ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΛΥΜΠΕΡΗ

Η ΛΟΓΟΣ ΓΥΝΑΙΚΑ

 

Από ένα σύμπαν που ράγισε πετάχτηκε η

γυναίκα. Από το πόδι του αντρός της

από τα δάκρυα του ποδιού του.

Τώρα πλέκει ερωτήματα:

Το άπειρο με περιέχει;

 

(Από το γόνατό του τρεφόμουν· από την

τρύπα αυτή του γαλαξία)

 

 Εγώ ειμί η Λόγος στη σαγήνη στο

 μέσα του καρπού αποσπα-

 σμένη

 επιστρέφω στην καταγωγή· εκεί

 με είχαν ονομάσει

                               η δοτικότητα

 Εγώ ειμί η φως πάνω απ’ τον φθαρτό μου

 πυθμένα έπλεα

 -έφευγαν τ’ άστρα τα σπίτια μου.

 

  

  (Κάτοικος είμαι του μηδενός

  για να κλέβω μάτια.)

 

                               

  Να φορέσω τον κλέφτη μάτι που με

  σύλησε. Αχ μάτι μάτι μου

  -κλέφτες ματιών είμαστε

  γι αυτό λυπημένοι.

 

 Σαν τις λαμπάδες των γέρων τρέμουν τα λο-

 τα λόγια μου, κεράκια μυστικά

 στου έρωτός μου την καρδιά.

 Εγώ ειμί η νυμφίος

 Χαίρεται εις το όνομα της

                                              δοτικότητας.

 

 

 Αλλά πιο κάτω στα πικρά λιβάδια

 αντηχεί  ο

 έρως των σωμάτων. Γι αυτό    

 θα το πω να μοιάζει μ’ εκείνο που έλεγε

 ο ποιητής και τ’ αγαπήσαμε –κάποτε:

 

 Έλα λοιπόν Παναγιώτη Πανά Παναγιώ- αχ

 έλα έλα. Στις αψίδες σου στέκομαι

 -ονειροβατώ-  Παναγιώτη φιλί μου Πα-

 των μυρίων  αναπνοών Πανα-

 γιώτη της μυρωδιάς     πούπουλο Πανα-

   γιώ-

   (φεγγαράκι τι λες πως μου χάρισες τον

   Παναγιώτη)  είσαι ο

   τρύγος της κάθε μέρας   στόμα που με μιλάς

   Πανα-

   σαν χαλίκι στην άβυσσο στην υπομονή

   Παναγιώτη ο αίγαγρος από αίματα να πιαστώ

   να χορεύω στο τρίχωμα του παν-

   τός       Παναγιώτη       αχ

   στο μάτι σου μη με φοράς

   αγάπη μου

 

   (Νύχτα στο βάραθρο των ουρανίων πηγών

   γευόμουν ένα κορμί από ροδάκινο.)

 

 

    Κλέβει την ομιλία ο άντρας

    η γυναίκα πεινάει σαρκοφάγος των ξένων ο-

    νείρων. Αλλά τώρα με διάλεξε το μήλο

    κυλά κατρακυλά

    κατέβηκε το πράγμα χαμηλά. Εδώ

    στο στόμα πιάνεται η αυγή

    ( η σιγή υπομένει)

    κι  απ’ τη μιλιά  μου

    γεννώ τα παιδιά μου

  

   (Λέει η γυναίκα: Στην πιο καλή μου βρύση πως

   στομώνω κι η σταγόνα του τίποτε γλιστρά.)

 

 

    Εγώ ειμί η Λόγος - προϋπήρξα

    αλαβάστρινο αυτί στην περισυλλογή. Τώρα

    τρέχουν τα σωθικά μου σα γατιά που σκού-

    ζουν τρέχουνε τα λογάκια μου σαν

    ποντικοί.

    (Ά -πει-ρο   ά-πει-ρο  τι εστί; )

 

     Μες τα νερά-φιλιά του μου’ παιρνε τη μιλιά ο

     Παναγιώτης, στο σπιτάκι της γλώσσας

     άδειαζα τη γλώσσα -να χορεύω να φεύγω

     να χορεύω να μένω

     (στο χορό σου θα γίνω χορευτής του

     απείρου;)

 

    Πάρε λοιπόν το πιο καλό μου μήλο :

    Ένας Παράδεισος σαν μαύρο γάλα

    κι η Κόλαση στρογγυλή.

    Δαγκώνεις δαγκώνω.

 

            (από τη συλλογή Η Μουσική των Σφαιρών)

 

Επιστροφή