Η ΑΘΑΝΑΤΗ ΠΑΡΤΙΔΑ

 

 

She cried for chess; I played a game with her

JOHN KEATS, “The Cup and Bells”

 

 

Το πλάνο γενικό: νύχτα, χειμώνας,

και κάθονται οι δυο τους πλάι στο τζάκι.

(Σαν άλλου κόσμου να έφτασε αεράκι,

καθένας τους κρυώνει κατά μόνας.)

 

Κάθονται από νωρίς: εφημερίδα

διαβάσαν, διαφώνησαν λιγάκι,

συμφώνησαν μετά να παίξουν σκάκι –

κι αφήσανε στη μέση την παρτίδα.

 

Κάθονται – και αργεί να φέξει η μέρα.

Καινούργιες δεν θυμούνται ιστορίες·

του γάμου τους κοιτούν φωτογραφίες –

κι ακούν διπλή της νύχτας τη φλογέρα.

 

Ασπρόμαυρες κοιτούν φωτογραφίες:

αμίλητοι, σαν πιόνια σε σκακιέρα,

(αγάπη μου, θυμάσαι την ημέρα;)

ποζάρουν με κυρίους και κυρίες.

 

Όλοι συγκινημένοι, όλοι δακρύζουν·

η νύφη κι ο γαμπρός χαμογελάνε.

Εδώ φιλιούνται, εδώ αποχαιρετάνε…

Εδώ – παίζουν τα μαύρα και κερδίζουν.