Παναγιώτης  Κατσιρέλος (1915-2007)

 

 

                                            Ο σταθμός των τρένων

 

             Η μέρα ξεκινάει και πάλι, όπως γίνεται πάντα. Το ίδιο ξεκινάω και εγώ, όπως από χρόνια, αυτό κάνω. Και …

             Αλλά τι κάθομαι και λέω;…

             Έχω ξέρετε τα χρονάκια  μου, συνταξιούχος είμαι, χασομέρης είμαι, κοροϊδεύω τον εαυτό μου, λέγοντας «…τώρα…κάθομαι…» και πειράζω τους φίλους μου, που αυτοί εργάζονται ακόμα «…καλημέρα σας κύριοι…σκλάβοι της δουλειάς, εσείς…».

             - Και λοιπόν;…Θα με ρωτήσετε περίεργοι.

              -Ε;

              -Λοιπόν;

              -Ε, ναι!...

                Η αφεντιά μου, λοιπόν, παίρνει τους δρόμους συνήθως πρωί, βρέχει-χιονίζει, έχει λιακάδα, με όποιον καιρό, σε μια καθημερινή βόλτα ξεκούρασης. Σα νάναι ας πούμε, «χρέος» της αυτό, ή το έκανε «χρέος» της. Πού πάω; Μα πού αλλού; Σερνάμενος τώρα τελευταία, κατηφορίζω για το Σταθμό των τρένων. Είμαι τακτικός σ’ αυτόν. Γιατί; Τι γιατί; Είναι ωραία εκεί! Το καλοκαίρι, είναι θαύμα με τα δέντρα στη δροσιά τους, το χειμώνα ζεστασιά με το καλοριφέρ, καθισμένος στα παγκάκια της ΑΙΘΟΥΣΑΣ ΑΝΑΜΟΝΗΣ επιβατών να ρίχνεις μια ματιά στις εφημερίδες που ζητάς από το περίπτερο της πλατείας, το φθινόπωρο ειδυλλιακό το μέρος με την ποικιλία των χρωματισμών του, την άνοιξη ευωδιά με τα λουλούδια των παρτεριών του. Αυτός  είναι ο θαυμάσιος Σιδηροδρομικός Σταθμός της πόλης μας, χώρια η ομορφιά της ιδιότυπης φτιασιάς του κυρίως κτιρίου του, με το κρεμασμένο μεγάλο τετράγωνο ρολόϊ κάτω από το κεραμωτό υπόστεγό του, χρωματισμένο, ολόκληρο το αριστούργημα, κίτρινο και καφετί !

                Θα μου πείτε, βέβαια, πως κι ο ποδαρόδρομος καλό κάνει. Είναι, λένε, κούρα, είναι άσκηση υγιεινή για οποιονδήποτε. Ίσως. Μα στη δικιά μου ηλικία; Μπορείς να μην το πεις και χαζομάρα μου; Κουράζω τον εαυτό μου, ταλαιπωρούμαι περπατώντας τόσους ίδιους δρόμους, όσο να φτάσω εκεί να ξεκουραστώ, κι άλλους τόσους ανάποδα, όσο να γυρίσω σπίτι να ξαπλώσω ξεθεωμένος στο ντιβανάκι  της καμαρούλας μου. Δεν είναι τρελό; Και νομίζω ελάχιστοι, στην πλήξη τους,   έχουν ανακαλύψει αυτό που βρήκα εγώ, ή και κανένας άλλος. Όμως το βέβαιο είναι, πως μερικοί-μερικοί παρουσιάζονται κάπου-κάπου και ως μόνιμοι επισκέπτες του. Μ’ αυτοί δεν μοιάζουν με μένα. Αυτοί είναι «παρείσακτοι». Είναι κι άστεγοι ζητιάνοι πού εξασφαλίζουν πρόσκαιρη στέγη χειμώνα καιρό και μάλλον αφήνουν σίγουρα κάποιες ψείρες τους, που θα χώνονται μετά αυτές μέσα στα ρούχα των ανύποπτων ταξιδιωτών. Είναι και αλήτες με τατουάζ στη κοιλιά τους και τα μπράτσα τους, που σε βλέπουν αλλοίθωρα  και μπορεί να σε ληστέψουν κιόλας στη μοναξιά και να σε μαχαιρώσουν ακόμα. Είναι και ένα-δύο απελπισμένα ρεμάλια της ζωής, που ζητάνε μέσα στην κίνηση, εδώ, να ξεχάσουν λίγο τα βάσανά τους, να βρουν λίγη παρηγοριά. Είναι κι οι σκύλοι κοπαδιαστοί στη πλατεία, που καυγαδίζουν γαυγίζοντας και κουτρουβαλιάζονται  στο χώμα, παλεύοντας για τη σκύλα, που στον  καιρό τους κάνουν έρωτα.

                Εγώ, όμως, σας ομολογώ, δεν έρχομαι για κανέναν από τους παραπάνω λόγους. Μάλιστα, εκείνο εκεί, το Λενάκι, η πανέξυπνη νεαρή δημοσιογράφος κι αγαπητή φίλη, τόχε  καταλάβει από την πρώτη στιγμή που με είδε να σουλατσάρω στο πλακόστρωτό του.

              -Είσαι για ταξίδι κι εσύ ;…με ρώτησε τότες.

              -Μπα…βόλτα κάνω !...

              -Έρχεσαι τακτικά εδώ ;…

              -Κάθε μέρα !..

              -Κάθε μέρα ;…Ποτές  καθόλου ;…

              -Αν δεν έρθω πρωί, έρχομαι και τ’απογεύματα καμιά φορά, ή και το μεσημέρι, άμα τύχει !...

                Με κοίταξε στραβά να δεί αν έλεγα την αλήθεια. Ήξερα όμως πως με πίστευε. Είχαμε μιαν αλληλοσυμπάθεια ,με σέβονταν και με εκτιμούσε. Κι αυτό αποδείχτηκε ,όταν μετά ένα χρόνο περίπου ήρθε σπίτι μου να μου πάρει μια συνέντευξη, για να μου πει ρωτώντας στα ίσια :

              -Οι μοναχικοί περίπατοι, καθημερινά, με ζέστη και με κρύο, μέχρι το Σιδηροδρομικό Σταθμό της πόλης, τι είναι; Είναι ανάγκη φυγής; Είναι διάθεση μελαγχολίας, που έτσι ή αλλιώς αποπνέουν οι Σταθμοί των τρένων ; Τι είναι λοιπόν;

-Είναι, της είπα, και ανάγκη φυγής από την πραγματικότητα που ζω και βιώνω καθημερινά. Αλλά και κάτι άλλο: Στους Σιδηροδρόμους μελετάς χαραχτήρες και προσωπικότητες, διακρίνεις ανθρώπους, ψάχνεις καταστάσεις, βλέπεις προβλήματα. Είναι περατζάδα ο όποιος σταθμός, τρένων είτε λεωφορείων. Είναι τόποι να μαθαίνεις πολλά σ’αυτούς, ακόμα και για το ¨πολιτικό ρεύμα¨ των αυριανών ψηφοφόρων παραμονές εκλογών. Φτιάχνεις με τη λογική του νου σου ένα πραγματικό γκάλοπ, το πιο έγκυρο και σίγουρο, όταν παρακολουθάς και παρατηράς ποιας αποχρώσεως εφημερίδα κρατάνε στα χέρια τους οι πολλοί και βιαστικοί επιβάτες, που τις αγοράζουν για το μακρινό τους ταξίδι. Δε χρειάζεται να κάνεις πλάγιες πολιτικές ερωτήσεις να βγάζεις συμπεράσματα, ούτε για τους άλλους πολίτες αυτής της χώρας !...

                 Ξέχασα να προσθέσω, ή μάλλον και με τις άλλες απανωτές ερωτήσεις που μού’κανε  και θα΄πρεπε ν’απαντάω στα γρήγορα, αφού το μαγνητοφωνάκι της στο στόμα μου μπροστά δούλευε γραμμή, δεν μπόρεσα να συνεχίσω να της έλεγα, πως στους Σταθμούς πηγαινοέρχεται καθημερινά λαός. Λαός διάφορος, λογιώ-λογιών , χωρισμένοι με αταξία σε τάξεις, με ξεχωριστά καθένας βιώματα. Και φτάνει να ξέρεις, να βλέπεις και ν’ακούς, για να ξεχωρίσεις, χωρίς μεγάλη προσπάθεια, την ολοφάνερη, μα κρυφή για τυφλωμένους τραγική εικόνα της εποχής μας και την ολοκάθαρη τρανταχτή, μ’ άηχη για τους θεληματικά κουφούς αγχώδη κραυγή, στην τρεχάλα της κοινωνικής ζωής, έστω και τουλάχιστο του δικού μας πολιτισμού, γιατί από τους σταθμούς περνούν κι αλλοδαποί, τουρίστες και μη. Ακόμα ότι πιάνεις μια κουβεντούλα ίσως στα πεταχτά με όποιους λιγοστούς άγνωστους ταξιδιώτες στην αναμονή τους να περιμένουν να’ρθει το τρένο να το πάρουν.

                  Ακούς τόσες ιστορίες ,να φεύγει η μελαγχολία, αληθινές και σοβαρές ,να σου κινούν το ενδιαφέρον. Ακούς και παράξενες και αλλόκοτες , ακούς και ψευτιές και παλαβές κουβέντες κι ανέκδοτα, που κανονικά θα πρέπει να διασκεδάζουν, όπως να πούμε τις προάλλες, είχα την τύχη με κάποιον…            

                  H ραβδωτή γάτα, που αυτή ήταν η πιο μόνιμη κάτοικος του Σταθμού (εκτός του προσωπικού), τριβότανε κι εκείνο το πρωινό, όπως συχνά γινόταν, στα μπατζάκια  του πανταλονιού μου, χωνότανε στα σκέλια μου, έφερνε γύρα τα κανιά μου, με κοίταζε στα μάτια και νιαούριζε κλαψιάρικα, ζητώντας ν’απλώσω το χέρι να τη χαϊδέψω. Οι κομψές σταχτιές μεγάλες δεκαοχτούρες, με το μαύρο βραχιόλι στο λαιμό, πάνω στα πελώρια πεύκα, στις φωλιές τους, στα κεραμίδια του κτιρίου ,στα πλακόστρωτα πάνω στο έδαφος, στα χωματένια με χορτάρια δάπεδα με τις σιδηρογραμμές, παντού στην άπλα του στενόμακρου γιγαντιαίου χώρου του ΟΣΕ,στο πέταγμά τους χτυπώντας τις φτερούγες με το χαραχτηριστικό μεταλλικό ήχο τους, λες κι αυτές είναι από τενεκέ κι αλάδωτες, γουργούριζαν, σα να’καναν βραχνή γαργάρα τα λαρύγγια τους κι έβηχαν «γκούχου-γκούχου!...», σκεπάζοντας έτσι τα γλυκά «τσίου-τσίου…» των μικρούλικων σπουργιτιών, που εκείνα πεταγόντουσαν μ’ένα «φουρ!...» ξαφνικά κι απρόβλεπτα και τα’χανες, από τα μάτια σου, όπως και τις λεπτές φωνούλες των χελιδονιών, που μαύρα στιγματάκια στο φόντο, σχιζανε τον αέρα, σαΐτες άπιαστες. Μα εγώ, καθισμένος στο πέτρινο πεζουλάκι, δίπλα στη βρύση, στη σκιά της φουντωτής νερατζιάς, παρατηρούσα που από το λιμάνι της πόλης οι γλάροι πεταρούσανε ψηλά, μακριά από τη θάλασσα, προς τη στεριά, ένας-ένας δυτικά, να χάνεται λίγο-λίγο η καρικατούρα τους πέρα στο βάθος του ορίζοντα της κοιλάδας με τους λόφους της. Γι’ αυτή την ασυνήθιστη συμπεριφορά των πουλιών του νερού, μικρός άκουγα το θαλασσινό παππού μου να λέει, πως «άμα οι γλάροι τραβάνε μακριά στη στεριά, περίμενε άγρια φουρτούνα !...» .Δεν ξέρω, ίσως, παλιά να ήταν έτσι, σίγουρο, ένα τέτοιο σημάδι. Όμως τώρα, η μέρα ολόφωτη μ’έναν ουρανό καταγάλανο, δίχως συννεφάκι να τον σκιάζει, τραβούσε την τροχιά της, μέσα στο κατακαλόκαιρο του καυτερού μήνα Ιούλη.

               Αυτός που ήρθε και στάθηκε μπροστά μου, ήταν ένας άντρας κανονικός στο ανάστημα, γύρω στα 45 του με 50 χρόνια, καλοξυρισμένος, με χρυσό σκελετό γυαλιά, μάλλον μυωπίας, που θα τον έλεγες κι όμορφο. Φόραγε φίνο, ακριβό καλοκαιρινό κουστούμι, πουκάμισο εντυπωσιακό με σχήματα  αφηρημένης τέχνης, γραβάτα πλατιά, φανταχτερή, με ρίγες κάθετες κίτρινες –κόκκινες, παπούτσια

πολυτελείας πέτσινα ελαφρά, τρυπητά.

              -Ορίστε ;…του κάνω.

              -Δε μίλησε. Απρόσκλητος κάθισε κοντά μου, πάνω στις πλάκες του πεζουλιού, χωρίς να φοβηθεί μήπως λερώσει τo ανοιχτόχρωμο ρούχο του.

                Μου φάνηκε παράξενο να μην πάει να κάτσει στις πλαστικές αναπαυτικές καθαρές αναπαυτικές καρέκλες , εκεί παραπέρα στην αυλή, στο ΚΥΛΙΚΕΙΟΝ του Σταθμού, να παραγγείλει τον espresso του, την πορτοκαλαδίτσα του, έστω κανένα καφεδάκι ελληνικό σε χοντρό φλιτζάνι. Η ντυσιά του, ο αέρας του, πλούτο μαρτυρούσε.

                Είχε κρεμασμένη από το λαιμό του πανάκριβη κάμερα κι από τον αριστερό του ώμο ένα μαγνητόφωνο “silver” γιαπωνέζικο.

                Θα τον έλεγες δημοσιογράφο, μα δεν το πίστευα. Αυτούς τους ήξερα. Ούτε τέτοια ρούχα φοράνε ακριβά, ούτε γυαλίζουνε στο ξύρισμα. Οι δημοσιογράφοι, όλοι τους, είναι απλοί, ατημέλητοι και αποφεύγουν την επιτήδευση. Μα και τουρίστα δεν τον έχω, δε φαινότανε για τέτοιος, χωρίς το «σαμάρι» με τα μπαγκάζια του στη ράχη. Οι τουρίστες, ξένοι και ντόπιοι, που χρησιμοποιούν τρένα, είναι οι πιότεροι νεαροί και νεαρές κι ανεβαίνουν στα βαγόνια ομαδικά. Αυτοί δεν πάνε σε ξενοδοχεία. Κοιμούνται μέσα στους υπνόσακκούς τους, κάτω από τα δέντρα του Σταθμού, στην πλατεία, στη βάση από το άγαλμα της Θεάς Αθηνάς, πάνω στις πλάκες, στα χορτάρια έξω από τα παρτέρια, μέσα στο περίφραγμα της αυλής, δίπλα στα κάγκελα κι αλλού. Ετούτος ο καλοντυμένος τύπος, που κάθισε κοντά μου,θα ήτανε τίποτε άλλος άνθρωπος!

                 Ο τύπος λοιπόν, με τα γαλανά μάτια πίσω από τα χρυσά γυαλιά του, διάβαζε λαθραναγνώστης, ή έκανε πως διάβαζε τα μεγάλα γράμματα των τίτλων της απλωμένης εφημερίδας μου, που την είχα αφημένη πάνω στο πέτρινο πεζούλι.

                Γύρισα και του είπα:

              -Τους βλέπεις;… Πάνε στις χωματερές, στους σκουπιδότοπους !...Η θάλασσα στέρεψε από ψάρι, από τροφή !...Την έχουν μολυσμένη τόσο, που δεν πάει άλλο!... Είδες τα νερά του λιμανιού;… Κατάμαυρα, γλιτσιασμένα!... Κι έχουν μυρωδιές άσχετες από ιώδιο!...

               Του έδειχνα τους γλάρους, εκεί ψηλά με το χέρι.

               Κοίταξε κι αυτός τον ουρανό.

             -Από εδώ είστε ;…μου κάνει.

             -Βέβαια.

             -Εγώ είμαι συγγραφέας…μου είπε.

             -Μπα...

             -Γράφω ένα βιβλίο για την Αντίσταση στα χρόνια της Κατοχής. Ήρθα και στην περιοχή σας να μαζέψω άγνωστα στοιχεία για το υλικό μου. Εσύ ;… Ω, με συγχωρείς για τον ενικό μου… Εσείς πήρατε μέρος σ’αυτήν ; …

             -Και ποιος δεν πήρε ;…Όλος ο κόσμος!...Οι Έλληνες είναι τζαναμπέτηδες και αλληλομισούνται φορές-φορές στα πολιτικά, μα για θέματα πατριωτισμού και στον έρωτά τους για λευτεριά, κανένας άλλος λαός δεν τους φτάνει!... Ελάχιστοι ήταν εκείνοι που συνεργάστηκαν με τους κατακτητές!...

             -Άρα υπάρχουν βιώματα!...

             -Φυσικά κι έχω!... Είναι περγαμηνές!... Εσύ, όμως τότες, δε θα’σουνα γεννημένος!...

              -Η μάνα μου ήταν έγκυος τότες!...

              -Άρα εσύ δεν έχεις βιώματα τέτοια!...

              -Έχει σημασία;…

              -Όχι βέβαια!... Το αντίθετο μάλιστα!... Η έρευνα είναι τόσο χρήσιμη, όσο και η επιστήμη!... Έχω απεριόριστο σεβασμό σ’αυτήν. Πιστεύω στην αντικειμανικότητα της γραφίδας σου!... Φαίνεσαι άνθρωπος σοβαρός κι αξιόλογος!...

              -Ω, μην ανησυχείτε!...

                Το κακό και το κρίμα είναι που άργησε η Εθνική Αντίσταση ν’ αναγνωριστεί, ενώ βρισκότανε σε διωγμό τα 40 χρόνια μετά την απελευθέρωση, σχεδόν μισόν αιώνα. Και τώρα που διψάτε να την γνωρίσετε οι νέοι, ψάχνετε να την καταγράψετε , ζητώντας ντοκουμέντα και πληροφορίες, από πού;…

                Χαμογέλασε με σημασία ο συγγραφέας.

              -Ξέρετε, μου λέει, τώρα έρχομαι από ένα χωριό παραθαλάσσιο στην άκρη της χερσονήσου σας κι εκεί «έπιασα λαυράκι»!...

              -Δηλαδή ;...

               -Βρήκα δυο ψαράδες και μου διηγήθηκαν μια μοναδική, συγκλονιστική και άγνωστη ιστορία!... Βούλιαξαν ένα εξοπλισμένο πλοιάριο των Γερμανών με δυναμίτη, καθώς περνούσε το στενό της θάλασσας, εκεί, και τραβούσε για το πέλαγος!... Μόνο που ένας Ναζί ναύτης γλίτωσε και τον περισυνέλεξε το κατοπινό που ακολουθούσε!... Μου είπανε πως τα πλοιάρια ήταν νηοπομπή τρεχαντήρια!... Να, εδώ έχω καταγράψει τα καθέκαστα…     

                Μου έδειξε το μαγνητόφωνό του.

              -Τι μου λες άνθρωπέ μου;

              -Μάλιστα, κύριε!...

              -Κι ύστερα το έκαψαν οι Γερμανοί το χωριό των ψαράδων;…

              -Ε;…

              -Ναι αγαπητέ μου!... Γιατί αν ένα τέτοιο σαμποτάζ έγινε, την ίδια στιγμή, την άλλη μέρα τα Ες-Ες, αν δεν ερχόντουσαν από ξηρά να το κάψουν και να σφάξουν όλους τους κατοίκους του, όπως έγινε στη Δράκεια κι αλλού, θα’φταναν από τη θάλασσα, θα το βομβάρδιζαν με τ’ αεροπλάνα τους και δεν θάφηναν πετραδάκι του όρθιο!... Έγινε κάτι τέτοιο;…

               -Δεν ξέρω…

                -Δεν ξέρεις;… Τι θα πει αυτό;… Πώς θα γράψεις βιβλίο;…

                -Μμ!...

                -Και σου είπανε τα τρεχαντήρια τραβούσαν κομβόι!... Το φαντάζεσαι;…

                 Έξυσε το κεφάλι του και κάτι θέλησε να πει.

                 Δεν του άφησα περιθώριο.

                -Σαμποτάζ, κύριε, του αντιμίλησα , γινόντουσαν πολλά με ηρωισμό και με αυτοθυσία!... Μα κι αντίποινα φρικτά εκτελούσαν οι αποθηριωμένοι κατακτητές κι εδώ και παντού όπου πατούσε η μπότα τους!... Κατάλαβες;…

                  Τη στιγμή εκείνη από το μεγάφωνο ακούστηκε η φωνή του Σταθμάρχη να ειδοποιεί:

                 -Στην τρίτη γραμμή εισέρχεται η αυτοκινητάμαξα από τη Λάρισα!... Παρακαλούνται οι επιβάτες να μην επιβιβαστούν αμέσως… Να περιμένουν πρώτα να καθαριστούν τα οχήματα!...

                   Το τετράγωνο ρολόϊ έδειχνε 8 και 21 λεπτά, πρωί.

                   Ο συγγραφέας δεν περίμενε να επιβιβαστεί σαν τους άλλους επιβάτες. Μ’ άφησε και φουριόζος τράβηξε προς την έξοδο του Σταθμού.

                  -Ε, πού πας ;… του φωνάζω. Το τρένο θα φύγει στις 8 και 33΄!...

                  -Πάω εκεί!... μ’ απάντησε. Δεν ξέρω τι θα πει κομβόι, μα εγώ πάω πίσω στο χωριό να βεβαιωθώ για ό,τι μου διηγήθηκαν οι ψαράδες!...

                  -Έτσι, μπράβο φίλε!... Έτσι μπράβο!... Δε φταις εσύ αν σε «δούλεψαν»  ή όχι!... Δεν έχεις τα βιώματα να ξέρεις τη σκληράδα της Κατοχής!... Και κομβόι λεν οι ναυτικοί, όταν τα πλοία πάνε το ένα πίσω από το άλλο!... Αυτά μας έμαθε ο πόλεμος!... Και, κοίτα!... Τι ηλικία έχουν οι ψαράδες σου;… Ήτανε γεννημένοι τότες;

                   Εκείνος βγήκε από το προαύλιο, έστριψε ανατολικά κι εξαφανίστηκε ανάμεσα στα ταξί, που είχανε καταφτάσει στην πλατεία για αγώγι.

                   Το τρένο που πέρασε τη γέφυρα του χειμάρρου Κραυσίδωνα, μπήκε στο μεγάλο μάντρωμα του Σταθμού, γέρνοντας δεξιά στο καγκιόλι των σιδηρογραμμών. Στο ίσωμα, έκοψε την ταχύτητά του κι αθόρυβα θαρρείς, μαλακά-μαλακά, κυλούσε περήφανο. Ήρθε και στάθηκε ακίνητο στα πλάγια, σύρριζα της αποβάθρας του. Είχε αναμμένους ακόμα τους εκτυφλωτικούς του προβολείς και τα φανάρια της μούρης του κι έβλεπες τα φωτοστέφανα που σχηματίζονταν γύρω τους με χρωματισμούς ίριδας. Ούτε ο ψηλωμένος λαμπερός και καυτερός ήλιος του Ιούλη δεν μπορούσε να σβήσει το φαινόμενο. Την αιτία την ήξερα. Πολύ καιρό τώρα παρατηρούσα τα βράδια τους ηλεκτρικούς γλόμπους των δρόμων, το φεγγάρι πανσέληνο, τα φανάρια των αυτοκινήτων, το όποιο υπαίθριο φως, να σχηματίζουν όλα τον ίδιο κύκλο, τους ίδιους χρωματισμούς, ένα ολοστρόγγυλο ακτινωτό ουράνιο τόξο. Στην αρχή νόμισα ότι ήταν από την υγρασία της νύχτας. Αλλ’αυτό γινότανε και τα χαράματα και το δειλινό και μέρα μεσημέρι στη σκιά και το χειμώνα και το καλοκαίρι, μ’όποιον καιρό. Τότες κατάλαβα. Η ατμόσφαιρα και της δικής μας πόλης γέμισε με καυσαέριο που κάνει κι εδώ τα «παιχνίδια» του!...

                    Οι προβολείς του τρένου έσβησαν βέβαια.

                    Ξεμπουκάρισαν οι επιβάτες βιαστικοί από τις ανοιγμένες πόρτες των δύο βαγγονιών του. Σε λίγο ανέβηκαν σ’αυτά ετούτοι εδώ που θα ταξίδευαν. Ύστερα το μεγάφωνο ειδοποίησε πως «…η αυτοκινητάμαξα Βόλου-Λάρισας, με ανταπόκριση για την Αθήνα και Θεσσαλονίκη, αναχωρεί !...».

                    Η ώρα έδειχνε 8 και 33 λεπτά.

                    Ακούστηκε η χωροφυλακίστικη σφυρίχτρα του Σταθμάρχη με το κόκκινο κασκέτο, που σήκωνε τον πράσινο δίσκο με το σήμα «ελεύθερα»!...

                    Μ’ άρεσε να βλέπω τα τρένα να πηγαινοέρχονται. Θυμάμαι τα τόσα ταξίδια που έκανα στο διάβα της ζωής μου και τα μέρη που γνώρισα.

                    Έτσι στάθηκα να το παρακολουθώ, όσο αυτό στρίψει γυρτό αριστερά το καγκιόλι των γραμμών και να χάνεται πίσω από τις καρικατούρες των αραδιασμένων φορτηγών βαγονιών, των σταματημένων θαρρείς μόνιμα στις διακλαδώσεις του μαντρότοιχου του Σταθμού και των διαλυμένων πιο κει άλλων αχρηστευμένων επιβατηγών.

                     Τότες μόνο κάθε φορά, ξεκινάω να φύγω.

                     Σήμερα δεν μου’τυχε να πιάσω κουβέντα, εκεί, με κανένα, όπως τις προάλλες μ’εκείνο τον τύπο που δήλωνε συγγραφέας. Ίσως όμως αύριο γίνει αυτό. Ίσως και μεθαύριο. Ένας, άλλος τύπος ή σοβαρός άνθρωπος να μου πει μια ιστορία που νάξίζει ή μια ιστορία σαχλή. Γιατί, σας το’πα , ακούω κι αλήθειες και ψέματα και κοτσάνες στο Σταθμό αυτό των τρένων.

                      Τώρα που έφευγα όμως, γύρισα μόνο κι είδα για μια άλλη φορά το άγαλμα της Αθηνάς, με το δόρυ της, την ασπίδα της, και την περικεφαλαία της, στο σοφό κεφάλι της. Όχι, δεν κοίταζε η θεά πουθενά συγκεκριμένα, ή μάλλον με τα μαρμαρένια μάτια της έβλεπε αδιάφορα τα πάντα και τον καταφατσά της όμορφο Σιδηροδρομικό Σταθμό της πόλης μας.

                       Εκεί κοντά, στη βάση του αγάλματος κι ανάμεσα στις ποικίλες ¨μάρκες¨παρκαρισμένα αυτοκίνητα των υπαλλήλων και τεχνικών του ΟΣΕ και πολλών άσχετων, δυο σκυλιά διαφορετικής ράτσας το καθένα που κοπροσκύλιαζαν, τα προσπέρασα κι εγώ αδιάφορα, να πάρω πίσω πάλι τους ίδιους δρόμους της επιστροφής, την οδό Παπαδιαμάντη,τους άλλους ίδιους δρόμους της ίδιας πορείας του ερχομού μου, χωρίς λοξοδρομήσεις, περπατώντας από τα ίδια πεζοδρόμια με τις νερατζιές, δρασκελώντας τη γέφυρα του Κραυσίδωνα και διασχίζοντας τα στενά της Αγίας Βαρβάρας. Όπως πηγαινοέρχονται και τα τρένα πάνω στις ίδιες σταθερές κι αμετακίνητες ράγες τους, ανάμεσα στους λόφους του Κάκαβου και μετά στην άπλα του Θεσσαλικού κάμπου, ή και τα’ανάποδα. Εκείνα, φυσικά, δε θα μπορούσαν να κάνουν κι αλλιώς, Εγώ, όμως;…