Εις ρόδον

 

 

Δροσερό ρόδο, που ωραία θ’ ανοίξεις

τα φυλλαράκια σου την νέαν αυγή

και ωραίο θα γύρεις δια να ξανοίξεις

την κόρη που έρχεται να σε χαρεί·

 

στην λαγκαδούλα να σε απιθώσει

που γλυκοϊσκιάζουν τα δυο βυζιά,

όταν το βλέμμα της να καμαρώσει

πως μες στον κόρφον της στέκεις λαμπρά

 

κλίνει, ή σε πιάνει και σε μυρίζει

αν και σ’ επότισε με κρύο νερό,

ειπέ της, ρόδο, να μη γυρίζει

σ’ εμέ το βλέμμα της τόσο σκληρό.

 

(Από τα Άπαντα, Ζάκυνθος 1881)