ΚΩΣΤΑΣ ΑΥΓΗΤΑΣ

 

 

ΤΟ ΗΛΕΧΤΡΙΚΟ ΡΟΛΟΪ

 

 

 

 

Κρύο, κρύο… μας καμτσίκωνε το βοριαδάκι. Σε λίγο πιτσίλιζαν τα μούτρα μας χοντρές χοντρές ψιχάλες.

- Ο Κουτσοφλέβαρος δεν αφήνει τις γκρίνιες του.

- Δε βαριέσαι, Μάρτης πια, άνοιξη μυρίζει.

- Που να σώσει! Μας τάραξεν ο αθεόφοβος.

- Τον Τράκα μοιάζει, τόνε δικό μας. Θεριό ανήμερο, το παλιόσκυλο, δεν ψοφάει.

Το βροχόνερο δεν άργησε… μας έλουζε απ’ την κορφή στα νύχια.

- Τρέχτε βρε παιδιά, δεν μας παίρν’ η ώρα…

- Ζωή είν’ αφτή η δικιά μας;

Σφυριξιές στριγκές διάσχιζαν τον αγέρα και μας γρατσούνιζαν τα πλεμόνια.

Κείνο το πρωί, πολλά βαπόρια γιομάτα κόσμο, από δίποδα και τετράποδα μπαίναν στο λιμάνι του Πειραιά.

Η βροχή δυνάμωνε.

- Γήρασε ο θεούλης… κι έλυσε τα βρακιά του.

- Δεν τον απαρατάμε, λέω γω! Το εργοστάσιο άνοιξε και θα ’χουμε προστίματα.

Μιλώντας τρέχαμε μες στις λάσπες. Πλάτσα μπλούτσα… ως το γόνα, πέντ’ έξι νοματαίοι.

- Ε! τι τρεχάλες είν’ αυτές;

Στο δρόμο φτάσαμε τον Μπαρμπαγιάννη, αγαθό γεροντάκι.

- Να, οχτώ παρά πέντε, τι βιάζεστε; δυο βήματα είναι το εργοστάσιο.

- Τραβάτε, είπε ένας από μας.

Στις καλύβες των προσφύγων, φύτρωσε μπροστά μας ο Λυμπέρης, ένα σφιχτοδεμένο παιδί με γερά μπράτσα. Χαιρετώντας προσπεράσαμε.

- Σαν πολύ βιαστικοί. Έλα! παν τα παλιά, μας ήρθε νέο…

- Κανένας καινούργιος διευθυντής, διέκοψε ο Σούρδης.

- Ασύρματος, παιδί μου, ο Λυμπέρης, δεν του ξεφεύγουν διάολοι, πες λοιπόν;

- Να ένα ρολόγι φέραν χτες.

- Καινούργιο;

- Φρεσκότατο· δουλέβει μάλιστα με ηλεχτρισμό…

- Ψέματα, φώναξε ο Μπαρμπαγιάννης βγάζοντας το ρολόι του.

- Το ’δα σας λέω με τα μάτια μου χτες την Κυριακή που πήγα στη Δραπετσώνα, όπως με βλέπετε και σας βλέπω.

- Καλύτερο απ’ το δικό μου; Ποτές. Το ’χω δεκατρία ολάκερα χρόνια, άλλα τόσα το είχε ο μακαρίτης ο πατέρας μου. Σαν τα μάτια μου το φυλάω…

- Αρχαιολογία για το Μουσείο!

- Μιλάς για το ρολόγι μου, Λυμπέρη; Δεν πήγε καμιά φορά σε μάστορη, ποτές. Έχει μηχανή πρώτης γραμμής, ασημένια τα καπάκια, οικογενειακό μας κειμήλιο. Του πατέρα μου το χάρισε ο νουνός μου, εγώ θα το δώσω προικιό στην ανιψιά μου, στο γαμπρό…

Ο Σούρδης πλησίασε και μου ’πε στ’ αφτί, χωρίς να μας ακούσουν.

- Αξίζει η κοπέλα, όμορφη όσο θες, τα κόκκινα κόκκινα και τ’ άσπρα κάτασπρα, μπόγι λαμπάδα.

Συνεχίζοντας ο Μπαρμπαγιάννης πρόστεσε μ’ έγνοια.

- Μυστήριο πράμα! Ταξίδεψα στα νιάτα μου, έχω δει του κόσμου τα διαβόλια, λεχτρικό ρολόγι δεν άκουσα στη ζωή μου.

Τα νερά κόψανε λίγο. Πλάτσα μπλούτσα… βιαζόμαστε.

 

Φτάσαμε.

- Σύντομα μπάτε μπρος! είπε με πάσο ο Τράκας, με τη χατζάρα στο χέρι.

- …

Τσιμουδιά. Σκυφτοί, σκυφτοί.

Τ’ είν’ ετούτος μωρ’ παιδιά, μας έλεγε ο Σούρδης συχνά. Μιχαήλ Αρχάγγελος με το σπαθί του. Σωστός Γιαγκούλας με χαντσάρα. Κάθε πρωί παράστεκε στην πόρτα μ’ ένα πήχη μακρύ στο χέρι, με το ζερβί έστριβε το μουστάκι. Η ματιά που σου ’ριχνε, μας έκοβε τα ήπατα. Φαρμάκι τα λόγια του. Σκυλί λυσσασμένο, μας τον είχαν οι Αμερικάνοι επιστάτη και κέρβερο στο βιο τους.

- Αργήσατε τρία λεφτά. Πρόστιμο! φώναξε πάνω απ’ τα κεφάλια μας στο πέρασμα μπροστά του.

Ποιος αντιλέγει!

Και μόλις μακρύναμε απ’ τον Τράκα:

- Μίλα ντε! είπε με θυμό ο Σούρδης, Μπαρμπαγιάννη τ’ ακούς; Μας πήρες στο λαιμό σου, πλήρωνε τώρα τζερεμέ.

- Ρολόγι είν’ αυτό. Χαρά στο πράμα· θα το δώσει και προικιό.

- Αρχαιολογία, για το Μουσείοοο… Ο καθένας από μας έλεγε κι από ’να.

Ο Μπαρμπαγιάννης με σκυμμένο το κεφάλι στη συλλοή τράβηξε στη δουλειά.

Μερικοί αρχίσαμε το σκάψιμο κι άλλοι κοσκίνιζαν το χώμα.

Πάρα πέρα στήναν ντεπόζιτα μεγάλα για τα πετρέλαια.

Όσο κόντεβε μεσημέρι, ένας ένας ρωτούσαμε με νεύματα τον Μπαρμπαγιάννη την ώρα· δούλεβε αλάργα από μας.

Πού να μιλήσεις φωναχτά, το πρόστιμο σου σφράγιζε το στόμα.

Κείνη τη μέρα, μια που μάθαμε για το ηλεχτρικό ρολό, περιμέναμε να χτυπήσει πιο γλήγορα η καμπάνα. Ο Μπαρμπαγιάννης σα φταίχτης απέναντί μας με διάφορες χειρονομίες προσπαθούσε να μας πει την ώρα. Κάναμε τον κουφό.

Το ρολόι αργούσε· θες από κούραση, θες απ’ την πείνα, αρχίσαμε ν’ ανησυχούμε και αναρωτιόμαστε:

- Ακόμα;

- Δεν έφτασε η ώρα; Διάολε!

Πλησιάζει.

Σε κάποιο ξεροβήξιμο σηκώσαμε το κεφάλι μ’ αγωνία κι αντικρίσαμε τον Μπαρμπαγιάννη.

Δυο φάσκελα μας έστειλε συστημένα και κουνώντας το κεφάλι σήκωσε τα δυο δάχτυλα.

- Δώδεκα, μεσημέρι, είπαμε ανάμεσά μας μ’ ανακούφιση.

Από στιγμή σε στιγμή περιμέναμε το κουδούνι. Πέρασαν μερικά λεφτά.

- Τίποτα ακόμη;

- Τι διάβολο! Άργησε…

- Δε σας φαίνεται παράξενο, βρε παιδιά, το πρωί το ρολόι του Μπαρμπαγιάννη πήγαινε πίσω, τώρα τι συμβαίνει, πάγει μπρος; Συζητούσαμε ανυπόμονα προσέχοντας τον Μπαρμπαγιάννη.

Κοίταζε το ρολόι του κείνη τη στιγμή κι όταν μας είδε δεν μπόρεσε να κρατηθεί.

- Μυστήριο! σφύριξε και ζάρωσε τα μούτρα, σηκώνοντας τους ώμους.

- Τρακ, τρακ…

Σκύψαμε στη δουλειά ανόρεχτα. Νάτος! ο Τράκας. Χτυπούσε τον πήχη στις πέτρες, απ’ αυτό του δώσαμε και τ’ όνομα· σάμπως ξέραμε και πώς τον έλεγαν; Κανένας δεν ήξερε πούθε βαστούσε η σκούφια του.

Τρακ, τρακ…

Τεταρταίος πυρετός έπιανε όλους, χωρίς να τον ιδούν. Στο χτύπο, πέφταμε όλοι στη δουλειά και το βήξιμο κόβονταν στο λαρύγγι μας.

- Πέρασε η μπόρα. Το καμπανάκι αργεί.

- Λες να χάλασε;

- Με τα σωστά σου μιλάς, λεχτρικό ρολόι δεν παθαίνει τίποτα, μας καθησύχαζε ο Λυμπέρης.

- Ίσως κόπηκε το ρέβμα.

- Ανοησίες, κάθε έξι μήνες θα του αλλάζουν τις στήλες.

- Σε στύλους το στηρίξανε.

- Χα, χα, λα λα…

Έσκασε στα γέλια ο Λυμπέρης.

- Είναι αυτόματο, μέσα του έχει τον ηλεχτρισμό, δε νιώθεις;

- Ξέρω κι εγώ, βρε παιδιά, στο χωριό μου στην Εύβοια πού να τα μάθω αυτά τα μυστήρια, είπε σαν κατάδικος ο Σούρδης.

Γκραν, γκραν…

- Επιτέλους…

Τσαφ, τσουφ. Πετάξαμε τα φτυάρια.

- Λαμαρίνες πέσανε!

Μας έκοψε ο Λυμπέρης. Καρφωθήκαμε μ’ ανοιχτό το στόμα.

Ούτε μπρος ούτε πίσω.

- Γιατί κάνετε έτσι, θα συνηθίσουμε· πρώτη μέρα βλέπεις. Είναι ρολόγι πρώτης γραμμής, δεν ξελασκάρει ούτε ένα δευτερόλεπτο, είπε πάλι ο Λυμπέρης.

Σα να πήραμε κουράγιο, κι αρχίσαμε τη δουλειά.

Ντιλ ταν, τιλί τραν.

Ένα, δύο… πέντε… οχτώ… δέκα.

- Δώδεκα! είπαμε όλοι μ’ ένα στόμα.

- Σαν μουσική, πρόστεσε ο Σούρδης.

Ξεφουσκώσαμε, ένα βάρος έφυγε απ’ τους ώμους μας.

- Δόξα σοι ο θεός.

Φεύγοντας για το φαγί, μαζωχτήκαμε όλοι οι εργάτες στα Γραφεία. Ψηλά στον τοίχο κρεμόταν το ηλεχτρικό ρολόι.

Το παινούσαν πολλοί πως είναι τελευταίας εφεύρεσης.

Ο Γραμματικός μάς είπε γελαστά ότι πιστέβει πως θα πάψουν οι γκρίνιες και τα παράπονα.

- Ούτε κουρδίσματα, ούτε σκάλες σαν το παλιό.

- Οι αριθμοί ρωμαίικα…

- Ρολόγι στην τρίχα…

- Μπράβο! Αμερικάνοι μια φορά. Εγγλέζικη ράτσα, πολιτισμένος κόσμος.

Ένας, ένας τραβούσε για το φαγί, λέγοντας κι ένα καλό λόγο.

Στην παράγκα που τρώγαμε ήρθε τελευταίος κι ο Μπαρμπαγιάννης κι άρχισαν τα συνερίσματα.

- Τι να σας πω, βρε παιδιά, μας είπε δείχνοντας το ρολόγι του, μυστήριο πράμα· σήμερα το πρωί το λεχτρικό πήγαινε τρία τέσσερα λεφτά μπρος, τώρα που σκολάσαμε έμεινε επτά οχτώ λεφτά πίσω· μυστήριο…

- Αρχαιολογία στο Μουσείο, στο Μουσείο! φώναζαν πολλοί.

Φάγαμε με γέλια, φωνές, κακό.

Τ’ απόγεμα, την ώρα της σκόλης, ο Μπαρμπαγιάννης μας έστειλε ένα φάσκελο.

Γελάσαμε, κείνος κούνησε το κεφάλι, μ’ απορία.

Βγήκε πάλι ψεύτης, το ρολόγι άργησε μερικά λεφτά να χτυπήσει.

Τέλος χτύπησε και φύγαμε.

Στο δρόμο ο Μπαρμπαγιάννης μάς τόνισε πως κάτι συμβαίνει με το διαολορολόι.

Τα πρωινά τρέχαμε όλοι φοβισμένοι, μπας και καθυστερήσουμε.

Δεν είχαμε πια το παλιό ρολόι. Φτάναμε απούντο.

Μεσημέρι και βράδυ λιγάκι μας έτσουξε μερικές μέρες.

Ο Μπαρμπαγιάννης ύστερα απ’ την Τετάρτη αρρώστησε κι έτσι γλιτώσαμε και απ’ το δικό του ρολόι που μας μεγάλωνε την ανησυχία.

Σάββατο. Πέρασε η βδομάδα. Το βράδυ σκολνώντας, δυο τρεις από μας συμφωνήσαμε να πάμε το βδομαδιάτικο στον Μπαρμπαγιάννη. Βδομαδιάτικο· λόγος το φέρνει, τρία μεροκάματα έκανε. Στην πληρωμή κράτησαν κι από ’να τέταρτο πρόστιμο για τη Δευτέρα και Τετάρτη που καθυστέρησε. Τραβήξαμε γραμμή στο σπίτι του. Φχαριστήθηκε απ’ την επίσκεψη. Ύστερα απ’ τα περαστικά από λόγο σε λόγο μας έφερε στο ρολόι.

Το ’χε κρεμασμένο δίπλα στο κεφάλι του.

- Δεκατρία χρόνια σας είπα δε σταμάτησε ποτές, μ’ αυτό το ηλεχτρικό έχασα το μπούσουλα. Μη τ’ αγγίξεις καθόλου, μ’ έλεγε ο πατέρας μου. Κράτησα το λόγο του. Μυστήριο!

Μας μίλησε ύστερα για την ανιψιά του, πως τον περιποιείται πολύ, σα να ’ταν κόρη του.

- Σάμπως κι έχω κανένα, η γριά μου κι αυτή, εγώ τ’ ανάστησα.

- Να σου ζήσει, είπαμε μεις.

- Το ρολόι που λέτε, θα το δώσω προικιό, είπε πάλι στον…

- Στην ώρα, μπράβο!

Μπήκε μια κοπέλα ως 18 χρονώ, μεστωμένη, με στηθάκι ντούρο, παίζανε τα μάτια της.

Καλώς την. Από δω συνάδερφοι, δουλέβουμε στα πετρέλαια.

Η κοπέλα χαιρέτησε με χάρη.

- Η Σμαρώ, που λέτε, στο Γραφείο λύνει και δένει, εχτός απ’ τη γραφομηχανή, πάγει και στις Τράπεζες, τ’ αφεντικό τής έχει εμπιστοσύνη, πρόστεσε καμαρώνοντας την ανιψιά του από το κεφάλι ως τα τακούνια.

Σιγά, σιγά πήρε κι η Σμαρώ το λόγο, ξεθάρρεψε μαζί μας. Ήταν νόστιμο κορίτσι, ο Σούρδης συχνά μιλούσε για δαύτην και δεν είχε άδικο· λιγάκι μας φάνηκε περήφανη.

Μας είπε ένα σωρό πράματα· πως ο Κύριος την εχτιμά πολύ και όλοι οι υπάλληλοι τη σέβονται και πως σήμερα το πρωί ήρθε κάποιος στο Γραφείο μας και μίλησε για ένα σοβαρό πράμα στον κύριό μου, εγώ πήγα να υπογράψω κάτι γράμματα για την Εθνική Τράπεζα και μ’ αφήκε ν’ ακούσω.

- Σαν τι λέγαν, παιδί μου;

- Να! μπαμπά, του ’δειχνε κάτι σκέδια και ζωγραφιές, που ’χαν ρολόγια, και του ’λεγε πως η εταιρία που αντιπροσωπεύει έστειλε κάτι μεγάλα ρολόγια, που εργάζονται με ηλεκτρισμό…

Άθελα κοιτάξαμε ο ένας τον άλλονε· ο Μπαρμπαγιάννης γύρισε για μια στιγμή στον τοίχο και διέκοψε:

- Κι ύστερα, Σμαρώ;

- Πως είναι τέλεια ρολόγια, ειδικά για τα εργοστάσια. Τρεις ώρες πάνε μπροστά και τρεις πίσω.

Ο Σούρδης δεν κρατήθηκε:

- Σαν την παλίρροια στο νησί μας, είπε, αποδείχνοντας πως κατάλαβε.

Η κοπέλα του ’ριξε αδιάφορη ματιά και πρόστεσε:

- Με τη διαφορά που έχει μες στο ρολόι μια μηχανή που κλέβει έξι λεφτά το πρωί και έξι το απόγεμα. Ο Κύριός μου φαίνονταν πως δεν κατάλαβε· τότες ο άλλος πήρε ένα χαρτί και του ’κανε λογαριασμούς, ξηγώντας…

- Μυστήριο! διέκοφτε ο γέρος στενοχωρημένος.

Γέμισε μια κόλα αριθμούς, προσθέσεις κι αφαιρέσεις και στο τέλος του ’πε, μη σε μέλει, το δίνω με δοκιμή, σ’ ένα μερόνυχτο θα δεις πως στις 8 το πρωί θα δείχνει 8 και 3 λεφτά, στις 12, 12 παρά 6 φτάνει να ’χεις πολλούς εργάτες, δώδεκα λεφτά στο μεροκάματο τζάμπα. Τ’ αφεντικό μου στους ξένους είναι πάντα σοβαρός. Τότες γέλασε φωνάζοντας:

- Θαυμάσια!

Χτύπησε και παράγγειλε τρία ούζα.

- Πάρε, Σμαρώ, μου ’πε, μη ντρέπεσαι.

- Κι ύστερα; είπε μ’ αγωνία ο Μπαρμπαγιάννης.

- Ε! βίβα, ήπιαμε τα ούζα, πήρε προκαταβολή ο αντιπρόσωπος κι έφυγε λέγοντας πως πάγει να πουλήσει ηλεχτρικά ρολόγια και σ’ άλλα εργοστάσια…

… … …

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA