ΕΙΣ ΜΙΑΝ ΠΑΡΛΑΔΟΡΑΝ

Λιμάρεις νύχτα μέρα στα γερά
κι ο στόμας σου δεν κλει… δεν ησυχάζεις,
κ’ εκειόν που κουκαλείς τη μια φορά,
άλλη φορά τον ίδιονε θαυμάζεις!

Ό,τι κι αν πεις, ανάποδα ή σωστά,
κανείς δεν σ’ αντιλέγει και καγχάζεις.
Μα ποιός κοτάει να σό ’μπει από μπροστά
που στην παρλάτα διάολο κουράζεις.

Εκάηκα μια μέρα να σε ιδώ
να σιωπάς· μου λεν πως και στον ύπνο σου
στιγμή δεν παύεις το μιληταριό!

Γι’ αυτό κι αν τρως στο γιόμα και στο δείπνο σου
σάρκα δεν πιάνεις! Θύματα μπροστά σου
δεν βρίσκεις και λιμάρεις τ’ άντερά σου.

 

 

 

Το πήρα από το Αλωνάκι της ποίησης του Γ. Κεντρωτή.