Φινάλε

 

 

Ξέθωρο το χρυσάνθεμο έχει γείρει

κόμη ξανθή το χώμα που ανταμώνει

-μαλλιά νεκρής που ζούσε πάντα μόνη

και πάει στον Άδη αγλύκαντη από γύρη.

Απ’ του φθινοπώρου το πανηγύρι

λεκέδες των χρωμάτων σβήνουν μόνοι

-μαβιά πως μου θυμίζουν ανεμώνη

μικρών χειλιών που τρέμουν μπλάβοι οι γύροι

Στα τέλια των γυμνών κλαριών σαγίτες

τα’ ανέμου θρήνησαν πνιχτά˙ στη φτέρη

αλήτες φτερωτοί, λέροι σπουργίτες,

το μουσικό συλλάβισαν δεφτέρι

και μες στα κρύα φώτα που μουχρώνουν

τη Συμφωνία τέλειωσαν του Χρόνου

 

 

 

Το πλέγμα

 

 

Σ’ όλα τους προσεχτικοί πολύ

κι ουδέ μύρμηγκα δεν έχουν βλάψει,

ταπεινοί κοιτάζουν κι άλαλοι

μες στα μάτια αυτόν που τους μιλεί

και κινούν συχνά την κεφαλή

γνέφοντας « ναι… ναι » σε κάθε πάψη.

 

Φαίνονται λίγο παράξενοι

κι αν ποτέ κανένας τους πειράξει,

σφίγγουνε τα δόντια τους περήφανοι,

πνίγοντας μεσ’ στην υπομονή

κάτι που στα βάθη τους πονεί,

κ’ ηρεμούν σαν πλοία που’ χουν αράξει.

 

Σε πλημμυρισμένην αίθουσα

από πλήθος άγνωστο και φώτα

προχωρούν με κόπο ως τα μισά,

μα κειδά τους πιάνει θάλασσα

και γυρνούν στον κόσμο ανάμεσα

σαν καράβια που’ χασαν τη ρότα.

 

Τέλος κάθονται, σεμνοί – σεμνοί

- σταυρωμένα χέρια, πόδια εν’ τάξει –

δεν υψώνουνε ποτέ φωνή˙

κι όσο δεν είναι κατάμονοι

πάντ’ αυτό τους κρυφοτυραννεί :

μήπως κάποιος τους στραβοκοιτάξει

 

 

 

ΜΑΡΚΟΥ ΛΑΖΑΡΙΔΗ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΦΡΟΣ 1975