Η τιμή του λοχαγού

του Κώστα Μάκιστου (1919-1993)

 

    

 

                 Διάβαζε τη Διαταγή του Συντάγματος. Κάπου σταμάτησε το μάτι του. Σήκωσε ξαφνικά το κεφάλι. Τα μάτια του είχαν μια λάμψη σα θριαμβευτική. Σαν ένας άνθρωπος, που έκανε κάτι τόσο καλό, το θυμάται ξαφνικά και λάμπουν τα μάτια του από μια βαθειά ικανοποίηση της ψυχής.

 

                 Ένα γέλιο φάνηκε στο χοντρό του πρόσωπο, ένα γέλιο που σα να φώναζε σε μας, που τον κοιτάγαμε : «αφτό το κάτι, αφτό το τόσο μεγάλο, είναι δικό μου. Χειροκροτείστε λοιπόν!!»

 

                 Τα φρύδια του είχαν τεντωθεί προς τα πλάγια κ΄ έλεγαν για ένα άνθρωπο τόσο πολύ ικανοποιημένο με τον εαφτό του, με τη συνείδησή του, που άλλο δεν του έμενε παρά την εφχαρίστησή του αφτή να την κάνει μια προσεφκή…

 

                 Δυο γραμμές σχημάτιζε το γέλιο του, που απ΄ τις άκρες των χειλιών καμπυλωνότανε προς τα κάτω και έκαναν το σαγόνι του να ξεχωρίζει απ΄ το πρόσωπο. Το στενό του μέτωπο γυάλιζε σαν αλειμμένο με λάδι και δεν υπήρχε κείνη τη στιγμή ούτε μια καν ρυτίδα, μονάχα μια βαθειά ικανοποίηση ψυχική.

 

                 Τον κοιτάξαμε όλοι περιμένοντας ν΄ ακούσουμε κάτι καλό και πολύ εφχάριστο γι΄ αφτόν, μπορεί και για όλους μας απ΄ τη Διαταγή του Συντάγματος. Έφερε το χαρτί κοντά στο φως και διάβασε : Είταν μια ειδοποίηση κάποιου Νοσοκομείου, πως πέθανε ένας φαντάρος απ΄ το τάγμα του, που η παγωμένη κι άκαμπτη επίσημη φρασεολογία το περιέγραφε με κάτι αλλόκοτες φράσες.

 

                 Κοίταξα κατάπληχτος, γιατί δεν καταλάβαινα, γιατί κείνο το γέλιο κ΄ η λάμψη της βαθειάς ψυχικής απόλαψης στο πρόσωπό του.

 

                 – Να… κείνος ο παλιάνθρωπος… δε θυμάσαι;… Που τον πιστόλισα εγώ… Δεν είταν μακριά, ξαίρεις… Να κοντά, πολύ κοντά… Μα γω το κατάλαβα πως θα γίνει έτσι…

 

                 Το γέλιο του πλατύνθηκε τώρα, λες κ΄ είχε σηκώσει την παντιέρα της απόλυτης ψυχικής ικανοποίησης :

 

                 – Άμα γονάτισε μόλις τον βρήκεν η σφαίρα… Ου! εγώ το κατάλαβα πως δε θα τη γλυτώσει… Ξαίρεις; Σαν που πέφτει το κλαρί απ΄ το χτύπημα του τσεκουριού, έτσι έπεσε. Αμέ τι;

 

                 Και μας κοίταξε όλους με τη σειρά και με το ίδιο θριαμβεφτικό γέλιο. Κ΄ είταν όμοιος με ένα άνθρωπο, που έκανε κάτι πολύ μεγάλο σε καλωσύνη. Ο ανθυπασπιστής στο κρεβάτι έμεινε με ένα γέλιο παγωμένο στα χείλη κ΄ ενωμένα τα φρύδια με μιαν υπερένταση φρίκης… Ο άλλος ανθυπασπιστής στο μπαούλο κινούσε νεβρικά τα πόδια του κ΄ είχε ανοιχτό το στόμα του, σα να δεχόταν ο ίδιος μια σφαίρα πιστολιού. Εγώ είχα σκύψει στη σόμπα, είχα σκύψει τόσο πολύ, που ένιωθα την πυράδα της καφτή στο πρόσωπό μου. Ένας πόνος στριφογύριζε ξαφνικά στην ψυχή μου, ένας πόνος πολύ πιο σκαφτός απ΄ την πυράδα της σόμπας και που τον ένιωσα δυνατά σ΄ όλη την ύπαρξή μου. Με τεντωμένα μάτια είδα ξαφνικά δυο μάτια γιομάτα από μια δακρυσμένη ικεσία… δυο χείλη μισάνοιχτα που σαν από κει κάποιοι αγγέλοι να φώναζαν ένα τρεμουλιαστό : «Μη… μη…»

 

                 Απ΄ την άλλη μεριά, ένα χοντρό πρόσωπο, ένα μέτωπο στενό με μια βαθειά ρυτίδα, που ένωνε τα φρύδια και δυο μάτια, – ω! γι΄ αφτά δεν μπορώ να μιλήσω… – φοβήθηκα τόσο πολύ αλήθεια να κοιτάξω κείνα τα φριχτά μάτια…

 

                 Κατάλαβε την εντύπωση, που έκανε. Μας ξανακοίταξε με τη σειρά όλους, σαν άνθρωπος που δεν καταλαβαίνει το γιατί.

 

                 – Μα τι; έπρεπε να τον αφήσω να παίξει με την τιμή μου; Να προσβάλει το λόχο μου με τη δειλία του; Η δική μου η τιμή…

 

 

                 Είταν σκοτάδι πια, σα σηκώθηκα να φύγω από κει. Χιόνιζε και τα αγκάθια ολόγυρα τα ξερά φάνταζαν τώρα με το χιόνι σα φανταχτερά άσπρα λουλούδια, σαν παράξενα κατάλευκα νεκροκέρια.

 

                 Στάθηκα γιομάτος φρίκη και τρόμο. Μπροστά μου ένας ανθρώπινος ήσκιος σταμάτησε κι αφτός. Κινήθηκα κι άρχισε να κινείται κι αφτός μπροστά μου… Σαν κάτι βαρύ να με χτύπησε και λίγο ακόμα να λυγίσουν τα γόνατά μου, ενώ στο μυαλό μου άρχισε να στριφογυρίζει ολοένα : «Σαν ένα κλαρί κομμένο… έτσι έπεσε… τόξαιρε αφτός καλά πως θα γίνει έτσι…»

 

                 Έτρεξα βιάζοντας τον εαφτό μου και χώθηκα στ΄ αντίσκηνό μου. Πίσω μου σα νάτρεχε ο ήσκιος ο ανθρώπινος, και μια σιγαληνή φωνή ακουγότανε πνιγμένη σε κομμένους λυγμούς :

 

                 – «Να προσβάλω… την τιμή του… Ποια; μα ποια τιμή του;…»

 

                 Άναψα το σπερματσέτο μου κ΄ έκρυψα το πρόσωπό μου στις παλάμες. Όμως χίλιες φωνές ερχόντανε στ΄ αφτιά μου κ΄ η καθεμιά με το δικό της τον τόνο φώναζε : «Ποια; μα ποια τιμή του;» Κι ακόμα χίλια μάτια στυλονόνταν απάνου μου γιομάτα κατάπληξη : «Ποια; μα ποια τιμή του;»

 

                 Παρακαλεστά ψιθύρισα ;

 

                 – Σωπάτε και μη με κοιτάτε έτσι. Σκεφτείτε μονάχα πως δέκα μέτρα μακριά απ΄ τ΄ αντίσκηνό μου, γύρω στο αμπρί του λοχαγού, γυρίζει ένας ανθρώπινος ήσκιος ανάμεσα στα ξερά τ΄ αγκάθια που με το χιόνι μοιάζουν σαν κατάλεφτκα νεκροκέρια…-

 

 

Περιοδικό Ο Νουμάς, τόμος 19, τεύχος 758 (1922), σ. 106.