί για να μπορούσαν να πεθάνουν

πολυφθόνητε, καθώς πέθανες, Οθρυάδη!

 

Περιοδικό Γράμματα, Τόμος 3, αρ. 25 (1915),  σ. 12-13.