ΠΡΟΕΚΤΑΣΕΙΣ

Διήγημα

του Κώστα Β. Καραστάθη

 

 

Σάββατο φτάσαμε στο σπίτι της γιαγιάς, στο νησί, η οικογένεια του θείου Πάνου κι η δική μας, άτομα ενόλω έξι. Κυριακή αριβάρανε και τα χελιδόνια από τη μακρινή μαύρη ήπειρο. Μα αυτά τα δύστυχα, όχι μονάχα δεν είδαν μια γιαγιά πρόσχαρη να τα καλοδέχεται και να τα μπάζει στο σπιτικό της με φιλιά και χάδια και μ’  έτοιμους τους μοσχομύριστους κεφτέδες, μα ηύραν αναπάντεχα στη φωλιά τους δυο αδίσταχτους καταληψίες, δυο θρασύτατους σπουργίτες, που τους πρότειναν απειλητικά το ράμφος και τα νύχια! Διαμαρτύρονται οι κατάκοποι νοικοκυραίοι, τσιρίζουν, σκούζουν, απειλούν και, παρ’  όλη την κούρασή τους, ορμούν μ’  όλες τις φτωχές δυνάμεις τους ενάντια στους αναντίρρητα ισχυρότερους εισβολείς, καταπάνω στους λαφυροκυνηγούς Αττίλες. Μα εκείνοι, έχοντας τη συναίσθηση της υπεροχής, πιστοί στο δόγμα «μακάριοι οι κατέχοντες», που φαίνεται να’ χει παγκοσμιότητα, κι ολότελα αδιάφοροι για τα ψηφίσματα του Ο.Η.Ε., πού βγαίνουν πληθώρα σε ανάλογες περιπτώσεις, αδιάφοροι γενικότερα  και για τα δικαιώματα των αδυνάτων, δεν αποχωρούν, δεν υποχωρούν, δε συγκινούνται, δε συζητούν κάν το θέμα!

Πίσω από τη σίτα του παραθύρου παρακολουθούμε όλοι μας με πολύ ενδιαφέρον τη μαχη.

-  Άδικο! Μίλησε πρώτος ο ξάδερφός μου. Πολύ άδικο! Θα πάρω το καλάμι και θα κάμω έξωση στους βρωμοσπουργίτες!..

-  Δεν είν’  άδικο. Έτσι γίνεται στη φύση, είπα, χωρίς να το πολυσκεφτώ, μόνο και μόνο για να βάνω το Σπύρο ν’  αντιπαραθέσει την επιχειρηματολογία του.

-  Τους άρπαγες, τους σφετεριστές, τους παλιότουρκους, θα τους βάνω στο τηγάνι, ξανά ο Σπύρος μ΄ όλο το εφηβικό του μένος.

-  Ο μικρός Σπύρος έχει δίκιο, είπε ο θείος μου για μένα.

-  Ο μεγάλος Σπύρος έχει τα δίκια όλα με το μέρος του, αντέτεινε ο πατέρας μου, καλύπτοντας με τη σειρά του τον ανιψιό του.

Μέσα σε λίγες στιγμές η συζήτηση φούντωσε. Με το μέρος μου τάχθηκαν ο θείος κι η θεία μου και με το μέρος του Σπύρου ο πατέρας κι η μητέρα μου. Δίχως να το καταλάβουμε στήσαμε δικαστήριο, που αναζητούσε τους υπεύθυνους της διαμάχης: Αντιδικούσαμε ώρα πολλή, πειραζόμαστε, γελούσαμε, νευριάζαμε, μα όλο και στρέφαμε τα βλέμματά μας κατά τη γιαγιά, ανιχνεύοντας στην όψη της τις διαθέσεις της πάνω στο ζήτημα. Είχε σημασία το πού εκείνη θά ’ριχνε το βάρος  της γνώμης της. Με ποια πλευρά θα συμπαρατάσσονταν. Γιατί όπου η «Μικρή Αμερική» του μικρόκοσμού μας έρριχνε τη σκιά της, εκεί θα ήταν και το δίκιο!.. Η γιαγιά παρακολουθούσε σιωπηλά μονάχα και μ’ ένα αινιγματικό χαμόγελο τη συζήτηση. Ωστόσο, κάθε φορά πού ο ξάδερφός μου κι εγώ ανοίγαμε το στόμα να πούμε κάτι, τα μάτια της φωτίζονταν από κάποια εσωτερική λάμψη, κάποια κρυφή χαρά. Μας καμάρωνε! Γιατί; Είναι μια μεγάλη ιστορία, αναγνώστη, μα θα την πω στα πεταχτά.

 

Απ’ όλα τα εγγόνια της – δεκατέσσερα τον αριθμό από τους δυο γιούς και τις τέσσερις κόρες της – στους δυό μας τους Σπύρους έδειχνε η γιαγιά ξέχωρη αγάπη και στοργή. Κι ο λόγος τριπλός: Είχαμε πάρει τ’ όνομα του παππού μας, τ’ αντρός της, του ξακουστού θαλασσόλυκου καπετάν Σπύρου, ζούσαμε μόνιμα μακριά της και, το κυριότερο, ήμαστε μοναχοπαίδια! Τα «μοναχούλια μου και τα μοναχοπούλια» μου, έλεγε αγκαλιάζοντάς μας, κάθε φορά, που φτάναμε στο σπιτικό της. Αγκάθι πρώτο στην καρδιά της πού δεν είχαμε αδέρφια. Την πονούσε πιότερο κι από τ’ αρθριτικά της και φρόντιζε με μισόλογα κι υπονοούμενα να κάνει πάντοτε γνωστό τον πόνο της αυτόν στους υπαίτιους. Χαμήλωναν ένοχα τα μάτια οι νυφάδες. Τα ρίχναν στο ράθυμο πελαργό οι γιοί. Μα ας είναι… Αγκάθι δεύτερο, που μάτωνε την καρδιά της γιαγιάς, ήταν κάποια ανεκπλήρωτη επιθυμία της: Ήθελε οι γιοί της ν’  ακολουθήσουν την οικογενειακή παράδοση και να πάρουν τον τιμημένο δρόμο της θάλασας. Να γίνουν ναυτικοί και γεμιτζήδες, καραβοκύρηδες και καπεταναίοι. Ν’  αλωνίζουν τα πέλαγα και να τρυγούν τις θάλασσες, κουβαλώντας ασήμια και μαλάματα στ΄ αρχοντικό της. Μ΄άλλα λόγια, ν’ ακουθήσουν το δρόμο του αντρός της και του πατέρα της και του πεθερού της και των παππούδων της, όλων των παλιών κι όλων των νέων παλικαριών στο νησί, αφού τους ταξιδιάρηδες μονάχα λογάριαζε άντρες με αξία, τους « τα-ξι-διά-ρη-δες», καθώς τόνιζε τη λέξη συλλαβιστά. Εκείνους, που οι παλιότεροι νοικοκυραίοι του νησιού προτιμούσαν, για να τους εμπιστευτούν τις κοπελούδες τους σε γάμου κοινωνία. Αυτό ήταν τ’ όνειρο της γιαγιάς, μα ναυάγησε πολύ νωρίς εκεί στα ρηχά του γιαλού, γιατί κι οι δυό της γιοί «ήτανε καμωμένοι απ’ άλλη πάστα, φτηνό υλικό», καταπώς η ίδια από νωρίς είχε διαγνώσει με πολύ καϋμό, αφού κι οι δυό τους «απόστρεψαν το πρόσωπό τους από τους γαλάζιους ορίζοντες» και τους « ασύνορους ωκεανούς». Αφού γύρισαν τις πλάτες τους στα μεγαλόπρεπα – και λίγο επίφοβα τότε, δεν αντιλέω, - σκαριά μπροστά στις ταπεινές, μα σίγουρες καρέκλες των δημόσιων γραφείων. Κι αντί για δελφίνια ταξιδιάρικα, περήφανα κι ανυπότακτα, απόγιναν «αρουραίοι σκοτεινών γραφείων και τυφλοί χαρτοπόντικες»! Αντί καπεταναίοι περήφανοι κι αφεντάδες καραβιών, κατέληξαν να γίνουν «κοιλαράδες φτωχοϋπάλληλοι του Δημοσίου με κρεμαστά τα προγούλια τους και παχουλά τά μεριά τους» και «ανθυπογραμματείς του πρωτοκόλλου»! Με τέτοια λόγια η γιαγιά άφηνε συχνά να ξεχυθεί από την καρδιά της όλος ο πόνος κι όλος ο αγιάτρευτος καϋμός της. Και συμπλήρωνε πάντα: «Κατάντια, φίλε μου: Αντί να στενάζει στα χέρια τους το δοιάκι, τρέμουν οι ίδιοι τον κονδυλοφόρο»!

 

-  Η αδικία πρέπει να ξεριζώνεται, όπου βλασταίνει. Η βία να εξαφανίζεται από προσώπου γης! Άρχισε να διακηρύχνει τις πεποιθήσεις της φλογερά η μητέρα μου σαν άλλος Μαχάτμα Γκάντι.

-  Δεν πέφτει λόγος σε μας… Μήτε δικαστές, μήτε αστυνόμοι των πουλιών είμαστε διορισμένοι, αποκρίθηκε η θεία σαν ένθερμος μάρτυρας υπερασπίσεως των σπουργιτιών.

-  Όχι, τόνισε η μητέρα μου. Ο άνθρωπος επηρεάζει τη φύση και χρέος του να το πράττει ευεργετικά πάντοτε γι΄ αυτή.

- Μα η φύση έχει το δικό της νόμο, που καμιά ομοιότητα δεν έχει με τον ανθρώπινο, αντέτεινε η θεία μου.

Απρόσμενα η συζήτηση άρχισε να παίρνει οξύτητα ανάμεσα στις δυο συνυφάδες, που κάποιες παλιές λάνθάνουσες αιτίες τις εξωθούσαν υποσυνείδητα ολοένα και περισσότερα στην αντιπαλότητα και την αντιδικία. Η γιαγια βαστούσε, ευτυχώς, σφαλισμένο το στόμα της. Τι θα γινόταν όμως, αν ξαφνικά αποφάσιζε να λύσει τη σιωπή της και να  συνταχτεί με τη μια της νύφη;  Δεν ήθελα ούτε να το σκέφτομαιι. Η αιώνια ασταθής ισορροπία ανάμεσα στις τρείς αυτές μεγάλες δυνάμεις μπορούσε κάποια στριγμή ν’  ανατραπεί και να οδηγηθούμε σ΄ έναν τρομερό οικογενειακό εμφύλιο. (Σ’ ανάλογες περιστάσεις, μια τέτοια σύμπραξη των δύο ενάντια στην τρίτη έχει κάποτε συνέπειες πιο ολέθριες κι από την αλυσσιδωτή έκρηξη των πυρήνων!..). Ησύχασα με τη σκέψη πως τίποτα σοβαρό δε θα γινόταν, υπολογίζοντας στην αυτοσυγκράτηση που εμπνέει η συναίσθηση της λιγόχρονης συνοίκησης και συμβίωσης συγγενών σε ξένο σπίτι.

- Μά ξέρεις τι είναι να γυρίζεις από τις διακοπές σου και να βρίσκεις στο σπίτι σου ξένους νοικοκυραίους; ξανά η μητέρα μου.

- Τα πουλιά θα βρουν μονάχα τους κάποιαν άκρη, κάποια λύση, που για τη φύση θα είναι ιδανική, ξεφώνισε πάλι η θεία.

Είδα τον πατέρα μου να κλείνει πονηρά το μάτι στο θείο, δίχως να τον πάρουν είδηση οι άλλοι. Και την άλλη στιγμή κατάλαβα πως κι οι δυό τους πολύ διασκέδαζαν με το θέμα και πως γι’ αυτό δε δίσταξαν να ρίξουν λάδι στη φωτιά:

- Πρόκειται σαφώς για βίαιη και δόλια κατάληψη, κατακράτηση, χρήση κι εκμετάλλευση ξένης οριζονττίου ιδιοκτησίας, δηλαδή για παράνομη πράξη, που απειλεί ευθέως και αμέσως την έννομη τάξη, τον κοινωνικό ιστό και το συντεταγμένο πολιτειακό οικοδόμημα!..

- Όχι! Όχι!  είπε ο θείος. Εδώ δεν έχουμε τέτοια περίπτωση. Εδώ έχουμε την καθ’ όλα νόμιμη περίπτωση ενοικήσεως σε εγκαταλελειμμένη στέγη, πράξη δηλαδή, πού συνάδει προς τις αρχές και τις διατάξεις του Αστικού Δικαίου, αλλά και του άγραφου ηθικού νόμου!..

Ξαφνικά η γιαγιά ξερόβηξε, σήμα για μας πού ξέραμε, πως ήθελε κάτι να πει (ή καλύτερα πώς είχε φτάσει η ώρα να βγάλει δικαστική απόφαση). Στραφήκαμε όλοι κατά τη μεριά της και κρεμαστήκαμε από το στόμα της.

-  Συμπονώ τά χελιδονάκια! Είπε απλά.

Καταχαρούμενη η μάνα μου για την αναπάντεχη συμμαχία, δεν την άφησε να ολοκληρώσει τη σκέψη της:

-  Βέβαια, μητέρα! Βέβαια! Τα χελιδονάκια! επανάλαβε θριαμβευτικά κι έρριχνε κατά τη γιαγιά ματιές γεμάτες τρυφερότητα.

Ο νους όλων φουρτούνιασε. Κάπως έτσι ανάβουν οι πόλεμοι, συλλογίστηκα, εμφύλιοι και παγκόσμιοι. Ο συνασπισμός, που από ώρα φοβόμουνα και που κυριολεκτικά έτρεμα κι ας μην ελεγα λέξη, έπαιρνε ξαφνικά σάρκα και οστά!

Νιώθοντας τώρα η μητέρα πως έχει τις πλάτες της υπερδύναμής μας, μπήκε ακάθεκτη στην επίθεση:

- Στη φύση κυριαρχεί σκληρός νόμος, μα ουδέποτε ασυδοσία! Πού ακούστηκε αρπαγή στέγης; Πείτε μου πού;

Είδα την όψη της θείας να’ χει σκοτεινιάσει σαν το χειμωνιάτικο ουρανό πριν από την καταιγίδα. Παρατήρησε για λίγο τη γιαγιά αυστηρά κι ύστερα στράφηκε κατά τη μητέρα μου:

- Συχνά στη φύση τα πουλιά και τα αγρίμια του λόγγου αρπάζουν το’ να  τη φωλιά του άλλου.

-         Βεβαιότατα! Φώναξα

- Μα ουδέποτε τα πουλιά και τ’  αγρίμια καταφεύγουν σ’  ανθρώπινα δικαστήρια! Πρόστεσε η θεία. Και ρίχνοντας τα μάτια της κατά τη γιαγιά απόσωσε το λόγο της:

- Αλλά στη φύση δεν υπάρχουν μονάχα τα χελιδονάκια. Είναι κι οι σπουργίτες κι ένα πλήθος άλλα πουλιά…

Σ’  αυτά τα τελευταία λόγια της μου φάνηκε πως από το στόμα της βγαίνανε καπνοί. Ανήσυχους αυτή τη φορά είδα και τον πατέρα και το θείο. Όλοι μας σιωπηλοί και με κάποια αγωνία στραφήκαμε κατά τη γιαγιά. Μήπως θύμωνε ξαφνικά κι απόπαιρνε τη θεία; Μήπως από λόγο σε λόγο χόντραιναν τις κουβέντες τους κι είχαμε παρεξηγήσεις και πιάναμε ίσως όλοι μας άναυλα το δρόμο της επιστροφής μας στην  Αθήνα;

Ευτυχώς οι φόβοι μου αποδείχτηκαν αβάσιμοι. Η γιαγιά έδειχνε ψύχραιμη και χαμογελαστή:

-  Δεν αντιδικώ με καμιά σας, κυράδες μου, είπε. Άξια είναι και τα σπουργίτια και τα χελιδόνια κι ¨όλα τα πουλιά… Άξια κι υπεράξια, όσα φέρνουν στον κόσμο μια    λ ά κ α  παιδιά!..

Είδα τη μάνα μου και τη θεία ν΄ αλλάζουν χρώμα σαν το χταπόδι, που του ρίχνεται η σμέρνα. Κι οι δυό τους κατάπιαν τη γλωσα τους! Μονάχα ο πατέρας κι ο θείος μου, αφού κατάφεραν να πνίξουν ένα κύμα γέλιου, πού αναπήδησε ορμητικά στο στόμα τους, συνέχισαν να καμώνονται πως αντιδικούν φλυαρώντας με δικολαβίστικο στόμφο:

-  Η θέση σας αποτελεί τορπίλλη στα θεμέλια των πολιτισμένων κοινωνιών! Ου μην αλλά και στον εκχυδαϊσμό του κοινωνικού βίου! Και στην έκβαρβάρωση του ανθρωπίνου όντος!

-  Σφάλλεσθε! Οι αξιότιμοι πελάτες μας -  συγγνώμην οι σπουργίτες μας -  επιμένουμε πώς έχουν θεμελιώσει απαρασάλευτα δικαιώματα χρησικτησίας. Κανένας επί ένα ολόκληρο επτάμηνο δεν κατήγγειλε κάτι είσβάρος μας… Κανένας δεν διεξεδίκησε κάτι… Κανένας και ποτέ!…

Η γιαγιά κούνησε με περίσκεψη το κεφάλι της κι είπε αργά:

-  Φτάνει πιά! Φτάνει! Κι από πότε ελόγου σας οι βαρόνοι του Πρωτοκόλλου διοριστήκατε και δικολάβοι των πουλιών;  Λοιπόν είπαμε, η φωλιά ανήκει στα χελιδονάκια. Κι όχι μονάχα γιατί φέρνουνε στον κόσμο πολλά παιδιά, μά γιατί είναι και πουλιά ταξιδιάρικα!  Τα – ξι – διά – ρι – κα!

Κι ο λόγος της έδρασε τώρα σαν ψυχρό λουτρό και στους δυό της γιούς..

                                                                                    Κώστας Β. Καραστάθης