Δε σ' αρνήθηκα ποτέ

 

 

Αυτή την ώρα νιώθω θλιμμένος.

Αποζητώ τη μοναξιά, θέλω την ησυχία μου, τη βολή μου.

Κι ωστόσο σκιρτώ για τα μεγάλα, τα δυνατά,

του πόνου, του καημού, του αγώνα, της μάχης.

Είμαι λοιπόν μια διπλή φύση;

Σκωτική φαντασία του Μπρουχ.

Μια απαλόηχη μουσική, οι λυγμοί του βιολιού στ' αυτιά μου.

Κι όμως η σκέψη, παράξενο, εκεί.

Στους πνιγηρούς καλοκαιρινούς μήνες στα βουνά,

καταδιωγμένος με τον εμφύλιο.

Από μακριά τ' αστραφτερό γαλάνισμα της θάλασσας.

Έπειτα οι νύχτες, με το δυνατό άσπρο φεγγάρι

και τις πελώριες κατάμαυρες σκιές,

που ρίχνουν τα λιόδεντρα και οι πεζούλες.

Μαζί και τα βάσανα, η αγωνία η καθημερινή του θανάτου,

οι συνεχείς νυχτερινές πορείες,

με δίψα, πείνα, ιδρώτα κι ενέδρες.

Ο χάρος, που μας παίρνει συνέχεια συντρόφους και λιγοστεύουμε

κι η πτώση του Βίτσι και του Γράμμου.

Κι εμείς ολομόναχοι στο νησί.

Η θάλασσα γύρω μας, μίλια ολόκληρα,

να μας χωρίζει απ' τη σωτηρία.

Και τα πολεμικά να περιπολούνε.

Κι όμως η σκέψη μου εκεί σήμερα.

Μ' αγάπη, με νοσταλγία, με πόνο!

Δε σ' αρνήθηκαν ποτέ ζωή της νιότης μου αγαπημένη.

Κι όσο πορεύομαι, τόσο πιο ριζωμένος νιώθω μαζί σου.

Καμιά χαρά δεν μπορεί να ξεπεράσει

την αψιά γεύση της αγωνίας σου,

της θυσίας σου για κάτι καλύτερο.

Αποστολή! Τι μεγαλύτερο μπορεί να ποθήσει η καρδιά;

Ευτυχισμένος που καταδικάστηκα να ζω πυρπολημένος

απ' τη φωτιά σου.

 

Από τη συλλογή «Τινά εκ των ένδον»