Εαρινή βραδυά

του Πέτρου Μάγνη (1880-1953)

 

Στα περιβόλια απλώθηκε γαλήνιο το βράδυ :

οι εργάτες με τα ζώα τους γυρίσανε στη χώρα,

σταμάτησαν να τρίζουνε τα ξύλινα πηγάδια,

κάθε ζωή αποκάρωσε κι είναι η ώρα τώρα

 

που ανάβουνε τα φώτα τους, μακρυά, κάποια σπιτάκια,

που μια κραυγή φτωχού πουλιού ξεσκίζει το σκοτάδι,

που ανήσυχα θροΐζουνε οι ριγηλές πλατάνες

στης αύρας της εσπερινής το κρυερό το χάδι.

 

Είναι η ώρα ανάμεσα που στ΄ άνθη τα κλεισμένα

οι πεταλούδες, όπου ζουν με φως, θε να πεθαίνουν,

που τον γαλήνιον ουρανό άστρα λαμπρά διαβαίνουν

 

και που η ψυχή μου σοβαρή στέκεται σαν ν΄ ακούει

τις μέρες μου στο παρελθόν να πέφτουν μία-μία –

αργά, βαρειά – ως οι ώριμοι καρποί στην ησυχία.

 

Περιοδικό Γράμματα, Τόμος 4, Αρ. 37 (1917), σ. 37.