Τσίντσηκας και Γρίλλος

(μύθος)

του Ανδρέα Λασκαράτου (1811-1901)

 

Είπε μια νυχτιά ο Τσίντσηκας του Γρίλλου :

— Δεν πας και συ, καημένε να ΄συχάσεις,

που όλοι κοιμώνται, κ΄ είσαι συ μονάχος

οπού περνάς τη νύχτα τραγουδώντας;

Άσωτε, ασώτου τέκνον, που ασωτεύεις

έναν πολύτιμον καιρό, που εμπόρηες

ναν τον οικονομάς για να κοιμάσαι;

— Ναι, λέει ο Γρίλλος, ίσια κουβεντιάζεις·

λες την αλήθεια· και θαυμάζω μόνον

πώς, Τσίντσηκας εσύ μιλείς για γνώση

για οικονομία καιρού, για ησυχία!

Δεν είσαι συ που ολημερίς στον ίσκιο

ενός πράσινου δένδρου τριζονίζεις

τραγούδια βαρετά και δίχως τέλος;

Και κουφαίνεις τους κάμπους; και αλαλιάζεις

τους εργάτες που κάνουν τη δουλειά τους;

Κ΄ εσπατάλησες πάντα τον καιρό σου

τραγουδώντας αμέριμνα όλη μέρα;

Πώς ήλθες τώρα απάνου οχ το κλαρί σου

να διδάξεις εμάς σιωπή και ησυχία,

οικονομία καιρού, φρόνηση, γνώση;

Ω Τσίντσηκά μου! και συμπάθησέ με,

συμπάθησέ με, στο λέω πάλε, μα…

Θέλεις νάχεις δικαίωμα να ορμηνεύεις;

Κάνε συ πρώτος όσα συμβουλεύεις.-

 

Ημερολόγιον Σκόκου, Τόμος 23 (1908), σ. 308.