ΕΠΥΛΛΙΟ

 

ου γαρ μοι πενίη πατρώιος, ουδ’ από πάππων ειμί λιπερνήτις …

                                                            ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΥ, Εκάλη

 

Στο βάθος, η παλιά βιβλιοθήκη,

κλειστή, καθώς την άφησε ο πατέρας·

οι δίσκοι, τα μολύβια, όλα σε θήκη·

και πλάι μου τα σύνεργα της μέρας:

 

τσιγάρα, ο καφές μου (με το μπρίκι)

ζακέτα (έξω φυσά κακός αέρας),

μπουκάλια στο γυαλί της εταζέρας –

η λίγη Αντιόχεια που μ’ ανήκει.

 

Την ίδια πάντα ώρα της εσπέρας

ακούμε στην T.V. για κάποια δίκη·

έπειτα σε φιλώ κατά συνθήκη,

κι ως φέρνουμε τον πόθο μας εις πέρας

 

για λίγο ξαναπαίζουμε το τέρας

με πόδια κολλητά· έπειτα πάλι

κρυώνω· τότε πιάνω το μπουκάλι

κι αφήνομαι στη δίνη της μπερζέρας…

 

Τα βράδια, όταν σηκώνω το κεφάλι

μιαν άπτερο μπροστά μου βλέπω νίκη:

τριάντα χρόνια κείμαι στην Εκάλη·

ποτέ μου δεν σκοτίστηκα για νοίκι.