Βαρκαρόλα

της Κλεαρέτης Δίπλα-Μαλάμου (1897-1977)

 

Στρωτό μετάξι η θάλασσα μακρυά φεύγει και πάει

σ΄ αγέρινα βουνά.

Σα συλλογή πανάλαφρη του φεγγαριού η χλωμάδα

ν΄ απλώνεται αρχινά.

 

Πάρε βαρκάρη τα κουπιά και πήγαινέ με κάπου

στεριά να μη θωρώ,

μόνο λίγα άστρα απάνωθες, ολόγυρα και κάτω

το διάφανο νερό.

 

Γι΄ άσ΄ τα βαρκάρη τα κουπιά κι ωσάν ισκιά απογύρε

βουβός στην κουπαστή

κ΄ εγώ όπως σκύβω στα νερά μες στη σιγή που λάμνει

ονείρατα μεστή,

 

Μαργαριτάρι αχνόφωτο ψαρεύω την ψυχή μου

κει που καλεί ο βυθός

κι ως άγιο δισκοπότηρο υψώνω την απάνω

στου φεγγαριού το φως!

 

Ο Νουμάς, Τόμος 16, αρ. 647 (1919), σ. 577.