ΔΗΜΩΔΕΣ

 

Ξημέρωνε Παρασκευή

–ποτέ να μη’ χε φέξει–

κι απ’ την κοινήν οικοσκευή

έπρεπε να διαλέξει

 

αφού χωρίζουν τι κρατά

(τρυγόνια μ’ ένα σμπάρο),

και σκέφτηκε: «του κερατά,

τηλέφωνο θα πάρω·

 

δήθεν τι κάνουν τα παιδιά

και πρέπει να τα πούμε,

κοίτα μην κλείσεις τη βραδιά,

θά’ θελα να βρεθούμε».

 

……………………………

 

Και κάθονταν σαν από χτες

να είχαν ανταμώσει:

στη μέση άχνιζε ο καφές

κι είχε ο καφές κρυώσει.

 

Δεν του’ ριχνε ούτε ματιά

της είπε «θα σαλτάρω»·

φωτιά εδώκαν στη φωτιά,

κάναν κι οι δυο τσιγάρο.