ΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ 

Θέλω να γράψω ένα τραγούδι μ’ αντοχή,
και συλλογίζομαι ολοένα εσάς, φτωχοί.
Σκυφτοί στο γούπατο γιά σκόρπιοι στο ριζό,
με τον καημό σας ανασταίνομαι και ζω.

 

Τα χέρια του παπούλη επαίζαν τον κασμά,
τα χέρια τώρα τα δικά μου είναι χλομά.
Ήταν απλοί οι άνθρωποι εκείνου του καιρού,
δε σεκλετίζονταν, τραβούσαν κουτουρού.

 

Σκιάζονταν τ’ άδικο, κρατούσαν τις γιορτές,
παρθένες παίρναν και τις είχανε πιστές,
οι μάνες αποχτούσαν άβλαβα παιδιά,
κάθε δυο χρόνια σηκωνόταν η ποδιά.

 

Ούτε χωράφια είχαν πολλά, ούτε ζωντανά,
μα ζούσαν όσο ο γέρο δέντρος στα βουνά.
Γεροκομούσαν τους γονέους τότε οι γιοι,
ποιος υπομένει την κατάρα, την οργή;

 

Άλλους τους πρόφτασα όταν ήμουνα παιδί,
κι άλλους τους έχω ακούσει, δεν τους έχω ιδεί.
Μα φύλαξα τα πρόσωπά τους τ’ αυστηρά
μες στο θυμητικό μου, ατέλειωτη σειρά.