Παρθενικό τραγούδι

Τραγική νύχτα 

Εαρινό 

Στον Άδη 

Υπεράνω 

Πατήστε εδώ για να δείτε ένα χειρόγραφο ποίημα 

Ποιητής 

Καρτέρι 

Άγνωστη 

Στο χωρισμό της 

Δεν ήτανε να γίνω…


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 


 

ΠΑΡΘΕΝΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Των δεκατέσσερω χρονών αντρείεψε ο ρυθμός
και το κορμάκι σου ένιωσε καινούργια ανατριχίλα,
και σύναυγα σου διάβηκε τις φλέβες ο χυμός
της άνοιξης και της καρδιάς τρεμούλιασαν τα φύλλα...

Και ροδοσκάσαν τα φιλιά στο κοραλλένιο στόμα...
κι είπεν η σάρκα: "σήμερα κάτι άγνωστο ποθώ"
κι αλοίμονο τον έρωτα δεν ένιωσες ακόμα
που εφούντωσε στα στήθια σου της νιότης τον ανθό!

(Ρόδα στον Αφρό)


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 


 
 

ΤΡΑΓΙΚΗ   ΝΥΧΤΑ

Απόψε στις κιθάρες τους τα Πνεύματα
θα μέλπουνε κρυφούς ρυθμούς και τρόμους
και στο ρυθμό του χαλαζιού θα σέρνουνε
μαύρους χορούς οι καταχνιές στους δρόμους.

Οι Αγέρηδες μανιάζοντας θα στήνουνε 
τις σκήτες τους στ' αφρόλουστα ακρογιάλια, 
των λουλουδιών τα ταίρια θα χωρίζουνε, 
μα και θα ορμούν, θα οργώνουν τα κανάλια.

 

Απόψε η Νύχτα σκιάχτρο στις ψυχούλες μας 
και Χάροντας απάνου από την κλίνη... 
-Οι καταχνιές, που υφαίνουν το τρισκόταδο, 
θα' ρθούν να σαβανώσουν τη Σελήνη...

(Ρόδα στον Αφρό)


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

ΕΑΡΙΝΟ

Ω, εκείνο το αλάλητο στην άνοιξη,
μες στην γλυκειά, την απαλή λαχτάρα.
Ω, ένα πουλάκι μέσα μου λαλεί,
και τρέμει, φτερουγιάζει, λαχταρεί

κάτι απαλό κι απόκοσμο πολύ... 
Και νοιώθωντας πως κάτι το καλεί 
έξω απ' τον εαυτό του κι απ' τη φύση, 
και θαρρώντας πως άκουσε φωνούλα,

τρέμει σάμπως στο λούλουδο η δροσούλα, 
και κοντεύει να φύγει απ' την ψυχή μου 
και πετώντας στα μάκρη της αβύσσου 
να γίνει χερουβείμ του παραδείσου...


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 


 
 

ΣΤΟΝ ΑΔΗ

-1-
Μια μέρα θα μισέψουμε στα σκότη
κι αν δεν το ήπιαμε όλο το ποτήρι.
Κι αν δεν εμείναμε σε θεία αγνότη,
το κορμί μας στον τάφο θ' απογείρει.

-2-
Στερνή αγάπη θε να μοιάζει πρώτη:
τόση λαχτάρα μες στο πανηγύρι
της Ζωής μας ανάρπαζε κι η Νιότη
μας φούντωνε του αίματος την πύρη.

-3-
Οι κοπέλλες μονάχα θα εικονίζουν
κάθε χαρά που πέρασε και πάει
και θα στέκουν εμπρός μας σε παράτα.
Κι ούτε κι ο νους θα ξέρει όταν θα σχίζουν,
σαν άγγελοι των ουρανών τα χάη,
ποιά πιο πολύ μας χρύσωνε τα νειάτα.


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 


 
 

ΥΠΕΡΑΝΩ

-1-
Κι αν δοθήκαμε ολάκεροι στη Νειότη,
κι αν άφραστα αγαπήσαμε ότι ζει,
κι αν οι στερνοί δεν είμαστε, ούτ' οι πρώτοι
ένθε η ορμή μας ξεπετάει εκεί

-2-
επάνω απ' της Αβύσσου τ' άγρια σκότη
και πέρα από του πλήθους τη βοή:
δρόμο να μη χαράξουμε προδότη,
στο χώμα αχνάρι μας να μη σταθεί.

-3-
Κι αν η πίστη στη χίμαιρα άλλης πλάσης
δεν γλυκάνει την πίκρα στην ψυχή,
Ανυπαρξία, κι αν δε μας ξεγελάσεις,
οι κοσμικοί κι οι απόκοσμοι μαζί
να πούμε πως εζήσαμε σε αμάχη,
μέσα μα και σαν έξω απ' τη Ζωή!...

(Γυρισμοί)


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 


 
 

ΠΟΙΗΤΗΣ

Είχα πέσει σε βύθος, είχα πάντα τη μαύρη
κι ολοπέλπιδη νύστα του βραχνά καταλύτη...
μες στο κάμα του θέρους, τη θλιμμένη και λαύρη
ποθοθάνατη 'νείρια του οράματος νήτη.
Έχω λήθαργου μοίρα κι είχα παραμελήσει
χρόνια. Κι όμως ο Στίχος, ο Ρυθμός δεν ελείπαν.

Είχα ανέβει εκεί πού 'ναι μονάχα η βρύση...
κι η Επιστήμη, αν δεν είχα, δεν θ' ανέβαινα - είπαν.
Επειδή και είχα χάσει το ρέγουλο, είμαι
ο εμπνευσμένος ονείρων και κόσμων προφήτης,
ο πηγαίος ποιητής που στο σύννεφο κείμαι,
ο μεγάλος, ο θείος των ρυθμών υποφήτης!

(περιοδικό  "ΠΕΙΡΑΪΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ", 1940)


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 


 
 

ΚΑΡΤΕΡΙ

-1-
Πάντα να περιμένω στο ακρογιάλι,
σαν άλλοτε, σαν χθες, σήμερα - χρόνια!
μες απ' τη στάχτη να πετιέμαι πάλι,
φοίνικας, κρίνο στα τετράκρυα χιόνια.

-2-
Τον ίδιο εμένα να θωρώ σε εικόνα,
σ' ένα γιαλό, προσμονητή του Αγνώστου,
που έρχεται τάχα σα σε νάρκη αρρώστου,
μα γλιστρά κάτω προς τον καλαμιώνα...

-3-
Καπνός να βγαίνει από ένα τζάκι πέρα,
να φτάνει η βάρκα χωρίς νέο πιλότο,
δίχως μαλλιά κυματιστά στον αέρα,
όνειρο αγάπης και στερνό και πρώτο.

(Κλεψύδρα)


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 


 
 

ΑΓΝΩΣΤΗ

Απόψε και να μ' έβλεπε κείνη που αναζητώ,
αυτή που δεν εγνώρισα και που ποτέ δεν είδα,
που στην καρδιά μου ευλαβικά τόσον καιρό κρατώ,
σαν κάποια προμηνυτική που με φωτίζει αχτίδα.

Απόψε, που σκιρτά η καρδιά, το μάτι λάμπει αδρό,
σπιθίζει το αίμα μέσα σου κι αγάλλεται η ψυχή μου,
κι ανυψωμένη η σκέψη μου στ' άπειρο, μ' αργυρό
φως φεγγαρίσιο, αχνοφωτά, ντύνει την έκστασή μου...

(Θυσία)


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 


 

ΣΤΟ ΧΩΡΙΣΜΟ ΤΗΣ

-1-
Τη μέθη της χαράς να σε κερνούσα
που δεν ηύρες στον πρώτο σου δεσμό,
συ να γινόσουν της χαράς μου η Μούσα
κι ας μ' έσερνες προς ένα χαλασμό.

-2-
Ντελικάτη, κρινένια εσύ, ολανθούσα
μες στ' άσπρο φόρεμά σου, εαρινό,
σεμνή, παρθενική, χαμογελούσα,
να ζούσα στον απλό σου στοχασμό.

-3-
Κι ας ήταν όλη μαγική σου χάρη
μιαν απαλή να μύρωνε ζωή,
κρυσταλλένια σαν το μαργαριτάρι,
γεμάτη από αγάπη κι ηδονή:
- όλα χαρούμενα, σε ρύθμισμα ένα,
τα χτυποκάρδια μας αρμονισμένα

(Οι ερχόμενες)


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 


 
 

ΔΕΝ ΗΤΑΝΕ ΝΑ ΓΙΝΩ...

Ένα πουλί που λάλησε
στον άνεμο της νιότης,
στ' ολάνθιστο απαλό κλαδί
κάποιας αγάπης πρώτης,
και το τραγούδι του άλλαξε
σε πικρό ξάφνου θρήνο.
Δεν ήτανε να γίνω
ότι έχω ονειρευτεί...

(περιοδικό  "Νέα Εστία", 1929)


 
 

1