Το χέρι με τον ορό

Πελώριο δέντρο σε θαυμάζω από το τζάμι
και, χέρι ο ορός, να μου κρατά σφιχτά το χέρι,
στους άλλους ουρανούς μου ανάβει μαύρο αστέρι,
αργά να μου μεταμορφώνει την παλάμη.

Είναι πηγή. Θα 'ρθούν να πιούν το μύθο αηδόνια
και θα λουστούν πρωταίτια ζώα κι ο μοσχομπάτης,
κι όλοι θα υπάρξουν προσφορά στην προσφορά της.
Και, λέει, ποτέ δε θα διαβάσουμε τα χρόνια.

Όλοι να μεταλάβουν πίκρα εκ του αίματός μου,
να ανθίση ο κόσμος άνοιξη για να 'συχάση
και να χορέψη, η πιο πανέμορφή μου η πλάση,
να σκύψη η πονηρή στ' αυτί μου λέοντας: "Δος μου,

ό,τι αγαπάς, ό,τι ποθείς, ό,τι πιστεύεις.
Σήμα επουράνιο - που όμως άσκοπα γυρεύεις".