Παρακάλια

της Κλεαρέτης Δίπλα-Μαλάμου (1897-1977)

 

Τα γόνατά σου αγκάλιασα και σύρθηκα στο χώμα.

Κ΄ ήμουν χλωμή κι ανάτρεμα σαν της ελιάς το φύλλο.

Πονούσα, μα τα χείλη μου ν΄ ανοίξω δεν μπορούσα,

μονάχα αναθωρώντας σε τα μάτια σου ζητούσα.

 

Τα μάτια σου, τα μάτια σου! αλλοί, βραχνά τρομάρα

πώς μ΄ έσφιγγε, πώς μ΄ έπνιγε. Τα γύριζες αλλού

κουφός, βουβός κι ασάλευτος κι εγώ σαν το καλάμι

τρεμούλιαζα όταν κοιτάει μέσ΄ το βαθύ ποτάμι.

 

Ρήγισσα εγώ περήφανη, μπροστά σου ήμουν σκλάβα

με ζητιανιά γυρεύοντας αγάπη απ΄ τη ματιά σου

του κάκου. Μακριά από μένα ως ήταν αραγμένη,

μ΄ αντίφεγγο οχτρικού ηλιού την είδα φλογισμένη!

 

Κι αμίλητη σωριάστηκα σαν το σπασμένο αστάχι

όταν βορριάς θεότυφλος σαρώνει ό,τι του λάχει.-

 

Ο Νουμάς, Τόμος 16, αρ. 632 (1919), σ. 337.