Μια παπαδιά να βρω...

Μια παπαδιά να βρω, μια παπαδίτσα, Θε μου,
κι όπως θ' ανοίξει τα φτερά απ' την απαλάμη,
τα σμάλτινα φτερά στο ρίπισμα του ανέμου,
ν' ακολουθήσω με το βλέμμα που θα κάμει.

Δεν ξέρω όμως σε ποιό σημείο να' ν' η Αθήνα
μήτε αν υπάρχει εκείνη που θα μελετούσα~
την είχα πρωτοβρεί σιμά σε κάτι σκοίνα
τη γλυκοθώρητη και σιγαλοπατούσα.

Θα' ναι, είπα, τ' ουρανού η ανέλπιστη ευλογία,
το δώρο που μου στέλνει αυτό το καλοκαίρι.
Κι έμοιαζε με άσπρη, μα καθάρια Παναγία,
γραμμένο τσίνουρο και κοντυλένιο χέρι.

Μάτια μου αγαπημένα, πότε θα περάσει
τούτ' η φουρτούνα που κρατάει τους δυο μας χώρια;
Δεν ήρθαμε, καλή, για πόλεμο στην πλάση,
παρά να βγούνε κι από μας δυο-τρία αγόρια.