Η Έρωτας κι ο Θάνατος

Ο Άρπαγος, γουρούνος μες στους λασπολάκκους,
σκούζει φριχτά και κόβει τους καλούς ανθρώπους.
Γυρνά, μολεύει κι ασκημαίνει όλους τους τόπους,
παρέα με φθονερούς και μέλανας κοράκους.

Μα να τη η Αγάπη, με μακριά μαβιά φουστάνια.
(Της βάνει τάξη στα μαλλιά μια πασχαλίτσα.)
Στ' ανθούς χεράκια της κρατάει δασκάλα βίτσα
και κυνηγάει το εξάχρειο χτήνος στα μποστάνια.

Αυτό φεύγει, πολλά κακό και δειλιασμένο,
ξάφνου στρέφει, τα μαύρα δόντια του της δείχνει,
πάσκει (ματαίως) ναν την τρομάξη και της ρίχνει
αγριότατες ματιές· της λέγει "Σ’ αναμένω"

για να σε φάω"· του κραίνει "Ξουτ! δεν σε γουστάρω.
Εσύ 'σαι αυτός που θα πεθάνης, παλιοΧάρο".