Μπαλλάντα

της δασκάλισσας όλων των γενεών

 

 

– Μ’ έχει βαρύνει το ποτό κι απόψε.

Αυτή’ ναι η τελευταία μου παρτίδα.

– Δώσε μου τα χαρτιά. Μοιράζω. Κόψε.

Τσιπ. – Κι έκατό. – Κι άλλα εκατό. – Τα είδα.

– Διαβάσατε τι γράφει η εφημερίδα;

Σκοτώσαν την Γαβριέλλα· βράδυ Τρίτης.

Έφυγε για να βρη κι αυτή πατρίδα.

Να πάη στους ουρανούς με το μουνί της.

 

– Την πήδηξα… λοιπόν, το εξηνταδύο.

– Πεντακόσια. Για σκέψου, ήμουν παιδάκι.

τότε. – Θα μπω. Σκαστός απ’ το Ωδείο

(η μάννα επέμενε να πάω)· λιγάκι

δείλιασα όταν πρωτόειδα το φωτάκι

κόκκινο και μουντό. Μα το κορμί της…

Θεέ μου, τώρα το λειώνει το σαράκι.

Μα ας πάη στους ουρανούς με το μουνί της.

 

– Εμπρός, συγκεντρωθείτε. Ανοίγω φύλλο.

– Πάσσο. Κι εγώ το πρώτο μου γαμήσι

τό’ κανα στης Γαβριέλλας. Μ’ έναν φίλο

τον Πέτρο. – Ρέστα μου. – Την έχεις στήσει.

Πάσσο ταχέως. – Τα βλέπω. Κάποια δύση

την πήρα, του πενήντα. Να, η μορφή της!

και ντάμες τρεις. Καρρέ. Σ’ έχω κερδίσει.

Θα πάω στους ουρανούς μες στο μουνί της.

 

Κυρά των εκκλησιών και των μπουρδέλων,

σεβάσου την αρχόντισσα Γαβριέλλα·

κι ευδόκησε στις τάξεις των αγγέλων

ν’ αριθμηθή. Ως λαλή μικρός προφήτης

και καταπαύει την επίγεια τρέλλα,

να πάη στους ουρανούς με το μουνί της.