Αποχαιρετισμός Ι

Αποχαιρετισμός ΙΙ

Μπερντέδες

Ερωτικό

Οι Κύκνοι

Λυπήσου αυτούς… 

Νυχτερινό

 Προσμένω

 Πόθος

 Σπαρασμός

 Τραγούδι

 Όταν βραδιάζει

Αυτοβιογραφικό

Παραμύθι (πεζό)

Μανιφέστο

 
 


 
 
 
 
 

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΣΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ - Ι

Το όνειρό μου πια δεν είναι να χαρώ, μήτε να ζήσω,

μα να πω μια λέξη μόνο, σα μια φλόγα, -και να σβήσω.

Κι αν ακόμα ζω του κάκου, και γυρνώ στη γην απάνω,

μόνον ένα πια μου μένει, -να την πω και να πεθάνω…

Κι όμως ούτε αυτή τη λέξη δε μου δόθηκεν ακόμα

να την πω, -και μου παιδεύει την ψυχή μου και το στόμα.

Μήτε καν αυτή τη λέξη την απέραντα θλιμμένη,

μήτε τρόπος να τη μάθω, μήτε χρόνος δε μου μένει.

Κι αφού τα άχαρά μου χείλη δεν την πρόφεραν ακόμα,

θα την πάρω - και σαν ξένοι, θα χαθούμε μες στο χώμα...


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΣΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ - ΙΙ

Μόνος ήρθα κάποιο βράδι, - κι ήσαν όλοι, γύρω, μόνοι,

κι όλοι ξένοι, τραγουδάμε, μες στη νύχτα που σιμώνει.

Κι όσο ζω, κι όσο μαθαίνω, τόσο νιώθω, αλλοίμονό μου,

το βαθύ και το μεγάλο κι απροσμέτρητο κενό μου!

Τη στιγμή του σταυρωμού μου, και για μόνη συντροφιά μου,

μόλις ένιωσα τα χέρια που σταυρώσαν τα καρφιά μου…

Μόνος ήρθα κάποιο βράδι, μόνος πόνεσα για λίγο,

μόνος έζησα του κάκου, - κι όπως ήρθα, και θα φύγω.

Τι είναι τάχα, για τους άλλους, ο χαμός ενός ατόμου;

- κι όπως ήρθα, και θα φύγω, μόνος μες στο θάνατό μου...


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

ΟΙ ΜΠΕΡΝΤΕΔΕΣ

Και τα χέρια σου σφιγγόντουσαν

στο κορμί μου γύρω-γύρω

κι έπινα μες απ' τα χείλη σου

γλυκειάν άχνα σαν το μύρο.

Κι έπινα μες απ' τα χείλη σου

γλυκειάν άχνα σαν το μύρα

κι ήταν άσπρο το κρεβάτι μας

κι οι μπερντέδες σαν πορφύρα.

 

Ήσαν οι μπερντέδες κόκκινοι

κι ήταν άσπρο το κρεβάτι.

Κι όλο λίγωνε, κι όλο μέλωνε

το γλυκό, γλυκό σου μάτι.

 

 

Κι έτσι, αγάπη μου, σε γλέντησα

κι έτσι τη γλυκάδα σου ήπια,

μέσα στ' άνομα αγκαλιάσματα,

τα άνομα τα καρδιοχτύπια.

Κι απ' τη γλύκα ποθοπλάνταζε

το κορμί σου και το μάτι

κι ήσαν οι μπερντέδες κόκκινοι

κι ήταν άσπρο το κρεβάτι.

 


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

ΕΡΩΤΙΚΟ

Καημός αλήθεια να περνώ

του έρωτα πάλι το στενό,

ώσπου να πέσει η σκοτεινιά

μια μέρα του θανάτου…

Στενό βαθύ και θλιβερό,

που θα θυμάμαι για καιρό,

- τι μου στοιχίζει στην καρδιά

το ξαναπέρασμά του;

Ας είναι, ωστόσο, - τι ωφελεί;

Γυρεύω πάντα το φιλί,

στερνό φιλί, πρώτο φιλί

και με λαχτάρα πόση!

Γυρεύω πάντα το φιλί - αχ καρδιά μου!

που μου το τάξανε πολλοί,

κι όμως δεν μπόρεσε κανείς

ποτέ να μου το δώσει…

Ίσως μια μέρα, όταν χαθώ,

γυρνώντας πάλι στο βυθό

και με τη νύχτα μυστικά,

γίνουμε πάλι ταίρι,

αυτό το ανεύρετο φιλί,

που το λαχτάρησα πολύ,

- σα μια παλιά της οφειλή

- να μου το ξαναφέρει...


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

ΟΙ ΚΥΚΝΟΙ ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Οι κύκνοι το φθινόπωρο ζητάνε τη χαρά τους

γιατί η χαρά τους πέταξε μαζί με τα' αγιοκαίρι…

Θα ζήσουν τάχα να τη βρόυν, την άνοιξη; -Ποιος ξέρει;

...γιατί μπορεί και να χαθούν πριν βρούνε τη χαρά τους…

Απόψε την περίμεναν, σχεδόν όλο το βράδι,

ώσπου στο τέλος νύσταξαν κοιτώντας το σκοτάδι,

κι έγειραν και κοιμήθηκαν απάνω στα φτερά τους...


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

ΛΥΠΗΣΟΥ

Λυπήσου εκείνους που πονούν,

βουβά κι ανώφελα, για κάτι,

και παίρνουν, για να λησμονούν,

της ζωής κάποιο άθλιο μονοπάτι…

Λυπήσου αυτούς που έχουν χαθεί,

μες στην θλιμμένη ύπαρξή μας,

κι έγιναν αίνιγμα βαθύ,

μια και δεν είναι μεταξύ μας…

Κι αυτόν, κι αυτόν που αναπολεί

τα περασμένα του λυπήσου:

μα όμως, ακόμα πιο πολύ,

τις ώρες της βαθειάς σιωπής σου,

λυπήσου αυτούς, που, μια φορά,

με φτερά ζούσαν, και τα χάνουν,

και δεν τους μένει άλλη χαρά,

παρά η χαρά πως θα πεθάνουν...


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ

...Κίτρινη η φλόγα του κεριού μου,

στη νύχτα, απάνω στο τραπέζι

σαν έρημη πνοή ανασαίνει.

Σωθήκαν τα χρυσά όνειρά της

μες στα σκοτάδια τρεμοπαίζει,

χλωμή ψυχούλα φοβισμένη…

Έξω λαμπρόφωτο φεγγάρι

κάτι ονειρεύεται στα χάη

τα ζαφειρένια της ερήμου…

Σα να 'θελε να ζήσει ακόμα,

μ' αναλαμπές ψυχομαχάει

το ετοιμοθάνατο κερί μου…

 

Και το φεγγάρι το ασημένιο

που χρόνια τώρα έχει σωπάσει,

και το κερί μου που πεθαίνει

-και μέσα η θλιβερή ψυχή μου,

χωρίς αιτία, κι οι τρεις στην πλάση

είμαστε τόσο λυπημένοι...


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

ΠΡΟΣΜΕΝΩ ΠΑΛΙ

Θυμάμαι, νύχτα ήταν βαθειά,

μα η μέρα κόντευε να φτάσει,

καθώς κινήσαμε μαζί,

για να χαθούμε μες στην πλάση…

 

Κι επειδής είχαμε δεχτεί,

καθένας τη δική του μοίρα,

πήρες τον ένα δρόμο εσύ,

κι εγώ τον άλλο δρόμο πήρα.

 

Πόσο παλέψαμε κι οι δυο

και κυλιστήκαμε στο χώμα,

ζητώντας και τα πιο μικρά,

-δε θα το πει κανένα στόμα…

 

Και σ' όσα πέσαμε κακά,

παγίδες, λάθη, πλάνες, πάθη,

κανένας μας δε μπορεί πια

μήτε να δει μήτε να μάθει…

 

Κι αφού χαθήκαμε καιρό

και πλανηθήκαμε στην τύχη,

( κι ως τώρα, μόνος μας δεσμός

δεν ήταν παρά κάποιοι στίχοι ),

τώρα, που τα' όνειρο για μας

τα φώτα σβήνει τα στερνά του,

-προσμένω, πάλι, να σε βρω,

μες στη γαλήνη του θανάτου...


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

ΠΟΘΟΣ

Βαθύ χινόπωρο γοερό, πόσον καιρό σε καρτερώ,

με τις πλατιές, βαριές σου στάλες~

των φύλλων άραχλοι χαμοί, των δειλινών αργοί καημοί,

που με μεθούσατε τις προάλλες...

Τα καλοκαίρια μ' έψησαν, και τα λιοπύρια τα βαριά,

κι οι ξάστεροι ουρανοί οι γαλάζοι:

απόψε μού ποθεί η καρδιά πότε να 'ρθεί μες στα κλαριά,

ο θείος βοριάς, και το χαλάζι!

Τότε, γερτός κι εγώ, ξανά, μες στα μουγγά τα δειλινά,

θ' αναπολώ γλυκά, -ποιός ξέρει,

και θα με σφάζει πιο πολύ, σαν ένα μακρινό βιολί,

το περασμένο καλοκαίρι...


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

ΣΠΑΡΑΣΜΟΣ

Γύρω η μαυρίλα,

Μέσα η καρδιά μου.

Στο πάτημά μου

Τρίζουν τα φύλλα.

Νερό αργοκύλα !

Στολίδια γάμου

Ξεσκίδια χάμου.

Ανατριχίλα.

Μες στο βιβλίο

Σκυμμένα μάτια,

Και δε διαβάζω.

Σιωπή, ερμιά, κρύο.

Πέρα; Παλάτια.

Σκοινιά. Σπαράζω...


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

ΤΡΑΓΟΥΔΙ

1- Το δρομάκι το παλιό,

που ευωδάν οι κρίνοι

Το δρομάκι το καλό

σε μια πόρτα κλείνει..

2- Μέσα κει που φύσημα

δε σε φτάνει ανέμου,

Μακρινός κι αθώρητος

κάθεσαι, ακριβέ μου…

3- Ήρθα απόψε, από νωρίς

για να σ' ανταμώσω:

μα ήμουν απ' τις ευωδιές,

λαγγεμένος τόσο...

4- με τα μάτια έτσι τυφλά,

σαν από κραιπάλη,-

που δε σ' ηύρα πουθενά

και θα φύγω πάλι...


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

ΌΤΑΝ ΒΡΑΔΙΑΖΕΙ

Όταν βραδιάζει, μέσα μου, ξυπνούν τα περασμένα…

Ξυπνούν αργά, σα μουσικές νεκρές από καιρό,

- σα μουσικές που χάθηκαν, και που τις λαχταρώ,

κι έρχονται πάλι, μαγικά κι ανέλπιδα, σε μένα…

Πόθοι, παράπονα παλιά, νοσταλγικές φωνές,

λόγια βαθιά κι αξέχαστα, κι ωστόσο ξεχασμένα,

παράξενα χειμαιρικές αγάπες μακρινές,

όπως η φλόγα μιας αυγής, υψώνονται σε μένα

Μια βρύση, τότε, μαγική, μου λύνεται ξανά,

και το τραγούδι ρυθμικό στα χείλη μου ανεβαίνει,

- ένα τραγούδι καθαρό, καθώς τα δειλινά

που μέσα του λυτρώνονται, και ζουν οι πεθαμένοι...

 

1