ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΛΥΜΠΕΡΗ

Η ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΠΡΟΣΕΞΕ ΤΟ ΧΕΡΙ:

 

Είναι παράξενη γιορτή τα δάχτυλα του

ανθρώπου -παράξενη

η δοτικότητα των χεριών·

διότι με τα χέρια φωτίζεις αυτό που

στο τέλος πάντα επιστρέφει.

Και δεν είναι πράγμα το κάτι αυτό

όπως θα έλεγες -πράγμα των χεριών.

Έρχεται να σε βρει σαν

μύγδαλο με ψυχή.

 

 

 

Τότε που είμασταν ακόμη παιδιά

έστελνα τα δάχτυλα στον κήπο μαζί με

τα πουλιά· δεν φόραγε δαχτυλίδια -τότε-

το χέρι μου· κρατούσε το μύγδαλο

και μου φαίνεται τύλιγα τα δάχτυλά μου

έτσι που έμενα ολόκληρη γύρω γύρω

να συγκρατώ την ουσία.

Τι ωραία που σήμαινα· σαν καμπανούλα:

συγκρατώ συγκρατώ

ώσπου να γίνω εγώ αυτό.

 

Κάτι ποθούσε το χέρι μου

και τα δάχτυλά του κουδουνάκια

επέμεναν στο σκοπό του θέλω -πάντοτε

επιμένει να πάρει αυτός που δεν έχει.

(Kοιτάζει στη λίμνη του

απαλά βουλιάζει· θα πνιγεί; )

 

Tέλος πάντων· έλεγα για δάχτυλα

που κουδουνίζουν.

 

 

 

Εκεί που ξυπνούσα μες τα πουλιά που

τιτίβιζαν αργοπορημένα -ενώ

όλα τ' άλλα πράγματα έμοιαζαν τόσο ανυπόμονα-

εκεί είδα το όνειρο αυτό κι ερμήνευσα

πως το χέρι μου ήταν -τάχα- μια

μαρτυρία από αυτές που μένουν:

Ο παππούς μου έχτιζε τον τοίχο του σπιτιού

πάνω στην κούνια του πατέρα μου·

κινούσε το χέρι·  (ευλογούσε;) Η μήπως

άφηνε λόγια στα θεμέλια

 να κόβουν τα παιδιά του και να τρώνε.

Εκεί που ήταν η κουζίνα                          

έτρεχαν μαύρα συκώτια πουλιών

και σάπια νερά με τις πιατέλες

(κι από πάνω έτριζε το γραμμόφωνο)

έτσι το σπίτι μεγάλωνε

το χώρεσα όλο στη φωλιά μου.

 

Αχ η κυπάρισσος του παππού μου

-η σκιά του- ψιθύριζε λέξεις

για το χέρι αυτό που φύτεψε το κυπαρίσσι

και τώρα ψηλώνει  ως τον ουρανό.

Κοίταζα κοίταζα -οι βολβοί μου πονούσαν.

(Γλίτωσα ξαπλωμένη στο θαύμα).

Μέσα στον ύπνο

ευλογεί το χέρι του παππού μου

όπως όταν γυμνώνονται σπαθιά.

 

 

 

Το χέρι του σύμπαντος παράξενα όλα

τ' αγκαλιάζει· παράξενα δείχνει

ν' αφήσεις τα τέσσερα πόδια σου για να

πας (όπως ο κόκκος του ρυζιού

που έφτασε στο πιάτο). Έτσι, η κόρη

σιγά σιγά

με τα χέρια γευόταν

τη νέα κατάσταση του ανθρώπου:

                          η δοτικότητα

 

(Να σου δώσω αυτό που δεν πήρα

γίνεται; Να σου δώσω και πάλι να έχω

γίνεται; Είναι παράξενο το κάτι  αυτό

                          η δοτικότητα.)

 

Αλλά το χέρι αυξάνεται πάντοτε προς τα

εκεί που του λείπει.

 

 

 

Πηδά χοροπηδά το χέρι ν' αγκαλιάσει το

άλλο

πηδά στον αέρα σαν ελάφι μικρό ή σαν

ψάρι ή σαν φλοίσβος -το χέρι-

ξεβράζει τα χάδια του τα γιατί δεν

με θέλεις χέρι μου

 

Έτσι λίγο λίγο ετοιμάζεται ν' αγαπήσει.

Πηγαίνει ν' αγαπήσει και φορά το

γάντι του (πριν γίνει δοτικό

να είναι κάτι ακριβώς

πριν τη δοτικότητα). Ύστερα

το χέρι δωρίζεται

(πρώτα γδύνεται).

 

Κάτι χτίζουν τα δάχτυλα

με το χάδι· με τα χάδια αλλάζουν

(με τα ίδια τα χάδια τους -τα δικά τους-

παράξενο). Το χέρι τότε

ανάβει σαν βεγγαλικό.

 

 

Σκαρφαλώνω προς τα πάνω ή προς τα κάτω

-λέει το χέρι- εννοώ

με βρίσκει το πνεύμα

 

Κάποτε με τα χέρια στα δάχτυλα

φτάνεις σ' ένα υγρό των ματιών.

( Άλλοτε στέλνεις τα

δάχτυλα πιο νωρίς και δεν βρίσκουν).

Όταν κυλήσει το υγρό αυτό

κάτι σημαίνει για το χέρι.

             

 

Σκαρφαλώνω προς τα κάτω·

φοβάμαι -λένε τα δάχτυλα.

(Το σκαρφάλωμα προς τα κάτω

θέλει τη μεγαλύτερη τέχνη.

Σ' αυτό το γκρεμό πρόσεξε χέρι μου

πρόσεξε μη χαθείς πρόσεξε μέχρι να

βγεις

        στην δοτικότητα).

 

Να τρέφεται το χέρι απ' τη χαρά του:

Σ' αυτή τη στάση ακριβώς

ευλογεί

              η δοτικότητα

 

 

 

 

Επιστροφή

 

 

 

 

 

 

 

                          -