ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΒΟΥΤΥΡΑΣ

 

Ο Δημοσθένης Βουτυράς γεννήθηκε το 1879 στην Αθήνα όπου και πέθανε το 1958. Είναι ένας από τους πολυγραφότερους Έλληνες πεζογράφους. Ό,τι ιδιαίτερα χαρακτηρίζει το έργο του, είναι η λεπτομερειακή παρατηρητικότητα και η απεριόριστη και πλούσια φαντασία. Έχει γράψει τους παρακάτω τόμους διηγημάτων: «Λαγκάς», 1901, «Παπάς Ειδωλολάτρης», 1920, «Τριανταδύο διηγήματα», 1921, «Ζωή Αρρωστεμένη», 1921, «Μακριά απ΄ τον κόσμο», 1921, «Το γκρέμισμα των Θεών», 1922, «Όνειρο που δεν τελειώνει», 1923, «Ο θρήνος των βοδιών», 1923, «Διωγμένη αγάπη», 1923, «Φως στο σκοτάδι», 1923, «Ο νέος Μωυσής», 1923, «Είκοσι διηγήματα», 1924, «Αριστοκρατική γειτονιά», 1924, «Τροφή στο θάνατο», 1926, «Στη χώρα των σοφών και των αγρίων», 1927, «Μες στους ανθρωποφάγους», 1928, «Ανάσταση νεκρών», 1929, «Επανάσταση των Ζώων», 1929, «Η όρνιθα ξύνοντας το μάτι της», 1931, «Ύστερα από εκατομμύρια χρόνια», 1932, «Κάλπικοι πολιτισμοί», 1934, «Το Τραγούδι του Κρεμασμένου», 1935, «Νύχτες μαγείας», 1938, «Ο έρωτας στους τάφους», 1943, «Αργό ξημέρωμα», 1950. Έχουν ακόμα εκδοθεί οι νουβέλες του: «Οι Αλανιάρηδες», 1921, «Από τη Γη στον Άρη», 1929, «Στους άγνωστους θεούς», 1930, «Μέρες Τρόμου», 1932 και τα μυθιστορήματά του: «Η Σιδερένια Πόρτα», 1925, «Το σπίτι των Ερπετών», 1933 και «Οι Τρικυμίες», 1945. Πολύ επίσης από το έργο του βρίσκεται σκόρπιο σ' εφημερίδες και περιοδικά, όπου διηγήματά του άρχισαν να δημοσιεύονται από το 1901.-

 

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

ΑΛΛΑ ΚΟΥΦΑΡΙΑ

ΓΙΑΤΙ ΛΥΠΑΣΑΙ;

ΔΑΚΡΥ ΣΤΟ ΦΙΔΙ

ΔΩΡΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ

ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ

Η ΠΑΡΕΛΑΣΗ

Η ΠΑΡΑΙΣΘΗΣΗ

ΚΑΙ ΚΑΝΕΝΑ ΚΑΛΟ!

ΚΑΤ' ΕΙΚΟΝΑ

ΛΗΣΜΟΝΙΑ

Ο ΓΕΡΟ-ΛΟΥΡΗΣ

Ο ΘΕΟΣ ΚΑΙ Η ΜΟΙΡΑ

Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ

Ο ΜΠΑΛΑΦΑΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ

 

Ο ΡΗΜΑΧΤΗΣ

Ο ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ

ΟΙ ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ

ΟΙ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΤΣΙΓΓΑΝΟΥ

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΔΟΚΙΜΕΣ

ΠΟΣΟ ΗΘΕΛΑ...

ΣΤΑΥΡΩΣΟΝ, ΣΤΑΥΡΩΣΟΝ!

ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

ΤΑ ΦΥΛΛΑ ΠΕΦΤΑΝΕ

ΤΟ ΞΕΧΑΡΒΑΛΩΜΑ

ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΣΠΙΤΙ

ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ

Η ΑΝΟΙΞΗ, Ο ΓΕΡΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΖΩΑ

Ο ΝΕΟΣ ΜΩΥΣΗΣ

 

 

ΑΛΛΑ ΚΟΥΦΑΡΙΑ

Κοντά στο στόμιο της βαθιάς σπηλιάς ο Φούδας, ακουμπισμένος, φαινότανε να προσέχει έξω στον κρότο που ’κανε η θάλασσα, στις αστραπές, που, κάθε λίγο και λιγάκι, ανάβανε μες στο σκοτάδι. Πιο πέρα ο Κολίρας, καθισμένος σε μια πέτρα, κοίταζε, κρατώντας ένα φαναράκι, στο μέρος του Μούρδα και του Μαρούκα, που στο βάθος της σπηλιάς, σα φαντάσματα μες στο θαμπό φως, ετοιμαζόντανε σιωπηλοί.

- Εμπρός! μίλησε ο Μούρδας.

- Θεός βοηθός!

- Το ίδιο κάνει!

Και ο Μαρούκας σήκωσε με τα δύο του χέρια τον κασμά και τον χτύπησε δυνατά χάμω.

Στο χτύπο αυτόν ο Φούδας στράφηκε. Είδε τον Μούρδα να στέκεται κοντά στο μικρό χωματένιο ύψωμα και να έχει το φανάρι του σηκωμένο και τον κασμά του Μαρούκα να υψώνεται πάλι και να πέφτει γρήγορος.

Πάλι ο Φούδας κοίταξε έξω.

Το πέλαγος μούγκριζε, βογκούσε, τραγουδούσε θανατικό τραγούδι χωρίς να φαίνεται παρά μια μαυρίλα, ένα σκοτάδι, σα να το τραγουδούσε το μαύρο χάος. Κάποτε όμως η αστραπή, ανοίγοντας τις φωτεινές φτερούγες της, έδειχνε για μια στιγμή τ’ αγριεμένα κύματα να υψώνουνται γυαλιστερά, αφρισμένα, και τα σύννεφα μαύρα, φουσκωμένα από πάνω τους, Και ο άνεμος φυσούσε, σφύριζε μανιακά...

Έκανε κάτι να σκεφθεί, αλλά ο Κολίρας τον πλησίασε.

- Θα σου σβήσει το φανάρι! Δε βλέπεις που άνοιξε; του είπε, βλέποντας την πόρτα του φαναριού του Κολίρα, ανοιχτή.

- Βρε αδερφέ, κι αν σβήσει πιστεύω το ίδιο θα ’μαστε! Δε βλέπεις που είναι μέσα στο σκοτάδι σαν κολοφωτιές! του απάντησε ο Κολίρας κλείνοντας την πόρτα του φαναριού του. Ύστερα, αφού φάνηκε ν’ ακούει τον κρότο της θάλασσας:

- Μωρέ για άκου θάλασσα! Λες κι αγρίεψε, γιατί είμαστε μεις εδώ μέσα... Τρέμει η...

- Βρε, κάτσε από κει και μπορούνε να δούνε το φως!

Ο Κολίρας έκανε δεξιά, γυρίζοντας και το φως του κλεφτοφαναριού του προς τον τοίχο της σπηλιάς.

- Να! Αν κι είναι κουταμάρα! Γιατί ποιος θα δει φως κι από πού; Απ’ αυτή την τρυπούλα;

Ο Φούδας γύρισε και κοίταζε έξω, στο σκοτάδι. Άκουσε το Μούρδα να λέει στο βάθος:

- Βάρα καλά! Μην κουράστηκες;

- Τι λες; Έχω δύναμη να σηκώσω όλη αυτή τη σπηλιά!

- Καλά, σκάβε τώρα να την ξεγεννήσεις! Το παιδάκι της θα είναι χρυσό...

Πάλι ο Κολίρας μίλησε σιγά στον Φούδα.

- Σα να μην πιστεύω τίποτα γι’ αυτά, Φούδα. Τίποτα δε θα βρούμε... Τ λες εσύ; Χαμένοι θα πάνε οι κόποι μας!

- Τι λες βρε; Γιατί δε θα βρούμε; Να, Τώρα θα ιδείς! Κοντός ψαλμός αλληλούια...

- Μα τα σημάδια εκείνα, τα παλιοκουφάρια, πού είναι;

- Τα πέταξα! Δεν το ξέρεις; Μόλις τα βρήκα, τα πέταξα... Τι, να τ’ άφηνα να τα δούνε κι άλλοι αν τυχόν και τους έριχνε η τύχη εδώ; Κι έπειτα, βρε αδερφέ, δεν άκουσες εκεί που σκάβουνε πώς κάνει; Είναι κούφιο από κάτω..,

- Μα πιστεύεις ότι άλλος δεν την ξέρει αυτή τη σπηλιά;

- Μα θα την ήξερα εγώ, αν δε μ’ έριχνε εδώ η θάλασσα; Η τύχη βοήθησε· πώς βοηθά και πέφτουν σε πολλούς λαχεία! Να, έτσι! Άσε που θα φαινόντουσαν σκαψίματα! Κι έπειτα, δεν είδες πώς είναι χωμένη; Κρυψώνας πρώτης! Σε τέτοια μέρη άγρια ερχόταν οι κουρσάροι και κρύβανε τα λεφτά τους, τους θησαυρούς που αρπάζανε...

Ποιος ξέρει αν δεν ήτανε αυτοί που πέταξα και που, βαρεμένοι θανατικά, ήρθαν εδώ για να πεθάνουν κοντά στους θησαυρούς τους... Αν άκουγες κάπου τον παππούλη μου να σου λέει χίλιες δυο ιστορίες για τους κουρσάρους που γυρίζαν, εδώ, τότε θα καταλάβαινες καλά, όσο εγώ, τι μπορεί να βρούμε εδώ! Γιατί ξέρεις, ο άνθρωπος, όσο παίρνει, τόσο ακόμα θέλει... Και, με το Θεό, όλη η γη δεν είναι τίποτα, είναι πολύ πιο μικρή απ’ ό,τι ζητάει αυτός... Και πόσοι και πόσοι δε γυρεύανε και την γυρεύουνε ακόμα αυτή τη σπηλιά… Φαντάσου που ο παππούλης μου μου ’λεγε ότι γυρίζανε ζητώντας την και ψάχνοντας εδώ γύρω, ένας καλόγερος, ή ντυμένος καλογερίστικα, με τρεις λαϊκούς. Κι είχανε φάει τον κόσμο! Πολλοί είχανε μυριστεί ότι έψαχνε για το θησαυρό κι αυτός, που ο κουρσάροι είχανε κρύψει σε σπηλιά, γιατί όλοι σε σπηλιές κρυβόντανε, έμπαινε αυτός και τα συντρόφια του και ψάχνανε! Είχανε δει και σε πολλές και το χώμα ανακατωμένο... Άδικα ψάχνανε, ε; Ήτανε γραφτό άλλοι να τη βρούνε! Ε, και όταν είδα τα τρία κουφάρια κι ύστερα αγνάντεψα και το χώμα που ήτανε κοντά σωρός, πήγα να πάθω, σου κάνω όρκο, τρέλα! Καλύτερα σημάδια δεν ήθελα.

Ο Φούδας έπαψε και γύρισε να δει στο βάθος τι γινότανε.

Ο Μαρούκας δεν έσκαβε τώρα, αλλά έσερνε με το φτυάρι το χώμα, ενώ ο Μούρδας, σκυμμένος με το φανάρι, κοίταζε...

- Πλακάρα είναι!

- Ακούς; πλάκα! είπε ο Φούδας στον Κολίρα και κινήθηκε να πάει κοντά.

- Τι τρέχει; ρώτησε ο Κολίρας κι όρμησε κοντά του.

- Πάει το φανάρι σου... του είπε ο Φούδας ακολουθώντας τον και βλέποντας το φως το φαναριού του να σβήνει.

- Τι στο διάολο είναι αυτό! έκανε ο Μαρούκας, χτυπώντας κάτι με το φτυάρι.

- Για στάσου...

Κι ο Μούδρας έσκυψε και το πήρε.

Ήτανε ένα αγαλματάκι, ίσαμε μια σπιθαμή, ασημένιο, το μισό γυναίκα και το μισό ψάρι.

- Γοργόνα! φώναξε ο Μούρδας.

- Για, για!

- Να την! Δέτε την...

- Ζήτω!

- Ζήτω!

Κι ο Κολίρας, με σβηστό το φανάρι, πήδησε στο λάκκο, άρπαξε το Μαρούκα, τον έβγαλε έξω, κι αρχίσανε να πηδούνε. Το ίδιο έκανε κι ο Φούδας. Αυτός άρπαξε το Μούρδα, τον ανάγκασε ν’ αφήσει το φανάρι του στο χωματένιο ύψωμα και το αγαλματάκι κάπου κει, και σύροντας τον έπειτα, ενώθηκε με τους άλλους δύο που πηδούσανε σαν τρελοί, στη μέση της σπηλιάς. Και τότε κι

τέσσερες αρχίσανε να χορεύουνε μανιακά, να φωνάζουνε, να τραγουδάνε ό,τι τους ερχότανε, κομματιασμένα τραγούδια, ο καθένας το δικό του, φωτισμένοι απ’ το λιγοστό φως το φαναριού. Απ’ έξω κι η θάλασσα φώναζε, βογκούσε και τραγουδούσε κι αυτή κάποιο τραγούδι, θανατικό όμως, κι ο άνεμος σφύριζε, φώναζε... Η αστραπή έσκιζε το σκοτάδι, χτυπούσε την άκρη της σπηλιάς με τα φτερά της, και χανότανε.

Κουρασμένοι, ιδρωμένοι, σταθήκανε.

- Εμπρός τώρα, δουλειά! διέταξε ο Μούρδας.

Ο Μαρούκας κινήθηκε να πάει προς τα κει.

—Όχι συ τώρα! Είναι η σειρά του Φούδα και του Κολίρα. Να πιάσουν να τη φέρουνε βόλτα, να την ξεσκεπάσουν! Ο ένας να σκάβει γύρω-γύρω κι ο άλλος με το φτυάρι. Έχει χόντρος και θέλει αέρα να ’χουμε για να την τουμπάρουμε! Α, γεια σας, παιδιά! Για τελευταία φορά κάνουμε δουλειά, ύστερα έχει γλέντια και γλέντια...

Οι δύο, ο Φούδας κι ο Κολίρας, προχωρήσανε στο λάκκο το σκαμμένο απ’ το Μαρούκα. Ο Κολίρας άρχισε να σκάβει γρήγορα γρήγορα, ενώ ο Φούδας με το φτυάρι προσπαθούσε να τον βοηθά, μαζεύοντας το χώμα, που είχε από πριν, χωρίς κι αυτός να μπει στο λάκκο μέσα, αλλ’ από πάνω.

Ο Μούρδας κι ο Μαρούκας κοιτάζανε χωρίς να μιλούνε. Ο Μούρδας σ’ ένα κοίταγμα του Μαρούκα του ένεψε ότι θέλει να του πει και προχώρησε πρώτος έξω. Ο άλλος τον ακολούθησε, κι έτσι ο ένας πίσω απ’ τον άλλον βγήκαν απ’ το χαμηλό στόμιο έξω, όπου αιστανθήκανε πιτσίλισμα νερού σα φτύσιμο στο πρόσωπο.

Ο Μούρδας, καθώς βγήκε, έσκυψε και κοίταξε πίσω. Οι δύο δουλεύανε χωρίς να δίνουν προσοχή σ’ αυτούς, ο ένας σκάβοντας κι ο άλλος πετώντας το χώμα. Κείνη τη στιγμή ο Φούδας πετούσε μια φτυαριά χώμα... Σε όχι πολύ ακούσανε τη φωνή τη Φούδα να λέει:

Ε, πού είσαστε! ελάτε.

Μπήκαν μέσα ·και πλησιάσανε το Φούδα και τον Κολίρα, που είχανε σταθεί και περίμεναν στηριγμένοι στα εργαλεία τους.

- Να! γύρω - γύρω...

- Ναι, ναι... Μπράβο!

- Αλλ’ ακόμα λιγάκι κει στις άκρες... Για να ’χουμε τράτο!

Ο Φούδας κι ο Κολίρας σκύψανε πάλι στη δουλειά τους, αλλά ξαφνικά ο Μούρδας κι ο Μαρούκας ορμούνε πάνω τους και τους χτυπούνε, τους βυθίζουνε τα μαχαίρια τους πίσω ρίχνοντάς τους και μπρούμυτα. Ο Κολίρας, αν και χτυπημένος καλά, με φωνή τρομερή, ξέφυγε κι έκανε ν’ αρπάξει το Μαρούκα απ’ το λαιμό, αλλά άλλη μαχαιριά, άλλη στο στήθος, άλλη στο κεφάλι, τον κάνανε να ξαπλωθεί καλά πάνω στην πλάκα, σέρνοντας όμως και το Μαρούκα πάνω του, και δίπλα στους δυο άλλους, που ο ένας, ακίνητος πια, χωρίς ούτε βόγκο, έμενε και δεχότανε τις μαχαιριές απ’ τον Μούρδα, που κρατώντας τον, γονατισμένος, τον χτυπούσε, τον χτυπούσε...

Κι οι δύο έμειναν ακίνητοι σε λίγο. Αίμα έτρεχε πάνω στην πλάκα και κυλούσε στο γύρω σκάψιμο...

Αυτοί όρθιοι, φωτισμένοι απ’ το θαμπό φως, που πιο δυνατά χτυπούσε τους δύο σκοτωμένους, σταθήκανε ακίνητοι, σιωπηλοί, χωρίς να κοιτάζει ο ένας τον άλλον.

Άκουσαν τον βόγκο του πελάγους, το μανισμένο χτύπημα των κυμάτων, που ήταν άλλοτε σα να κυλούσαν αυτά σε βάραθρο βαθύ κι άλλοτε σαν κρότοι αλυσίδων πολλών πολλών, απείρων, αλυσίδων του Άδη. Αστραπή έλαμψε και χάθηκε, σα να μπήκε, είδε στην πόρτα τι είχε γίνει κι έφυγε γρήγορα.

Έτσι τους φάνηκε ότι κείνη τη στιγμή κάποιος θα φαινόνταν, όχι άνθρωπος, αλλά με μορφή ανθρώπου να μπαίνει μέσα απ’ το μαύρο στόμιο...

Ο Μούρδας έφερε το ματωμένο μαχαίρι του στο στόμα και το έγλειψε...

- Κάν’ το και συ! έκανε στο σύντροφό του.

- Τι να κάνω; ρώτησε αυτός κίτρινος κίτρινος.

- Να γλείψεις το μαχαίρι! Έλα, κάν’ το ντε... Κείνος που γλείφει το αίμα δεν πιάνεται, μωρέ...

Ο Μαρούκας το έκανε, χωρίς να μπορέσει να κρατήσει μια κίνηση σιχαμού και φρίκης.

- Τώρα; ρώτησε έπειτα.

- Τι τώρα; Τώρα πάνε!

Και ο Μούρδας γύρισε κι είδε τους δύο σκοτωμένους.

- Έλα έλα, παραμέρισέ τους, για να τελειώνουμε...

Κείνη τη στιγμή ο ένας απ’ τους δυο σκοτωμένους έκανε μια κίνηση μικρή μικρή, έτσι κινήθηκε ελαφρά ελαφρά και πάλι έπεσε στη φοβερή ακινησία, αλλά ο Μαρούκας, που έκανε να πλησιάσει, στάθηκε φοβισμένος.

- Ζούνε... είπε.

- Τι; Ζούνε; Στάσου και δεν πρέπει να παιδεύονται!

Κι ο Μούρδας, σκύβοντας, βύθισε καλά το μαχαίρι του και στους δυο...

- Να και συ, να και συ! τους έλεγε καθώς βύθιζε το μαχαίρι του.

Σηκώθηκε έπειτα άγριος και γεμάτος ιδρώτα.

- Έλα!

Ο Μαρούκας πλησίασε, αλλά καθώς έκανε να σκύψει:

- Δε μπορώ! είπε.

- Τι λες, μωρέ; Στο διάολο... Να λοιπόν !.. Δε μπορείς...

Κι ο Μούρδας αρπάζοντας τον ένα μετά τον άλλον, τους έριξε, τους πέταξε πέρα με φοβερή δύναμη. Ακίνητοι πέφτανε, μ’ έναν κρότο που θύμισε στο Μαρούκα σφαγμένα μοσχάρια που έριχνε από το κάρο του.

- Εμπρός τώρα! Έλα, έλα... Μη χάνουμε καιρό! Να την τουμπάρουμε... Απ’ εκεί.. Από κάτω... Καλά, καλά! Έτσι... έλεγε ο Μούρδας βάζοντας τη μύτη του κασμά από κάτω και βλέποντας το Μαρούκα να κάνει πάρα κάτω το ίδιο, βάζοντας το ξύλο αυτός του φτυαριού, και κάτω απ’ αυτό μια πέτρα. Έτσι τη σηκώσανε λίγο. Ύστερα, κρατώντας ο ένας με το λοστό την πλάκα, ο άλλος πέταξε τον κασμά και την άρπαξε με τα χέρια.

-Έλα!

Κι οι δύο μαζί, ενώνοντας τις δυνάμεις τους, τη σηκώσανε με κόπο πολύ και δυνατό πάλεμα. Ένας λάκκος φάνηκε να μαυρίζει. Η πλάκα έπεσε δίπλα.

- Επιτέλους! Εδώ σας έχουμε, εδώ... Άντε, εδώ! Έτσι μωρέ, έτσι... Από αίμα, μωρέ, βγαλμένα, με αίμα παρθήκατε... Με αίμα παλικάρια σκάβανε, παλικάρια, που δώσανε το αίμα τους για σας... Παλικάρια... Μην τα νοιάσει όμως, αδέρφια δικά τους είμαστε και μεις, απ’ το ίδιο σόι... έτσι ήτανε γραφτό, δικά μας να γίνουνε, δικά μας!

Έλεγε ο Μούρδας καθώς στεκότανε πάνω απ’ το λάκκο, σα να έψελνε τους χαμένους ληστές, που θα κληρονομούσε.

- Τώρα; έκανε ο Μαρούκας κοιτάζοντας το λάκκο.

- Μα τι έπαθες συ, τώρα και τώρα; Πάψε πια! του είπε ο Μούρδας απότομα και με κάποια ορμή ευχαρίστησης. Να, τώρα, τώρα θα κατεβώ και θα ιδείς τώρα... Πάρε το φανάρι και φέξε λίγο ! Α, κουνήσου... Και τώρα, τώρα θα ιδείς... Σήκωσε ψηλά το φανάρι... Α, γεια σου! Και δεν είναι βαθύς! Έτσι, έτσι... οπ!

Και κατέβηκε μέσα στο λάκκο, που ήτανε ίσαμε ανάστημα αντρός ψηλού.

- Φέξε καλά! έκανε στο Μαρούκα.

Ο Μαρούκας σήκωσε το φανάρι του όσο μπορούσε καλύτερα.

- Μπρε τι είναι τούτο;

- Τι είναι;

Ω, να πάρει ο διάολος, ο διάολος να πάρει... Κουφάρι! Ένα σκέλεθρο… Νάτο...

Και ο Μούρδας πέταξε έξω ένα κρανίο σκελετού, έπειτα πόδια και ρούχα μαζί.

- Μωρέ, για δώσε μου το φως!

Ο Μαρούκας του το ’δωσε και είδε κι αυτός, καθώς κατέβασε το φως, κόκαλα ανθρώπινα, ένα κρανίο ακόμα.

Μωρέ κι άλλο! έλεγε ο Μούρδας. Κατάρα... Στο διάολο! Δυο ήτανε... Μα τι στο διάολο θέλανε αυτά δω μέσα;

Κι άρχισε να τα πετά έξω.

Χρήματα, χρυσαφικά, όμως, τίποτε! Σκυθρωπός ζήτησε τον κασμά. Ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι απ’ το μέτωπό του και δίνοντας το φανάρι στο Μαρούκα, άρχισε να σκάβει, να σκάβει μανιακά. Τίποτα, τίποτα... Στάθηκε σιωπηλός, ιδρωμένος, άγριος.

- Την πάθαμε! έκανε κοιτάζοντας το σύντροφό του.

- Τι κάναμε! θρηνούσε ο Μαρούκας. Μωρέ τι κάναμε! Πάνε άδικα οι κακόμοιροι, άδικα...

Ο Μούρδας τον κοίταζε σκυθρωπός σκυθρωπός.

— Τι κάναμε! έλεγε ο Μαρούκας.

— Τι κάνεις έτσι ρε, σα γυναίκα... τον διέκοψε άγρια ο Μούρδας. Τι κάναμε; Ε, ένα θάνατο χρωστούσανε! Εμάς να κλαις μωρέ, εμάς! Τι χάσαμε... Και το ύστερο, τι φταίμε μεις; Τα σημάδια

φταίνε κείνα τα σκέλεθρα, που βρήκε ο Φούδας εδώ και το χώμα αυτό εκεί! Κάποιοι μας τη φτιάξανε αυτή τη δουλειά, κάποιοι...

Και αφού στάθηκε για λίγο με γυρμένο το κεφάλι άπλωσε το χέρι του χωρίς ν’ αφήσει τη στάση του:

- Τώρα θα δεις κι εγώ τι θα κάνω... Τα ίδια κι εγώ... Έτσι θα είναι φίνα και φίνα... Για, λέω, είπε κοιτάζοντας το σύντροφό του, έλα να πιάσουμε και να ρίξουμε αυτούς εκεί μέσα στο λάκκο. Και να τους σκεπάσουμε και μεις καλά καλά... Όπως ήτανε πριν... Και τη γοργόνα πάνω, όπως ήτανε... Κι αυτά εδώ... αυτά τα σκέλεθρα, τα κουφάρια, να τ’ αφήσουμε για σημάδια για κείνους που ψάχνουνε να βρουν το θησαυρό...

Από τη συλλογή «Τριανταδύο διηγήματα» (1921)

 

αρχή

 

Γιατί λυπάσαι;

 

Όταν αφήσανε τον Κούρμα απ΄ τη φυλακή, ήτανε νύχτα. Και του φάνηκε παράξενο, πώς τον βγάλανε τέτοια ώρα, και γιατί. Αλλά χωρίς να ρωτήσει, χωρίς τίποτα να πει, έφυγε και πήρε το δρόμο της πόλης.

Ο ουρανός ήταν καθαρός, γεμάτος άστρα. Φυσούσε όμως, άνεμος ψυχρός, που τον έκανε να τρέμει.

Στην πόλη, όταν έφτασε είδε σκοτεινούς τους δρόμους, κατασκότεινους. Αλλά τα καταστήματα ήταν ανοιχτά, φωτισμένα όμως με μικρό φως. Και στους σκοτεινούς δρόμους, πλήθος ανθρώπων γύριζε σιωπηλό, ή όταν μιλούσε, θα μιλούσε σιγά, αθόρυβα.

— Μα γιατί κάνουν έτσι, γιατί είναι σκοτεινά; σκέφτηκε και θέλησε να ρωτήσει. Αλλά με μιας:

— Τι με μέλλει! Δεν πάω καλύτερα να βρω καμιά μεριά να τον πάρω! είπε.

Στο νου τού ήρθε μια σπηλιά, πούχε μείνει κάποτε, ολόκληρη μέρα.

Και περνώντας τους δρόμους τους σκοτεινούς, και χωρίς να δίνει προσοχή στο πλήθος που γύριζε, έφτασε σε μια ψηλή και ερημικιά παραλία. Εκεί κοντά βρισκόταν η σπηλιά.

Στάθηκε όμως, άτυχος. Γιατί βρήκε την σπηλιά νάχει πόρτα τώρα, και πόρτα γερή και κλεισμένη καλά.

— Μπα, έκανε, και τις σπηλιές κλείνουν ακόμα τώρα; Ε, πάλι καλά, αλλού!...

Και ζήτησε ένα μέρος κατάλληλο για να πλαγιάσει. Και βρήκε.

Αλλά γιατί, αν και φυσούσε ο άνεμος, πούκανε τη θάλασσα να χτυπά αφρισμένη, στα βράχια, δεν ακουγόταν η βουή της, ούτε ο κρότος των κυμάτων της....

— Τι σε μέλλει; είπε στον εαυτό του και γύρισε και κοίταξε τα άστρα που σάλευαν, παίζανε τις ακτίνες τους...

Ξύπνησε. Είδε πάλι, τ΄ αστέρια να λάμπουν.

Αισθάνθηκε ευχαρίστηση που βρισκόταν έξω και ανέπνευσε τον ψυχρό αέρα με ηδονή.

Σκέφτηκε όμως, πως πάλι θα πήγαινε να δουλέψει στα κατάβαθα της γης, για να βγάλει το ψωμί του, και μελαγχόλησε.

Πρόσωπα πολλά ήρθανε στο νου του, άλλα αγαπητά και άλλα αντιπαθητικά. Άραγε και οι φίλοι του θάτανε έξω, ή θα τους κρατούσαν ακόμα μέσα; Και στο νου του ήρθε και η μέρα που τους είχαν πιάσει... Όλοι δεμένοι και δυο, δυο, πάγαιναν και ο κόσμος άλλος τους εκοίταζε περίεργος και άλλος γελούσε και τους περιγελούσε. Και γιατί αυτό; Γιατί κι αυτοί είχανε ζητήσει να παίρνουν περισσότερο αέρα καθαρό, και να βλέπουνε λίγο ήλιο...

Σηκώθηκε να πάει στην πόλη. Δεν είχε όρεξη να κοιμηθεί. Ίσως και να κόντευε να ξημερώσει.

Καθώς έφευγε πλησίασε στα βράχια τα ψηλά, κ΄ έσκυψε να δει τη θάλασσα. Τρόμαξε. Νερό δεν είδε να χτυπά στα βράχια, αλλά μόνο χαμηλά, χαμηλά, σε τρομερό βάθος, κάτι να λάμπει, ή να γυαλίζει...

— Μπα, μα τ΄ είναι αυτό! είπε.

Κείνη τη στιγμή ταράχθηκε περισσότερο. Διέκρινε η ματιά του δυο άλογα να περνούν κάτω, στα βάθη, και πίσω ένα αμάξι μακρύ.

— Μα τ΄ είναι αυτό; Βρε παράξενο!... έκανε.

Νόμισε πως ονειρευόταν. Αλλά σε λίγο, αφού έμεινε ακίνητος κοιτάζοντας το αμάξι και τ΄ άλογα, που χανόνταν στο σκοτάδι, είπε στον εαυτό του:

— Τι σε μέλλει!... Δεν τραβάς για μέσα.

Και προχώρησε για την πόλη.

Τώρα όμως, όταν έφτασε είδε, όπου περνούσε, ερημιά μεγάλη, και τα σπίτια νάχουν ανοιχτά τα παράθυρα και τις πόρτες.

— Μα τι συμβαίνει; έλεγε.

Μια βουή ξαφνική, ήρθε στ΄ αυτιά του, βουή λαού.

— Μπα, είπε, κάτι συμβαίνει!

Και προχώρησε να πάει στο μέρος, που ερχόταν η βουή.

Ούτε φως, ούτε φωτάκι τώρα, απ΄ όπου περνούσε. Σκοτεινά όλα, κατασκότεινα. Κ΄ αισθανόταν κρύο διαπεραστικό.

Η βουή δυνάμωνε, και αυτός προχωρούσε πιο γρήγορα.

Αλλά πηγαίνοντας έτσι λίγο έλειψε να συγκρουστεί με κάποιον, που βγήκε τρέχοντας από ένα δρομάκι.

Τα μάτια του Κούρμα συνηθισμένα απ΄ τα σκοτεινά υπόγεια, που τον είχανε κλεισμένο, απ΄ τις τρύπες που δούλευε, τον γνωρίσανε ευθύς.

— Ο Μαλάς! φώναξε.

— Βρε ο Κούρμας!... απάντησε κείνος. Βγήκες και συ; Και πότε σ΄ αφήσανε;

— Χτες το βράδυ.

— Βράδυ;... Α, α!... Μα δεν ξέρεις ότι βράδυ και μέρα δεν υπάρχουν τώρα;... Κι όλο βράδυ είναι.

Ο Κούρμας τον κοίταξε με προσοχή.

— Θα τούστριψε φαίνεται, σκέφτηκε, μέσ’ στα μπουντρούμια, που τον είχαν κλείσει...

— Τι με κοιτάζεις έτσι; τον ρώτησε ο Μαλάς. Δεν ξέρεις τίποτα, βλέπω, νομίζεις ότι τάχασα, ε; Και δεν μου λες, μωρέ, γιατί μας αφήσανε; Τους έχει πάει, να! Ο ήλιος δεν το ξέρεις, ότι έσβησε, έχασε το φως του ξαφνικά. Και τα νερά τραβηχτήκανε, λιγοστέψανε, της θάλασσας;

Τώρα λένε, πως θα βάλουν τεχνητά πράματα να κάνουν ό,τι έκανε ο ήλιος!... Μα για άκου!... ο λαός όλος, όλος είναι μαζεμένος έξω απ΄ την πόλη και περιμένει το σβησμένον ήλιο να φανεί!... Και άμα τον δει θα κάνει παράκληση να τούρθει πάλι το φως του.

Ο Κούρμας είχε ζαλιστεί.

— Μα τ΄ είναι αυτά!...

— Ναι, ναι!...

Μια βουή μεγάλη, τρομερή υψώθηκε κείνη τη στιγμή...

Ο Μαλάς στράφηκε στην ανατολή.

— Να, να, κοίταξε!... Να ο ήλιος! φώναξε στο φίλο του.

Ένας όγκος κόκκινος, πυρωμένος και σκοτεινός σε πολλές μικρές μεριές, και που εδώ και κει μικρές λάμψες πετούσε, είχε φανεί.

— Νάτος!...

Ο Κούρμας τον κοίταξε σιωπηλός.

— Πάμε και μεις στην παράκληση, πάμε να παρακαλέσουμε... του είπε ο σύντροφός του κι έκανε να προχωρήσει.

— Πού, πού να πάμε, είπες; ρώτησε ο Κούρμας, αν και άκουσε καλά.

— Εκεί που όλος ο λαός θα παρακαλέσει.

— Τι λες, τι λες; Για τρελό με πήρες;... Τι θέλω γω να παρακαλέσω μαζί τους; Τι θέση έχω γω;... Και συ! Γιατί θα πας εσύ; Τον ήξερες τον ήλιο, που χάθηκε, συ, τον απόλαψες διόλου που θα πας να παρακαλέσεις!... Ποτέ να μην έρθει! Καλύτερα έτσι, χίλιες φορές!...-

Από τη συλλογή Είκοσι διηγήματα (1924), σ. 93-97

 

αρχή

 

ΔΑΚΡΥ ΣΤΟ ΦΙΔΙ

Πατώντας μες στ' αγκάθια, στ' άγρια χόρτα, προχωρούσανε σιωπηλοί, σκεφτικοί με κουρασμένο βήμα. Γύρω τους η φύση είχε στολιστεί, φορούσε τη φορεσιά τής εορτής και οι μυρουδιές των λουλουδιών, των άγριων λουλουδιών, γεμίζανε τον αέρα. Κάποτε κοράκι περνούσε με κρωγμό δυνατό από πάνω τους, και τότε σήκωναν το κεφάλι και το κοίταζαν που έφευγε με φτερουγιές μεγάλες, το κοίταζαν ώσπου χανότανε στου γαλάζιου ουρανού το βάθος.

Μέλισσες, σφήγκες, μύγες χρυσές, μαύρες μεγάλες, τρέχανε, γυρίζανε μέσα στα χαντάκια, μ΄ ένα αρμονικό βουητό, τρέχανε πάνω στα λουλούδια τα κίτρινα, τα τριανταφυλλιά, στις παπαρούνες, που πολλές, πλήθος, φύτρωναν εκεί, και κουνιόντουσαν στο σιγαλό αεράκι που φυσούσε.

Και κανένα σύννεφο στον ουρανό. Ο ήλιος λαμπερός εφώτιζε και ησυχία απλωνόταν, που μέσα σ΄ αυτή ανάδευε το βουητό τής μέλισσας, των εντόμων.

-Να το νταμάρι! το βλέπετε; είπε ο ένας και στάθηκε δείχνοντας ένα λόφο κοκκινωπό μακριά. Εκεί τον φύλαξα. Α, ρε, μανία που τον είχα!... Εκεί πίσω, εκεί τον βάρεσα!... Έγινε καλά όμως!... Το σκυλί!... Α, αν τον πετύχω τώρα, καμιά φορά, δεν πιστεύω να ξαναγίνει!...

-Διπλός ο κόπος γίνεται, Λούκαρή μου, όταν η δουλειά δε γίνει σωστή! του είπε ο δεύτερος με κούνημα του κεφαλιού και σταματώντας, για να δέσει το άσπρο μακρύ ζουνάρι του, που είχε λυθεί και κρεμόταν.

-Έχεις δίκαιο, έτσι είναι!... Μα δε μου λέτε, δεν καθόμαστε να ξαποστάσουμε λίγο σ΄ αυτή την ελιά;

-Ακούς λέει!...

Ο τρίτος άρχισε να βλαστημά κι έσκυψε πιάνοντας το πόδι του.

-Τι έπαθες, μωρέ Κούρη;

-Ένα αγκάθι, Σακίδα μου, εν΄ αγκάθι, τ΄ άτιμο, σα μαχαίρι!...

Και κάθισε κάτω, έβγαλε το παπούτσι του, ένα παλιό λαστιχένιο, κατατρύπιο.

Αυτοί προχωρήσανε για την ελιά, όπου σε λίγο έφτασε και ο Κούρης.

Κρότος σιδηρόδρομου ήρθε ίσαμε κει, έπειτα έφυγε, όπως, όταν φυσά άνεμος, φεύγει κουλουριαστά, στριφογυρίζοντας καπνός, που βγαίνει από καπνοδόχο εργοστασίου.

Πάλι είχανε μείνει σιωπηλοί.

Χελιδόνια περνούσανε γρήγορα, οι σφήγκες, οι μέλισσες βούιζαν... Ένας χτύπος ερχόταν από το λόφο, ένας χτύπος σίδερου, που κτυπά πέτρα.

-Είναι το νταμάρι! τους είχε πει ο Λούκαρης.

Ο Σακίδας έψαχνε την τσέπη του

-Τι γυρεύεις;

-Καπνό!... αν έχει τίποτα τρίμματα!... Μπα!... έκανε κοιτάζοντας την τσέπη του, που αναποδογύρισε.

-Ψίχουλα είναι τα περισσότερα!...

Έγινε σιωπή! Ο κρότος του λοστού, που χτυπούσε την πέτρα, ακουγόταν κανονικός.

Σε λίγο μίλησε ο Κούρης:

-Μωρέ, για βάλτε το και κείνο με το νου σας, που μας είπε κείνη η γυναικούλα στην παραγκούλα! Βάλτε με το νου σας!...

-Α, έκανε ο Σακίδας, για σπουδαίο το 'χεις; Αυτά γίνονται κάθε μέρα! Στο φτωχό δε δίνουνε καμιά αξία, καμιά!... Αν και ο φτωχός, να σας το πω, έχει πιο πιο πολύ αξία απ΄ τους πλούσιους! Αυτό μπορώ να σας τ΄ αποδείξω, τώρα δα, αν θέλετε!... Για σκεφτείτε λίγο το παιδί πώς γεννιέται! Για βάλτε το, ντε, με το νου σας! Πώς γεννιέται;... Γεννιέται άφκιαχτο ακόμα, δε μοιάζει με το κατσίκι, με το αρνί!... Αλλά το παιδί είναι ένα πράγμα άφκιαχτο και το πλάθει ύστερα η μάνα! Σα να ΄χω δίκαιο λίγο ε; Βάλτε λοιπόν με το νου σας τη φτωχειά!... Τι τυραννία τραβά!...Να ξενυχτά να το κουνά, να το σκουπίζει και να το πλένει και να πλένει και ολόκληρο το σπίτι!... Α, το μωρό δεν έχει ύπνο, α, το μωρό ξερνά, α, το σπουρίζει, και άλλα, άλλα!... Βάσανα και βάσανα! Αμ΄ ώσπου να πάρει τα πόδια του; Ασ΄τα!... Απ΄ την άλλη μεριά παρ΄ την πλούσια. Γεννά, ε; το παιδί θα το πάρει η παραμάνα! Θα της κοιτάξουνε και το γάλα!... Η πλούσια κοιμάται σα να την είχε πιάσει μόνο η κοιλιά της και της πέρασε! Το παιδί το σέρνει η παραμάνα. Αλλά μην κι αυτή τυραννιέται; Άμα μαγαριστεί το παιδί, πετά τα μαγαρισμένα!... Άλλη δούλα τα παίρνει και τα πλένει!... Βλέπετε λοιπόν, πως ο φτωχός είναι πιο ιερός από τον πλούσιο;

-Μα πού τα έμαθες αυτά, στο Θεό σου, μωρέ Σακίδα; ρώτησε ο Κούρης, άμα ο Σακίδας σταμάτησε να λέει.

Αυτός τον κοίταξε με χαμόγελο:

-Πού τα ΄μαθα, ρε Κούρη; Στο πανεπιστήμιο, που μας είχανε κλεισμένους!...

Ο Κούρης έσπρωξε το σκούφο του κι έξυσε το κεφάλι του.

-Εγώ δεν ξέρω ποιος είναι ιερός και ποιος δεν είναι, μουρμούρισε ο Λούκαρης, εγώ ξέρω πώς όλοι είναι κακοί!.. Για μένα είναι το ίδιο όλοι!... Αν δεν ήταν ο κόσμος κακός, δε θα ΄μπαινα στη φυλακή και δε θα ήμουνα ό,τι είμαι τώρα! που δε θα γλιτώσω και πάλι να χωθώ μέσα. Αυτό ξέρω γω! Όλοι είναι κακοί, κακοί!...

-Άλλο λέω γω! Έκανε να πει ο Σακίδας.

-Ξέρω τι λες εσύ, αλλά ξέρω και τι λέω γω!... Αν δεν ήταν ο κόσμος κακός, αν δε με πείραζε, δε θα ΄μπαινα στη φυλακή!... Θα ΄χα κι εγώ μια καλύβα, τη γυναίκα μου, τα παιδιά μου...

Έγινε σιωπή. Ο κρότος του λοστού είχε είχε πάψει. Το βουητό των εντόμων, που γυρίζανε στ΄ άγρια λουλούδια κει κοντά τους, ακουγόταν και φωνές σπουργιτιών.

-Μωρέ, διψώ! έκανε σε λίγο ο Σακίδας.

-Κι εγώ! είπε ο Κούρης.

-Μα πού στο διάολο να βρούμε νερό;

-Να, εκεί, τους είπε ο Λούκαρης, δείχνοντας το λόφο, εκεί στο νταμάρι κάτω έχει πηγάδι!

Αυτοί σηκωθήκανε:

-Δε θά ΄ρθεις;

-Δε διψώ!... Αντίστε!... Γρήγορα λιγάκι!... Ο Λούκαρης τους κοίταξε, που φεύγανε, έπειτα για λίγο έγειρε και ξαπλώθηκε.

- -Κοίταξε το γαλανό χρώμα τ΄ ουρανού, τα πουλιά, τα χελιδόνια, που περνούσαν όλο κελάδημα, και αργά και πού κανένα κοράκι. Και δε σκεφτόταν τίποτα, ή κάποτε κάποια σκέψη ελαφριά φαινότανε στο νου του κι έσβηνε αμέσως, όπως σε κατακάθαρο ουρανό λίγος καπνός.

Ξαφνικά πετάχτηκε και κάθισε.

Πέρα λίγο απ΄ αυτόν, σε μια μεριά μισοκυκλωμένη από χόρτα, ένα φίδι είχε κουλουριαστεί και λιαζότανε με το κεφάλι σα γάτα, ή σκυλί, βαλμένο κάτω...

Τινάχτηκε. Αλλά και το φίδι ορθώθηκε, σήκωσε το κεφάλι του ψηλά και ανοιγόκλεινε το στόμα του με τα μυτερά στριφτά δόντια...

Χωρίς να το σκεφτεί το χτύπημα με με το καυσόξυλο, που είχε για ραβδί, το χτύπησε με δύναμη... Το φίδι έμεινε ακίνητο.

Το τράβηξε έξω. Ήταν αστρίτης αρκετά μεγάλος.

-Γιατί να το σκοτώσω; είπε, αφού στάθηκε, για λίγο, και το κοίταξε. Τι μου έκανε;... Είχε καθίσει να λιαστεί, να ευχαριστηθεί τον ήλιο!... Όλος ο κόσμος το κυνηγά!...

Είδε το φίδι να κουνιέται και να φέρνει κοντά την ουρά του και να μένει πάλι ακίνητο.

Λύπη μεγάλη του ήρθε:

-Δεν έκανα καλά να το σκοτώσω, όχι!... είπε πάλι. Όλος ο κόσμος το κυνηγά!... Δεν έκανα

καλά!... Και είχε καθίσει να λιαστεί, να ευχαριστηθεί τον ήλιο!...

Και δυο δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του και πέσανε πάνω στο σκοτωμένο φίδι.

(Διήγημα του Δημοσθένη Βουτυρά από τη συλλογή Όνειρο που δεν τελειώνει και άλλα διηγήματα)

 

αρχή

 

ΔΩΡΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ

Σε κάθε χτύπημα που τούδινε ο άνεμος σα να ζητούσε να το γκρεμίσει, το παλιόσπιτο έτρεμε, όπως κι εμείς μαζεμένοι εκεί μέσα.

Είχαμε φράξει, όσο μπορούσαμε, τις διάφορες τρύπες. Στα σπασμένα τζάμια του παραθύρου είχε κολλήσει ο Παδούλης χοντρό χαρτί μπλε, αλλ΄ απ΄ τις σχισμάδες της μισοσπασμένης πόρτας ενιώθαμε την παγωμένη πνοή του θηρόυ που μούγκριζε έξω, να μας έρχεται. μα ήταν αδύνατο να ζεσταθεί κείνη η κάμαρα!... Κάμαρα!... Ένα είδος σταύλου μακρόστενου, με χώμα κάτω, αντί για σανίδια, ένα χώμα μαύρο, μαύρο και σχεδόν πάντα υγρό. Ένα παράθυρο είχε, και αυτό στην αυλή έβλεπε, στην αυλήν τη γεμάτη από σωρούς πετρών τετράγωνων, μαυρισμένων και από ξύλα παλιά. Προς το δρόμο υπήρχε και άλλο δωμάτιο, λίγο καλύτερο απ΄ αυτό· αλλ΄ ο κύριος του σπιτιού έβαζε παλιοσίδερα και διάφορα άλλα παλιοπράγματα.

Κανείς δεν είχε όρεξη για ομιλίες. Μέναμε σιωπηλοί σε κείνο το παγωμένο δωμάτιο που σα νάταν η φωλιά του βοριά και να του την είχαμε ΄μείς πάρει, ακουγόταν αυτός απ΄ έξω να χτυπά, να φωνάζει, να ουρλιάζει άγριος, σα να ζητούσε να μπει μέσα να μας διώξει.

Ο Παδούλης καθότανε κάτω, πάνω σ΄ ένα ρούχο, και κοντά στη φωτιά που είχαμε ανάψει από ξύλα του σπιτονοικοκύρη μας, απ΄ εκείνα, που είχε στην αυλή, και κοίταζε τη φλόγα σκεπτικός.

Απάνω-κάτω ήξερα τι σκεπτόταν. Τον είχα ακούσει να λέει πρωτύτερα:

– Χριστούγεννα και να μη φάμε κέας.

Ήτανε ψευδός. Ποτέ η γλώσσα του δεν κατόρθωσε να συλλάβει το ρ.

Ο Λάμπας, πιο πέρα και πάνω σ΄ ένα χοντρόξυλο, με τα χέρια σταυρωμένα και καμπουριασμένος.

Ήτανε ψάλτης στην πατρίδα μας και άνθρωπος που ποτέ δεν έκανε κακή καρδιά. Αλλ΄ απ΄ την ημέρα, που οι Τούρκοι κλείσανε την Εκκλησιά και μας διώξανε, πάει η καλή καρδιά του Λάμπα. Εγώ τριγύριζα, περπατούσα πάνω-κάτω, τρέμοντας και τουρτουρίζοντας.

Αναμνήσεις κάποτε, σαν τα διωγμένα, τα κομματιασμένα σύννεφα, που τρέχανε έξω, περνούσαν απ΄ το νου μου...

Ξαφνικά κάτι άκουσα έξω και κοίταξα απ΄ τα γυαλιά του παραθύρου, έξω στην αυλή.

Νόμισα πως έβλεπα όνειρο!... Κοντά στο βρωμοπήγαδο δύο κιτρινωπές όρνιθες!

– Παδούλη!... φωνάζω με πνιγμένη φωνή.

– Τι τέχει; ρώτησε αυτός με την ψευδή μιλιά του.

– Έλα δω, μωρέ!... Έλα γρήγορα. Δώρο μάς στέλνει ο Χριστός, δώρο!... Δύο όρνιθες!... Να!...

– Έλα!...

Ο Παδούλης πλησίασε γρήγορα στο παράθυρο, ενώ ο Λάμπας, χωρίς να πολυκινηθεί, με ορθωμένο μόνο το κορμί του μας κοίταζε.

– Τη ίγα!... έκανε ο ψευδός και κινήθηκε τυφλά δω και κει.

Ζητούσε μια σιδερένια μεγάλη ρίγα.

– Νά τοι, νά τοι!... Ωραία πάτε!... Απ΄ τ΄ αυγό στην κότα!... Κατά το παραμύθι!... Μπράβο σας!... Έτσι!... Χτες κλέψατε τα τρία αυγά της γειτόνισσας και τώρα θα της κλέψετε τις κότες!...

Άρχισε να μας μαλώνει ο Λάμπας.

– Πάψε, βρε!...

– Αυτός, Γιώργο, να το ξέρεις, ο ψευδούλιακας, θα σε παρασύρει!...

– Λέγε, λέγε!...

Ο Παδούλης είχε βρει τη ρίγα και προχωρούσε προς την πόρτα. Ο Λάμπας όμως πετάχτηκε και θέλησε να του κλείσει το δρόμο.

– Όχι!...

– Βρε κάτσε απ΄ εκεί!..., του είπα, πήγαινε, κοιμήσου!...

– Στάσου βε!... του έκανε ο Παδούλης.

Ο Λάμπας τραβήχτηκε :

– Κάντε ό,τι θέλετε!... Εγώ να, νίπτω τας χείρας μου!... Στη φυλακή!... Και κλεψιά μέρα χρονιάρα, Χριστούγεννα!...

– Λέε, λέε!... Ψάλτης δεν ήσουνα;...

– Μωρέ, θα πάψεις;... Ας το διάολο!

Ο Παδούλης άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Την έκλεισα. Τον ήξευρα ότι ήτανε τρομερός κυνηγός των ορνίθων. Χωρίς να βγάζουνε φωνή, πέφτανε αυτές στα χέρια του.

Έγινε σιωπή και ούτε μάλιστα ο άνεμος ακούστηκε να μουγκρίζει απ΄ έξω απ΄ το παλιόσπιτο.

Σε λίγο έσπρωξε την πόρτα και την άνοιξε. Μπήκε μέσα κρατώντας τις δύο κιτρινωπές όρνιθες.

– Νά τες!...

– Ωραία, ωραία!... Μπράβο σας!...

Μας έλεγε ο Λάμπας που είχε καθήσει στη θέση του.

– Μη φας, εσύ!...

– Χριστουγεννιάτικα!...

– Κόφ΄ τους το λαιμό, γιατί τις σταγκούλισα!...

Τους κόψαμε το λαιμό σ΄ ένα μέρος, που πλύναμε έπειτα, ύστερα σ΄ ένα τσουκάλι ρίξαμε νερό και το βάλαμε στη φωτιά.

Ο Λάμπας δε μιλούσε, μόνο μας κοίταζε.

Άμα ζεστάθηκε πολύ το νερό, τις ζεματίσαμε κι αρχίσαμε να τις μαδάμε. Και όταν έμειναν με μόνο το δέρμα, άσπρες, άσπρες, πήρε ο Παδούλης φτερά, πόδια, μάζεψε και τα φτερουλάκια, όλα, όλα, με προσοχή και τα πήγε έξω στην αυλή, όπου τα έθαψε σ΄ ένα λακκάκι, που άνοιξε, πατώντας έπειτα καλά το χώμα, που έριξε από πάνω.

Κοιτάξαμε και για τις σταγόνες το αίμα, που ήτανε δω και κει.

– Κλέφτες!... Σωστοί κλέφτες είσαστε!... μίλησε ο Λάμπας, που μας κοίταζε τι κάναμε.

– Δε θα φας; τον ρώτησα.

– Εγώ;... Ποτέ, ποτέ! να μαγαριστώ με κλεψιμέικο χρονιάρα μέρα!... Ποτέ!...

– Αν δεν ήτανε χρονιάρα μέρα;...

– Δεν ξέρω τι θάκανα!... Ούτε τότε!... Έφαγα απ΄ τ΄ αυγά;...

Ο αχρείος όμως ήξερε να μαγερεύει και του ζητήσαμε τη συμβουλή του.

Μας ειπε πώς να την κάνουμε, αφού πάλι που πήρε θάρρος μ΄ αυτό, μας έβρισε.

*

* *

Η φωτιά ήτανε στις δόξες της. Το παλιοδωμάτιο μοσχοβολούσε.

Καθισμένοι κοντά ακούγαμε το τραγούδι το γλυκό-γλυκό του τσουκαλιού, που έλεγε, έλεγε, νανούριζε, μας υποσχότανε τόσα και τόσα καλά...

Ο Λάμπας καθότανε λίγο τραβηγμένος και στην ομιλία μας, τη γεμάτη ευχαρίστηση και ευθυμία, δεν ανακατευότανε. Ξαφνικά τον ακούσαμε να τραγουδά:

«Εκ της Περσίας έρχονται τρεις μάγοι...»

– Δυο όνιθες!... του είπε ο Παδούλης.

Αυτός, χωρίς να φανεί ότι πρόσεξε, ξακολούθησε:

«Άστρον λαμπρόν...»

Ο βοριάς, που φυσούσε έξω, είχε πέσει λίγο και δεν ακουγότανε να βογκά όπως πριν.

Και η φωτιά ήτανε στις δόξες της με πάνω της σα στέμμα το τσουκάλι, που σα να υμνούσε κι αυτό μαζί με το Λάμπα τη γέννηση του Χριστού έλεγε, έλεγε, έψελνε....-

Από τη συλλογή Είκοσι διηγήματα (1924), σ. 34-38.

 

αρχή

 

ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

 

«...Μέρες απαίσιες περνούμε. Άνθρωποι πέφτουν στο δρόμο, άνθρωποι πεθαίνουν σε σπίτια και μένουν μέρες εκεί. Σα να ’πεσε χολέρα, πανούκλα και όλες οι αρρώστιες, που δέρνουν την ανθρωπότητα, να ’πεσαν στο μέρος αυτό. Σωρηδόν κατεβαίνει ο λαός των Αθηνών και του Πειραιώς στον Άδη. Γέμισαν τα νεκροταφεία, δεν μπορούν να τους θάψουν οι νεκροθάφτες. Και σκάβουν λάκκους μεγάλους και τους ρίχνουν μέσα...

Δυο χιλιάδες οκτακόσιους σήκωσαν χθες νεκρούς απ’ την πείνα. Στο νεκροταφείο θα ’χαν σχεδόν τριακόσιους.

Κι έλεγε σε μια γνωστή μας, συγγενής της νέος, που σπουδάζει γιατρός:

— Μόνο κοκαλάκι σκεπασμένο από πετσί είχαν όλοι! Κόκαλα και το δερματάκι τους! Και δεν έπιασαν τόπο! Να, να, τόσο δα, στενοί ήτανε!

Ύστερα από τόσα και τόσα χρόνια, έπρεπε, ήταν γραμμένο, να περάσουν και κάποιοι άλλοι βάρβαροι απ’ την Ελλάδα, βάρβαροι από βαρβάρους, κι έφεραν στο φτωχόν τόπο τη μεγαλύτερη συμφορά, που μπορούσε να γίνει.

Με ψευτιά, με το δόλο κρυμμένο, λατρεία τάχα για την αρχαία Ελλάδα, οι άνανδροι, γιατί τέτοιοι είναι, κατόρθωσαν να φέρουν ένα διχασμό στο φτωχό τόπο. Πολλοί αυτοί σαν τα κουνούπια στα έλη δεν προσπαθούσαν με το πολυάνθρωπο του έθνους τους να πάρουν τη νίκη, αλλά με δόλο, αγάπη τάχα για ελευθερίες και μαζί κλάμα πως πάσχουν. Και η Αγγλία, που τυραννεί και βυζαίνει σαν τεράστιο χταπόδι, όλον τον κόσμο!!!

Νύχτα. Χιονιάς. Χιονίζει στον Υμηττό. Ψύχρα δυνατή. Εφάγαμε λαχανίδες. Ψωμί λίγο, τριάντα δράμια. Είναι το περισσότερο από αραποσίτι. Η γυναίκα μου έφυγε στις οκτώ παρά δέκα. Πάει στου Παρθένη, του υποστρατήγου, το σπίτι, που είναι κοντά μας, να μάθει νέα για να δυναμώσουν, αν είναι καλά, την ελπίδα, που άρχισε να χάνεται μπροστά στη μεγάλη καταστροφή που βλέπουμε.

Πείνα, πείνα! Και θάνατος, θάνατος!

Κάποιος γέρος υδραυλικός, γείτονας, όταν άρχισε η πείνα, μου ’πε μια μέρα:

— Δεν είναι καλύτερα να ριχτούμε όλοι απάνω τους και ή να πεθάνουμε, ή να ζήσουμε; Έτσι θα μας φάνε σιγά-σιγά αυτοί!

Του έδωσα δίκαιο και τότε και τώρα. Αλλά τώρα είναι αργά. Τότε ναι! Αλλά πού είναι οι αρχηγοί; Εγώ δε θα μπορούσα να ξεσηκώσω πάρα πάνω από διακόσιους ανθρώπους...

Και λένε όλοι όσοι με συναντούν στο δρόμο, γυναίκες, άντρες.

— Μα θα ζήσουμε;

Η αγωνία φαίνεται στα μάτια τους, που αυτά ακόμα έχουν ζωή. Το πρόσωπό τους όμως έχει πάρει το χρώμα του νεκρού.

Τους δίνω ελπίδες, ενώ, αισθάνομαι να φεύγει από μένα η ελπίδα!

Ο φούρναρης της γειτονιάς μου, Απόστολος Τσούλος, από την Ήπειρο, είναι πατριώτης σωστός και ελεύθερος άνθρωπος. Πάντα τρέχει ν’ ακούσει κάποιο ραδιόφωνο, να μάθει ειδήσεις. Κι αν έχουνε οι δικοί μας επιτυχίες, είναι γελαστός, φωνάζει, γελά, ενώ αν είναι σκούρα τα πράματα είναι κατσούφης, λιγόλογος, νευρικός.

— Πώς είσαι έτσι; μου λέει μια μέρα. Πρέπει να γελάς, να τραγουδάς.

Κατάλαβα πως υπάρχουν καλές ειδήσεις.

Κι εγώ τον ρωτώ, όταν πάω να πάρω ψωμί:

— Είναι καλά, Απόστολε;

— Ακούς λέει! Καλά και καλά! Θεία!

Κι έτσι δεν έχουμε φόβο από καταδότας, που έχουν παρασυρθεί άπειροι!-

Ανθολογία ελληνικής αντιστασιακής λογοτεχνίας 1941-1944, Τόμος Α΄, σ. 63-64.

 

Η άνοιξη, ο γέρος και τα ζώα

του Δημοσθένη Βουτυρά

Μυρουδάτο αγέρι φυσούσε, περνούσε απ’ τον καταφαγωμένο βράχο, τον γυμνό, τον ξερό, που όμως στα πόδια του χλόη ψηλή εφύτρωνε και λουλούδια κουνούσαν την ανθισμένη κορυφή τους.

Ησυχία. Μόνον ο κρότος του λοστού που τρυπούσε το βράχο, ακουγόταν να πέφτει μονότονος και σα νυσταγμένος, και κάποτε κρωγμοί ορνέων.

Ψηλά, όρνια πετούσαν, γύριζαν. Γεράκια κουνώντας ανήσυχα, νευρικά, κεφάλι, λαιμό, και κοράκια πλήθος.

Και ο ήλιος έγερνε στη δύση.

Κάτω καμιά κίνηση. Να όμως δυο τετράποδα φαίνονται να τρέχουν με ορμή τόνα πίσω απ΄ τ΄ άλλο, τσαλαπατώντας την πράσινη χλόη, τα πολύχρωμα λουλούδια.

Αν ο μπάρμπα Κόλιας που χτυπούσε με το λοστό του ένα βραχάκι ξεχωριστό απ΄ το μεγάλο βράχο, ήταν στα καλά του, ίσως θάλεγε για το κυνηγητό εκείνο:

― Μα γιατί το μυρουδάτο αγέρι, η άνοιξη, που είναι τόσο γλυκιά, αγριεύουν τα ζώα;

Αλλά δεν ήταν στα καλά του και δεν τόπε.

Από μέρες κι αυτόνα τον είχε πειράξει η άνοιξη. Και τον είχε πειράξει κακά, γιατί τον έκανε και τη μακαρίτισσα τη γυναίκα του να λησμονήσει. Το μυρουδάτο αγέρι σα νάχε αρπάξει τη μνήμη της, να την διέλυσε...

Χτυπώντας με το λοστό το βράχο, ο μπάρμπα Κόλιας ήταν αυτό το απόγευμα ευτυχισμένος. Λίγα βήματα απ΄ αυτόν μια νέα με μαντήλα τυλιγμένο το κεφάλι, για να μην της καίει ο ήλιος το πρόσωπο, και φουστάνι τσίτινο, μάζευε τα χαλίκια και κάποτε γύριζε και τον κοίταζε. Ήταν το μόνο αρσενικό ο μπάρμπα Κόλιας εκεί κοντά...

Ο μπάρμπα Κόλιας ήθελε να της πει ένα λόγο κι άλλο λόγο δεν έβρισκε μέσα στο ζαλισμένο από το μαγεμένο αεράκι νου του, παρά για μια νέα ένωση, μια νέα παντρειά. Αλλά πώς να το πει;

Όταν είδε όμως τα δυο τετράποδα να περνούν τρέχοντας με ορμή, είδε το πρώτο νέο, νέο με δέρμα καθαρό και το δεύτερο ένα γέρικο μαδημένο, πήρε θάρρος και μίλησε, άνοιξε το στόμα του και είπε:

― Ρήνα, ακούς; Ξέρεις τι αποφάσισα; Το ξέρεις;

― Πού να ξέρω, του έκανε κείνη στρέφοντας το κόκκινο πρόσωπό της σ΄ αυτόν.

― Πού να ξέρεις; Ναι, πού να ξέρεις, έχεις δίκιο: Να στο πω; Ναι, ναι, θα στο πω. Αποφάσισα για καλά τώρα να παντρευτώ!

― Μπα! ώρα καλή τότε.

― Ναι, ναι, ώρα καλή, έχεις δίκιο. Μα δε με ρωτάς ποια λέω να πάρω;

― Ε, σε ρωτώ, ποια λες να πάρεις;

― Ουμ, εδώ σε θέλω· αν μπορείς βρέτηνα!

― Πού ναν τη βρω εγώ! Μη θα πάρεις τη Χουλιάρενα;

― Τι λες, μωρή, τι λες! Για τι με πήρες να πάρω τη Χουλιάρενα; Εγώ να πάρω τη Χουλιάρενα!

― Ε, τότε ποια θα πάρεις;

Ο μπάρμπα Κόλιας γέλασε:

― Εδώ σε θέλω...

― Τι εδώ με θέλεις; Ξύλα, κούτσουρα! Άσε με να κάνω τη δουλειά μου...

― Να κάνεις τη δουλειά σου... Εγώ αν σε πάρω δε θα δουλεύεις...

Αυτή έβαλε τα γέλια.

― Γιατί γελάς;

― Σκουπίσου, μπάρμπα Κόλια!

Κείνη τη στιγμή ακούστηκε ο κύριος του νταμαριού να φωνάζει τη Ρηνιώ....

― Ρηνιώ, άντε γεια σου, έλα να πάρεις λίγο φυτίλι!

Αυτή άφησε τη δουλειά κι έφυγε γρήγορα.

Ο μπάρμπα Κόλιας άφησε το λοστό, έβαλε τα χέρια του πάνω απ΄ τα μάτια του σα να τον εμπόδιζε ο ήλιος και την κοίταζε που έφευγε...

― Ας στο διάολο και συ, είπε άμα την έχασε απ΄ τα μάτια του.

*

* *

Μόνος τώρα δούλευε χωρίς συντροφιά. Και ο ήλιος έδυσε. Πλησίασε η ώρα που θα σχολούσαν.

Ο αέρας πιο μυρισμένος ερχόταν τώρα, κι άκουσε κοντά του το βουητό μυριάδων εντόμων.

Το φαγωμένο απ΄ το λοστό και μπαρούτι βουνό άρχισε να βροντά. Πέτρες κυλούσαν με κρότο...

Ο μπάρμπα Κόλιας, αφού έριξε το φουρνέλο του, πήρε το λοστό του και τον έβαλε σε μια παραγκούλα. Ήταν αμίλητος, σκυθρωπός. Απέφυγε τους συναδέλφους του σαν νάχαν κάποια ασθένεια και τραβήχτηκε γρήγορα κοιτάζοντας εδώ και κει.

Και το αγεράκι ερχόταν γεμάτο μυρουδιές, μυρουδιές.

Ο μπάρμπα Κόλιας κάτι ζητούσε.

Ξαφνικά ταράχτηκε και τα μάτια του στηλωθήκανε σ΄ ένα μέρος.

Σε μια μεριά του λόγου, όχι πολύ ανηφορική και που ακόμα ο λοστός δεν την είχε πειράξει, διάκρινε δυο γυναίκες να μαζεύουν χόρτα.

Γρήγορα ο μπάρμπα Κόλιας μισοτρέχοντας διευθύνθηκε για κει. Είχε κάτι του ζώου του τετράποδου, του γέρικου, που πριν είχε δει να τρέχει πίσω απ΄ το νεαρό, κουρδισμένο φαίνεται απ΄ το μυρουδάτο αγέρι.

Όταν πλησίασε όμως δεν έκανε όπως θα έκανε το τετράποδο, σταμάτησε την ορμή του και βάδισε σιγά, στηριγμένος σ΄ ένα ραβδί, πούχε πάρει απ΄ την παραγκούλα.

Και πήγε κοντά τους. Του ερχόταν να ορμήσει αλλά...

Αυτές γύρισαν, τον κοίταξαν και ξακολούθησαν τη δουλειά τους.

Ο μπάρμπα Κόλιας στάθηκε κάνοντας ότι κοιτάζει το μάζεμα των χόρτων. Πήρε όμως το μάτι του πως άφηναν πολλά.

― Να, να αυτό κόψε, είπε στη μια δείχνοντας ένα χόρτο, είναι καλό...

Αυτή γύρισε, τον κοίταξε και τόκοψε.

Οι γυναίκες προχώρησαν πάρα πέρα. Μαζί κι αυτός να δείχνει χόρτα.

Αυτές όμως μίλησαν σιγά, κάτι είπε η μια της άλλης και τραβήχτηκαν απ΄ αυτόνα μακριά.

Θέλησε ο μπάρμπα Κόλιας πάλι να πάει κοντά τους αλλά τις είδε να παίρνουν δρόμο και να κατεβαίνουν το λόφο τρέχοντας.

Στάθηκε τότε και τις είδε που έφευγαν, που απομακρύνονταν βάζοντας τόνα χέρι πάνω από τα μάτια του. Και όταν επήγαν μακριά, μακριά:

― Ας στο διάβολο και σεις, είπε κατεβάζοντας το χέρι του.

Πήγε, όταν σκοτείνιασε σε μια ταβερνούλα και κάθησε μόνος. Αισθάνονταν νάναι όχι καλά. Ήπιε κρασί. Πάνω που έπινε ήρθε και ένας φίλος του γέρος και κάθησε κοντά του. Αν και θα ήθελε να μείνει μόνος, τον άφησε ή δεν τόλμησε να του πει να πάει αλλού. Δε μιλούσε όμως.

― Μα τι έχεις; τον ρώτησε ο φίλος του.

― Δεν είμαι καλά.

― Βεντούζες...

Δεν του απάντησε. Έμεινε με γυρτό κεφάλι.

Να όμως ξαφνικά μια φωνούλα, φωνούλα γυναικεία.

Μια νέα μπήκε μες στην ταβέρνα.

Ο μπάρμπα Κόλιας είχε ορθώσει το κεφάλι και την κοίταζε με μάτια που λίγο έλειπε να πετάξουν φλόγες.

― Ε, ε, Κόλια, τι κάνεις; άκουσε το φίλο του να του λέει, σε βλέπω το κορίτσι...

― Ε, και τι κάνω; ρώτησε αγριεμένος αυτός, δεν είμαι άντρας; Άντρας δεν είμαι;

― Τι άντρας είσαι, γέρος πες!

― Μπορεί νάμαι γέρος, μα είμαι πιο γερός απ΄ όλους τους νέους!

― Μπορεί, μα τα κορίτσια θέλουνε φρεσκάδα, δεν θέλουνε γέρικα προσώπατα. Έτσι τόκανε ο θεός.

― Ο Θεός; έκανε αγριεμένα ο Κόλιας. Ο Θεός δεν ήξερε τι έκανε για μας! Και γιατί δεν τόκανε και για τα γαϊδούρια και γιατί δεν τόκανε και για τα σκυλιά;.-

Από το περιοδικό Λογοτεχνική Επιθεώρηση.

 

αρχή

 

Η ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ

 

 

Η λατέρνα έπαιζε τώρα ένα χορό τούρκικο και οι περισσότεροι είχανε σηκωθεί και χορεύανε με τα χέρια ριγμένα ο ένας στον ώμο του άλλου. Ο αδύνατος με τον ζακέ τον πρασινισμένο, νέος, στη μέση κι αυτός, πηδούσε χωρίς να ξέρει διόλου απ’ αυτό το χορό και προσπαθούσε να κάνει τα βήματα, που έκαναν οι συντρόφοι του. Οι άλλοι, ο νέος με τα μαύρα ρούχα και ο κοντός με τα γενάκια, που είχε υπηρετήσει στο Γαλλικό στρατό, στην ξένη λεγεώνα και είχε και μετάλλιο, έμεναν στις θέσεις των και κοίταζαν. Κοντά τους η νέα που λεγότανε Γραμματική, ωχρή, μικρόσωμη, ίσαμε δεκατεσσάρων χρόνων, αν και φαινόταν ακόμα μικρότερη. Προ ολίγου είχε κλάψει στην ενθύμηση της πριν ζωής της, της καλής. Και μαζί είχε πει, στους νέους φίλους της, πως τ΄ όνομα Γραμματική δεν ήταν τ΄ όνομά της, αλλιώς τη λέγανε, αυτό της το ’χανε δώσει κει μέσα οι γυναίκες. Δεν τη βγάλανε ούτε Αφροδίτη, Άρτεμη, ούτε Αρετή, ονόματα, που συνηθίζουνε να δίνουν, αλλά Γραμματική. Και η αιτία ήταν που ήξερε γράμματα, ήταν γραμματισμένη.

Ο πρώην στρατιώτης της λεγεώνας όλο ψιθύριζε όταν την κοίταζε.

- Τόσο μικρή!

Πρωτύτερα είχε πει, σαν κοσμογυρισμένος που ήταν, πως στη Γαλλία η αστυνομία δεν παγαίνει ποτέ τόσο μικρά κορίτσια σε τέτοια μέρη. Αυτό το βεβαίωσε κι ένας εμποροπλοίαρχος νέος, που χόρευε τώρα μαζί με τους άλλους. Ο μαυροντυμένος νέος κοίταζε το γλυκό, ωχρό προσωπάκι της νέας με συμπάθεια, αλλά κι αυτής τα μάτια συχνά πέφτανε πάνω του, τον κοίταζαν και μάλιστα όταν αυτός δεν την έβλεπε.

Και ο χορός ξακολουθούσε. Τώρα μάλιστα είχε ανακατευθεί και το ντέφι με τα ζίλια, που χτυπούσανε χτυπούσαν. Το ’παιζε ένας αδύνατος ψηλός με μαλλιά μαύρα στιλπνά, μακριά ίσαμε τα φρύδια, χωρίς σακάκι και με παντούφλες κεντητές στα γυμνά του, χωρίς κάλτσες πόδια. Και οι χορευτές δίπλωναν, ξεδίπλωναν τα πόδια τους, χτυπούσαν τις πλάκες, πηδούσανε.

Οι γυναίκες γύρω άλλες καθισμένες πάνω σε τραπέζια, άλλες σε καθίσματα κοιτάζανε, με σηκωμένα τα κοντά τους φουστάνια και ανοιχτά πόδια. Κάλτσες κόκκινες, άσπρες, γαλάζιες, όλα τα χρώματα ήταν εκεί. Πιο πέρα λίγο απ΄ τους δυο νέους και την ωχρή κόρη, είχε καθίσει μια παρέα απ’ αρκετούς. Όλοι κακοντυμένοι και με κούκους, κασκέτα και παλιές ρεπούμπλικες. Ο εμποροπλοίαρχος τούς γνώριζε. Ήταν όλοι κλέφτες του λιμανιού όπου δεν αφήναν σχοινί, αλυσίδες, κλέβανε στάρι, ξύλα, σωστοί λύκοι πεινασμένοι γινόντουσαν όταν η νύχτα ερχόταν. Χωρίς να φωνάξουν καμιά απ’ τις γυναίκες, που ξαπλωμένες ήτανε στα καθίσματα και πάνω στα τραπέζια, δείχνοντας προκλητικά ίσαμε το γόνι τα πόδια τους με τις χρωματιστές κάλτσες, είχαν καθίσει κι έριχναν λαίμαργες ματιές στην ωχρή κόρη, που καθότανε με τους καλοντυμένους νέους.

- Έ, έκανε, μετά αρκετή σιωπή, ένας απ’ αυτούς, αδύνατος, μαυριδερός, άδικα την έχουνε! Ακόμα δεν της δώσανε άδεια να δέχεται!

- Ας είναι... είναι κομματάκι... σαν αριστοκράτισσα! είπε ένας άλλος κίτρινος μ’ ένα μεγάλο σημάδι στο μάγουλο.

- Λένε πως ήτανε από καλή φαμίλια!

- Μα κι εγώ γι΄ αυτό τη θέλω!

- Καλά, ρε τσιφούτη, θέλε τη! Γιά δεν κοιτάτε! Δεν ξεκολλά απ’ τους λιμοκοντόρους! είπε ένας ψηλός, ένας ανθρωπάρας με ώμους πλατιούς πολύ.

- Μωρέ, για να ’χε άδεια και θα ’βλεπες αν θα τους την άφηνα!

- Και τι θα ’κανες;

- Τι θα ’κανα; Θα τους την έπαιρνα!

- Γεια σου, ρε λεβέντη! Και νομίζεις συ, πως αυτοί έτσι θα μένανε; Θα σε φοβούντουσαν και θα σου λέγανε – Ορίστε τη; Θα σου ρίχνανε, φουκαρά μου! Ούτε ψύλλος στον κόρφο σου!

- Εμένα;

- Γιατί τους βλέπει με κολάρα και καλά ρούχα.

- Εγώ;

- Σώπα, ρε Αμερόληφτε, και το παράκανες σήμερα με τις παλικαριές σου!

- Εγώ, εγώ!

- Ναι, συ!

- Βρε θα σου ρίχνανε!

- Μα για σταθείτε, δε λέει τάχα καλά; Για τους λιμοκοντόρους.

- Να κι ο Λεμάς, που λαβαίνει το λόγο.

Κάτι λόγια είπαν ακόμα και ξαφνικά αρπαχτήκανε. Άλλοι μπήκανε στη μέση να τους κρατήσουν.

- Άσε με!

- Στάσου!

Τα καθίσματα πέσανε, ποτήρια, φλιτζάνια σπάσανε. Οι γυναίκες φεύγανε με φωνές, αφήνοντας, πολλές, τα χρυσωμένα πασουμάκια τους, φεύγανε με τις κάλτσες, οι άντρες βγαίναν έξω. Ο λατερνοπαίχτης και ο βοηθός του, συνηθισμένοι από τέτοια, σταθήκανε περίεργοι.

Σε μια σπρωξιά μεγάλη ο Αμερόληφτος κυλίστηκε κάτου και τα μεγάλα πόδια του ανθρωπάρα τον πατούσανε.

- Η φρουρά!

Στο βάθος της μεγάλης αυλής λόγχες λάμψανε στο μισοσκοτάδι. Οι αλάνηδες χωρίσανε. Ο ανθρωπάρας κρατούσε μια λουρίδα ενός ρούχου στα χέρια του και δεν ήξερε τίνος είναι. Είδε τον Τσιφούτη πέρα λίγο να στέκεται και να βλέπει το ’να χέρι του που βρέθηκε με μόνο σχεδόν την άσπρη ριγωτή φόδρα, σχισμένη κι αυτή, ενώ το ύφασμα, το περισσότερο, είχε χαθεί.

Ο νέος με τα μαύρα πήγε και την άλλη βραδιά κει ζητώντας να δει τα νέα. Αλλ’ είδε έξω απ΄ το καμαράκι της, στην αυλή, πλήθος να στέκεται, κόσμος, αλήτες, εργάτες του λιμανιού, ναύτες. Κείνη τη στιγμή η πόρτα άνοιξε και φάνηκε να βγαίνει κάποιος και πίσω αυτή. Θέλησε να κλείσει, αλλά το πλήθος δεν την άφησε. Ένας ναύτης ψηλός πολύ, ένας γίγας, μπήκε μπρος, υψώθηκε πάνω απ΄ όλους, την άρπαξε σπρώχνοντάς την μέσα και με ορμή έκλεισε την πόρτα.

Ο νέος έφυγε, ενώ το πλήθος, ένα σωρός σαράντα ή πενήντα μαγκλαράδων, ούρλιαζε, ούρλιαζε και σπρωχνόταν έξω απ΄ την κλειστή πόρτα.-

«Ο Νουμάς, Εφημερίς πολιτική κοινωνική φιλολογική»

Τόμος 14, Τεύχος 600 (1916), σελίδες 274-275

 

αρχή

 

Η ΠΑΡΕΛΑΣΗ

 

 

Ο γέρο Φαρούγκας ανέβηκε με κόπο και βογκώντας την παλιά, ξυλένια σκάλα, πούτριξε σα να βογκούσε κι αυτή, και βρέθηκε πάνω στην τραπεζαρία.

Μια λάμπα κρεμαστή φώτιζε, κ΄ ένας γάτος άσπρος καθότανε στο τραπέζι πάνω.

Πέταξε το καπέλο του στον καναπέ και είπε δυνατά:

— Μα τι διάολο, όλοι χαθήκανε;

— Τώρα, τώρα, άκουσε από μέσα τη φωνή της γυναίκας του.

— Τώρα, τώρα! Μα τι θα πει, τώρα, τώρα;

Είδε το γάτο πούχε σηκωθεί και τεντωνόταν.

— Α στο διάολο, και συ! έκανε και κινήθηκε να τον χτυπήσει.

Ο γάτος γρήγορος, πήδησε απ΄ το τραπέζι κ΄ έφυγε.

Κείνη τη στιγμή παρουσιάστηκε η γυναίκα του:

— Κι ήρθες πάνω στην ώρα, του είπε· σε λίγο θα είναι έτοιμο το φαΐ.

— Θα είναι έτοιμο το φαΐ, το φαΐ!

— Μα τι έχεις πάλι; Τι κάνεις έτσι;

— Τι κάνω έτσι; να έτσι κάνω!... Πούναι αυτό το βρωμοφαΐ;

— Μια στιγμούλα, χριστιανέ μου, κάτσε κι έφτασε.

Κούνησε το κεφάλι του, ενώ η γυναίκα του έφευγε.

— Α, δε σου είπα, του είπε αυτή γυρίζοντας. Έχουμε μια μποτίλια κρασί απ΄ του Θούρμπα. Μου τόβαλε σε δικιά του μποτίλια. Είχα πάει στην Κυριακούλα και καθώς περνούσα το πήρα. Αυτή μου το σύστησε, παίρνουνε απ΄ αυτόνα.

— Πού είναι;

— Νάτη.

Αυτός γύρισε και την είδε πάνω στο παράθυρο.

— Θα το δούμε, μουρμούρισε.

Και πήγε σιγά και την πήρε.

— Σα λίγο μου φαίνεται! ξίκικο είναι, βάζω στοίχημα! είπε. Για φέρε τη δικιά μας μποτίλια με το σημάδι.

— Ναι, ναι!

Και η γυναίκα του έφυγε.

Περπάτησε αυτός, αφήνοντας τη μποτίλια πάνω κάτω. Άκουσε έξω μια φωνή να τραγουδεί.

— Σκασμός! είπε.

Του φάνηκε σε λίγο, πως η γυναίκα του αργούσε.

— Ακόμα; φώναξε.

— Μια στιγμούλα ντε, μια στιγμούλα. Είχε μια μύγα μέσα! Οι καταραμένες παντού τρυπώνουνε!

— Στο διάολο οι μύγες, στο διάολο! είπε αυτός. Μα τι διάολο τις έκανε ο Θεός;

Και κινήθηκε θυμωμένος.

Στο παράθυρο είδε δυο μύγες, μια στον τοίχο και μια στο ξύλο του παραθύρου. Άρπαξε ένα σίδερο, που βρέθηκε κει, και πλησίασε να τις σκοτώσει. Η μια ούτε κινήθηκε, ναρκωμένη απ΄ το κρύο της νύχτας, που ήτανε λίγο δυνατό, η άλλη χαμήλωσε μόλις ένιωσε το σίδερο από πάνω της. Του φάνηκε σαν άνθρωπος που θέλει να προφυλαχτεί, και την άφησε.

— Στο χαρίζω, της είπε, γιατί έκανες έτσι... Αν και...

— Μα τι έχεις; μόνος σου μαλώνεις τώρα;

Η γυναίκα του είχε φανεί στην πόρτα κρατώντας μια μποτίλια ανάποδα για να τρέξει και η τελευταία σταγόνα του «πιοτού των γαϊδάρων», όπως έλεγε ο άντρας της το νερό.

— Νάτη!...

— Έλα ντε!...

Η γυναίκα του πήρε τη μποτίλια απ΄ το τραπέζι, και με προσοχή άρχισε να μεταφέρνει το κρασί στην άλλη, τη δικιά της με το σημάδι, έχοντας από κάτω ένα πιάτο.

Αυτός σιωπηλός την κοίταζε.

— Πωπώ! έκανε η γυναίκα του.

— Ξίκικο, ε; ρώτησε αυτός, για να δω!

Και πήρε απλώνοντας το χέρι πάνω απ΄ το τραπέζι τη μποτίλια.

— Βρε τον άτιμο, είπε. Ένα ποτήρι σωστό! Ε, τον κλέφταρο! Μα δε σου είπα, έκανε κουνώντας το χέρι του και πηγαίνοντας κοντά στη γυναίκα του, τι θέλεις σ΄ αυτούς τους κλεφταράδες να πηγαίνεις, τι θέλεις; Α, τον κλέφταρο! Μα αύριο θα πάω απ΄ εκεί και θα σου τον κάνω να μην ξέρει πού να σταθεί... Βρε άτιμε, θα του πω, βρε άτιμε, θεομπαίχτη, κλέβε με όταν έρχομαι δω, κλέβε με, και όχι στο σπίτι που θέλω να πιω λιγάκι και να το νιώσω! άτιμε άνθρωπε, τιποτένιε, θεομπαίχτη, κλέφταρε, στο διάολο!... φτου!... παλιάνθρωπε!

— Μα στάσου, καημένε, τι φταίω γω και με γέμισες σάλια! του είπε η γυναίκα του, σκουπίζοντας το πρόσωπό της. Σε μένα τα λες;

— Είναι άτιμος, γυναίκα, ο κόσμος, άτιμος είναι!

— Καλά, καλά, το ξέρω. Κάθισε τώρα να πάω να δω το φαΐ.

Κάθισε κοντά στο τραπέζι περιμένοντας.

Πολλά του ήρθανε στο νου, αλλά τίποτα δε στάθηκε, δεν είχε όρεξη να τα σκεφτεί. Αλλά πώς, πώς τώρα, μια ενθύμηση μακρινή, του ήρθε, πρόσωπα χαμένα από καιρό πολύ, παρουσιάστηκαν. Κι είδε πάλι το παλιό του γραφείο, το σπίτι το παλιό, που δεν υπήρχε πια σήμερα, γιατί είχε γκρεμιστεί, και μια νέα οικοδομή, όλο μάρμαρο, είχε υψωθεί στη θέση του. Τόδε το γραφείο του, όπως ήτανε με το σιδερόφραχτο παράθυρο, τα σάπια σανίδια του, εδώ κι εκεί μπαλωμένα, και τον τοίχο το φουσκωμένο, το γδαρμένο. Κι είδε και τους παλιούς συναδέλφους δικαστικούς κλητήρες, που μαζί είχαν το γραφείο.

Ο ένας με κάτι γένια ψαρά και με γεμάτο το στήθος, τα χέρια, από εικόνες, με σύμβολα, απ΄ εκείνα που κάνουν ή έκαναν στις φυλακές. Είχε όμως και κάνει χρόνια πολλά στη φυλακή. Ήταν πάντα εύθυμος και ψεύτης τρομερός. Ποτέ του δεν έλεγε την αλήθεια. Μα και κανείς πια, και αλήθεια αν έλεγε, δεν τον πίστευε. Όταν ακόμα, τον ρωτούσε κάποιος, πού κάθεται ο τάδε, αν και τόξερε, θα τον έστελνε στην άλλη άκρη της πόλης. Πάει όπως κι αυτός μ΄ όλα του τα ψέματα! Ο άλλος με γένια μακριά, φτωχός, μπεκρής, και με πάντα ανοιχτό το στήθος, που άφηνε έτσι να φαίνεται ο χοντρός του λαιμός με κάτι νεύρα σα σχοινιά. Και ο τρίτος ένας ψηλός, γίγας, που σπάνια μιλούσε...

Άλλος φάνηκε στο νου του Φαρούγκα. Κι ήταν κι αυτός δικαστικός κλητήρας κοντός-κοντός, αδύνατος, με μια φωνή ψιλή, ψιλή. Κάθε μέρα σχεδόν περνούσε απ΄ το γραφείο τους, για να τους δει.

Και θυμήθηκε ο γέρο Φαρούγκας ένα μεσημέρι, που καθώς μόνος έτρωγε συκωτάκια, μπήκε ο κοντούτσικος συνάδελφός του και μόλις είδε το φαΐ όρμησε αρπάζοντας ένα σηκωτάκι με το χέρι. Αλλά με μιας τ΄ άφησε φωνάζοντας — Κάβει, κάβει!... Από τότε τα παιδιά ενός ταβερνιάρη, που κάτω απ΄ το γραφείο είχε το κρασοπουλειό του, κι ετύχανε νάναι, στην πόρτα του γραφείου, τον βγάλανε «Κάβει, Κάβει!». Πάει κι αυτός! Πάει και το : Κάβει, κάβει!...

Άλλοι ήρθανε στο νου του, άλλοι χαμένοι, δυο αδέλφια χαλβατζήδες. Ο ένας είχε σκυλιά γιατί έκανε τον κυνηγό. Χοντρός, φαλακρός. Ένας ταβερνιάρης παχύς, άλλος με κομμένα λίγο τα χείλια, και κοντά απ΄ αυτούς άλλοι, άλλοι, πλήθος, παρουσιάζονταν, έβγαιναν, μια σωρειά ανθρώπων λησμονημένων, σε μια γραμμή ατελείωτη, έβγαιναν, έτσι του φάνηκε, από ένα σκοτάδι, για να χαθούν πάλι μέσα σ΄ αυτό.

— Πωπώ! έκανε ο Φαρούγκας. Και δε φαίνεται τίποτα, σα να μη χάθηκε κανείς! Αλλοίμονο...

Έμεινε με σκυμμένο το κεφάλι και κουνώντας το σιγά.

Η γυναίκα του μπήκε:

— Έτοιμο! είπε.

Έστρωσε τραπέζι, έφερε πιάτα, το φαΐ και κάθισε κι αυτή.

Φάγανε σιωπηλοί σχεδόν.

Ο γάτος ο άσπρος, που είχε καθίσει σε μια καρέκλα, δίπλα στη γριά, κάποτε σηκωνόταν και ακουμπούσε τα μπροστινά του πόδια στο τραπέζι, παρουσίαζε τη χοντρή κεφάλα του.

— Έλα, κάτω, ύστερα!... Έχε υπομονή!... τούλεγε η γριά και τον κατέβαζε.

Στο τέλος η γριά ρώτησε το Φαρούγκα:

— Για κείνα τα οικόπεδα, δε μούπες;

— Α, ναι... Ε, να, θα τα πουλήσω, τ΄ απεφάσισα! Τι ναν τα κάνω;... Σκέφτηκα να χτίσω ένα μαγαζάκι σαν κείνο της γωνιάς...

— Α, ωραία...

— Ωραία κι ωραία!...

Η γριά ετοιμαζότανε να σηκωθεί, όταν θυμήθηκε:

— Μα δε σούπα τ΄ όνειρό μου, του είπε.

— Δε μου τόπες, για λέγε το!

— Είδα τη μάνα σου απόψε!

— Τη μάνα μου! Και πώς την είδες;

— Είχα χρόνια ναν τη δω... Την είδα μέσα σ΄ ένα παλιό σπίτι, σαράβαλο! και κοιμότανε πάνω σε καναπέ... Σα νάταν και η αδελφή σου η μακαρίτισσα εκεί!... Και ξύπνησε η μάνα σου και μου λέει: Έλα βοήθησέ με να γυρίσω κι απ΄ τ΄ άλλο το πλευρό! Κουράστηκα απ΄ αυτό! Και σα να πολεμούσε να γυρίσει. Και τη βοήθησα και γύρισε... Τι νάν΄ αυτό;

Ο γέρο Φαρούγκας κουνούσε το κεφάλι του, τραβούσε το μουστάκι του, τόφερνε στο στόμα.

— Μα για πε μου!...

— Τι να σου πω; Αν είναι τόνα πλευρό, που κουράστηκε, ο αδελφός μου ο μακαρίτης, και τ΄ άλλο...

— Κουνήσου απ΄ τη θέση σου! Άκου τι λέει... Τίποτα δεν είναι! Όνειρα... Τα όνειρα φαντάσματα τα λένε!

Και αφού είπε ακόμα λίγα για τα όνειρα, πήρε τα πιάτα κι έφυγε φωνάζοντας το γάτο.

Ο γέρο Φαρούγκας θέλησε να καπνίσει, αλλά, μετά δυο-τρεις ρουφηξιές, τόσβυσε το τσιγάρο του. Δεν είχε όρεξη για κάπνισμα, ενώ άλλοτε έκανε σα μανιακός.

— Έχεις ετοιμάσει μέσα; ρώτησε τη γυναίκα του που μπήκε, για να πάρει κι άλλα πράγματα.

— Μα τι! θα κοιμηθείς από τώρα;

— Ναι, θέλω να ξαπλώσω!

— Έτοιμα είναι, πήγαινε...

Ο γέρο Φαρούγκας σηκώθηκε και μπήκε στο δωμάτιο.

Ένα φως μικρό έκαιε πάνω στο παλιό κομό.

Γδύθηκε και πλάγιασε. Και όταν βρέθηκε πλαγιασμένος, κοίταξε το ταβάνι, τις πόρτες, το παράθυρο, το κομό με τον καθρέφτη και τα μικροπράγματα που είχε επάνω, έπειτα το κρεβάτι της γυναίκας του, που ήτανε στην άλλη άκρη, και τα μάτια του υγράνθηκαν...

Την άλλη μέρα, βλέποντας η γυναίκα του πως αργούσε να σηκωθεί, πήγε να τον ξυπνήσει. Έβαλε όμως τις φωνές, που σήκωσε τη γειτονιά στο πόδι.

Ο γέρο Φαρούγκας είχε μπει κι αυτός μέσ’ στη γραμμή την ατελείωτη, πούχε χαθεί στο άπειρο σκοτάδι.-

Από τη συλλογή Είκοσι διηγήματα (1924), σ. 49-56.

 

 

αρχή

 

Η ΠΑΡΑΙΣΘΗΣΗ

 

Η βροχή μας είχε κλείσει σ΄ ένα μαγαζάκι. Ώρες μέναμε κει και μιλούσαμε. Είχαμε πει πολλά και πολλά, κι έπειτα χωρίς να μιλούμε κοιτάζαμε τη βροχή, που λεπτή, μονότονη έπεφτε και σα να τσιμπούσε τ΄ απλωμένα νερά.

Και δεν ήταν κανείς άλλος στο μαγαζάκι, από μας. Ο μάγερας μαγέρευε και πίσω του, στον τοίχο άπειρες μύγες είχαν καθήσει. Νόμιζες πως ήταν κεντημένος, ή νάχαν απλώσει κάποιο βέλο με βουλίτσες μαύρες.

Η σιωπή μας δεν κράτησε πολύ. Ο Σαμούλης μίλησε:

— Είπαμε πριν, είπε, για όνειρα, για τα σκυλιά, που ουρλιάζουν, όταν πρόκειται να πέσει κάποιο κακό στο σπίτι, που μένουν. Και πολλές φορές και για γειτονικά, ή συγγενικά. Αλλ΄ εγώ θα σας πω τώρα, και πως ζώα άγρια, πουλιά, όρνεα, κλαίνε, θρηνούν όταν είναι να πέσει στον τόπο που ζουν από χρόνια, στην πατρίδα τους, κάποια συμφορά μεγάλη!...

Ήτανε Σεπτέμβριος του 16. Ένα βράδυ κλεισμένος στο δωμάτιό μου έγραφα. Η ώρα ήταν περασμένη. Είχα βαλθεί να τελειώσω κι ας μ΄ έβρισκε και το ξημέρωμα.

Είχα, λοιπόν, βυθιστεί στο γράψιμο, ή σε κείνο που έγραφα, όταν ξαφνικά μέσ΄ στην ησυχία της νύχτας, ακούω μια φωνή, ένα κλάμα έξω, κομμένο σαν κλάμα γυναίκας, γριάς. Προπάντων γριάς, αυτή την εντύπωση μούκανε.

Ακροάστηκα καλά. Ναι, ναι, ήταν ένα κλάμα κομμένο ή που κοβόταν, γεμάτο πόνο, ένα παράξενο όμως, κλάμα κι απαίσιο μαζί!

— Μα τ΄ είναι αυτό! είπα.

Το κλάμα ξακολουθούσε μες στην ησυχία της νύχτας.

Με φρίκη πέταξα την πέννα, και αρπάζοντας ένα μπαστούνι χοντρό, χωρίς να ξέρω γιατί, βγήκα στην αυλή.

Μα ήτανε σα να θρηνούσε κάποια γριά στρίγγλα καθισμένη κάπου κει κοντά...

Η σελήνη φώτιζε δυνατά κυκλωμένη από σύννεφα. Και μες στο σπίτι ησυχία, στ΄ άλλα δωμάτια. Κανείς δε φαινότανε νάχε ακούσει τίποτα.

Το κλάμα πιο δυνατό ακουγόταν. Και όπως σας είπα, ήτανε σαν εκεί κοντά, σε κάποια μεριά, να καθόταν γριά μάγισσα, κακιά γριά και μάντισα κακών νάκλαιγε, ν’ άφηνε φωνή πόνου μεγάλου.

Όρμησα έξω, στο δρόμο. Αλλά μόλις επρόβαλα απ΄ τη σκιά του σπιτιού και φωτίστηκα απ΄ το φως της σελήνης, μια φωνή αλλιώτικη, φόβου άγρια, ακούστηκε να βγαίνει από κει κοντά.

Ύψωσα το ξύλο. Τίποτα δεν είδα.

— Μα τι είναι αυτό! είπα. Μην είναι νυχτοπούλι, κουκουβάγια;

Προσπάθησα να δω στα κεραμίδια των αντικρινών σπιτιών, ενός μάλιστα, χαμηλού πολύ, που ήταν και σε κατηγοριά και όπου μου φάνηκε πως βγήκε η φωνή.

Τίποτα, τίποτα. Το φως της σελήνης φώτιζε καλά τα κεραμίδια.

Και η φωνή είχε πάψει.

Ένα σκυλί ερχότανε γρήγορα, μαύρο, γνωστό μου, με τη μύτη κάτω και την ουρά μαζεμένη. Και μπήκε μέσα στο αντικρινό σπίτι από μια τρύπα.

Έκανα να μπω μέσα, όταν ακούω φωνές πολλές, όμοιες με κείνη, από παντού, απ΄ το λόφο του Φιλοπάππου, απ΄ τους αντικρινούς λόφους, απ΄ τα χωράφια, από παντού, όλες να κλαίνε, να θρηνούν!

— Μα τι σημαίνει αυτό; ρώτησα τον εαυτό μου.

Αισθανόμουν ότι κάτι κακό σήμαινε.

Την άλλη μέρα το διηγήθηκα αυτό σε ένα γέρο γνωστό μου, ένα γέρο δάσκαλο.

Τ’ άκουσε με προσοχή και μούπε έπειτα:

— Μην είναι η γλαύκα των Αθηνών, και αυτή θάναι, κι έκλαιγε για κάποιο κακό μεγάλο, μεγάλα κακά, που θα πέσουν στην Αθήνα και στην Ελλάδα;.-

Από τη συλλογή Είκοσι διηγήματα (1924), σ. 86-88

 

αρχή

 

ΚΑΙ ΚΑΝΕΝΑ ΚΑΛΟ!

 

 

Οι λίμες δουλεύανε, δούλευαν αφήνοντας στριγγές φωνές, οι ρόδες γυρίζανε, τα λουριά ανεβοκατέβαιναν και ο κρότος της μεγάλης σφύρας βαρύς έπεφτε μέσα στους μικρούς κρότους των σφυριών.

Ο Μαμούλης διόρθωνε σφήνες καλουπιών για κρεβάτια, αλλά και δεν μπορούσε πια να προσέξει σ' αυτές καλά, γιατί τα λόγια του γείτονα του με τα κατσαρά μαλλιά, που του είπε για τον εργοδηγό, γυρίζανε στο νου του και τα ένοιωθε σαν κάτι κακό να του ετοιμάζανε.

- Βλέπεις; άκουσε σαν κάτι να του μίλησε μέσα του ξαφνικά, ανάγκη! Πώς σου φαίνεται αυτό; Η ανάγκη! Αυτή σε κάνει και πατείς όρκους, έχθρας, όλα, και να τρέχεις! Και συ μη δεν είσαι όμοιος μ’ αυτόν εκεί;

Και θυμήθηκε πώς όταν, προ ημερών, είχε περάσει ο Λαούδας απ' το σπίτι του να του πει να πιάσει δουλειά, η γυναίκα του τον είχε περιποιηθεί πολύ, και αυτός, αν και ζηλιάρης, δε θύμωσε που μιλούσαν, γελούσαν. Τώρα τα θυμάται με τρόμο.

- Μ' όλη την έχθρα, που είχες στο Λαούδα, ήρθες στα τέσσερα όταν σε προσκάλεσε και πάει καταδιαβόλου και ο όρκος και τα τόσα, που έλεγες! Εργασία, ησυχία! Όταν σε είχε πετάξει στο δρόμο; Ας αφήσουμε τι είχε κάνει στον φουκαρά τον πατέρα σου! Και συ και συ! Θα πάει και όταν είναι μόνη! Πώς τα δέχτηκε αυτός ο άλλος και τον έκανε εργοδηγό; Μη δεν άκουσες; Μια φορά ήτανε τίμιος άνθρωπος! Ίσως και να του άρεσε και γι αυτό σου έδωσε δουλειά! Τι θα κάνει αυτή, στην ανάγκη, στον αφέντη; του έλεγε η φωνή.

- Όχι! του ήρθε να φωνάξει με δύναμη και να ζητήσει κάτι να συντρίψει, αφού αυτό, που του τα έλεγε, βρισκότανε κρυμμένο μέσα του, αλλ' η παρουσία του κατσαρομάλλη τεχνίτη και των άλλων τον εμπόδισε. Έφερε με το νου του το πρόσωπο της γυναίκας του και το είδε, όπως ήτανε, μαραμένο απ' τη δυστυχία με τα μάτια λυπημένα, αλλά και πάλι δεν επίστεψε.

- Θα την σκοτώσω! σκέφθηκε.

- Και άλλοι πολλοί το είπανε! πάλι η φωνή.

Και οι λίμες ξακολουθούσανε να τρώνε το σίδερο με στριγγές, κάποτε, φωνές, σαν από ευχαρίστηση, μανία, και οι εργάτες να σιγομιλούνε μεταξύ τους. Και μόνος ο Μαμούλας σκυμμένος στη δουλειά του φαινότανε σ’ αυτή προσηλωμένος, χωρίς να βγάζει μιλιά, ενώ μέσα του ομως είχε ανάψει τρομερή, μανιακιά κουβέντα με τον εαυτό του, που του έλεγε, του έλεγε χίλια δυο, όλα κακά και κανένα καλό!

---

Πάνω στην ορμή της δουλειάς ένα σφύριγμα ξεπετάχτηκε. Μεσημέρι. Οι λίμες πάψανε να φωνάζουν, ο κρότος των σφυριών.

Ο Μαμούλας παράτησε τα καλούπια, πήρε και έβγαλε με βία απ' το μαντίλι το ψωμί του, ξετύλιξε και ένα χαρτί, που είχε τυρί, πετώντας το χαρτί μακρυά, έπειτα κάθησε σα θυμωμένος σε μια χελώνα μαντεμιού, που μισοβυθισμένη βρισκότανε στο κατάμαυρο, λασπερό χώμα, και άρχισε να τρώει, μασώντας νευρικά, γρήγορα, μη θέλοντας να ακούσει πια τις σκέψεις του.

Άκουσε τη γκαζομηχανή να δουλεύει μόνη, ελεύθερη και φωνές παιδιών.

Ξαφνικά όμως ταράχτηκε.

Στον αέρα μια εικόνα, μια ζωγραφιά είδε να φανεί..

- Άλλο τούτο! έκανε και σηκώθηκε.

Αλλ' είδε πάλι τη ζωγραφιά, τη γυναίκα του στην αγκαλιά του Λαούδα.

- Άλλο τούτο, άλλο τούτο πάλι!.. έλεγε περπατώντας γρήγορα μέσα στο χώρισμα. Αλλ' η ζωγραφιά ήταν εκεί, εκεί γύριζε, όπου και αν στρεφόταν, όπου και αν έρριχνε το βλέμμα.

- Θεέ μου τι είναι αυτό, τι είναι αυτό; είπε και στάθηκε στη μέση μη ξέροντας πού να ρίξει τη ματιά του ζαλισμένος.

Και ενώ ένοιωθε, έβλεπε ότι αυτός ο ίδιος την έφκιαχνε, δεν μπορούσε να την πάψει σαν κάτι άλλο επαναστατημένο μέσα του, και που ήθελε κάτι κακό να του κάνει, να την έφκιαχνε...

Και ζητούσε να αποφύγει, να μη δει, να μη δει, αλλά για μια στιγμή πήγε ενάντια και πρόσεξε·

- Να, να!.. έκανε κόκκινος, αγριεμμένος.

Αυτή, η γυναίκα του, λιγωμένη απ' την ηδονή στην αγκαλιά του Λαούδα του έδινε τα χείλια της...

- Να συνηθίσεις!. Άκουσε μέσα του τη φωνή.

Έβγαλε ένα μουγκρητό και αρπάζοντας μια λίμα ώρμησε πάνω τους.

- Θα σας πιω το αίμα! φώναξε χτυπώντας το αέρα μανιακά.

Ο κατσαρομάλλης γείτονας του φάνηκε στην είσοδο.

- Τι τρέχει ; Τι έπαθες ; ρώτησε.

Αυτός είχε συνέρθει και δικαιολογηθήκε. Κάτι θυμήθηκε και τον πήρε ένας θυμός...

Ο μάστορας με τα κατσαρά μαλλιά έφυγε μασώντας και με το ψωμί στο χέρι. Ο Μαμούλης έμεινε τρέμοντας και μη ξέροντας πού να ρίξει τη ματιά του, ενώ ιδρώτας έσταζε απ' το μέτωπό του.

- Τι είναι αυτό, τι είναι αυτό που έπαθα, θεέ μου, τι είναι αυτό! έλεγε.

---

Ίσαμε το βράδυ, που σχόλασε, η ζωγραφιά τον βασάνισε. Και δούλευε, δούλευε, ενώ η ζωγραφιά ήταν εκεί, όπου έπεφτε η ματιά του, πάνω στον πάγκο, στον τοίχο, στα εργαλεία, στο χώρισμα, παντού. Και με δυσκολία, πολλές φορές, κρατιόνταν από του να φωνάζει, να ορμήσει, ενώ ίδρωνε, έπασχε.

Είχε και μικρές διακοπές, αλλά πολύ μικρές και πάλι νάτην η αέρινη ζωγραφιά, να την! σε πολλές, πολλές στάσεις, όλες ηδονικές, λάγνες.

Και για γιατρικό δεν εύρισκε άλλο παρά να φύγει, άμα ερχόταν η πληρωμή, να φύγει απ' το εργοστάσιο του Λαούδα και ας ψοφούσε και απ' την πείνα.

Είχε και πιστέψει πως αυτό, που πάθαινε, ήτανε τιμωρία για τον όρκο, που πάτησε και δεν εκδικήθηκε τον εχθρό του πατέρα του, τον τύραννό του, αλλ' είχε δουλέψει και δούλευε ακόμα σ' αυτόν.

---

Την άλλη μέρα έφυγε πιο νωρίς, απ' τις άλλες μέρες, απ' το σπίτι του. Και έφυγε ήσυχος. Η ζωγραφιά εκείνη δεν τον είχε, παράδοξα, ενοχλήσει στο σπίτι του.

Και ήταν ένα ωραία πρωί του Απρίλη με τον ουρανό καθαρό, χωρίς ίχνος σύννεφου και με τον ήλιο να βγαίνει λαμπρός πίσω απ' το γαλήνιο βουνό. Χελιδόνια, χελιδόνια πλήθος περνούσανε γρήγορα και σα να βουτούσανε στον αέρα, και μόνο η θάλασσα πέρα κουνιότανε ταραγμένη αφρίζοντας.

Στο εργοστάσιο έφθασε όταν άρχιζε ένα κοντινό μεγάλο υφαντήριο να σφυρίζει βραχνά, βραχνά προσκαλώντας τους εργάτες του.

Τρεις τεχνίτες μέσα βάζανε σε κίνηση την γκαζομηχανή, που, κείνη τη στιγμή, είχε αρχίσει να τρέχει, χωρίς λουριά, με ορμή σα δυνατό πουλάρι ξεκούραστο, που τρέχει και κλωτσά μαζί.

- Θα στρώσει; Έκανε ο ένας, που ήταν ο κατσαρομάλλης, ρίχνοντας μια ματιά στον Μαμούλη.

Αυτός τους καλημέρισε και προχώρησε στο χώρισμα, που βρισκόταν ο πάγκος του.

Άλλοι έμπαιναν. Και σε όχι πολύ φανήκανε να έρχονται, ο ένας πίσω απ' τον άλλον, άντρες, παιδιά, κάμποσοι κίτρινοι και με πρησμένα μάτια.

Απ' το καμίνι, είδε ο Μαμούλης, μια φλόγα να ξεπετιέται, που γρήγορα ένα μακρύ σίδερο, του καμιναδόρου, τη σκέπασε με κάρβουνο. Καπνός σταχτερός βγήκε τότε, έπειτα πάλι μια φλόγα μικρή, λεπτή, γαλάζια, φάνηκε να προβάλλει και να κουνιέται σα να προσπαθούσε να ελευθερωθεί απ' το βάρος του καρβούνου.

Το αμόνι έβγαλε αρμονικές φωνές από τα χτυπήματα των σφυριών, που σε λίγο ακουστήκανε να χτυπούνε το φλογισμένο σίδερο.

Ο Μαμούλης δούλευε χωρίς τίποτα να τον ταράξει ακόμα. Η λίμα του κατσαρομάλλη, που άφηνε στριγγές φωνές, τον έκανε να θυμηθεί μια γειτόνισσά του υστερικιά, που κάτι τέτοιες φωνές έβγαζε ένα βράδυ.

Ξαφνικά άκουσε να τον φωνάζουνε·

- Μαμούλης!

Εκοίταξε.

- Ο κύριος Λαούδας σε θέλει! Άφησε τη δουλειά του και πήγε με σουφρωμένα φρύδια. Του είπανε πώς ήτανε έξω. Στην πόρτα κοντά είδε, καθώς βγήκε, το αμαξάκι του Λαούδα μ' ένα μαύρο άλογο, που κύρτωνε το λαιμό του και χτυπούσε, έσκαβε τη γη με τα μπροστινά του πόδια, και που με δυσκολία το κρατούσε ο Τσούρμπος ο εργοδηγός. Ο Λαούδας στεκότανε πιο πέρα, και είχε το χέρι του δεμένο.

- Έλα, βρε αδελφέ, του είπε αυτός, άμα τον είδε, δε βλέπεις; Το έβγαλα χτες και δεν μπορώ να το οδηγήσω! Και θέλει μπράτσα και μπράτσα και να ξέρει κανείς απ' άλογα! Απ' αυτούς; άσ' τους! δεν αξίζει κανείς! Έλα, ανέβα και τράβα! Εγώ θα μπω μέσα!

Ο Μαμούλης ανέβηκε, χωρίς να πει λέξη, στο αμαξάκι και πήρε τα ηνία. Ο Τσούρμπος άφησε το άλογο κι αυτό ταράχτηκε.

- Ε, ε! του φώναξε ο Λαούδας.

- Κράτα το καλά! είπε έπειτα στον Μαμούλη, και ανοίγοντας την πόρτα, άμα το αμαξάκι στάθηκε μπήκε μέσα.

- Θα τραβήξεις για του Περδόπουλου! Θέλει μια πόρτα μεγάλη. Θα πάρεις και τα μέτρα! Το ξέρεις το σπίτι του; Κείνο το τελευταίο, στο γκρεμνό!

Ο Μαμούλης είχε γυρίσει στον Λαούδα για ν’ ακούσει, και είδε ψηλά, στον κατακάθαρο ουρανό, ένα σύννεφο κρεμασμένο, χαμηλά, χαμηλά, και σα να τους κοίταζε.

Το αμαξάκι άρχισε να τρέχει.

Πάλι κοίταξε με τρόπο πίσω του.

Το σύννεφο ακολουθούσε το αμαξάκι.

Ετρόμαξε και χτύπησε το άλογο και αυτό τινάχτηκε και άρχισε να τρέχει γρήγορα.

- Έτσι ντε! άκουσε τον Λαούδα να λέει.

Σε λίγο που κοίταξε πίσω, είδε το σύννεφο, όχι πια κοντα αλλά σα να είχε σταθεί και τους κοίταζε που φεύγανε.

- Μα τι κοιτάς; τον ρώτησε ο Λαούδας και γύρισε και κοίταξε κι αυτός.

Ο Μαμούλης είχε ησυχάσει και γρήγορα λησμόνησε το σύννεφο. Δεν σκεπτότανε τίποτα. Χτυπούσε κάποτε το άλογο, που τότε έτρεχε ορμητικά αφίνοντας το κουνητό τρέξιμό του.

Ψηλά ο ήλιος έλαμπε και πέρα η θάλασσα φάνηκε να κυλιέται ταραγμένη όλο κύματα. Ένας γλάρος πετούσε πάνω απ' τ' αφρισμένα νερά και ένας άλλος υψώθηκε.

Στο νου του Μαμούλα τίποτα δεν υπήρχε και κοίταζε, έτσι χωρίς να θέλει, σα να βρισκότανε έξω απ' όλα αυτά, να έβλεπε κόσμον άλλον, τους γλάρους, τον ήλιο, το κύμα, που ταραγμένο έτρεχε, κουνιότανε, βούιζε, φώναζε με χίλιες φωνές, και ακουγότανε να χτυπά δυνατά στα βράχια και να πηδά σα θηρίο, που πεινά και μανιασμένο ζητά να βγει, να πεταχτεί έξω απ' το λάκκο, που τόχουνε κλείσει.

Αλλά να, ξαφνικά ο Μαμούλης στράφηκε με φόβο.

Πίσω, μαζί με τον Λαούδα μια γυναίκα καθότανε, ήτανε κοντά του. Η γυναίκα του!!

Αυτός ήτανε άτιμος πια, αυτός του την είχε πάει!

- Α!. έκανε άγρια και χτύπησε το άλογο δυνατά όσο μπορούσε, Αυτό πετάχτηκε με ορμή και άρχισε να τρέχει τρελά...

- Μωρέ τι κάνεις; του φώναξε ο Λαούδας και θέλησε να σηκωθεί, αλλ' έπεσε χάμω μεσ' τ' αμάξι.

Αυτός με μουγκρητό χτυπά, χτυπά το άλογο και αυτό τρέχει, πετά τυφλά στον γκρεμνό, στον γκρεμνό που κάτω πηδούσε, φώναζε, βρυχότανε σαν πεινασμένο θηρίο η θάλασσα!..

 

αρχή

 

ΚΑΤ' ΕΙΚΟΝΑ

Γιγάντια λουλούδια, πολύχρωμα, που κάτω χοροπηδούσαν εκατοντάδες χερουβείμ, λόφοι κάτασπροι σαν από χιόνι, γεμάτοι από λουλούδια μεγάλα όσο τα δέντρα της γης, πούχυναν μαζί με τη μυρουδιά τους και φως σαν άπειροι μικροί ήλιοι. Και πάνω πλανόντανε σιγά σύννεφα με διάφορους χρωματισμούς και μαζί της τρέχανε παίζοντας και ψάλλοντας πολλά χερουβείμ...

Μια μέρα όμως, τα σύννεφα δε γυρίζανε, δεν πλανόντουσαν, αλλ΄ ακίνητα μένανε, και τα χερουβείμ καθισμένα πάνω τους, δεν τραγουδούσαν, δεν παίζανε, αλλά κοίταζαν κάτω κάτι που ο Πλάστης κατασκεύαζε. Και οι άγγελοι κι αυτοί καθισμένοι στην πολύχρωμη χλόη γύρω απ΄ τον Πλάστη, κοιτάζανε με προσοχή. Όμοια έκαναν και τα χερουβείμ που τους άρεσε να παίζουν κάτω από τα γιγάντια λουλούδια. Είχανε μάλιστα ανεβεί επάνω τους, επάνω στα γιγάντια λουλούδια, για να βλέπουν καλά. Κι έμεναν σιωπηλά.

Ο Πλάστης είχε χαμογελάσει, το ’δαν όλοι, οι άγγελοι και τα χερουβείμ και όλα τ΄ άλλα, την ώρα που κάτι έφκιαχνε...

— Μα τι να φκιάχνει;

Όλοι είχαν την περιέργεια να δουν.

Από μέρες ο Πλάστης είχε αρχίσει την κατασκευή ζώων. Και άμα τα έπλαθε, τα φυσούσε και παίρνανε ζωή, ύστερα τα πετούσε στη γη που κάτω γύριζε σα ζητιάνος ζητώντας ελεημοσύνη.

Και είχε κάνει τόσα και τόσα που φαινότανε να τρέχουνε στον πλανήτη που πριν ήταν έρημος.

Αυτή την ημέρα έφκιαχνε ουραγκοτάγκους, μαϊμούδες, όταν για μια στιγμή χαμογέλασε, ενώ ήταν πάντα σοβαρός.

Μια μαϊμού με κεφάλι άλλου ζώου μακρουλό, βγήκε απ΄ τα χέρια του.

Τα χερουβείμ βάλανε τα γέλια, οι άγγελοι χειροκροτούσαν, και ο Εωσφόρος που καθόταν κάτω από ένα κίτρινο λουλούδι, χαμογέλασε...

Ο Πλάστης άμα τάστειλε στη γη, χωρίς να πάψει να χαμογελά, γρήγορα άρχισε άλλο ζώο να φκιάχνει. Και σε λίγο ήταν έτοιμο. Αυτό το ζώο είχε κεφάλι όμοιο, ομοιότατο με της μαϊμούς που είχε κάνει πριν. Το φύσηξε. Το ζώο κινήθηκε και άρχισε να γαυγίζει...

Έκανε και το ταίρι του και τα πέταξε στη γη.

Άρχισε ο Πλάστης άλλο. Αλλά τώρα δε χαμογελούσε, ξεκαρδιζόταν απ΄ τα γέλια. Ο Εωσφόρος κοίταζε με προσοχή, ενώ τα χερουβείμ και οι άγγελοι γελούσαν βλέποντας τον Πλάστη να γελά.

Κάτι που έμοιαζε με ουραγκοτάγκο και ουραγκοτάγκος δεν ήταν είχε παρουσιαστεί...

Και ο Πλάστης γελούσε. Το έστησε όρθιο.

— Τ΄ είναι αυτό; ρώτησαν οι άγγελοι.

— Αυτό, αυτό, άστε το, έκανε ο Πλάστης ξεκαρδισμένος απ΄ τα γέλια και κρατώντας την κοιλιά του, τώρα, τώρα θα σας πω...

Και θέλησε να φυσήξει, να δώσει πνοή στο παράδοξο ζώο, αλλά δε μπόρεσε απ΄ τα γέλια.

— Μπα! είπε και κοίταξε γύρω του.

Είδε τον Εωσφόρο να μη γελά, αλλά να κοιτάζει με προσοχή.

— Έλα συ, του φώναξε, και φύσηξε δω!... Εγώ δε μπορώ, το βλέπεις!...

Ο Εωσφόρος έτρεξε και φύσηξε μ’ όλη του τη δύναμη.

Το ζώο το δίποδο, το άψυχο με μιας πήρε ζωή και κινήθηκε. Τα μάτια του γενήκαν υπερήφανα και κοίταξε γύρω του περιφρονητικά.

Οι άγγελοι, τα χερουβείμ γελούσαν.

— Μα τ΄ είναι αυτό; ρώτησε ένας άγγελος τον Πλάστη.

— Αυτός, αυτός είναι ο σύντροφος του ζώου εκείνου που γαύγιζε... του απάντησε ο Πλάστης. Και ακούτε, ακούτε! θα λέει, ότι μου μοιάζει, ότι τον έκανα κοιτάζοντας τη μορφή μου!...

Τα γέλια ξέσπασαν πιο δυνατά, πιο ορμητικά. Αλλά δε γελούσαν μόνο αυτοί· γελούσαν τώρα και τα σύννεφα, τα λουλούδια, η χλόη, τα πάντα. Μόνο από κάτω απ΄ τη γη ήρθε ένα ασθενικό κλάψιμο.

Το ζώο όμως το δίποδο κοίταξε όλους περιφρονητικά και αυτόν ακόμα τον Πλάστη που είχε πέσει κάτω στην πολύχρωμη χλόη απ΄ τα γέλια...

Και κινήθηκε έπειτα το δίποδο και βάδισε μέσ΄ στον παράδεισο σαν σε δικό του σπίτι, ή μέρος. Αλλά δεν έκανε και πολλά βήματα γιατί το πόδι του Πλάστη το βρήκα στα οπίσθια... Το δίποδο ζώο έτσι τινάχτηκε στη γη.-

 

Από τη συλλογή Είκοσι διηγήματα (1924), σ. 89-92

 

αρχή

 

ΛΗΣΜΟΝΙΑ

 

Ο Καπάρης έπαψε περιμένοντας να σταματήσει το χτύπημα της καμπάνας. Και όταν ο τελευταίος ήχος της έτρεξε στον αέρα τρεμουλιαστός ξακολούθησε την ομιλίαν του, αφού τύλιξε πρώτα γύρω στο λαιμό του το σάλι του, που του είχε ξεφύγει.

— Πόσους και πόσους δεν έχουμε λησμονήσει! είπε. Πόσοι, που γνωρίσαμε μια φορά κι έναν καιρό είχαμε κάποια φιλία, αρχίζαμε να τους αγαπάμε και που μια μέρα χωριστήκαμε χωρίς να σκεφτούμε πως δε θα δει πια ο ένας τον άλλο. Άλλοι πάλι, που μαζί πηγαίναμε σκολειό, καθόμαστε στο ίδιο θρανίο, που μια μέρα κι αυτούς τους χάσαμε χωριστήκαμε και δεν τους ξαναείδαμε πια!… και σιγά, σιγά σβήσανε απ΄ τη μνήμη μας και μας είναι αδύνατο να τους θυμηθούμε! Ίσως μένει, βαθιά όμως, στην ψυχή μας η μορφή τους κρυμμένη, που μόνο ο ύπνος μπορεί να τη φέρει απάνω στην ενθύμησή μας, αλλ΄ όταν ξυπνήσουμε θα σβήσει πάλι, θα πάει στη θέση της χωρίς να δεις, να συλλάβεις τίποτα!… Πόσοι λοιπόν, απ΄ αυτούς δεν έχουνε χαθεί, δεν έχουνε πεθάνει… Προχτές το βράδυ ένα τέτοιο έβλεπα στον ύπνο μου, ένα τέτοιο! Είμαστε δυο παρέες, λέει, και καθόμαστε σ΄ ένα δωμάτιο ψηλό ενός σπιτιού, που μια φορά μικρός είχα κατοικήσει. Από μια μπαλκονόπορτα ανοιχτή φαινόντουσαν δέντρα ενός κήπου μεγάλου και μια λάμψη δυνατή, πέρα στον ορίζοντα.

Κάτι λέγαμε, νομίζω, για πεθαμένους, για ψυχές.

— Γιά, μου λέει ξαφνικά κάποιος απ΄ την παρέα μας, δείχνοντας έναν, που καθότανε μαζί μας σιωπηλός, έναν, που τον είδα να ‘ναι σκοτεινός και σαν αέρινος, αυτός είναι πεθαμένος, πέθανε στην Πάτρα!

Εγώ το ήξερα και λυπόμουνα πολύ γι΄ αυτό, γιατί ήτανε φίλος μου, γνωστός μου παλιός, και ήθελα να μάθω, για να παρηγορήσω τη λύπη μου, αν αισθάνεται κι έτσι που ήταν, ό,τι πριν…

Για πες μου, του λέω, και του είπα και τ΄ όνομά του, πώς σου συνέβηκε, τι αισθάνθηκες;

Ο πεθαμένος άνοιξε τα χέρια του.

— Ούτε θυμούμαι που πέθανα, ούτε τι τράβηξα!… Έφυγα απ΄ εκεί μόνο αφήνοντας το σώμα μου σα να πέρασα για μια στιγμή ένα σκοτεινό μέρος!,,,

Στράφηκα στους φίλους μου.

— Βλέπετε; τους είπα.

Ένας απ΄ τους κυρίους, που ήτανε στην άλλη παρέα, πήρε το κάθισμά του και πλησίασε κοντά στον πεθαμένο.

— Για πες μας πώς…

Ήθελε να ρωτήσει να μάθει εκείνο το άλυτο, το παράξενο, το μεγάλο μυστήριο, αλλά το πρόσωπο του πεθαμένου πήρε μια έκφραση στενόχωρη κι είπε τραυλίζοντας :

— Αφήστε με!… Πρέπει να πηγαίνω! βραδυάζει, δε μπορώ, πνίγουμαι!…

Και αλήθεια βράδυαζε. Έξω η λάμψη κείνη, που ήτανε πριν, είχε χαθεί και το σκοτάδι ερχότανε.

Ξύπνησα λυπημένος πολύ πολύ και με δάκρυα στα μάτια. ΄Εκλαιγα. Ποιος να ‘ταν, λοιπόν, κείνος ο φίλος μου, που τόσο, τόσο μ΄ έκανε να λυπηθώ, και που ακόμα που τον σκέπτουμαι δακρύζω;…

 

Περιοδικό «Ο Νουμάς», Τόμος 17, τεύχος 676, σελίδες 180-181 (1920)

 

αρχή

 

Ο ΓΕΡΟ-ΛΟΥΡΗΣ

— Λοιπόν, καλό καθησιό σήμερα!

— Στο καλό παιδιά! Τυχεροί.

— Γεια σου γέρο Λουρή!

Ο Λοπέτσος έσπρωξε τη βάρκα και σηκώθηκε. Ο Κουλάς βύθισε τα κουπιά στη θάλασσα. Η βάρκα προχώρησε. Τα κουπιά φανήκανε να βγαίνουν στάζοντας νερά σα να θέλανε να πάρουν αναπνοή, και πάλι βυθισθήκανε για να ξανάβγουν πιο πέρα.

Σήμερα ο γέρο Λουρής θα είχε καθησιό, καθώς είπαν οι ψαράδες, και σ΄ αυτό τον ανάγκαζε μια αιτία, ή καλύτερα πολλές αιτίες. Η πρώτη και εκείνη που έκρυβε με τις φτερούγες της τις άλλες, ήταν ένα όνειρο της γριάς Λουρή! Η γριά Λουρή είχε δει όνειρο και όνειρο, καθώς έλεγε, σκοτεινό, που, πάλι κατά τα λόγια της, αυτά τα όνειρα είναι από κείνα που βγαίνουν, δεν είναι παιχνίδια της φαντασίας!

Το είπε στον άνδρα της το πρωί και τον συμβούλευσε να αποφύγει το ψάρεμα με το δυναμίτη, που είχαν αρχίσει αυτός και μερικοί άλλοι ψαράδες από κάμποσο καιρό. Ο γέρο Λουρής έτυχε να έχει δει κι αυτός όνειρο, όχι σκοτεινό, αλλά πολύ μάλιστα ζωηρό, που τον έκανε να σηκωθεί με ξεραμένο το λαρύγγι και με όρεξη για καθησιό! Αυτό ήταν οι άλλες αιτίες οι κρυμμένες! Για τούτο, ενώ η γυναίκα του, που του έλεγε ότι μέσα στο σκοτάδι του ονείρου μια λέξη σαν δυναμίτης, έτρεχε ζωηρή, δεν εννοούσε όμως και να μην πάει στο ψάρεμα το αληθινό, το ήσυχο, αυτός, αφού πρώτα με τρόπο της εξεθείασε τα όνειρά της και της είπε ότι είναι σωστές μαντείες, προφητείες, που τύφλα νάχουν οι προφήτες, της λέει, ότι επειδή φοβάται μην του βγει σε κακό το όνειρο, δε θα βάλει το πόδι του στη βάρκα σήμερα!

Η γυναίκα του βρέθηκε πιασμένη και ευχαριστημένη! Αν δεν ήταν το όνειρο, αλίμονο στο γέρο Λουρή, που τόλμησε να καθήσει και να μην πάει στη δουλειά!

Η βάρκα με τους δύο ψαράδες εμίκραινε όσο πήγαινε, έως ότου κρύφθηκε πίσω από ένα νησάκι, ένα βράχο στη θάλασσα πέρα μακριά απ΄ τον κολπίσκο. Ο γέρο Λουρής στεκότανε τώρα κοιτάζοντας τη βάρκα του, που κουνιότανε σα δεμένο ζώο, που τραβιέται ν΄ απαλλαχθεί απ΄ το σχοινί, που το έχουν δεμένο. Σα να λυπόταν που θα άφηνε μια μέρα να πάει χαμένη. Είχε συνηθίσει κάμποσο καιρό στη δουλειά την τακτική απ΄ την ημέρα που αγρίεψε η γριά του και τον φοβέρισε, όχι μόνο να του φύγει, αλλά και να τον δείρει, αν ξαναπατήσει στο κρασοπουλιό! Και τώρα, όσο προχωρούσε ο ήλιος, του φαινότανε να έκανε αμαρτία και η αμαρτία να μεγάλωνε ολοένα!

— Ε! ας ξεσκάσω λίγο και από αύριο θα αρχίσω για καλά!... Έπειτα, αυτό το διαβολόνειρο με τρομάζει λίγο, και για καλό και για κακό μακριά απ΄ τη θάλασσα σήμερα!...

Επίστευε τα όνειρα όχι πολύ, σχεδόν δεν τα πίστευε, και αν τους έδινε τώρα ένα βάρος, καθώς μιλούσε μόνος του, το έκανε έτσι πάνω πάνω, να γελάσει και τον εαυτό του. Ήταν αληθινός κατεργαράκος αυτός ο γέρο Λουρής· όλους τους γελούσε και τον εαυτό του ακόμα!

Η θάλασσα κουνιόταν λίγο. Ένα πανί έκανε γύρους μακριά, έπειτα προχώρησε στο νησάκι.

Έκανε να φύγει, όταν ένας κρότος ακούστηκε να έρχεται από μακριά.

Το πανί πλησίασε το νησάκι και κρύφτηκε.

Είχε βραδιάσει πια όταν ο γέρο Λουρής κίνησε να βγει απ΄ την ταβέρνα του Πατράκα. Η ταβέρνα είχε γεμίσει από ναυτικούς, που φώναζαν, φιλονεικούσαν και χτυπούσαν πάνω στα τραπέζια τις γροθιές τους σαν να σφράγιζαν τα λόγια τους. Τα ποτήρια χοροπηδούσαν και το κρασί χυνότανε στο τραπέζι και οι ναυτικοί έπαυαν λίγο για να δώσουν άλλο δρόμο στο κρασί το χυμένο, που κατέβαινε σα φίδι ζητώντας δρόμο να φύγει.

Ο γέρο Λουρής καθώς έκανε να σηκωθεί, είδε ότι η καρέκλα τον έσερνε, τον κρατούσε. Είχε ζαλιστεί! Όσο θαμπός να ήταν ο νους του γέρο Λουρή απ΄ το κρασί, έβλεπε και άκουγε καλά. Αλλ’ ο γέρο Λουρής είχε και ένα κακό. Όταν έπινε, δεν κρατούσαν τα πόδια του! Τώρα το απέδωσε στον πολύ καιρό που είχε να πιει! Σηκώθηκε με δυσκολία, και αφού πλήρωσε, βγήκε έξω βάζοντας σημάδι ένα φύλλο της πόρτας, για να μην παραστρατήσει, και έχοντας το σώμα ίσιο σαν ξεραμένο.

Ένας φόβος τον πείραζε στον δρόμο. Η γριά του! Όταν τον έβλεπε, θα είχε ιστορίες και ιστορίες! με το θαμπό νου του, που του φαινόταν βαρύς και έτσι βάραινε όλο του το κεφάλι, σκεπτότανε τι να βρει για να τα μπαλώσει, καθώς έλεγε. Δεν πίστευε πως θα μεθύσει. Στο διάβολο οι φίλοι!... Κρίμα στα λεπτά!

— Βάρδα!

Ένα γαϊδουράκι φορτωμένο ερχότανε γρήγορα. Έκανε ν΄ ανέβει στο πεζοδρόμιο, αλλά το πόδι του πάτησε στην άκρη και ο γέρο Λουρής κολύμπησε στη σκόνη. Σηκώθηκε βρίζοντας το γαϊδουρολάτη και το γαϊδούρι του, που μόλις διακρινόταν στα σκοτεινά. Κόντευε να στραγκουλίσει το πόδι του! Όλα τα κακά μαζεμένα ερχόνταν!

— Ε, γέρο Λουρή, μια φωνή γυναικεία του είπε κοντά του. Την ώρα εκείνη ο γέρο Λουρής κλονιζόταν, αλλά ο γέρο Λουρής ήταν κατεργάρης! Γνώρισε μια γειτόνισσά του.

— Συ είσαι, Βαγγέλω!... Α! Χρυσούλα ήθελα να πω! Μη ρωτάς τι κόντευα να πάθω; Παρά λίγο ένα αμάξι να μου κόψει πέρα και πέρα το πόδι! Μα δεν ξέρω· το άλογο θα με βάρεσε, γιατί έχω πόνους και πόνους!... Ωχ!...

Ο γέρο Λουρής κούτσαινε. Του φάνηκε να αισθάνεται και πόνο στο πόδι!

— Να βάλεις κρεμμύδι!

Ο γέρο Λουρής κούτσαινε περισσότερο.

— Δεν πιστεύω να έπαθε τίποτε; ρώτησε.

— Μπα! Αν ήταν, ούτε να τ΄ ακουμπήσεις θα μπορούσες!

Η γυναίκα σκέφθηκε αυτό που είπε και βρέθηκε σύμφωνη. Αλλά σε λίγο της φάνηκαν αλλόκοτα τα κινήματα του γέρο Λουρή και τα λόγια του. Τον είδε έξαφνα όχι να κουτσαίνει αλλά να παίρνει δρόμο, να τρέχει για να προφθάσει την ισορροπία, που του έφευγε. Έπειτα ο γέρο Λουρής έκανε λάθος και είπε μια κουβέντα δυο φορές.

— Μωρέ είναι μεθυσμένος ο παλιόγερος! Κοίταξέ τον!

Και μολαταύτα τον χαιρέτησε καλά πολύ.

— Καλή νύχτα, γέρο Λουρή!

— Στο καλό!

Καθώς περνούσε απ΄ τη σκάλα που ξεφόρτωναν ξύλα, στάθηκε κοιτάζοντας ένα μεγάλο ιστιοφόρο.

Πώς ήθελε να είχε κ΄ αυτός ένα τέτοιο μεγάλο καράβι! Αν εγνώριζε ότι θα του πέσει το λαχείο, να έβλεπε δηλαδή τον αριθμό στον ύπνο του, θα το αγόραζε, και τότε;... Αντί γέρο Λουρή θα τον φώναζαν Καπετάν Λουρή!

Και ο γέρο Λουρής βρέθηκε καπετάνιος με παιδιά διαλεχτά σ΄ ένα καράβι μεγάλο. Τα κύματα σηκώνονταν άγρια, το καράβι πεταγόταν ψηλά και τα παιδιά ανέβαιναν σαν μαϊμούδες στα κατάρτια!...

Ένα χτύπημα μικρό της θάλασσας τον έκανε να αφήσει καράβι, παιδιά, τρικυμία να σβήσουν στον αέρα. Μια βάρκα είχε πλησιάσει. Άκουσε φωνή γνωστή. Ο Λοπέτσος!

— Την έπαθες, γέρο Λουρή σήμερα. Ψάρια, ψάρια! Δεν έχεις ιδέα πόσα! Πρώτη φορά είδα!...

Ο γέρο Λουρής προχώρησε για το σπίτι του. Αισθανόταν χαρά που βρήκαν, που πέτυχαν στο ψάρεμα· είχε βρει μια αφορμή! Ο γέρο Λουρής ήταν κατεργαράκος τρομερός!

Η γριά του ήταν στην πόρτα και τον περίμενε. Την είδε σαν ένα μπόγο ρούχα να κάθεται μαζεμένη στο σκαλοπάτι.

Ορθώθηκε όταν τον είδε. Ο γέρο Λουρής έχασε την ισορροπία και δεν τον βρήκε παρά αφού πάλεψε με τον αέρα μια στιγμή. Η γριά του χτυπούσε τα χέρια στα μεριά της.

— Ω, ανάθεμά τον! Κοίτα χάλια!... Μωρέ στρίγγλε, τι χάλια είναι αυτά!

Στα τελευταία λόγια η γριά έπαψε να χτυπά τα χέρια επάνω της, και ετοιμάστηκε να χτυπήσει στις μασέλες του γέρο Λουρή. Αυτός στηλώθηκε σαν τον Δία, όταν έριχνε κεραυνό. Η γη έφευγε κάτω από τα πόδια του, καθώς κάτω απ΄ εκείνον τα σύννεφα.

— Κάτω τα χέρια παλιόγρια! που να πάρει ο διάβολος τα όνειρά σου και σένα ακόμα μαζί!

Εδώ ο γέρο Λουρής έκαμε μια κίνηση, που κάνουν τ΄ άλογα όταν δε θέλουν να προχωρήσουν. Το κρασί σα νοικοκύρης τον είχε τραβήξει στα εμπρός και αυτός έμεινε στη θέση του.

— Μωρή, γέμισαν κάτου από ψάρια, το ξέρεις; Δεν πας να δεις τι χαλασμός κόσμου γίνεται; Για πήγαινε ντε να δεις, για πήγαινε!...Λέει ήπια!... Δεν ρωτάς πρώτα πρώτα, μπορούσα να μην πιω, που θάσκαζα!.-

 

Από τη συλλογή Είκοσι διηγήματα (1924), σ. 74-79.

 

αρχή

 

Ο ΘΕΟΣ ΚΑΙ Η ΜΟΙΡΑ

 

 

Κυκλωμένος από σύννεφα με χρώμα όμοιο με αίμα και όλα με κορυφές μυτερές, και καθισμένος σ΄ ένα σύννεφο μαύρο σαν πίσσα, ο Μέγας Θεός έριχνε ματιές στο μεγάλο καζάνι, που κοντά του έβραζε, ένα πελώριο καζάνι και άσπρο, κάτασπρο σαν από χιόνι. Δίπλα του σα σωρός φασολιών, ήτανε ριχμένες οι ψυχές περιμένοντας τη σειρά τους για να μπούνε, να βράσουν. Κάτω, κοντά στο καζάνι, μαζεμένη, τροφοδοτούσε τη φωτιά η γριά Μοίρα, βάζοντας σ΄ αυτή φίδια ξυλιασμένα, και μουρμουρίζοντας όπως πάντα. Κ΄ έλεγε σιγά.

— Σε όλους κάνουν εκκλησιές, σε όλους!... Και μόνο σε μένα δε βρέθηκε κανείς να κάνει!... Εμένα δε με λογαριάζουν, έτσι μ΄ αφήνουν! Α, μα καλά κάνω κ΄ εγώ, καλά κάνω, που τους ανακατεύω!

Κι εγέλασε σιγαλά ένα κακό γέλιο.

Ο Πλάστης γύρισε και την είδε και της είπε με φωνή σα βροντή μεγάλη, που ταραχτήκανε τα σύννεφα, πούχανε χρώμα όμοιο με αίμα.

— Είναι καιρός νομίζω!

Η Μοίρα ξεσκέπασε το καζάνι και ο Πλάστης βούτηξε το χέρι του κ΄ έσυρε δυο ανθρωπάκια.

— Να, λέει στη μοίρα, είν΄ έτοιμα!...

Και τα ΄στησε όρθια.

Το ένα είχε εκλεκτό πρόσωπο, που φαινόταν το ωραίο και οι ιδέες οι μεγάλες, οι ψηλές.

Το άλλο ήταν όλως διόλου το αντίθετο. Στο πρόσωπό του φαινόντουσαν πολλά, μα πολλά του κτήνους.

Ο Μέγας Θεός πάλι στράφηκε στη Μοίρα, που είχε σηκωθεί :

— Αυτόν, της είπε, για τον καλό ανθρωπάκο, θα τον πας εκεί!...

Κι έδειξε κάτω, πέρα μακριά, ένα μέγαρο ΄Αρχοντα, που ο ήλιος τρομαγμένος έτρεξε να φωτίσει.

— Αυτός κάνει για Άρχοντας.

Ύστερα έδειξε τον άλλον ανθρωπάκο.

— Τούτον εδώ τον μαγκούφη θα τον πας εκεί!...

Και της έδειξε μια καλύβα χαμάλη, που ο ήλιος πάλι φώτισε δυνατά, θαμπωτικά.

— Εμπρός!

Η Μοίρα άρπαξε τα δυο ανθρωπάκια και όρμησε με καμπουριασμένο σώμα, αλλά με μεγάλα βήματα προς το μέρος, που διέταξε ο Πλάστης.

Ο Μέγας Θεός για πρώτη φορά την ακολούθησε με το βλέμμα.

Ξαφνικά όρθωσε το κορμί του...

— Μα τι κάνει αυτή, τι κάνει!... είπε.

Είχε δει τη Μοίρα ν΄ αφήνει στο μέγαρο του Άρχοντα τον ανθρωπάκο, πούχε κάνει για χαμάλη, κι έπειτα να πηγαίνει δρομαία τον άλλον, τον ωραίο, τον καλό, πούχε για άρχοντα, στην καλύβα του χαμάλη.

Να την τιμωρήσει δεν ήθελε. Κι έπειτα την είχε κάνει από μια τρίχα του μουστακιού του.

Η Μοίρα ερχόταν.

— Τι έκανες κει; της φωνάζει θυμωμένος.

Και ο θυμός του ξεσπά σε σεισμό, σε καταστροφή, κάτω, στη γη.

Η Μοίρα πήγε πάλι κοντά του, και ενώ ο Μέγας Θεός οργισμένος έριχνε κεραυνούς στο κενόν, αυτή τον κοίταζε κατάματα γελώντας μ΄ αναίδεια...-

 

Από τη συλλογή Είκοσι διηγήματα (1924), σ. 46-48.

 

αρχή

 

Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ

 

Κείνο το βράδυ ο Παλούκης είχε αργήσει πολύ και η παρέα του, που δεν ήξερε τι να πει γι' αυτό, άμα τον είδε εφώναξε, ούρλιασε σηκώνοντας τα ποτήρια ψηλά: Ζήτω!.. Αυτός εκάθησε κοντά τους, αλλά χωρίς την όρεξη, που είχε άλλοτε, όταν βρισκόταν εκεί, για ομιλίες, για πειράγματα, για βρισιές. Φαινότανε συλλογισμένος, κάτι να τον ενοχλούσε...

- Τι διάβολο έχεις απόψε; τον 'ρώτησε ο Καταβάθρας, ένας φίλος του, χοντρός, κόκκινος, που είχε μεγάλο όνομα μπεκρή, και γι' αυτό τον είχανε βγάλει Καταβάθρα.

Κάτι είπε μασημένο, μπερδεμένο ο Παλούκης, και η παρέα, που νόμισε να είδε σ' αυτό κάποιο μυστικό, σκανδαλίστηκε και βάλθηκε να τον κάνει να μιλήσει. Αλλά πού να του βγάλουνε περισσότερα!.. Αντί να μιλήσει, άρχισε να τραγουδά το αγαπητό του τραγουδάκι:

Πάλι μεθυσμένος είσαι ...

Και η παρέα του, άμα είδε έτσι, άφησε, λησμόνησε ό,τι ζητούσε να μάθει, και τον βοήθησε μ' όλη της τη δύναμη στο τραγούδι του.

Όταν όμως τελείωσε το γλέντι και οι άλλοι δυo σύντροφοι φύγανε, ο Καταβάθρας, που έμεινε κοντά του, τον 'ρώτησε:

- Τι ήθελες να πεις;...

Αυτός σκέφθηκε, ή θέλησε να σκεφθεί: Τι ήθελε να πεί;.. τι;..

- Πού να θυμηθώ τώρα!.. του απήντησε

Δεν εύρισκε τίποτα, ή σα να βρήκε τοίχο, καθώς έκανε να ψάξει.

Στο δρόμο όμως, όταν βγήκανε, το θυμήθηκε.

Αυτό, που θα του έλεγε, ήτανε μυστήριο και μυστήριο!.. Θα γινόντουσαν πλούσιοι και πλούσιοι, με λίρα με ουρά!.. Και άρχισε να του διηγείται ότι ήτανε δυο ή τρεις φορές τώρα, που έβλεπε, καθώς περνούσε τη νύχτα το τραμ και φώτιζε τα χωράφια, έβλεπε σ' ένα απ' αυτά, να υψώνεται ένα μεγάλο σπίτι, παλάτι σωστό!..

Και απόψε είχε πάει, επί τούτω, στο μέρος αυτό και περίμενε να δη, όταν θα περνούσε το τραμ και θα έπεφτε το φως του στο χωράφι, θα έβλεπε το σπίτι αυτό πάλι;.. Και άμα πέρασε το τράμ, να το το σπίτι το μεγάλο, το μεγάλο το παλάτι!..

Ο Καταβάθρας άκουγε με κατεβασμένο και στραβά λίγο το κεφάλι και κρεμώντας τα χείλια του :

- Να το πιστέψω; ρώτησε στο τέλος

- Ό,τι θέλεις κάνε!..

- Μην είναι σαν τις πεταλούδες;..

- Ασ' το κείνο!.. φώναξε άγρια ο Παλούκης σηκώνοντας το χέρι του.

Ο Καταβάθρας τα έχασε.

- Μα δεν είπα τίποτα κακό!! έκανε.

- Έλα δω!.. του είπε ο Παλούκης και τον έπιασε απ'το χέρι. Πάμε!.. Μπορεί να το δεις και να μη το δεις!.. Μπορεί όμως να το δεις και συ!.. Για πάμε!..

Και καθώς πήγαιναν του εξηγούσε τι έβγαζε απ' αυτό. Εκεί θα ήταν αρχαίο σπίτι, παλάτι άρχοντα και θα είχε θησαυρό!.. Άλλο δεν ήτανε απ' αυτό!.. Εκεί είχε θησαυρό!.. Πώς βρήκε ο Μηλέτης, ο Κουκούβας και έγιναν μεγάλοι και τρανοί!.. Τώρα ήρθε και η σειρά τους! Έτσι είναι ο κόσμος!..

Πιασμένοι απ' τα χέρια πήρανε τη γραμμή του τραμ και φθάσανε σε μέρος όπου χωράφια μόνο ήτανε και κάπου-κάπου καμιά μάντρα, και όπου μυρουδιά χόρτου και χαμόμηλου εγέμιζε τον αέρα.

- Μα πού πάμε!.. ρώτησε ο Καταβάθρας.

- Σουτ!.. Μιλιά!.. του έκανε ο Παλούκης φέροντας το δάχτυλο στα χείλια του.

Κοντά σ' ένα χαντάκι, και που ένας στύλος του ηλεκτρικού υψώνετο, στάθηκε και σταμάτησε και τον Καταβάθρα.

- Κάτσε δω!..

- Μα ...

- Μωρέ κάτσε, σου λέω, και μιλιά!..

Και τον έσυρε και τον κάθισε στην άκρη του χαντακιού.

- Να, εκεί, του είπε έπειτα, να κοιτάζεις!.. Εκεί... στο στύλο. Τον βλέπεις;.. Εκεί να κοιτάζεις, όταν έρχεται το τραμ!.. Τώρα μιλιά!.. Δε θέλω να βγάλεις τσιμουδιά!..

Ένα αεράκι δροσερό, υγρό, σα να έβγαινε από νερά, ερχότανε και το ανέπνεε γεμάτο μυρουδιές ο Καταβάθρας. Κοίταξε ψηλά και είδε αστέρια, αστέρια πλήθος να λάμπουν, να αναδεύονται. Ένα μεγάλο του σταμάτησε το βλέμμα και ύστερα άλλα μικρά και κοντά το ένα στ' άλλο, σα νά 'ταν ένα μακρύ, που του θύμισαν τον κομήτη και τη βραδιά κείνη του τρόμου, που τον έκανε να πιει όσο ποτέ του δεν ήπιε, για να αντικρύσει άφοβα την καταστροφή!.. Μαζί μ' αυτό θυμήθηκε και τον Τούμη τον φίλο του, που, όταν επήγανε να περιμείνουν τον κομήτη πάνω στο λόφο, αποκοιμήθηκε εκεί, τόσο βαρειά, που δεν μπορέσανε να τον ξυπνήσουνε με ό,τι και αν του έκαναν!.. Τον πήρε τον ύπνο ίσαμε που βγήκε ο ήλιος!..

Ο Παλούκης είχε το βλέμμα πέρα, στο στρίψιμο του δρόμου του τραμ και περίμενε...

Ξαφνικά φάνηκε αυτό να έρχεται, να προχωρεί σα θηριό μυθικό με τα δυνατά του φώτα εμπρός σαν μάτια...

Τα σύρματα ψηλά αρχίσανε να φωνάζουνε στον ερχομό του. Στράφηκε ο Παλούκης στο φίλο του.

- Μιλιά!.. του είπε.

Το τραμ πλησίαζε και οι δυο σύντροφοι κυττάζανε στο χωράφι, που ήτανε κοντά σε στύλο τηλέγραφου, με προσοχή μεγάλη.

- Να, να το!.. Να το!.. Θεούλη μου! Έκανε ο Παλούκης σηκώνοντας ψηλά τα δυο του χέρια.

- Μα πούναι, ρε!.. ρώτησε ο Καταβάθρας.

- Μωρέ πούναι, πούναι λες;.. Εδώ είναι σπίταρος, παλάτι σωστό.

Το τραμ, που πέρασε, γέμισε τους δυο φίλους σκόνη.

Για τον Παλούκη η ταβέρνα του Καρότη ήτανε ο παράδεισος. Εκεί όταν βρισκότανε, ενώ ήτανε σκυθρωπός, αμίλητος, άλλαζε, το σκυθρωπό χανότανε απ' τη μορφή του, η ματιά του η άψυχη έπαιρνε ζωή και γινόταν όλος γέλιο και ομιλία. Τότε η παρέα έβλεπε τον καλό σύντροφο, τον γλεντζέ φίλο.

Και αυτός εκεί, κοντά στα βαρέλια, αισθανότανε να έχει αγάπη γι' αυτούς, εκεί, κοντά στα βαρέλια, που χοντρά, χοντρά, ακίνητα, φαινόντουσαν να έχουνε αγκαλιασμένα την κοιλιά τους και να μένουν κοιτάζοντάς τον ...

Και όσο ερχόταν η μισή γεμάτη απ' το κιτρινωπό κρασί, τόσο η ευθυμία δυνάμωνε, και μόνο κάποτε, σα να ξυπνούσε, ή να έβγαινε έξω απ' την ευτυχία του, του ερχότανε λύπη πως αύριο, όλη την ημέρα, θα ήτανε μακρύα απ' εκεί, απ' την ταβερνούλα...

Όταν επήγαινε για το σπίτι του, αν δεν είχε πιει πολύ, θα πήγαινε μελαγχολικός· αν όμως είχε ρουφήξει αρκετά, τότε πήγαινε σιγά, σιγά και τραγουδώντας το τραγούδι, που λέγανε όλοι μαζί στην ταβερνούλα:

Στο 'πα και στο ξαναλέω, πάλι θα στο ξαναπώ,

στην ταβέρνα μεθυσμένο να μη σε ξαναϊδώ....

Αν μπορούσε, μόλις σηκωνότανε, θα ήτανε στην ταβερνούλα, αλλ' αυτή την ευτυχία δεν την είχε. Ήτανε θυρωρός σε κάποιο εργοστάσιο και απ' το πρωί εώς το βράδυ έπρεπε να είναι κει.

Ονειρευότανε λεπτά, λεπτά. Έπαιρνε λαχεία. Αν του έπεφτε κανένα, θα έδινε κλωτσιά στη θέση και θα ζούσε ανεξάρτητος! Στην ταβερνούλα θα πήγαινε οπόταν ήθελε, όταν του ερχόταν, κοντά στα αγαπητά βαρέλια, που φαινόντουσαν όλο με σκέψη να τον κοιτάζουνε!..

Οι εργάτες περνούσαν, του μιλούσαν, αλλ' αυτός αμίλητος, σκυθρωπός έμενε. Δεν είχε όρεξη.

Η ταβερνούλα!.. Αυτήν είχε στο νου του. Και σα να την έβλεπε με τα ανοιχτά παράθυρα, δεμένα για να μη χτυπούνε, την πόρτα με τα πλατειά φύλλα της, και μέσα τη λάμπα να φωτίζει τα σιδερένια τραπέζια, τα βαρέλια, τα βαρέλια, που, το ένα πάνω στο άλλο, ήτανε σα να σφίγγανε το κρασί, που είχανε μέσα τους με λατρεία!.. Αν και σιγά-σιγά είχε αρχίσει να χάνει το δρόμο, να λησμονά και τον άκουγαν να παραμιλά, να παραμιλά...

Μια φορά άκουσε να λένε δυνατά.

- Για πώς κατάντησε!...

Κοίταξε και δεν είδε άλλον στο δρόμο απ' τον εαυτό του. Άρα γι' αυτόν θα το είπανε!.. Αυτό τον έκανε να θυμηθεί και έναν εξάδελφό του, γραμματισμένο άνθρωπο, που του έλεγε πάντοτε, όταν τον έβλεπε στην ταβέρνα:

- Αυτή η ταβέρνα θα σε φάει, αυτή!..

- Έλα να πιεις ένα! Ήτανε η απάντηση του Παλούκη.

Άλλοτε πάλι του έλεγε ο εξάδελφός του:

- Μωρέ, κοίταξε τα χάλια σου;.. Πώς έγινες έτσι; Το κρασί, το κρασί!..

- Ποιος; εγώ;.. Όποιος πίνει, γίνεται σίδερο!.. του απαντούσε και ζητούσε να του πιάσει το χέρι, για να του δείξει πως είχε γίνει σίδερο.

Και ήταν η αλήθεια πως είχε δύναμη διαβολεμένη, αλλ' όχι απ' το κρασί!..

Ένα πρωί όμως τον βρήκανε αναίσθητο πίσω από ένα τοίχο μικρό, που χώριζε οικόπεδο. Είχε και το σώμα καταχτυπημένο.

- Πώς, τι του συνέβηκε; ρωτούσαν όλοι.

Αυτός στην αρχή, όταν συνήρθε, δεν θυμόταν τίποτα· ύστερα, κατά το απόγευμα, θυμήθηκε και τους διηγήθηκε κάτι παράξενα πράγματα. Καθώς πήγαινε, τους είπε, τη νύχτα στο δωμάτιό του βλέπει ξαφνικά, σύννεφα να κατεβαίνουν χαμηλά, χαμηλά, με χρώμα θειαφιού, και έπειτα με μιας να αρχίζουν να ρίχνουν ατμό θειάφι!.. Μαζί μ' αυτό βλέπει ψηλά να πετούνε κάτι πεταλούδες ίσαμε άνθρωπο, που μοιάζανε και με άνθρωπο, και μια απ' αυτές τις πεταλούδες, μια χρωματιστή, κόκκινη και μαύρη, γραμμές, γραμμές, κατεβαίνει πάνω του με ορμή και του δίνει μια στο κεφάλι τόσο δυνατά που τον έριξε κάτω!..

Αυτά έλεγε. Αλλά πώς βρέθηκε κει κάτω, στα πόδια του λόφου, δεν μπόρεσε να το εξηγήσει.

Στο εργοστάσιο όμως άλλα λέγανε, γυναίκες και άνδρες, και τα εξηγούσαν μάλιστα όλα! Πρώτα-πρώτα, λέγανε αυτοί, αυτός δε θα θυμάται· και αυτά που λέει, θα τα είδε στη βύθισή του!.. Αυτόν θα τον πήρανε οι καλικάντζαροι, και ήταν ο καιρός των τότε, και αφού τον πήγανε τρεχάτοι ψηλά στο λόφο, αρχίσανε να τον χορεύουν, να τον χορεύουν, ως που λάλησε κόκορας!.. Τότε του δώσανε μια απ' το λόφο και τον κατρακυλήσανε κάτω!.. Γι αυτό είχε και το σώμα κατάμαυρο απ' τα χτυπήματα!..

Ο εξάδελφός του, σ' αυτή την περίσταση, έτρεξε πολύ, έφερε γιατρούς, τον βοήθησε. Οι γιατροί, που είχε φέρει, του απαγορέψανε το κρασί και του είπανε πώς γάλα, μόνε γάλα πρέπει να πίνει, γιατί το κρασί του τα είχε κάνει όλα αυτά και τον έχει φέρει σε κακό σημείο!.. Ούτε τη μυρουδιά του δεν έπρεπε να μυρίζει!..

Σαν κατάδικος ο Παλούκης άρχισε να κάνει ό,τι του λέγανε και είχε ένα ύφος, όταν έπινε το γάλα, τόσο αξιολύπητο σαν να του έδιναν φαρμάκι!.. Είχε το γάλα σε μια μεγάλη γαβάθα, βαλμένη ψηλά για το φόβο της γάτας, και την έδειχνε σε όλους.

Περάσανε λίγες μέρες έτσι, γάλα και ψωμί να τρώει και να πίνει μόνο νερό. Αλλά θα πέθαινε, έλεγε, θα τρελαινόταν!

Και δεν εβάσταξε περισσότερο, και μια βραδιά πήρε το δρόμο της ταβέρνας.

Κείνο το βράδυ ξεφαντώσανε. Οι φίλοι του, άμα τελείωσε το γλέντι, τον συνοδέψανε, μη τυχόν και τον αρπάξουν πάλι οι Εξαποδώ, ίσαμε το δωμάτιο του, τραγουδώντας όλοι μαζί:

Το κρασί, το κρασί

κάνει τη ζωή χρυσή

Και έτσι πάλι άρχισε στην ταβέρνα κάθε βράδυ ο Παλούκης να πηγαίνει και μεθυσμένος να φεύγει όταν ερχόντουσαν οι μικρές ώρες. Και δεν άκουγε κανέναν. Ούτε τον προϊστάμενο του άκουσε, ούτε τη φοβέρα, που του έκανε αυτός, πώς αν δεν κόψει το κρασί θα αναγκασθεί να τον βγάλει απ' το κατάστημα.

Αυτό μάλιστα του δυνάμωσε πιο πολύ τη σκέψη, τη μανία, που του ερχόταν, να κάνει χρήματα, να βρει λεπτά για να ζει όπως ήθελε, χωρίς να δίνει πεντάρα για τίποτα!.. Και τότε, κείνες τις ημέρες καθισμένος κάτω, κοντά στα σίδερα του τραμ, είδε ή νόμισε πώς είδε, το μεγάλο σπίτι, το παλάτι σ' ένα χωράφι!..

Τρεις βραδιές περάσανε απ' τη βραδιά, που είχε πει το μυστικό του ο Παλούκης στον Καταβάθρα. Την τετάρτη βραδιά ξεκίνησε ο Παλούκης με τον Ζούμη, έναν της παρέας, που και σ' αυτόν είπε το μυστικό, γιατί ο Καταβάθρας δεν ήθελε να ανακατευθεί, για το χωράφι, για να σκάψουνε σε μια μεριά σημαδεμένη του μεγάλου σπιτιού. Στη μεριά αυτή, το είχε δει την ημέρα, ήτανε και το χώμα καθισμένο.

Εκεί θα ήτανε, δίχως άλλο, ο θησαυρός του μεγάλου σπιτιού!.. Ήτανε μια συννεφιασμένη βραδιά αυτή που ξεκινήσανε, αλλά φωτεινή, γιατί πίσω απ' τα σύννεφα βρισκόταν η σελήνη. Άνεμος δυνατός φυσούσε.

Είχανε πάρει έναν κασμά και ένα φτυάρι και προχωρούσανε μέσα στη γραμμή του τραμ. Κάποτε, σα να τους έπαιρνε ο άνεμος, για μια στιγμή, φεύγανε απ' αυτή και πάλι ερχόντουσαν βλαστημώντας. Όταν φθάσανε στο χωράφι, σταθήκανε και ο Παλούκης ζήτησε το σημάδι.

Εδώ, εδώ!.. Εδώ είναι το πυργάκι!.. Έλα, κάνε πρώτα ένα σταυρό μεγάλο!.. μεγάλο ντε! έτσι!.. Πες τώρα και δυο λόγια άγια απ' το Ευαγγέλιο!..

Ο Ζούμης κόκκαλο. Που να ξέρει λόγια άγια απ' το Ευαγγέλιο. Αλλά και ο Παλούκης και αυτός ούτε ιδέα για τέτοια είχε.

- Πώς διάολο να κάνουμε;.. ρώτησε

- Να! έκανε ο Ζούμης, πες: ο Χριστός... ο Χριστός νικά, νικά!

Ο Παλούκης κοίταξε γύρω του και με μιας έκανε μια κίνηση με το χέρι σα να έδιωχνε κάτι που έκανε να πλησιάσει, του είπε:

- Ούξω, ούξω!.. Μακρυά!.. Ο Χριστός νικά!..

Άρχισε ο Ζούμης να σκάβει και να πετά χώμα έξω. Με κόπο όμως έσκαβε, γιατί κάθε τόσο κλονιζότανε και όσο πήγαινε κλονιζότανε περισσότερο.

- Δεν μπορώ πια!.. είπε

- Στάσου απ' εκεί!..

Και ο Παλούκης πήρε τη θέση του και άρχισε με δύναμη να πετά έξω το χώμα... Ο Ζούμης διηγότανε την άλλη μέρα, πώς τον είχε ακούσει να μιλά και να θυμώνει και τον ρώτησε τι είχε.

Κάποιο δαιμόνιο, του είπε, δεν τον άφηνε να σκάψει και του έπιανε τον κασμά!..

Άλλο απ' αυτό ο Ζούμης δεν θυμότανε, γιατί τον πήρε ο ύπνος.

Πετεινοί κράξανε μακρυά και έπειτα χήνες πολλές, από μια εκεί κοντά μάντρα, γεμίσανε τον αέρα απ' τις φωνές τους... Ο Ζούμης ξύπνησε και χωρίς τίποτα να σκεφθεί, πώς και γιατί βρέθηκε κει, πήρε το δρόμο του σπιτιού του.

Το πρωί ένας διαβάτης βρήκε τον Παλούκη μέσα σ' ένα λάκκο με σχισμένο το κεφάλι από χτύπημα κασμά. Ζούσε. Αλλά μόλις τον βγάλανε και ζητούσανε να του δώσουν βοήθεια, τελείωσε, χωρίς να μιλήσει, να πει λέξη.

Όταν τον πήγαιναν να τον θάψουν τον περάσανε απ' την ταβέρνα.

Η ταβέρνα, για να δείξει τη λύπη της, είχε κλείσει. Και ο εξάδελφος του Παλούκη, όταν την είδε έτσι, με κλειστά τα παράθυρα και την πόρτα, του φάνηκε σα θηριό, που αφού φάει και χορτάσει, κλείνει τα δυνατά του σαγόνια και μένει ναρκωμένο, κοιμισμένο!..

 

 

αρχή

 

Ο ΜΠΑΛΑΦΑΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ

 

Ύστερα από τόσα βάσανα και κόπους που κατόρθωσε ο Μπαλάφας να κάνει παπούτσια, κάτι γιγάντιες αρβύλες, πέθανε. Ίσως απ’ την πολλή χαρά του που θα φορούσε κι αυτός μια φορά, καινούρια παπούτσια το έπαθε αυτό.

Όταν η ψυχή του άφησε το βρώμικο σαρκίο του και το πιο βρώμικο μικρό δωμάτιό του, που ήταν δίπλα σ’ ένα πλυσταριό, πέταξε ελεύθερη να πάει σε άλλους κόσμους. Αλλά καθώς ανέβαινε ψηλά και περνούσε τα σύννεφα θυμήθηκε τα παπούτσια του.

Η επιθυμία να τα πάρει του ήρθε με τέτοια ορμή, που μία δύναμη που τον έσερνε στα ύψη, όπως το σίδερο ο μαγνήτης, έπαψε να τον σέρνει, σταμάτησε. Και ο Μπαλάφας τότε γύρισε γρήγορος πίσω του αφήνοντας στον αέρα μια γραμμή φωτεινή. Άφησε και μια λάμψη μεγάλη που κατατρόμαξαν οι άνθρωποι. Ο Μπαλάφας που τους είδε έσκασε στα γέλια.

Ήσυχα μπήκε στο δωμάτιό του, όπου βρήκε τη γριά σπιτοκυρά του να έχει το φως κάτω στο πάτωμα και να ψάχνει τα ρούχα, που ήταν ντυμένο το αφημένο κει σαρκίο του, και το στρώμα του, μήπως βρει λεφτά.

Τόσο τώρα σιχάθηκε ο Μπαλάφας, γιατί τη νόμιζε καλή γριά, που με βία άρπαξε το ένα παπούτσι μόνο κι έφυγε.

Στο δρόμο μετανόησε, αλλά πάλι είπε:

- Και πάλι καλά…

Κρατώντας το ένα παπούτσι στο χέρι, έφτασε στα μέρη κείνα, που έπρεπε να φτάσει και τράβηξε για τον παράδεισο.

Βρήκε την πόρτα κλεισμένη, μια πόρτα άσπρη σαν το χιόνι και μεγάλη, τεράστια, σαν τον ουρανό όπως τον βλέπουμε απ’ τη γη.

Στάθηκε απ’ έξω και τη χτύπησε δυνατά. Η πόρτα άνοιξε από ένα γέρο με μακριά γένια.

Ο Μπαλάφας θαμπώθηκε απ’ το φως, απ’ τα χρώματα και απ’ τις μελωδίες που γινόνταν μέσα.

- Τι θέλεις; τον ρώτησε ο γέρος.

- Τι άλλο να θέλω, του απάντησε, να μπω μέσα!

- Μα συ είσαι για αλλού.

- Για αλλού εγώ! Τι μου λες! Για πες το πάλι… Εγώ εδώ θα μπω, δεν ξέρω αλλού!... αλλού

να πας εσύ!… Και το ύστερο εγώ καλά ήμουνα κει κάτω, γιατί να με πάρετε…

- Σου λέω δεν είσαι για δω! Φεύγα!

Και ο άγιος έκανε να κλείσει την πόρτα.

- Μη την κλείνεις, μη!… γιατί…

- Τι θα κάνεις; τον ρώτησε ο άγιος αυστηρά.

- Τι θα κάνω… Να!

Και ο Μπαλάφας τού πετά το παπούτσι του στο κεφάλι.

Αστραπή έγινε και βροντή απ’ το χτύπημα, αλλά ο άγιος σωριάστηκε κάτω.

Ο Μπαλάφας τότε γρήγορα τρύπωσε μες στον παράδεισο.

Οι μουσικές όμως, που παίζανε, τα τραγούδια κόπηκαν και μια βαθιά σιωπή έπεσε.

Μες στη σιωπή αυτή σε λίγο, ακούστηκε μια φωνή σα βροντή, να διατάζει να τον συλλάβουν.

Κάτι τεράστιοι άγγελοι τον άρπαξαν, όπως τον έπιαναν άλλοτε στη γη οι χωροφύλακες, και τον οδήγησαν σε μια μεριά ψηλή, που σ’ ένα θρόνο μαύρο σαν κατράμι, καθόταν ένας λευκός γέρος, που κάποτε φαινόταν μεγάλος τόσο, που χανόταν στα ύψη η κεφαλή του, και κάποτε γινόταν μικρός σαν κοντούτσικος άνθρωπος, νάνος.

- Έλα δω, γιατί έκανες αυτό το κακό; τον ρώτησε ο λευκός γέρος.

- Γιατί, γιατί, του απάντησε ο Μπαλάφας, δε με άφηνε να μπω μέσα…

- Θα πει αυτό, που δε σε άφηνε, ότι δε σου έπρεπε να μπεις!

- Και γιατί δε μου έπρεπε να μπω;

- Γιατί είσαι αμαρτωλός, είσαι κλέφτης!

- Ε, και πως είμαι κλέφτης;

- Οι κλέφτες τιμωρούνται! Δεν ξέρεις τις δέκα εντολές;

- Όχι!

- Όχι! Δεν ξέρεις ότι τιμωρούνται όσοι κλέβουνε;

- Και αν δεν μετανοήσουν! είπε κάποια φωνή.

- Κι αυτός μετανόησε μια φορά και πήγε και ξεμολογήθηκε. Αλλά και πάλι έκλεψε!

- Αφού δεν είχα δουλειά και πεινούσα…

- Κι έπειτα, μετά καιρό, είπε μια άλλη φωνή, πήγε να ξεμολογηθεί και πάνω στην

εξομολόγηση έκλεψε του παπά το ρολόγι και τη χρυσή καδένα!…

- Δεν είχα πενταράκι, τι θέτε να έκανα; Και το ύστερο δεν τα χάρηκα, με πιάσανε και μου τα πήρανε και με χώσανε και μέσα…

Ο μεγάλος θεός άκουσε τις κατηγορίες, αν και τις ήξερε, και είπε τη στιγμή που γινόταν σαν κοντός άνθρωπος, νάνος:

- Όχι δε θα μπεις μέσα! Θα πας στην κόλαση, για να τιμωρηθείς!

Ο Μπαλάφας ταράχτηκε, θύμωσε σαν την ημέρα που έσκασε μια γροθιά σ’ ένα χωροφύλακα και του χάλασε τη φάτσα:

- Μωρέ, μωρέ, έκανε, και συ, και συ! Και συ σαν εκείνους εκεί κάτω, τους παγαπόντηδες,

δικάζεις;…

- Τι λες;

- Τι λέω, τι λέω!... Αχ τι να σου κάνω! Έπρεπε να είχα πάρει και το άλλο μου παπούτσι!…

 

Από τη συλλογή Μέσα στους ανθρωποφάγους, 1927

 

αρχή

 

Ο ΡΗΜΑΧΤΗΣ

 

 

Σιωπή βαθιά στο σπίτι σιωπή και μόνο ο άνεμος ακουγότανε να κουνά τα παραθυρόφυλλα, να τραγουδά, να φωνάζει και κάποτε να κλαίει σα στρίγγλα γριά, να ουρλιάζει. Όταν είχε ξυπνήσει ήτανε σκοτάδι ακόμα βαθύ, αλλ΄ αν και προσπάθησε να κοιμηθεί πάλι, στάθηκε αδύνατο. Ο ύπνος δεν ερχόταν. Απ΄ τις πολλές φορές που έκλεισε τα μάτια πεισματικά προσκαλώντας τον ύπνο, είδε ξαφνικά από μια ασπράδα μέσα σαν πυκνή ομίχλη, έναν άνθρωπο με γενάκια να βγαίνει... Άνοιξε τα μάτια. Δεν τον είχε πάρει ο ύπνος, που είδε αυτό, αλλ΄ έτσι σα να βυθίστηκε στα όνειρά του χωρίς να τον οδηγήσει αυτός. Θυμήθηκε τη μορφή, που είδε, και με δυσκολία έβγαλε ποιος ήταν. Ήταν ένας ναυτικός κοντός, στραβοκάνης, που είχε γνωρίσει σ΄ ένα μαγαζάκι της πατρίδος του, όταν ήτανε σχεδόν παιδί. Και ο ναυτικός αυτός βρισκόταν πάντα μεθυσμένος και μιλούσε, μιλούσε, διηγότανε χίλιες δυο ιστορίες ταξιδιών. Και τον είχε από χρόνια λησμονήσει!

Πάλι έκλεισε τα μάτια και πάλι η ίδια ασπράδα παρουσιάστηκε. Αλλά τώρα μια κεφαλή σκελετού έσχισε αυτή την ασπράδα σε μια πιατέλα βαλμένη... Έτσι χωρίς κανένα σημάδι, χωρίς τίποτα να του το λέει, ήξερε ότι αυτό το σκελετωμένο κρανίο, ήτανε του παλιού ναυτικού.

Και έμενε στο κρεβάτι του μη έχοντας όρεξη να σηκωθεί. Αλλά τι άνεμος ήτανε κείνος τη νύχτα; Πολλές φορές πίστευε πως θ΄ αρπάξει τη στέγη, θα γκρεμίσει το σπίτι. Άκουγε και τα δέντρα, που στενάζανε, που χτυπιόντουσαν και απελπισία τον έπιανε. Για λίγο είχε ακούσει και βροχή, αλλά δεν κράτησε και πάλι ο άνεμος μόνος έμενε να μουγκρίζει, να σφυρίζει.

Ξαφνικά ένας κρότος δυνατός στην πόρτα του τον έκανε να πεταχτεί.

— Τι είναι; ρώτησε.

— Δε σηκώθηκες ακόμα; Σήκω γρήγορα!

Ήταν η μάνα του.

— Τρέχει τίποτα; ρώτησε και ο νους του πήγε στον πιασμένο θειο του.

— Έλα σου λέω.

— Ο θείος;

— Μα ντύσου! Κάτι δέντρα σπάσανε!

Έπρεπε να τόχε σκεφτεί. Με τέτοιον άνεμο...

— Ποια δέντρα;

— Θα δεις!

Ντύθηκε γρήγορα και βγήκε έξω. Η μάνα του ήτανε στη σκάλα κοντά. Απ΄ την ανοιχτή πόρτα έμπαινε αέρας υγρός.

Γύρισε η μάνα του και τον είδε.

— Για έλα, έλα να δεις, του είπε και κοίταξε!...

Αυτός άφησε μια φωνή όταν πλησίασε. Εκεί που υπήρχανε τέσσερα ωραία δέντρα ανθισμένα στολισμένα σα νύφες, άλλα που πρασίνιζαν, τώρα δεν είδε άλλο από σωρό σπασμένων δέντρων, μαδημένων κλαδιών, συντριμμένων, κομμένων. Ήτανε σα να πατήσανε τη νύχτα μέσα κει δαίμονες καταστροφής και να είχανε εργαστεί καλά να καταστρέψουνε, να συντρίψουν.

— Μα τ΄ είναι αυτό πάλι! έκανε υψώνοντας τα χέρια του.

— Και είναι όλα με πριόνι, για κοίταξε, του είπε η μητέρα του· για δες.

Κατέβηκε κάτω. Ναι, ήταν αλήθεια! Μέσα στην άγρια νύχτα άγνωστοι εχθροί μαζί με τον άνεμον δουλεύανε, κατέστρεφαν κρυμμένοι μέσ΄ στο σκοτάδι και στη φωνή του ανέμου, πριονίζανε τα δένδρα, συντρίβανε τα κλαδιά.

— Πάει, πάει ο κήπος! έλεγε γυρίζοντας μέσ΄ στα κομμένα δέντρα.

Μα ποιος, ποιος είναι αυτός που τα κάνει;

Απ΄ ένα σωρό χαμόδεντρα είδε τον μπάρμπα Λούκα να βγαίνει με σκυμμένο κεφάλι παραμιλώντας. Κείνη τη στιγμή ένας πετεινός παρδαλός ανεβασμένος σ΄ ένα μισοβάρελο κοντά στην πέτρινη σκάλα, ξεφώνισε.

Ο γέρο Λούκας σήκωσε το κεφάλι και άμα είδε τον Νάρα:

— Καταστροφή, καταστροφή μας κάνανε οι κακούργοι! είπε, πάνε τα δέντρα!

Και πλησιάζοντας:

— Και θάναι οι ίδιοι αυτοί που μας σκοτώσανε το άλογο και μας ξεράνανε τις μανταρινιές. Αυτοί θάναι, αυτοί! Ποιοι άλλοι; Αυτοί είναι! και μας την έχουνε φκιάξει τρεις φορές τώρα! Μα, μα, τι να σου κάνω; τι να σου κάνω ο δύστυχος; Αυτός, αυτός ο διαβολόκαιρος έφταιγε! Δεν ήτανε ν’ ακούσω! ω αλλοίμονό τους! Εκεί θα βλέπατε τι αξίζει ο γέρο Λούκας! Η κουμπούρα γιατί κρέμεται; Ας το διάολο και συ! έκανε στον πετεινό που ξεφώνιζε πάλι, διώχνοντάς τον μ΄ ένα ξύλο, που κρατούσε.

Ο πετεινός πήδησε απ’ το βαρέλι και έφυγε γρήγορα.

Ο Νάρας ήταν σιωπηλός. Έβλεπε τα σπασμένα κλαδιά, που ήτανε γεμάτα ανθό, τα κομμένα δέντρα, πεσμένα ανάκατα σαν από μεγάλη μάχη, που είχε γίνει τη νύχτα μέσα στο άγριο βουητό του ανέμου, και του ερχότανε να κλάψει, να κλάψει σα να έβλεπε νεκρούς φίλους του αγαπητούς, συντρόφους.

Και χθες τα έβλεπε, έτσι στολισμένα και τα καμάρωνε. Και δε θα περνούσαν μέρες και τα κλαδιά τους μαζί με τον καρπό θα γέμιζαν και απ΄ τα πράσινα φύλλα, που θα μιλούσανε, θα φώναζαν όταν ο παιχνιδιάρης αέρας περνούσε μέσ’ απ’ αυτά.

— Τι λες; του είπε η μητέρα του.

— Άσε με! Τι να σου πω; της απάντησε και έφυγε, ανέβηκε πάνω και μπήκε στην τραπεζαρία.

— Μα ποιος, ποιος να τα κάνει; Ποιος είναι ο εχθρός που κοιτάζει να με βλάψει, που με μισεί τόσο;

Ένα βήμα συρτό. Η μάνα του ερχότανε. Μπήκε αυτή μέσα και χωρίς να μιλήσει πήγε και κάθισε στον καναπέ. Τα κλαδιά των ωραίων δέντρων, που άλλοτε φαινόντουσαν απ’ το παράθυρο σαν να κοιτάζανε μέσα και κουνιόντουσαν κάποτε, δεν υπήρχανε τώρα.

Αφού έμεινε λίγο ακίνητη και σιωπηλή η μάνα του, γυρίζοντας σ’ αυτόν του είπε:

— Για πες μου τώρα τι θα κάνουμε και μ’ αυτό το χάλασμα του περιβολιού;

— Τι θες να κάνουμε; Θα τ’ αφήσω έτσι! Για να πάω στην αστυνομία πάλι, δε θα πάω! Δεν υποπτεύομαι κανένα! Εγώ εχθρόν δεν έχω έτσι πιστεύω! να κατηγορήσω έτσι του κουτουρού; Σε όσους το διηγήθηκα, όταν μας σκοτώσανε τ’ άλογο, μου είπανε όλοι, πως ίσως ο θείος σου είχε παλιούς λογαριασμούς με κάποιον, στο είπα νομίζω, ναι, κι αυτός για να εκδικηθεί τα κάνει αυτά! Ποιος είναι όμως; Και πώς θα βρεθεί; Ο θείος τι είπε; Αυτός μου αράδιασε είκοσι σχεδόν φουκαράδες και είπε πως αυτούς υποπτεύεται.

— Ναι, έχεις δίκαιο! μα πάλι έτσι ναν τ’ αφήσουμε; Θα μας κάνουν κι άλλα. Πρέπει κάτι να κάνουμε! Έχουμε κι αυτόν, που θ’ αρχίσει πάλι τη γκρίνια, άμα το μάθει και δε θα παύσει. Και ποιος έχει όρεξη να τον ακούει! Ήτανε γκρινιάρης πάντα, αλά τώρα παράγινε! Α, και δε σου ’πα γιά κοίταξε, τώρα μούρθε στο νου! και είναι τόσες μέρες που λέω να στο πω. Τώρα του θειου σου του βάλθηκε με την οικογένεια του Ζαλάδη. και καλά δε θέλει να γίνει τίποτε. Ο πατέρας ήταν εχθρός του! Άκου τώρα!

— Τι λέει αυτός; Ίσαμε προχθές, πριν πιαστεί ήτανε πάντα μαζί και τώρα θυμήθηκε παλιές έχθρες. Ας μ’ αφήσει ήσυχο! Α, μα το Θεό, να σου πω, έχω βλαστημήσει πολλές φορές που δέχτηκα νάρθω να μένω κοντά του. Μα αυτός είναι τρελός, τρελός!

— Όχι όχι καλά έκανες, του είπε σιγά η μάνα του, μη φωνάζεις! Καλά έκανες, γιατί τον ξέρω τι στριμμένος είναι! Μπορούσε να τα γράψει σε καμιά εκκλησιά.

Ο γιος της γέλασε ξερά.

— Τι να γράψει; Άλλο απ’ αυτό εδώ το χτήμα, που μου έχει στ’ όνομά μου, δεν είναι ελεύθερο! Όλα τάχει βυθίσει στο χρέος! Γυναίκες, γλέντι, τώρα στα γεράματα και γι’ αυτό πιάστηκε!

Η μάνα του είχε ξυλιάσει, είχε μείνει μ΄ ένα – Α! με δεμένα τα χέρια και μισανοιγμένο στόμα. Αλλά σε λίγο ξέσπασε.

— Μωρέ τι μου λες!

Και άρχισε ένα υβρεολόγιο εναντίον του γέρου παραλυμένου, του αδελφού της, που καλά τώρα βρισκόταν πιασμένος και μισός άνθρωπος!

Ενώ η μάνα του έλεγε, έλεγε, αυτός μισόκλεισε τα μάτια για να δει μια ζωγραφιά, που παρουσιάστηκε, που περνούσε στον αέρα...

Μια νέα ξανθιά με καστανά μάτια τυλιγμένη σ’ ένα μακρύ καφετί επανωφόρι, ακουμπισμένη σ’ ένα δέντρο, με το κεφάλι λίγο γυρτό στον ώμο, του χαμογελούσε γλυκά... τα δοντάκια της, τα ούλα της φαινόνταν... Πάνω σ’ αυτό μια φωνή θυμωμένη ξερή, στυφνή, ακούστηκε από μέσα.

— Μάρω! Μάρω! βρε καταραμένη! πούσαι βρε! Μα έτσι έτσι μ’ αφήσατε; Μωρή! Α, που να σας πάρει ο διάολος! ο τρισκατάρατος!

— Τρισκατάρατος είσαι! είπε η μάνα του Νάρα. Ύστερα γυρίζοντας στο παιδί της:

— Το πιστεύεις δεν έχω μάτια να τον δω!

Η φωνή ξακολουθούσε μέσα να φωνάζει και να βρίζει.

— Πήγαινε, είπε αυτός στη μάνα του, πήγαινε! Άστον. Έχει και τα καλά του!

Κι αυτός έφυγε σε λίγο αφού ετοιμάσθηκε. Η μάνα του, που άκουσε πως έφευγε, έτρεξε και τον συμβούλεψε να προσέχει στο δρόμο, να προσέχει απ’ τον άγνωστο εχθρό.

Και αυτός είδε ότι αισθανόταν ανησυχία. Κούνησε όμως το κεφάλι περγελαστικά στις συμβουλές της μάνας του και κατέβηκε τη σκάλα.

Ερημιά στο δρόμο σα να τα είχε σαρώσει όλα ο δυνατός άνεμος. Κανείς άνθρωπος ή ζώο δε γύριζε. Μέσα στους κήπους τα δέντρα να κουνιούνται.

Ο σιδερένιος μύλος, μιας καλής έπαυλης· του φάνηκε σα χάρος θάνατος με πέννα, φτερό χήνας γιγάντιας, στο αυτί.

Οι λεύκες φωνάζανε, θορυβούσαν. Πέρα καλαμιές πλήθος, ολόκληρος στρατός, που λαμποκόπησε απ’ τον ήλιο που ξεπετάχτηκε απ΄ τα μαύρα σύννεφα, έγερνε, κουνιόταν στις προσταγές τ΄ ανέμου. Κάτι ψηλοί ευκάλυπτοι, γίγαντες δέντρα, κουνούσανε τα κλαδιά τους, τα φύλλα τους, σα νάλεγε τόνα κλαδί στ΄ αυτί του άλλου κάποιο μυστικό.

Μέσα στη χαρά, που είχε τώρα, φαινόταν και η λύπη για την καταστροφή των δέντρων του.

Και ποιοι νάταν, ή ποιος νάταν ο άγνωστος εχθρός, έλεγε, ποιος νάτανε; Ποιος ήταν αυτός που πηδούσε τη μάντρα του κήπου σε μια άγρια νύχτα, για να του φέρει κάποια καταστροφή, να του κάνει κάτι κακό; Και είναι ένας άραγε ή πολλοί;

Θυμήθηκε και κάτι άλλο.

— Αμ΄ οι ζημιές, οι ζημιές! είπε. Μα τι στο διάολο έχει πέσει;

Προχωρούσε γρήγορα.

Η γραμμή των κυπαρισσιών φάνηκε. Μία αγελάδα κόκκινη και άσπρη έβοσκε εκεί κοντά, κι ένα παιδάκι καθότανε κάτω στη ρίζα μιανής ελιάς χτυπώντας τη γη μ΄ ένα ξύλο.

Οι ξεραμένοι αθάνατοι σα γριές πεθαμένες από πείνα του φανήκανε.

Πέρασε και μόλις έστριψε τον μεγάλο κήπο, βρέθηκε μπρος στο σπίτι του Ζαλάδη.

Κείνη τη στιγμή απ΄ ένα παράθυρο πρόβαλλε μια μορφή.

— Έλα λοιπόν! του φώναξε άμα τον είδε με δροσερή γλυκιά φωνή.

*

* *

Γύρισε στο σπίτι του μόλις είχε αρχίσει να νυχτώνει.

Ο καιρός δεν ήταν ο ίδιος. Σύννεφα δεν υπήρχανε στον ουρανό και ο άνεμος είχε πάψει.

Βρήκε τη μητέρα του να κάθεται στο τραπέζι ανήσυχη και να τον περιμένει. Κοντά της είχε τη μικρή δουλίτσα.

— Το πιστεύεις, του είπε, πως μ΄ έχει πιάσει τρομάρα;

— Δε ντρέπεσαι! της είπε. Ποιος ξέρει ποιοι παλιάνθρωποι, απ΄ εκείνους, που είχε μια φορά στο νταμάρι, και θα είχε μαλώσει, να τάκαναν νομίζοντας, ότι έτσι κάνουν κακό σ΄ αυτόν.

— Ίσως νάναι έτσι! αλλ΄ εγώ όσο βράδιαζε μ΄ έπιανε τρομάρα!

Η μητέρα του με την υπηρέτρια φύγανε. Αυτός κάθισε στο τραπέζι, αλλά σε λίγο είδε ότι κι αυτός αισθανότανε ανησυχία δυνατή. Η ματιά του όλο πήγαινε στο παράθυρο και όλο περίμενε να παρουσιαστεί εκεί κάποια μορφή. Και σα να ήξερε και τι μορφή θάτανε. Θάταν με ενός χοντρού κακούργου, που είδε τη φωτογραφία του μια μέρα κάπου. Θα είχε μικρό μέτωπο, σκοτεινή ματιά και μικρό μουστάκι σαν κομμένο.

Ένας κρότος, πάτημα. Τρόμαξε. Ήταν η μικρή δουλίτσα.

Ήρθε αυτή ετοίμασε γρήγορα το τραπέζι κι έφυγε.

Άλλος κρότος στην πόρτα. Αυτή τη φορά έφερε το χέρι στο περίστροφό του, που έσερνε μαζί του. Ο γέρο Λούκας όμως παρουσιάστηκε.

Ευχαριστήθηκε που τον είδε. Ο γέρο Λούκας ήρθε και κάθισε και άρχισε να του διηγείται τι έλεγε η γειτονιά για το κόψιμο των δέντρων.

Η μάνα του ήρθε και κάθισε στο τραπέζι. Ο γέρο Λούκας τώρα θυμήθηκε να τους πει, πως είχε δει και τη γριά Καλλιόπη κι έκλαιγε και δερνόταν αυτή, γιατί τη βγάλανε κι έκανε μάλιστα και μεγάλους όρκους πως τις ζημιές δεν τις είχε κάνει αυτή!

— Μα τι λέει αυτή; Ποιος τις έκανε τότε; εμείς; είπε η μάνα του με θυμό.

Η μικρή δουλίτσα έφερε το φαΐ. Ο γέρο Λούκας πήρε το πιάτο του γεμάτο και κατέβηκε κάτω. Πριν κατεβεί πάλι τους θύμισε πως η πιστόλα του ήταν έτοιμη στον τοίχο και, και...

Ένα βράδυ ξύπνησε ο Νάρας απ΄ ένα όνειρο, που τον τρόμαξε. Είχε δει το ναυτικό, κείνον, που είχε γνωρίσει στην πατρίδα των γονέων του, να γυρίζει τη νύχτα μόνος μέσ’ στον κήπο και να προσπαθεί να ρίξει το σπίτι μ΄ ένα σχοινί που τόχε δέσει στη σκεπή. Και κλονιζόταν αυτό, έγερνε τρομακτικά. Και ήταν αυτός ο ίδιος, που είχε ξεράνει τα δέντρα, τα είχε κατακόψει και είχε σκοτώσει τ΄ άλογο...

Ο λύχνος είχε σβήσει. Η σελήνη έριχνε ένα θαμπό φως. Η κάθε γωνιά όμως του φαινότανε κάποια μορφή να κρύβει έτοιμη να ορμήσει.

Σηκώθηκε και άναψε φως και είδε και την ώρα. Ήτανε τρεις.

Άκουσε σε λίγο τη φωνή του ανέμου.

Είδε ότι δεν ημπορούσε να κοιμηθεί και ντύθηκε. Θέλησε κάτι να διαβάσει όσο να πάρει η μέρα. Αλλά άμα πλησίασε στα βιβλία του έμεινε χωρίς να έχει όρεξη να τ΄ ανοίξει. Πάλι άρχισε να κοιτάζει κάποτε, με φόβο μη δει κάποιο πρόσωπο να ξεφυτρώνει...

— Μπα, σωστά έπαθα πανικό! είπε και θέλοντας να πάει ενάντια πήρε το επανωφόρι του και ανοίγοντας την πόρτα βγήκε στο διάδρομο. Άκουσε το βήμα του όμως και ανατρίχιασε. Σαν να τον ακολουθούσε κάποιος ή να βάδιζε μαζί του τού φάνηκε.

Στάθηκε. Τίποτε. Ησυχία. Η φωνή του ανέμου. Η σελήνη φώτιζε, έμπαζε φως απ΄ το φεγγίτη.

Άνοιξε την πόρτα. Τα δέντρα κουνιόντουσαν, η σελήνη ψηλά σε καθαρό ουρανό. Κάτι πετάχτηκε και τον έκανε να τρομάξει. Ήτανε μια γάτα άσπρη και χώθηκε μέσα στα χαμόδεντρα. Κατέβηκε κάτω. Το χέρι του έσφιγγε το όπλο του.

— Έχει γούστο, έλεγε με το νου του, να μου παρουσιαστεί κάποιος και πληρώσει παλαιούς λογαριασμούς. Όλα γίνονται.

Έκανε και λίγη ψύχρα. Σήκωσε το γιακά του και άρχισε να περπατά μέσ΄ στον κήπο. Όλα αυτά φύγανε, σε λίγο, αυτές οι σκέψεις, σε μια ενθύμηση, που του ήρθε, που έρχεται ξαφνικά.

Δεν πέρασε όμως πολύ και τρόμαξε και στάθηκε. Του φάνηκε πως μέσα στον κήπο, στο βάθος του, γινόταν κάποιος θόρυβος, ένα χτύπημα. Και πήγε να δει κρατώντας το όπλο του. Με προφύλαξη βάδιζε. Και όσο πλησίαζε άκουγε πιο καθαρά μέσ΄ στο θόρυβο των κλαδιών, των φύλλων, κ΄ ένα χτύπημα ρυθμικό.

Απ΄ ένα σωρό πικροδάφνες πρόβαλε και είδε. Στο πηγάδι ένας άνθρωπος δούλευε, πολεμούσε μανιακά χτυπώντας μ΄ ένα λοστό και ρίχνοντας το τοίχωμά του. Κείνη τη στιγμή σταμάτησε και ορθώθηκε. Η σελήνη του φώτισε δυνατά το πρόσωπο. Πάλι άρχισε και πέτρες μεγάλες ακουστήκανε να πέφτουνε στο νερό. Αλλ΄ ο Νάρας δεν πυροβόλησε. Είχε γνωρίσει ποιος ήταν αυτός, ποιος ήταν ο ρημαχτής. Ήταν ο θειος του ο πιασμένος, ο αδελφός της μάνας του...-

 

Από τη συλλογή Είκοσι διηγήματα (1924), σ. 57-67.

 

αρχή

 

Ο ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ

 

- Έτοιμα όλα! Είπε στον Ηλία Μαρίδη η γυναίκα του ανοίγοντας την πόρτα. Και χωρίς να προσέξει στη ματιά, που της έρριξε, και ήταν αυτή γεμάτη έχθρα, άρχισε να του λέει για τις ετοιμασίες, που είχε κάνει τη νύχτα, ενώ αυτός κοιμότανε. Και εύρισκε πως απ' όλους, όσοι ήτανε για την ξενητιά, αυτός θα ήταν πιο καλά συγυρισμένος...

Ο Ηλίας, ξαπλωμένος στο κρεββάτι, δεν μιλούσε· αισθανόταν όμως τα λόγια της να τον πειράζουνε, τα αισθανότανε σαν παγωμένο νερό να στάζουν πάνω του.

Η γυναίκα του, επιτέλους, έφυγε, τον άφησε μόνο. Αναστέναξε:

- Τα 'θελες, τα 'παθες!.. είπε στον εαυτό του.

Το είχε μετανοιώσει, που θα φευγε, μα πώς να κάνει; Αν δεν έφευγε και τώρα, που είχε δώσει το λόγο του, θα γινότανε ρεζίλης.

- Τα 'θελες, τα 'παθες!.. είπε πάλι στον εαυτό του και αισθάνθηκε θυμό, θυμό εναντίον του, που όλο ζητούσε να ξενιτευτεί, ενώ δεν είχε το θάρρος και κινούσε και τους άλλους να πάνε. Και φεύγανε οι άλλοι, ενώ αυτός έμενε... Αυτή τη φορά όμως του είχανε πάρει το λόγο του πώς δεν θα τους άφηνε κι αυτούς μόνους να φύγουνε, αλλά θα τους ακολουθούσε.

Και το 'χει πια τελειωμένο, δε χωρεί καμιά ψευτιά, την έχει πάθει! Θα φύγει, θα φύγει!.. Κρυφά όμως, μ' όλ' αυτά, πιστεύει πως δε θα φύγει, το αισθάνεται, αλλά θέλει να πιστεύει πώς θα ξενιτευθεί, και θέλει να γίνει έτσι, να δει κόσμο, πόλεις νέες, χώρες ξένες, άγνωστες!..

Και η καρδιά του χτυπά από συγκίνηση και επιθυμία, αλλ' αισθάνεται σε κάθε χτύπο κάτι κρύο να πέφτει. Μια απόφαση!.. Άμα μπει στο πλοίο, θα ησυχάσει!.. Βλέπει τη βάρκα, που τον παίρνει και τον πηγαίνει στο βαπόρι. Αυτό καπνίζει, στέλνει στον ουρανό το γαλανό τον μαύρο καπνό του. Φωνές, χτύποι και κατραμιού μυρουδιά δυνατή. Οι ναύτες τρέχουνε, οι επιβάτες βιαστικοί. Βαλίτσες, κρότοι, βλαστημιές, σφυρίγματα βραχνά. Η άγκυρα σηκώνεται. Το πλοίο φεύγει...

Για το σπίτι του!.. Να το!.. Η γυναίκα του θα 'ναι κείνη στην ταράτσα. Κουνά ένα άσπρο μαντίλι... Να, η αγία Αικατερίνη!..

Το περιβόλι του Δημάρχου. Του είχε δώσει μαύρο στις εκλογές... Ο καφενές του γέρο Τσέκα, κοντά στο φανάρι, όπου συχνάζουνε οι ψαράδες, και που απ' έξω μπαλώνουνε τα δίχτυα τους. Σιγά, σιγά χάνονται, το άπειρο τα καταπίνει και για λίγο ακόμα βλέπει την κορυφή του προφήτου Ηλία. Πόσες φορές απ' εκεί κοίταζε τα πλεούμενα!.. Πάει κι αυτή!. Τώρα παντού ουρανός και θάλασσα και κλεισμένο έτσι απ' αυτή και απ' αυτόν το βαπόρι, σα μικρό ξυλάκι με πάνω του μυρμήγκια, τρέχει, τρέχει...

Φθάνει σε μια πολιτεία. Τι κόσμος!.. Μιλούνε ξένη γλώσσα, πηδούνε στις βάρκες, φωνάζουνε, κινόντουσαν με θόρυβο τρομαχτικό. Πιάνουν αλλού πάλι. Γράφει εδώ ένα γράμμα στη γυναίκα του κι αισθάνεται επιθυμιά να 'τανε στο νησί του, κοντά της.

Ξαφνικά στον ωκεανό, που περνά το πλοίο, ο ουρανός μαυρίζει απ' τα σύννεφα και η θάλασσα ταράζεται σα δεμένο άγριο βόδι...

Τα κύματα ανοίγουνε γκρεμνούς, βάραθρα· και το πλοίο κατεβαίνει, γκρεμίζεται... Ο Ηλίας ταράζεται και συνέρχεται και με χαρά βλέπει πως είναι κει, στο κρεβάτι του, και σφίγγει δυνατά τις σιδερένιες σωλήνες του κρεβατιού.

Πάλι όμως τον σέρνει η ξενιτιά και προ πάντων ο γυρισμός, και πηδώντας την τρικυμία και άλλα, βλέπει τον εαυτό του, μετά δύο χρόνια, κουρασμένον απ' την ξενιτιά να γυρίζει στο σπίτι του. Τι χαρά, χαρά στους δικούς του!.. Όλοι πηδούνε, χορεύουνε!..

Αυτός κατεβαίνει κάτω στην αυλή μ' ένα μαχαίρι και σφάζει ένα αρνί με πλατειά ουρά για να διασκεδάσουν. Κι έχει καλέσει το Νικόλα το Συνάπα και το Στάθη Μπονάτσα με τις οικογένειές τους. Ο Ηλίας συνήρθε και στην ενθύμηση του ταξιδιού, που έπρεπε να κάνει, αισθάνθηκε κούραση, κούραση σαν εκείνη τη στιγμή να 'χε έρθει από ταξίδι και τον βιάζανε να κάνει κι άλλο. Πάλι όμως του ήρθε κείνη η κρυφή ελπίδα ότι δεν θα φύγει, και μια ευχή φάνηκε στο νου του, χωρίς να την σκεφτεί καλά, σα να γινόταν πιο βαθειά και κει, στο νου του, να φάνηκε η σκια της, η ηχώ της. Κ' έλεγε αυτή η ευχή: Ίσως το καράβι κάτι κακό θα πάθαινε στο δρόμο καθώς ερχόταν, μια αρρώστια θα 'πεφτε στη χώρα...

Ξαφνικά, καθώς ακόμα βρισκόταν η κρυφή ευχή, η γυναίκα του μπήκε μέσα με βία και του είπε:

Είσαι τυχερός, με νέο βαπόρι θα ταξιδέψεις, που κάνει τώρα το πρώτο του ταξίδι!.. Και θά 'ρθει πότε νομίζεις;.. Καλά που τα ετοίμασα όλα!.. Θα 'ρθει αύριο!.. δηλαδή δυο μέρες πριν !..

***

Όταν άρχισε να του λέει η γυναίκα του, νόμισε πως θα του έλεγε κάποιο κακό για το πλοίο, αλλά... - Πάει, πάει!..

Αισθάνθηκε και την κρυφή ελπίδα να τον αφήνει μόνο, έρημο, και έτσι του 'ρθε ν' αρχίσει το κλάμα ή να πει πως δεν πάει, δεν θέλει να πάει όπως κάνουν τα παιδιά όταν τα στέλνουνε σχολείο και δε θέλουνε να πάνε...

Καθώς έβγαινε απ' το δωμάτιο, άκουσε τη γυναίκα του να μιλά απ' το παράθυρο με μια γειτόνισσα και να λέει πως ο άντρας της αδυνάτισε. Άκουσε και τη γειτόνισσα.

- Αμ' ταξίδι, ξενιτιά είναι αυτή!.. μικρό πράμα το 'χεις;

- Εγώ, κυρά Ευτέρπη, δεν τον βίασα!.. εγώ, μάλιστα, δεν το 'θελα, κείνος...

Χάρηκε. Αλλά πώς να κάνει;..

- Αχ ν' αρρώσταινα!.. είπε με το νου του.

Βγήκε έξω. Άκουσε όμως όλους να μιλούνε για το βαπόρι, που ερχόταν και να λένε και ποιοι θα 'φευγαν. Δείχνανε κι αυτόν. Του φάνηκε σα να 'τανε δεμένος μην ξεφύγει...

Γεμάτος απελπισία πήγε στο σπίτι του. Το φαΐ ήταν έτοιμο. Αλλ' είδε ότι δεν είχε όρεξη να φάει και μια μεγάλη αδιαθεσία να τον πιάνει σιγά, σιγά. Έφαγε όμως με τη βία. Η γυναίκα του τού μιλούσε, του έλεγε πολλά, και μαζί του είπε πώς οι συγγενείς των θέλανε το τραπέζι να τους κάνει το βράδυ και, και... Κουνούσε το κεφάλι χωρίς να λέει τίποτα. Όταν σηκώθηκε με χαρά, είδε την αδιαθεσία να μεγαλώνει και να αισθάνεται και ρίγος. Δεν είπε τίποτα γι αυτό πάλι, και βγήκε έξω. Προχώρησε για το καφενείο που σύχναζαν όλοι όσοι θα φεύγανε.

Και είχανε μαζευτεί αυτοί και μαζί τους πολλοί συγενείς των φίλοι και άλλοι.

- Έτοιμος, ε; τον ρώτησε ένας ψηλός, με μουστάκες, ντυμένος τα καλά του και που, ενώ δε φορούσε ποτέ κολλάρο, είχε τυλίξει το λαιμό του με γιγάντιο κολλάρο ίσαμε τ' αυτιά του.

- Έτοιμος!.. αύριο θα είμαστε για να 'μαστε!..

Πιάσανε ομιλία. Αυτός αισθανότανε τώρα να καίει κι έλεγε με το νου του:

Αμ' δε θά 'ρθω γω!.. Στο σπιτάκι μου καλύτερα, στο σπιτάκι μου!..

Κάποτε κοίταζε και για κάποιον μη φανεί και στενοχωριόταν που δεν τον έβλεπε να έρχεται.

Δεν πέρασε όμως και πολύ και φάνηκε κι' αυτός. Ήταν ο Κλάδας ο γιατρός.

Αυτός ο γιατρός, παλιός του φίλος, τον είχε συμβουλέψει να μη φύγει, να μη μπει μέσα στην παρέα αυτήν, που θέλανε τη ξενιτιά, και να πάψει να υμνεί τα καλά της ξενιτιάς!..

Άμα τον είδε ο γιατρός, τον πλησίασε και του 'δωσε το χέρι του.

- Μα συ καίεις!.. Για στάσου!.. Μωρ' έχεις πυρετό!.. Μια στιγμή, μια στιγμή!.. του είπε. Κι έβγαλε το θερμόμετρο.

- Βάλτο στη μασχάλη σου!..

Και όταν, σε λίγο το πήρε από πάνω του, είπε κοιτάζοντάς το:

- Σχεδόν 39!.. Και κάθεσαι έξω!.. Για κοιτάτε! Είπε στους άλλους δείχνοντας το θερμόμετρο.

Λιωμένος από χαρά ο Ηλίας μίλησε:

- Μα θα φύγω, αύριο...

- Τι λες!.. Ταξίδι να κάνεις!.. Εκτός αν θέλεις να ταΐσεις τα ψάρια!..

***

Ήτανε ξαπλωμένος τ' απόγευμα της άλλης μέρας στο κρεβάτι του. Ρετσινόλαδα, κινίνο, συναπισμούς, ποτήρια για βεντούζες ήτανε γεμάτο το τραπεζάκι κοντά του.

Όλο το σώμα του βρέθηκε να πονεί, τότε το μαρτύρησε, γιατί πριν το υπόφερε, για να μην πούνε οι σύντροφοι πώς μετανόησε. Και τώρα υπέφερε γενναία τους συναπισμούς, τις βεντούζες και τ΄άλλα.

Αισθανόταν όμως μια γαλήνη, ησυχία να τον γαργαλά και χαμογελούσε κρυφά με πονηρία κοιτάζοντας τα κλαδιά της αμυγδαλιάς, τον ήλιο, το σπίτι. Και ευχαριστούσε, από μέσα του, το γιατρό, που τον εμπόδισε, που, γιατί δεν ήθελε να φύγει, βρήκε αφορμή να τον κρατήσει λέγοντας του για κίνδυνο μεγάλης αρρώστιας και τα λοιπά. Να πει άλλη φορά πως θα φύγει!..

Έτσι έμενε όταν άκουσε πυροβολισμούς. Κατάλαβε τι έτρεχε. Οι άλλοι, οι συντρόφοί του, φεύγανε και πυροβολούσαν και αυτοί και οι φίλοι και συγγενείς τους απ' το νησί.

Κανείς δεν ήταν εκεί, κείνη τη στιγμή, και ντύθηκε γρήγορα κι ανέβηκε στο δώμα.

Πέρα, στη γαλανή θάλασσα πάνω, ένα βαπόρι μακρυνόταν, έφευγε, αφήνοντας ένα χάραγμα στη θάλασσα, που περνούσε. Καπνός έβγαινε πυκνός απ' τα φουγάρα του κι έπεφτε στην καθάρια ατμόσφαιρα.

Το βαπόρι χάθηκε σιγά-σιγά, και μόνο ο καπνός του, μακριά, φαινότανε ν' ανεβαίνει... Κατέβαινε κάτω.

Η γυναίκα του, που ήρθε κείνη τη στιγμή, θέλησε να τον μαλώσει γιατί σηκώθηκε, αλλ' αυτός τη σταμάτησε.

- Αφού αισθάνομαι, της είπε, καλά τον εαυτό μου!.. Οι βεντούζες, που μου έβαλες, βάζω στοίχημα, αυτές μ' ωφέλησαν! και η ησυχία!.. Τώρα, που λες, νοιώθω πείνα, πείνα φοβερή! Για φαντάσου όμως να 'φευγα! έτσι όπως ήμουν άρρωστος! Α, δε θα γλύτωνα!..

- Πω, πω! μη το λες!.. Ο θεός μας φύλαξε!..

- Μα γι αυτό κι εγώ, ξέρεις τι θα κάνω;.. Θα πάω ένα κερί στη Χάρη της αύριο, και θα σφάξω και το αρνάκι με την πλατεία ουρά, για να φάμε και να πιούμε! Πες ότι πήγα και γύρισα!..

 

(Ιούλιος 1917)

αρχή

 

ΟΙ ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ

 

Ήταν εορτή κ΄ οι καμπάνες της εκκλησιάς που εόρταζε δεν είχαν πάψει όλη τη νύχτα να χτυπούνε.

Βγήκα αργά σχεδόν έξω. Δε θα πήγαινα ούτε στην εκκλησιά, ούτε να χαιρετήσω φίλο. Θα πήγαινα να προσκυνήσω έναν τάφο!

Η ημέρα ήτανε συννεφιασμένη, ψυχρή του Δεκέμβρη μέρα. Φυσούσε άνεμος δυνατός και παγωμένος…

Το νεκροταφείο ήταν έρημο. Σαν σκιές των ήχων ερχόντανε ίσαμε εκεί οι χτύποι της καμπάνας της εκκλησιάς που εόρταζε.

Οι σταυροί φύλαγαν τους νεκρούς κ΄ οι κλώνοι των δέντρων έκλιναν από πάνω μόνοι θλιμμένοι. Τα πουλάκια τούς νανούριζαν τον απέραντον ύπνο τους, τους τραγουδούσαν γλυκά τραγούδια της ζωής. Κι αυτοί ίσως θα πίστευαν ότι βρισκόντανε στο χαμένο για πάντα σπίτι, κοντά στους δικούς τους, κι άκουγαν τη φωνή των παιδιών, των αδερφών, συζύγων, γονιών…

Αλλοίμονο!…

Ένας κρότος ερχόταν από κει κοντά, από ένα εργοστάσιο.

Προχώρησα να γυρίσω στο νεκροταφείο, αφού είδα τον τάφο, που είχα πάει να προσκυνήσω, τάφο, που δεν τον σκίαζαν θλιμμένα δέντρα, ούτε οι κλώνοι άλλων δέντρων έγερναν θλιμμένοι κοιτάζοντας την πλάκα.

Τάφοι μαρμάρινοι, με προτομές, με γλυφές, με παραστάσεις δεξιά κι αριστερά, ήτανε στο δρομίσκο, που είχα πάρει. Βρισκόμουν μέσα στις πρώτες θέσεις. Άραγε η γη, που της ανοίγουν τα σωθικά της και ρίχνουν πάλι μέσα τα παιδιά της, έχει κι αυτή θέσεις;

Πρώτη, δεύτερη, τρίτη…

Κάποτε διέκοπταν τους μαρμαρένιους τάφους άλλοι τριγυρισμένοι με κάγκελα σιδερένια. Άλλοι πάλι με ξύλινα κάγκελα και πλήθος γλάστρες. Τα άνθη της χαράς και στη λύπη βρίσκονται, σα να βγάζει η χαρά τα λουλούδια που φορεί και να τα δίνει στη θλίψη.

Είχα περάσει τους μαρμαρένιους τάφους, ή την πρώτην θέση. Σ΄ αυτό το μέρος οι τάφοι ήσαν φτωχικοί. Πέρα διέκρινα τα κεραμίδια ενός μικρού σπιτιού.

Σ΄ ένα δέντρο, ένα άσπρο σακκούλι γεμάτο ήταν κρεμασμένο. Χωρίς να ιδώ, εμάντευσα τι είχε μέσα. Κ΄ ήταν σαν σακκούλι με φαΐ λησμονημένο κάποιου εργάτη.

Κοντά ένας τάφος είχε ανοιχτεί κ΄ ένα φέρετρο επρόβαλλε σα βάρκα τσακισμένη από κάποιο μακρινό ταξίδι, απ΄ το ταξίδι της Αχερουσίας!

Κ΄ ήτανε πλούσιο φέρετρο από καρυδιά.

Ο ταξιδιώτης ήταν γυναίκα. Τα ρούχα της, που δεν της είχε επιτρέψει ο Χάρος να πάρει μαζί της, ήταν ακέραια, από θαλασσί βαθύ ύφασμα, λεπτοϋφασμένο σαν από αράχνη. Σε μια άκρη του φερέτρου ήταν κάλτσες καφετιές τρυπητές…

Μόλις έστριψα έναν τάφο, που ο σταυρός του είχε ένα γύρο και και κροτούσε απ΄ τον άνεμο, στάθηκα. Τα δέντρα πριν μου κρύβανε το θέαμα. Είχα φθάσει στο μικρό σπιτάκι κ΄ είδα έξω απ΄ αυτό, σωρούς, σωρούς μεγάλους και ψηλούς κοκκάλων και χυμένη ζάχαρη, ή κάτι άλλο εμπόρευμα. Και κόκκαλα πλήθος, πλήθος στιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο!…

– Πού είμαι δω; είπα.

Το σπιτάκι ήταν σαν τελωνείο έρημο, που απ΄ έξω άφησαν τα κιβώτιά τους χαμένοι ταξιδιώτες και έμποροι.

Ένα κιβώτιο ανοιχτό, πάνω απ΄ τ΄ άλλα, έδειχνε το περιεχόμενό του. Μια πλάτη, κρανίο, κόκκαλο ποδιού…

Άλλο πιο κάτω μισοκλεισμένο.

Εδιάβασα την επιγραφή του – Κωνσταντίνος, Αθανασία, Αδελφοί· – ένα κόκκαλο έβγαινε, σα να προσπαθούσε να σηκώσει το σκέπασμα.

Άλλο πιο πέρα, με λουκέτο σκουριασμένο. – Χριστόδουλος – η επιγραφή.

Έξω απ΄ το σωρό των κοκκάλων μια μασέλα με λίγα δόντια, παΐδια στραφτερά και σα γλυμμένα…

Ο κρότος του σταυρού με τον γύρο ακούστηκε πιο πολύ να ταράζει τη σιωπή την πένθιμη, σα νάθελε κάτι να πει τώρα, ή το παραμιλητό του να δυνάμωσε. Καθώς πρόσεξα σ΄ αυτόν τον κρότο, άκουσα κ΄ έναν άλλον να έρχεται από κει κάπου. Ήταν του εργοστασίου ο κρότος. Εργασία!…

Πάλι είδα τους σωρούς των κοκκάλων και ήταν σαν σωρός πετρών, που ρίχνουν απ΄ έξω απ΄ τις οικοδομές. Και ανακατωμένα όλα! Κρανία, πόδια, πλάτες, χέρια! Κόκκαλα ευτυχών, που υπήρξαν, και δυστυχών! ανθρώπων που γέλασαν πολύ και ήπιαν την ηδονή, με ανθρώπων κόκκαλα, που τους είχε πάντα η θλίψη δικούς της, που δε γνωρίσανε ποτέ το γέλιο!

– Γιατί τα ρίχνουν έτσι; σκέφτηκα.

Έξαφνα τρόμαξα.

Θα γεμίσει το νεκροταφείο, θα ξεχειλίσουν οι τοίχοι από τα κόκκαλα!…

– Ε, νεκροί! Ελάτε να τα πάρετε! Είναι οι αποσκευές σας! Να τι σας έμεινε ακόμα από τα τόσα!… Ένας σωρός κόκκαλα!… Ποιος είναι ο δικός σας;… Προσέξετε μην πάρετε ξένα!…-

 

Από την εφημερίδα Ριζοσπάστης, 1-1-1921, σ. 2.

 

αρχή

 

ΟΙ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΤΣΙΓΓΑΝΟΥ

 

Τι θέλει αυτός εδώ; είπε δυνατά μια φωνή και όλοι στραφήκανε να δούνε.

Στο μεγάλο τραπέζι και δίπλα σ’ έναν φορτωμένον παράσημα, ένας μαυροντυμένος άνθρωπος είχε καθίσει, κίτρινος κίτρινος, που θα φαινότανε δίχως ζωή, αν δυο μάτια, που λάμπανε σα δυνατά φωσάκια, δεν έδειχναν όχι μόνο το ενάντιο, αλλά και κάτι περισσότερο ακόμα.

Ο άνθρωπος έγειρε λίγο το κεφάλι, σαν από το βάρος των τόσων ματιών, που στυλωθήκανε πάνω του.

- Τι θέλεις εδώ εσύ; τον ρώτησε ο οικοδεσπότης, άρχοντας μεγάλος.

Ο άγνωστος τον κοίταξε με τα λαμπερά του μάτια, έπειτα είπε, κατεβάζοντας τα μάτια στο γεμάτο από αχνίζοντα φαγιά τραπέζι.

- Βρήκα την πόρτα ανοιχτή, τους φύλακες να μιλούνε με ωραία κορίτσια, και μπήκα. Πεινούσα!

- Ωραία!

- Αυτός το πήρε για μοναστήρι!

- Έτσι φαίνεται…

Όπως πριν τα μάτια, τώρα τα λόγια φάνηκαν να τον βαραίνουν.

Ο πρίγκιπας πάλι μίλησε:

- Ποιος είσαι; Πώς σε λένε; Τι κάνεις;

- Τραγουδώ και λέγω ιστορίες! απάντησε αυτός με σιγαλή φωνή.

Όλοι γελάσανε.

- Σιωπή!... φώναξε ο άρχοντας, γυρίζοντας το βλέμμα στο τραπέζι.

Έγινε σιωπή. Έξω ακούστηκε η θύελλα να δυναμώνει. Τα παράθυρα ταραχθήκανε σ’ ένα δυνατό χτύπημα του ανέμου και μια αστραπή έλαμψε· Το χαλάζι χτύπησε τα γυαλιά των παραθύρων.

- Ωραία! είπε ο άρχοντας, φέροντας το βλέμμα στον άγνωστο, απ’ τα παράθυρα, που τα χτυπούσε το χαλάζι. Ύστερα, γυρίζοντας στις κυρίες:

- Ορίστε! Σα να τον είχατε παραγγελία για ιστορίες που σας αρέσουν! Όχι τραγούδι. Τώρα όμως, πρώτα πρώτα εμπρός στο φαΐ, γιατί σχεδόν εκρύωσε!

Για λίγη ώρα μέσα στη μεγάλη αίθουσα έγινε ησυχία από φωνές. Μόνον ο κρότος των πιάτων, περουνιών και κάποια ρώτηση ακουγόταν.

Ο άνεμος έξω βογκούσε, η αστραπή έλαμπε και η βροχή και το χαλάζι χτυπούσανε κάθε τόσο τα παράθυρα, σα να κοιτάζανε μέσα.

- Τώρα θα μας κάνεις αρχή απ’ τη δική σου ιστορία! είπε ο άρχοντας άμα τέλειωσαν, σφογγίζοντας τα χείλια του.

Ένα χαμόγελο μικρό με δυσκολία άνοιξε τα χείλια του αγνώστου.

- Την ιστορία μου; είπε. Καλά! Μα όχι, θα σας πω την ιστορία ενός άλλου και μαζί είναι και η δική μου ιστορία.

Ο άρχοντας σήκωσε το ποτήρι.

- Εις υγείαν!

- Εις υγείαν! απάντησαν οι άλλοι και φέρανε τα ποτήρια στα χείλια.

Μια αστραπή έλαμψε, δείχνοντας τη μαύρη κορυφή ενός κυπαρισσιού να σαλεύει τρελά έξω απ’ το παράθυρο.

Ο άγνωστος άρχισε, άμα είδε τα ποτήρια να έρθουνε στο τραπέζι και τα μάτια να στυλώνονται σ’ αυτόν.

- Ήτανε ένας ξεπεσμένος άνθρωπος, αλήτης, δυστυχισμένος. Έτσι το νόμιζα! Γύριζε κι έπαιζε στα χωριά βιολί για να ζήσει. Έπαιζε στα πανηγύρια, στους στενούς δρόμους του χωριού, για να χορέψει η μάνα το παιδί της και να πηδήσουνε τρελά τα χωριατόπαιδα… Τον ήξερα, πολλές φορές τον είδα να παίζει βιολί στη μικρή πλατεία του χωριού μου, κάτω απ’ τα μεγάλα πλατάνια.

Μια βραδιά τον απάντησα, καθώς γύριζα έτσι άκοπα. Και μη γνωρίζοντας τι να κάνω, τον ακολούθησα. Αυτός προχωρούσε έξω, προς τις ερημιές, πολύ έξω. Εκεί που η ερημιά τη φωνή του λύκου γνωρίζει μόνο, και η σιωπή έχει στήσει τη σκηνή της.

Εκεί έβγαλε το βιολί του.

Ο ουρανός κείνη τη νύχτα είχε στολιστεί σα να εόρταζε, και ο αέρας ήτανε γεμάτος από μυρουδιές αγρίων λουλουδιών.

Εννόησα ότι ο Ατσίγγανος θα έπαιζε τώρα, για το λαμπροστόλιστο ουρανό, για τη φύση, που εόρταζε. Και άρχισε. Ο σκοπός που έπαιζε δεν ήταν όμοιος με κείνους, που χτυπούσε στα πανηγύρια, στις πόρτες, στις πλατείες. Ήτανε μια μελωδία που δεν είχα ακούσει έως τότε, και που ήτανε όμοια άλλοτε με τραγούδι νεράιδας ερωτευμένης άνθρωπο, και άλλοτε με θρήνο δαίμονος που θυμάται ότι υπήρξε άγγελος!

Σε λίγο άρχισε και η φωνή του να συνοδεύει το βιολί, μια βαθιά βαθιά φωνή και βραχνή, σαν τους στεναγμούς του ανέμου. Και έψελνε τα δάση, τα λαγκάδια, τις πεδιάδες, τη νύχτα με τη μαύρη καλλονή της και τη ζωή, τη ζωή την ελεύτερη του Ατσίγγανου, που δεν έχει κατοικία, παρά όλη τη γη με τον ελεύτερο ουρανό… Και ψάλλει, ψάλλει, και το βιολί του τον συνοδεύει, κι εγώ αισθανόμουνα μέσα μου τα λόγια εκείνα, τα γεμάτα ελευτεριά και μυρουδιά των άγριων δασών να παίρνουν ζωή! Και τότε, χωρίς να μπορώ να σταματήσω κάτι που μ’ έσερνε να πλησιάσω κοντά του, βγήκα απ’ το μέρος που ήμουν κρυμμένος, και τον πλησίασα.

Στο βήμα μου, που τάραξε την ησυχία που μέσα χυνόταν το τραγούδι της ελεύτερης ζωής, ο Ατσίγγανος έπαψε και στράφηκε.

Είδα τότε το πρόσωπό του.

Ήτανε όμοιο, ομοιότατο με το δικό μου πρόσωπο!

Και πριν προφτάσω να σκεφθώ, μεμιάς, μ’ αυτό που είδα, παρουσιάσθηκα εγώ στη θέση του! Ο Ατσίγγανος που έπαιζε, ήμουν εγώ ο περαστικός, που τον είχα ακολουθήσει! Και απ’ εκείνη τη νύχτα δεν είμαι πια εγώ εκείνος που ήμουν, είμαι ο Ατσίγγανος που δεν έχω ούτε σπίτι, ούτε πατρίδα! Αυτή είναι η ιστορία μου!

- Η ιστορία σου;

- Είσαι βαγαπόντης!

- Κανένας κατεργάρης θα ’ναι!

- Όχι! είπε σιγά σιγά και με μελαγχολία ο άγνωστος, σα να μιλούσε μόνος του, είμαι παιδί της τρικυμίας, και αυτή μ’ έριξε δω.

- Σ’ έριξε η τρικυμία! φώναξε κάποιος που τον άκουσε.

- Ναυαγός θα ’ναι!... Μια φωνή γυναικεία συμπαθητική ακούστηκε μέσα στο θόρυβο του γέλιου.

- Όχι, όχι! Είναι, λέει, παιδί της!

- Για πες μου πώς ήρθες; διέταξε ο άρχοντας.

- Πώς ήρθα; Να, σ’ ένα πλοιάρι μπήκα, φτιαγμένο από δέντρο που το είχε χτυπήσει κεραυνός, και το ρεύμα του ποταμού με έφερε δω!

- Μα τούτος είναι τρελός!

- Άστε τον! φώναξε πάλι ο άρχοντας. Κι έπειτα είπε στον άγνωστο:

- Για πες μας τώρα καμιά ιστορία…Για τις κυρίες.

Ο άγνωστος άρχισε:

- Χθες είδα έναν άνθρωπο, που δικάζανε σ’ ένα δικαστήριο για κάποιο λάθος που είχε κάνει. Στο σπίτι τον περίμεναν γυναίκα, παιδιά για να πάει, και προσευχότανε όλοι μαζί στον Πλάστη για να βοηθήσει τον προστάτη τους και να τον σώσει απ’ το στόμα του Νόμου. Απ’ τα χέρια του ζούσαν! Έχετε δει, κυρίες, δικαστές; Έχετε δει; Να, κάθονται σε έδρες ξαπλωμένοι και δικάζουνε. Κάποτε είναι σοβαροί, συχνά όμως γελούνε και ο πονεμένος, που κάθεται κάτω, βλέπει το γέλιο τους και γελιέται! Αλίμονο! Αλίμονο σε κείνον που δεν έχει στον κόσμο τούτον Θεό! Λοιπόν. Οι δικαστές κείνη την ημέρα γελούσαν περισσότερο και δικάσανε πιο αυστηρά τον δυστυχή, που καθότανε κάτω, και που για μια στιγμή, βλέποντας τα γελαστά πρόσωπα των δικαστών, έγινε κι αυτός γελαστός! Τι θα γίνει τώρα η οικογένεια του φτωχού εκείνου;

- Ουφ!

- Μωρέ ιστορία!

- Πού τη βρήκες;

- Δε σας αρέσει; Δε σας ενδιαφέρει για τον φτωχό εκείνον, καλοί μου άρχοντες; Καλά! Άλλη…

- Όχι σαν κι αυτή!

Ο άγνωστος φάνηκε να ακροάζεται τη θύελλα. που πάλευε έξω, κι έπειτα είπε:

- Χθες, καθώς περνούσα από ένα δρόμο παλιό, γεμάτο ερείπια άκουσα μια γριά να μιλά με μια νέα που καθισμένη στο κατώφλι της μικρής πόρτας του σπιτιού της, έκλαιε, σφογγίζοντας τα μάτια της με την ποδιά της τη μαύρη.

- Κλαις εσύ; με τα τόσα νιάτα και κάλλη! Αχ, να τα ’χα!

- Και τι θες να τα κάνω; Δεν υπάρχει μέσα ούτε ψωμί, κι η μάνα άρρωστη, κοντεύει να πάει απ’ την πείνα! της είπε η κόρη.

- Καλέ, της λέγει η γριά πάλι, έτσι να την κάνεις εσύ, και θα παρουσιασθούνε χιλιάδες να σου δώσουν ό,τι θέλεις!

- Φεύγα! της έκανε η κόρη και σηκώθηκε, καλύτερα το ποτάμι!..

- Τι κουτή! έλεγε η γριά φεύγοντας. Αχ, να ’μουν νέα!

Και όμως, όταν ήτανε νέα η γριά, ήτανε τίμια!

- Τι θες να πεις;

- Θα μας πεις τίποτα καλύτερο;

Ο άγνωστος περίμενε να πάψει ο θόρυβος, χτυπώντας σιγά το τραπέζι με το δάχτυλο κι έπειτα άρχισε πάλι:

- Σ’ ένα χωρίο αγρίων… έχει ιδεί, κυρίες, αγρίους; Είναι παντού. Φτάνει να προσέξει λίγο κανείς! Λοιπόν! Σ’ ένα χωριό αγρίων είχανε ένα θεό μέσα σ’ ένα μεγάλο ναό! Τον είχανε σκεπασμένο μ’ ένα χρυσό πανί και κανείς δεν τον έβλεπε, εκτός απ’ τους παπάδες και τους μεγάλους!

Μια μέρα ένα περίεργος, γιατί υπάρχουνε περίεργοι και μέσα στους αγρίους, μπήκε κρυφά μέσα στο ναό και πήγε να δει το θεό. Αυτός ο θεός, καθώς φαίνεται, κοιμότανε, γιατί τον άφησε να πλησιάσει! Μη νομίζετε ότι δεν κοιμούνται και οι θεοί. Να, απόδειξη κι ο δικός μας, ο αληθινός, που κοιμάται απ’ τον καιρό που έκανε τον κόσμο! Λοιπόν… Πήγε σιγά σιγά, ο περίεργος, και πιο σιγά σήκωσε το χρυσό πανί, που σκέπαζε το θεό, και είδε. Μα και τι νομίζετε είδε; Ο θεός που προσκυνούσαν όλοι, ήτανε ένα χονδρό χονδρό κούτσουρο!

Φωνές άγριες διέκοψαν τον άγνωστο.

- Πάψε!

- Βλαστημάς!

- Θεός ψεύτικος ή αληθινός, σεβαστός είναι! φώναξε ο άρχοντας.

Ο άγνωστος, μόλις έπαψε ο θόρυβος, άρχισε πάλι, χωρίς να του πει κανείς:

- Σε μια ερημιά, κάτω από ψηλά δέντρα, στη σκιά τους, κοιμόντανε πολλοί δυστυχισμένοι. Ζητούσαν στον ύπνο να βρούνε την ευτυχία. Από πάνω τους, στα δέντρα, τα πουλιά ψέλνανε την ελεύτερη ζωή. Αυτοί κοιμόντανε και δεν άκουγαν τίποτα! Κάποιος περαστικός τους είδε, τους ξύπνησε και τους έβαλε στο χέρι ένα μαχαίρι.

- Στον ύπνο μη ζητάτε την ευτυχία, μ’ αυτό θα τη βρείτε! τους είπε.

- Τι θες να πεις; φώναξε ο άρχοντας άγριος και σηκώθηκε.

Μαζί του όλοι σηκωθήκανε και αρχίσανε να φωνάζουνε. Κι ο άγνωστος είχε σηκωθεί.

- Φωνάξετε τους φύλακες! είπε ο άρχοντας.

- Φύλακες! φωνάξανε πολλές φωνές. Αλλ’ ο άγνωστος όρμησε ξαφνικά γρήγορος έξω, ρίχνοντας κάτω ένα φύλακα, που κείνη τη στιγμή έτρεχε να δει τι συνέβηκε.

Τον ακολούθησαν, ενώ ο φύλακας φώναζε και άλλους να τρέξουν.

Έξω είδαν τη νύχτα τη μαύρη, την αστραπή να σχίζει γρήγορη το σκοτάδι, τον άνεμο, τη βροχή, το βόγκο του πελάγους άκουσαν.

Ο άνθρωπος είχε χαθεί! Έψαξαν. Τίποτα.

Ίσως, είπε κάποιος, θα ήτανε κανένα στοιχειό της τρικυμίας, της θύελλας, κι ενώθηκε μ’ αυτή!

 

Από τη συλλογή «Τριανταδύο διηγήματα» (1921)

αρχή

 

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΔΟΚΙΜΕΣ

 

– Εγώ σου λέω, μην το πάρεις απόψε! μου είπε ο φίλος μου ο φαρμακοποιός, ο Χ. Μαυροειδής: Και να μου το φέρεις αύριο να το δω, να εξετάσω τι κατασκεύασμα είναι αυτό το φάρμακο της αϋπνίας, γιατί ο Δογκάλης μπορεί να ‘ναι σπουδαίος βοτανολόγος, μα πάει να γίνει σπουδαίος τρελλός. Τώρα άρχισε να κάνει και τον αστρολόγο. Αυτό, είμαι βέβαιος, θα το ‘παθε στην πατρίδα του που πήγε.

– Εγώ θα το πάρω, του απάντησα. Τι λες; Μήπως με δηλητηριάσει; Ά, αυτό είναι αστείο. Εγώ τον περίμενα, όπως λένε, σα θεό, να ’ρθει. Μου είπε μόνο πως είναι πιο δυνατό. Από το άλλο μια φορά, μόνο μια φορά ήπια, μου ‘σπασε το μπουκαλάκι έπειτα, και πού να τον βρω; Είχε πάει στην πατρίδα του. Τι λες; Είναι ωραίο φάρμακο, γιατί δεν σε ρίχνει στην ανυπαρξία, αλλά σε όνειρο. Θα θυμάσαι τι σου είχα πει τότε, για το όνειρο που είδα;... Είχα μια υπόθεση να κάνω, ένα πολυσέλιδο έργο, και την είχα σχεδόν λησμονήσει. Κι αυτήν την υπόθεση, σαν νάπιασε κάποιος μέσ΄ στο όνειρό μου και την κόλλησε σε μένα με ήρωά της και να παθαίνω χίλια δυο. Και μ΄ όλα τα παθήματα, να μην ξυπνώ! Ξύπνησα αργά, την άλλη μέρα, αφού τελείωσε η παράσταση...

Έφυγα. Πήγα στο σπίτι μου και ύστερα από το φαΐ, πήρα το φάρμακο και πλάγιασα.

***

Άνεμος δυνατός φυσούσε, βούιζε. Μα σαν αυτός να με είχε αρπάξει και μ΄ έτρεχε με ορμή. Σα να είδα όμως τώρα και κεφάλι αλόγου κοντά μου.

Συνερχόμουνα. Θα με είχε πάρει ο ύπνος. Και πώς δεν έπεσα από τ΄ άλογο! Ά, το κρασί εκείνο, που ήπια στο χάνι, ήταν πολύ δυνατό, βαρύ. Ευτυχώς τ΄ άλογο, ο μαύρος... Ήταν κατάμαυρο με κόκκινα λουριά. Είδα και το λοφίο, που’ χε στην κορυφή του κεφαλιού του, πάλι από κόκκινα φτερά ήταν.

Ήταν ωραίο άλογο. Είδα και διαβάτες να στέκονται και να το κοιτάζουν. Μα δεν κοίταζαν μόνο τ΄ άλογο, κοίταζαν κ΄ εμένα. Και κοίταζα κ΄ εγώ τον εαυτό μου, πώς ήμουν ντυμένος. Φορούσα μαύρα βελουδένια ρούχα, κόκκινη μπερτούλα με μαύρα σειρίτια, ψηλά, πάνω από το γόνατο, υποδήματα, ωραίο ξίφος να κρέμεται αριστερά μου, και δεξιά ένα μαχαίρι.

Ζητούσα να βρω πού πάω και γιατί πάω, και δεν εύρισκα.

« – Μα τι έπαθα; Κάτι έχω πάθει! Κάτι...», σκεφτόμουν.

Ξαφνικά ετρόμαξα και ζήτησα να ιδώ εάν έχω χρήματα. Και ησύχασα, που βρήκα το πουγγί μου γεμάτο από χρυσά νομίσματα.

Πάνω σ΄ αυτό ακούω :

– Να ο βαρώνος Όλφ! καβαλάει και το πολεμικό του άλογο!

«Για μένα λένε;»

Ήταν ένας στρατιώτης κι έδειχνε εμένα σ΄ ένα σωρό στρατιώτες και πολίτες. Για μένα έλεγε, άλλος καβαλάρης δεν ήταν εκεί.

«Όλφ; Εγώ είμαι ο Όλφ! Μπα, θα κάνει λάθος. Μα ποιος είμαι τότε; Ποιος είμαι;»

Κοίταξα να θυμηθώ τίποτε άλλο και ότι δεν είμαι ο Όλφ, αλλά δε βρήκα. Σκοτάδι πίσω, εμπρός, παντού, σαν εκεί να έγινα ό,τι ήμουν, εκεί πάνω στο άλογο, κείνο το μαύρο, να δημιουργήθηκα σε μια στιγμή. Και άλλο τίποτα, μηδέν. Πατέρας, μάνα, συγγενείς, σπίτι...

Κι ακούω πάλι :

– Να ο βαρώνος Όλφ, ο αντρείος μας πολεμιστής.

«Θα ‘μαι ο βαρώνος Όλφ!» είπα : «Και κάτι έχω πάθει. Μάγια μου ‘χουν κάνει και τα λησμόνησα όλα, όλα! Τι άλλο, τότε : Ποιος είμαι. Ποιος; Έχω χρυσάφι, τ΄ άλογο το πολεμικό, όλοι το γνωρίζουν! Τι άλλο απ΄ αυτό; Κάτι μου ‘καναν και τα λησμόνησα όλα».

Είδα πως έτρεμα. Και τ΄ άλογό μου κάτι τέτοιο θα ‘παθε, γιατί πήδησε, να σηκωθεί ξαφνικά. Το κράτησα.

Κόσμος είχε σταθεί και κοίταζε. Κι άκουσα πάλι :

– Ο βαρώνος Όλφ, ο αντρείος Όλφ!

«Αυτός είμαι! αυτός! θα γίνω καλά, η μαγεία θα περάσει. Γαλήνη μόνο, ψυχραιμία...»

Κι έβαλα και το χέρι στη μέση. Και ο μαύρος, σα να τα κατάλαβε όλα, καμπυλώνοντας το λαιμό του άρχισε να προχωρεί αργά σα να ‘παιζε στο δρόμο.

«Θα έρθεις στα καλά σου», είπα εγώ στον εαυτό μου : «Υπομονή και προσοχή μόνο».

Όλοι είχαν σταθεί και μας εκοίταζαν, και το όνομά μου δεν έπαυε να ‘ναι στο στόμα τους.

Να κ΄ ένα ωραίο φορείο, που το κρατούσαν δυο τετράγωνοι, γεροί άντρες. Είχε και οικόσημα.

Από το παράθυρό του μια τριανταφυλλένια μορφή παρουσιάστηκε και μας κοίταξε. Το φορείο εστάθηκε. Και η τριανταφυλλένια μορφή μίλησε με φωνή, που πίστευα πως μόνο τ΄ αηδόνια θα την είχαν :

– Βαρώνε Όλφ! Καλώς ήρθατε!

Έβγαλα το μικρό μου βελουδένιο, μαύρο καπέλο με τ΄ άσπρο μεγάλο φτερό, και χαιρέτησα. Ο μαύρος μου είχε σταθεί σε προσοχή.

– Μα πότε ήρθατε; ρώτησε η φωνούλα, που έβγαινε από το προσωπάκι το τριανταφυλλένιο.

– Σήμερα, δέσποινά μου!

– Μπα, σήμερα! Και μας είπαν πως σας είδαν στο ξενοδοχείο του «Μαύρου λιονταριού» χθές.

– Πού είναι αυτό; Γιατί δεν προσέχω στα ονόματα των ξενοδοχείων.

– Έξω στα προάστεια.

– Ά βλέπετε; Σήμερα ήρθα μέσα.

– Έχετε δίκιο. Και είπαμε και μεις, πώς δεν ήρθε να μας ιδεί.

– Δηλαδή, να σας ιδώ;

– Έ, αυτό εννοείται...

Και το φορείο εκίνησε, ύστερα από λίγα ακόμη λόγια.

«Και τι ωραία που είναι! Και ξέρει καλά τον Όλφ, τον αγαπά, φαίνεται καθαρά. Κι εγώ, τι είμ΄ εγώ; Εγώ έχω χάσει την ενθύμηση, έχω χάσει τη μνήμη μου. Αχ, αχ, αχ! Και ποια νάναι; Πού κάθεται; Και της είπα πως θα πάω... Πού θα πάω; Ά, τα οικόσημα! Τα θυμούμαι. Εμπρός, μαύρε μου, εμπρός!»

Δεν επροχώρησα όμως πολύ, κι ακούω :

– Χαίρε βαρώνε Όλφ! Άφησες επιτέλους τον πύργο σου και μας ήρθες! Τι, μόνο για τις μάχες θ΄ αφήνεις τους πύργους σου;

Ήταν ένας γέρος με μακρύ γένι. Η σπάθα του όμως βρισκόταν στη μέση του.

Λίγα λόγια είπαμε και χωρίσαμε.

«Έχω και πύργο, λέει... Μα τι; έτσι θα ήμουνα, χωρίς πύργο! Αχ, τι είναι αυτό που έπαθα! Είμαι όμως λεύτερος ή παντρεμένος; Λεύτερος θα ‘μαι, γιατί κανείς δε με ρώτησε για τη γυναίκα μου...», συλλογίστηκα.

Αυτό με ελάφρωσε λίγο.

Όσο προχωρούσα, ο κόσμος στο δρόμο γινόταν περισσότερος. Μα εγώ πού πήγαινα, πού θα σταματούσα; Είδα ένα ποτάμι. Μα να, ένας καβαλάρης φάνηκε να έρχεται περνώντας τη γέφυρα. Το άλογό του θα ‘ταν φοράδα, γιατί ο μαύρος μου χρεμέτισε. Ο καβαλάρης όμως καθώς με κοίταξε, κράτησε το άλογό του και φώναξε :

– Ω, ο Όλφ! Ο αγαπητός φίλος Όλφ! Τι μου κάνεις, καλέ μου φίλε, τι μου κάνεις;

Του είπα κ΄ εγώ θερμά λόγια, του είπα όμως πως δεν είμαι και καλά, από το βαρύ κρασί που είχα πιει. Και ούτε βλέπω πού πηγαίνω.

Άλλος ιππέας φάνηκε να περνά τη γέφυρα με ορμή.

– Ακόμα εδώ είσαι, Ντινάκ; είπε στο φίλο μου, κρατώντας το άλογό του.

Και άμα είδε και μένα :

– Μπα, ο Όλφ, ο Όλφ! Τι μου κάνεις, φίλε Όλφ; Θα ήρθες βέβαια για το πανηγύρι; Πάω όμως, είμαι σταλμένος. Θα ιδωθούμε στο παλάτι, ε; Φεύγω τώρα. Γεια σας!

Κ΄ έφυγε, χτυπώντας τ΄ άλογό του.

– Για τι πανηγύρι λέει, Ντινάκ; ρώτησα το φίλο μου.

– Μα σου ‘γραψα γι΄ αυτό.

Και πλησιάζοντας ακόμα το άλογό του :

– Για τους προτεστάντες. Ύστερα από τέσσερες πέντε ημέρες. Τι νύχτα του αγίου Βαρθο... Δε θα μείνει ρουθούνι απ΄ αυτούς! Είναι διαταγή του Πάπα.

– Τότε θα έχουμε δουλειά καλή! Δε θ΄ αφήσω μισόν από τους παπικούς...

– Μα τι λες τώρα; έκανε αυτός και γέλασε.

– Ανάποδα τα είπα...

– Το ίδιο κάνει. Λοιπόν, θα ιδωθούμε σε λίγο. Πρέπει να πάω κ΄ εγώ.

Έφυγε κι αυτός.

Πέρασα κι εγώ το ποτάμι, είδα ένα μεγαλόπρεπο κτίριο, και πήγα προς αυτό. Εκεί με κύκλωσαν πολλοί, πήραν το άλογό μου στους σταύλους, και μένα με οδήγησαν στο παλάτι. Και στο διάστημα αυτό άκουγα : «Ο Όλφ, ο αντρείος Όλφ!»

Σε μιαν αίθουσα, όπου μπήκα, ήταν πολλοί μέσα και κύκλωναν έναν άντρα με μαύρα ρούχα, υπερήφανο, που κάτι τους έλεγε. Ο άνθρωπος αυτός που κατάλαβα ποιος ήταν, είπε άμα με είδε :

– Καλώς τον Όλφ μου, καλώς τον! Μα δεν έπρεπε να λείψεις εσύ απ΄ τα πανηγύρια. Τώρα θα έχουμε δοκιμές ενός νέου όπλου· νέα εφεύρεση! Και θα το δοκιμάσω εγώ τώρα. Είναι λένε και ευθύβολο. Θα ιδείς και συ πώς χτυπώ εγώ. Λουί, άνοιξε το παράθυρο!

Ο Βασιλιάς Κάρολος Βαλουά πήρε από το τραπέζι, που ήταν στη μέση, ένα τουφέκι. Τα μάτια του αγρίεψαν. Κι έψαξε έξω με το μάτι.

Ένας άνθρωπος περνούσε τη στιγμή εκείνη από τη γέφυρα τρέχοντας.

Ένας βρόντος ακούστηκε και ο άνθρωπος που έτρεχε κυλίστηκε χάμω...

***

Περνούσαμε μέσα από πολύ ψηλούς θάμνους, όπου δεν μπορούσαμε να δούμε τι γινόταν δίπλα μας. Και αυτό είχε έρθει ύστερα από το τρομερό κοπιαστικό πέρασμα του μεγάλου, πυκνού και σκοτεινού δάσους. Εγώ και οι τρεις σύντροφοί μου είμαστε οι τελευταίοι από τους οπλισμένους άντρες Ύστερα από μας ερχόντουσαν μαύροι βαστάζοντας, στα κεφάλια τους πάνω, τα πράγματά μας και τα εφόδιά μας. Και πηγαίναμε σε μακριά γραμμή. Ευτυχώς είχα ακούσει πως φθάναμε στο σουλτανάτο, όπου έπρεπε να πάμε.

Εγώ όμως σα να είχα ξυπνήσει ή ελευθερωθεί από κάτι, που με ανάγκαζε να κάνω πράματα που δεν ήθελα. Τι λέω! Μια φορά τα ήθελα. Γιατί ήθελα να γίνω ιεραπόστολος να τρέχω σε άγριους τόπους και να προσπαθώ να στραβώσω πιο πολύ τον αμαθή λαό!

Τώρα ψιθύριζα περπατώντας :

– Μα τι μου’ ρθε να γίνω εξερευνητής;

Θα είχα πάθει κείνο που με πιάνει κάποτε, και κάνω πράματα που δε θέλω, σα να με κυβερνά άλλος, άλλος να ‘χει πάρει την κυριαρχία τού εγώ μου.

Και πήγαινα τώρα μ΄ αυτούς τους εξερευνητές. Καλά, όμως που τους βρήκα, γιατί, δίχως άλλο, θα χανόμουν στο απέραντο κείνο δάσος της Αφρικής.

Ήταν Άγγλοι και πήγαιναν στο σουλτανάτο της Ουγάνδας, έτσι νομίζω, δώρα. Δώρα κάτι ωραία τουφέκια, από τα πιο νέα.

Πώς μου ήρθε στο νου μου, τώρα, κάτι παλιό. Το ’χα ακούσει ή διαβάσει: «Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας»

Την ίδια στιγμή άκουσα φωνές χαράς. Να και τουφεκιές.

Είχαμε φτάσει. Δεν υπήρχαν πια θάμνοι ψηλοί, και είδαμε ένα πλατύ ποταμό να κυλά τα νερά του.

Στην αντικρυνή όχθη του, όμως, είδαμε πολλούς ανθρώπους μελαμψούς, να ετοιμάζουν πλοιάρια και άλλα μέσα για να μας περάσουν από τον ποταμό. Και τον περάσαμε. Κ΄ έπειτα, συνοδευμένοι από τους μελαμψούς άντρες, μπήκαμε στην πρωτεύουσα και πήγαμε στα ανάκτορα του σουλτάνου.

Καθισμένος μας εδέχτηκε. Τεμενάδες έκαναν οι Άγγλοι. Ξέρουν αυτοί από τέτοια. Εγώ που δεν ξέρω, έβαλα το χέρι μου στο στομάχι μου που ήταν κενό, και το βίασα να υποκλιθεί. Και ύστερα από αυτά, παρέδωσαν τα δυο όπλα στο μονάρχη. Τα μάτια του έλαμψαν μόλις τα είδε και σηκώθηκε.

Του έδειξαν το χειρισμό τους.

Ο σουλτάνος γρήγορα κατάλαβε πώς να το μεταχειρίζεται, και με το τουφέκι κοίταξε έξω ζητώντας κάτι.

Κάποιος περνούσε πέρα, φορτωμένος ξύλα. Ο σουλτάνος τον εσκόπευσε και πυροβόλησε. Ο άνθρωπος έπεσε.

Η ματιά του σουλτάνου ζήτησε άλλον. Είδε ένα νέο να στέκεται κοντά σε δέντρο, κοιτάζοντας τον άνθρωπο που ’χε πέσει.

Ο σουλτάνος τον εσκόπευσε κι αυτόν και πυροβόλησε. Ο νέος σωριάστηκε κάτω...

***

Μονολογούσα :

Μα τι ήθελα γω μέσα σ΄ αυτό το γιγάντιο αεροπλάνο, τι ήθελα! Και πού πάμε; Στο άγνωστο;

Και θάλασσα κάτω, θάλασσα, θάλασσα παντού! Η γη, πού είναι η γη; Μήπως εχάθηκε κι έγιναν όλα θάλασσα;

– Δε μου λες... άκουσα μια φωνή να με ρωτά : τι λες τόσην ώρα εκεί;

Είδα ένα άντρα κοκκινότριχο να με πλησιάζει. Αυτός με ρωτούσε.

– Θάλασσα, θάλασσα παντού... του απάντησα.

– Έτσι είναι ωραία. Μα θα τελειώσει κι αυτό ύστερα από την παράσταση.

– Ποια παράσταση; ρώτησα.

– Έ! τώρα, δεν ξέρεις; Ποια παράσταση! Η παράσταση που πλησιάζει η ώρα της!

Δε μίλησα. Δεν ήξερα τίποτα.

– Μα εσύ κακά τα μιλάς τα αγγλικά. Από ποιο μέρος είσαι;

– Δεν ξέρω! του απάντησα : Από κάπου και από κανένα.

– Σέβομαι τα μυστικά σου. Καταλαβαίνω όμως, πως θα ’σαι εθελοντής απ΄ εκείνους που κρύβουνε τ΄ όνομά τους, την πατρίδα τους. Τα λένε μόνον αυτά εκεί που πρέπει. Όπως κάνουν στην πατρίδα μου, στη λεγεώνα των ξένων. Το παρελθόν τους ενοχλεί και...

– Εγώ, δεν έχω παρελθόν ούτε μέλλον! τον διέκοψα.

Ο κοκκινοτρίχης τραβήχτηκε. Πήγε και κάθησε με άλλους, που είχαν ομιλία μεγάλη. Μιλούσαν αγγλικά. Τώρα δεν καταλάβαινε λέξη.

Έφυγα απ΄ εκεί και πήγα αλλού. Αλλά, να ο κοκκινοτρίχης πάλι. Και μου λέει :

– Εδώ μέσα οι περισσότεροι είναι τρελλοί! Θέλουν να πάμε πιο κοντά απ΄ όλους για να δούμε. Για να φάμε, δηλαδή, το κεφάλι μας... Και η παράσταση αρχίζει!

Ένας τρομερός βρόντος έγινε. Το αεροπλάνο μας παρ΄ ολίγο ν΄ αναποδογυριστεί. Εγώ έπεσα χάμω.

Ο κοκκινοτρίχης εφάνηκε :

– Κοίτα, κοίταξε!

Όρμησα στο τηλεσκόπιο. Κάπου κει είχε βγει, πεταχτεί ηφαίστειο. Φλόγες, μαυρίλα, καπνοί απαίσιοι, λάμψεις.

Όπως τότε, όταν η γη σχηματιζόταν και από τους μαστούς της, πετούσε φλόγες, και από τα στήθη της ξεπηδούσαν τρομερά βογγητά...

Σα να ‘νοιξε ο νους μου στη θέα εκείνη. Κι άκουσα και μια φωνή να λέει :

– Ρουθούνι δε θα μείνει!

Θυμήθηκα πως κάπου είχα ακούσει αυτές τις λέξεις.

Ένας άνθρωπος μικρόσωμος, με γυαλιά μεγάλα φάνηκε :

– Η Χιροσίμα πήγε στη γραμμή των χαμένων χωρών! είπε : Δεν υπάρχει πια!

Και κουνώντας νευρικά το δεξί του χέρι :

– Εδώ τώρα, έχει λάβει το λόγο η επιστήμη!

Η δοκιμή μας επέτυχε...-

 

«Το ελληνικό φανταστικό διήγημα», Τόμος Α΄, Αίολος 1987, σελίδες 25-29

 

αρχή

 

ΠΟΣΟ ΗΘΕΛΑ...

 

Τον θυμάμαι ακόμα καλά πώς ήταν. Ντυμένος με ωραία ρούχα, βελουδένια, τις περισσότερες φορές, κοντά πανταλόνια με μαύρες ψηλές κάλτσες, και με σάκκα, που κανένα άλλο παιδί δεν είχε στο σχολείο. Α τη ζήλευα! Αλλά περισσότερο από αυτή, ζήλευα τα μολύβια του. Είχ΄ ένα σωρό χρωματιστά, και τα κοίταζα λαίμαργα. Το πράσινο προπάντων. Πόσο μ΄ άρεσε το πράσινο μολύβι!

Και καθόταν ο Περικλάκης, έτσι λεγόταν αυτό το παιδί, σ΄ ένα σπίτι ψηλό, ψηλό, που το δικό μας μπροστά του ήτανε σα βαρκάκι μπρος σε θωρακωτό.

Τον έβλεπα να βγαίνει στο μπαλκόνι και να κοιτάζει από ψηλά, τα παιδιά που παίζανε κάτω, στο δρόμο. Κάποτε κατέβαινε κι αυτός, ξέφευγε, κ΄ έπαιζε με τα παιδιά, τα φτωχόπαιδα. Τι θέλει να παίζει με τα παλιόπαιδα, εγώ σκεπτόμουνα, ενώ κάθεται σε τέτοιο σπίτι! Εγώ επιθυμούσα νάμουν εκεί ψηλά κι ας έλειπαν τα παιχνίδια με τα παλιόπαιδα, που τις περισσότερες φορές, τελειώνανε το παιχνίδι μ΄ ένα δυνατό ξύλο.

Αχ, πώς ήθελα νάμουν κ΄ εγώ κει ψηλά στο μπαλκόνι και να κοιτάζω κάτω τον κόσμο, που περνούσε. Μα ποτέ, ποτέ δε θα κατέβαινα κάτω! Και τι να κάνω κάτω;

Είχε μια σκάλα μαρμαρένια κ΄ ένα χαλί επάνω βυσινί στρωμένο! Αχ, τι ωραία ήταν η σκάλα! Μα μέσα πώς θάταν; Παράδεισος!

Κι αυτό κατέβαινε κάτω για να παίξει με τα βρωμόπαιδα, να του χτυπούν τις πλάτες και ν΄ ακούει ένα σωρό παλιόλογα. Μα πώς, τι πάθαινε και ζητούσε αυτό;

Απ΄ το σχολείο ερχόταν πολλές φορές, και τον έπαιρνε μια υπηρέτρια με κόκκινα μάγουλα, αυτή που έβγαινε και τον μάζευε απ΄ το δρόμο, όταν έπαιζε με τα παλιόπαιδα. Πώς τον αγαπούσαν! Και όταν πήγαινε κοντά της όλο πηδούσε κ΄ έκανε τον κουτσό. Αυτό τόκανα κ΄ εγώ μόνος, έπειτα, γιατί τόκανε εκείνος. Κανείς όμως δε μούλεγε:

— Έλα, έλα, μην πέσεις! πρόσεχε!

Και όταν μια μέρα έπεσε, η υπηρέτρια έτρεξε και τον τίναξε προσεχτικά, ρωτώντας μη χτύπησε. Μαζί τρέξανε και δυο συμμαθητές του και κάτι διαβάτες.

Κ΄ εγώ είχα πέσει το πρωί, αλλά κανείς δεν έτρεξε να με βοηθήσει να σηκωθώ. Σηκώθηκα μόνος μου, και τότε είδα πως γελούσαν, είχανε ξεκαρδιστεί στα γέλια οι διαβάτες και οι συμμαθητές μου.

Το σπίτι το ψηλό και τα καλά τα ρούχα φταίγανε!

Πόσο ήθελα νάμουν εγώ στη θέση του, πόσο!

Είχε μια όμορφη μάνα! ντυμένη ωραία, δεν έμοιαζε με τη δική μου. Πόσο ήθελα νάμουν παιδί της, πόσο!

Οι μάνες των άλλων παιδιών έβγαιναν κάποτε, αδύνατες, ξεμαλλιάρες, με μπράτσα γυμνά, άσχημες σα στρίγγλες και φωνάζανε τα παιδιά τους με φωνή όχι ανθρώπινη αλλά σαν κάποιου ζώου:

— Βρε, μωρέ, συ!

Αυτή, η μητέρα του, ποτέ δεν έβγαινε να φωνάξει. Έβγαινε μόνο στο μπαλκόνι και μόλις έβλεπε το παιδί της κάτω να παίζει με τα ξυπόλητα παιδιά, που μέσα ήμουν κ΄ εγώ, όχι όμως ξυπόλυτος, το φώναζε με μια γλυκιά φωνή:

— Περικλή!...

Ύστερα έμπαινε, μέσα, και σε λίγο φαινόταν η δούλα με τα κόκκινα μάγουλα και την άσπρη ποδιά, να βγαίνει στο δρόμο και να τον παίρνει.

Πώς ήθελα νάμουν παιδί της νάστελνε έτσι την υπερέτρια να μ΄ έπαιρνε επάνω, να με μάλωνε, και να μ΄ έδερνε ακόμα!

*

* *

Ένα απόγευμα πολεμώντας να διαβάσω κοντά στο παράθυρο, έμαθα ένα τρομερό μυστικό. Τόπε η σπιτονοικοκυρά μας στη μάνα μου, και δε θα της πήγε στο νου ότι εγώ πρόσεχα, είχα κάνει τ΄ αυτιά μου να, για ν΄ ακούσω.

Η μάνα μου είχε ζητήσει πλύστρα, και η κυρά του σπιτιού τής σύστησε μια συγγενή της, που καθόταν πίσω κει, σ΄ ένα στενό δρόμο, βρώμικο, μέσα σε μια μάντρα. Και της μήνυσε η μάνα μου και ήρθε. Την είδα κ΄ εγώ. Ήτανε μια γυναίκα ξερή σαν τσίρος, ψηλή, και με μια φωνή τόσο βραχνή, που δύσκολα ξεχώριζες τι έλεγε.

Φορτώθηκε το μπόγο τα ρούχα κ΄ έφυγε.

Η κυρά του σπιτιού, μόλις έφυγε η πλύστρα, είπε στη μάνα μου το τρομερό μυστικό. Έτσι τόπα εγώ με το νου μου.

Το παιδί του πλούσιου σπιτιού, ο Περικλής, δεν ήταν παιδί της οικογένειας, η κυρία Μερτίκα δεν έκανε παιδιά, ήταν αυτής εκεί της πλύστρας της αδύνατης, της ξεραμένης!... Είχε αυτή πολλά παιδιά, ένα σωρό, και τόχε δώσει στη Μερτίκα από πολύ μικρό, μωρό σχεδόν. Κ΄ έτσι αυτό δεν ήξερε τη μάνα του.

Τι ήθελε να το μάθω, ποιος Σατανάς τόκανε;

Και ήτανε μέρες εξετάσεων.

Την άλλη μέρα δέκα παιδιά το ξέρανε στο σχολείο, τη δεύτερη όλη η τάξη, και την τρίτη όλο το σχολείο. Αλλά δεν έφτανε αυτό, τόπα ένα απόγευμα, καθώς φεύγαμε απ΄ το σχολείο, και στον ίδιο.

Θύμωσε στην αρχή, αλλ΄ έπειτα κάθισε ταραγμένος, και τ΄ άκουσε καλά.

Κάναμε εξετάσεις. Εγώ προβιβάστηκα με κόπους και βάσανα. Και μετά λίγες μέρες φύγαμε για την πατρίδα, για να περάσουμε το καλοκαίρι.

*

* *

Όταν πλησίαζε ο Σεπτέμβιος ήρθαμε και αλλάξαμε σπίτι. Πήγαμε σ΄ ένα πολύ μακρινό απ΄ τη γειτονιά αυτή, αλλ΄ ωραιότερο. Αναγκάστηκα όμως ν΄ αλλάξω και σχολείο. Πήγα σ’ ένα κοντινό. Κ΄ έτσι έχασα τους παλαιούς μου φίλους και δεν ήξερα τι έκανε ο Περικλής, η ωραία μάνα του, η δούλα...

Μια μέρα, μια εορτή, γύριζα απ΄ την παλιά γειτονιά μου κοντά, όταν ξαφνικά, ακούω να με φωνάζουνε. Στρέφομαι και βλέπω ένα παιδί με φτωχικά ρούχα, μα πολύ φτωχικά, μακριά πανταλόνια, ξεσκούφωτο, να στέκεται κρατώντας ένα τσουβάλι, πούχε ακουμπήσει κάτω.

Νόμισα πως θάταν κάποιος από τους πολύ φτωχούς φίλους μου της γειτονιάς, και τον πλησίασα. Αλλ΄ άμα έφτασε κοντά μου, έμεινα, μαρμαρώθηκα. Το παιδί με τα φτωχικά ρούχα και το τσουβάλι ήταν ο Περικλής!

— Πήγα στη μάνα μου πάλι, μου είπε, την αληθινή! Έφυγα απ΄ εκεί!

Και κάτι άλλο ακόμα είπε και σηκώνοντας το τσουβάλι, που δεν ήταν και πολύ γεμάτο, τόριξε στους ώμους του, όπως έριχνε άλλοτε την ωραία πέτσινη σάκκα του, και απομακρύνθηκε, μπήκε μέσ΄ στο στενό βρώμικο δρόμο, που θα τον έφερνε στη μάνα του.

Έκανα καιρό να τον δω. Ύστερα, χρόνια, κάποτε, αργά και πού, τον έβλεπα έτσι κουρελή, να γυρίζει στην αγορά. Μετά τον έχασα.

*

* *

Τώρα, μεγάλος πια, τον βλέπω συχνά. Κ΄ είναι αμαξάς, άντρας κι αυτός, και χαιρετιόμαστε. Με χαιρετά μ΄ ένα χαμόγελο πάντοτε, που μου φαίνεται λυπημένο.

Μια, δυο φορές, στην αρχή που τον είδα και μιλήσαμε, αν και ήθελα να μάθω πώς έφυγε τότε, απ΄ το πλούσιο σπίτι, τι συνέβηκε, ετρόμαζα μη μου αναφέρει τίποτα, μην το φέρει στη μέση.

Κι αυτός δε μου ανέφερε τίποτα, τίποτα, σα να τόχε λησμονήσει. Αλλ΄ όμως εγώ, πάντοτε, όταν τον βλέπω και όταν τον σκέπτομαι, αισθάνομαι κάτι να μ΄ ενοχλεί, κάτι να μου λέει, πως του είχα κάνει κακό μεγάλο. Αλλ΄ αυτός τι να λέει άραγε;...-

Από τη συλλογή Είκοσι διηγήματα (1924), σ. 68-73.

 

αρχή

 

ΣΤΑΥΡΩΣΟΝ, ΣΤΑΥΡΩΣΟΝ!

 

Μόλις μπήκε ο Πιλάλας στο κρασοπωλιό του Κουζίνα είδε ότι και σ΄ αυτό τα ίδια γινόντουσαν, την ίδια είχαν ομιλία κείνη, που άκουσε και στ΄ άλλα μαγαζιά. Κάθισε παράμερα, κοντά στην τρύπα του υπογείου, που βρισκόνταν τα κρασιά, και όπου κάτω, στο τελευταίο σκαλοπάτι, είδε ένα φανάρι ριχμένο μαζί με μια σκούπα.

Ο Μαργώνης, ένας αδύνατος, γυρτός, φορώντας μόνο το γιλέκο, μιλούσε, αυτός ρητόρευε μέσα κει.

Η παρέα του καμιά δεκαριά, άλλοι όρθιοι και άλλοι καθισμένοι, τον άκουγε.

Κ΄ έλεγε ο Μαργώνης κουνώντας τα χέρια του:

— Μα για σκεφθείτε το λιγάκι, σκεφθείτε το! Να σε κάνει τόσες ατιμίες και να τις δέχεται, να τις λούζεται! και στο τέλος να πάρει ένα χαμένο και να το κόψει λάσπη να του φύγει! Καλά ίσαμε δω, στο διάολο! Αν και για μένα είναι αυτό! Τι τα θέλατε; Με το τόσο δα, που θα δεις, ξεκαθάρισμα! Γιατί άμα τ΄ αφήσεις… ε, φουκαρά μου, πάει! Το κακό θα μεγαλώσει σιγά, σιγά και συ θα το συνηθίσεις, χωρίς να το καταλάβεις! Μια κι όξω! Είναι καλύτερο! Λοιπόν, που λέτε, ύστερα απ’ αυτά κι απ΄ αυτά να πάει τον άτιμο! να πάει και να την μαζέψει, άμα την παράτησε στους πέντε δρόμους, κείνος ο χαλές, και μας την κουβάλησε εδώ! Ακούτε, μωρέ ακούτε! Σκότωμα θέλει ο άτιμος, σκότωμα!

— Μωρέ, μυστήριο, μυστήριο! έκανε ο Πέλαγος, ένας χοντρός αντράκλας, κόκκινος, με τις τρίχες του μουστακιού του άγριες να στέκονται.

— Σκότωμα, μα το σταυρό, θέλει! είπαν πολλοί και με μάτια ξαγριωμένα κοιτάξανε τριγύρω, και αντικριστήκανε με τα ειρωνικά μάτια του Πιλάλη, που μαζεμένος καθόταν κοντά στην πόρτα του υπογείου.

— Μωρέ παιδιά, αυτό θα το θυμάμαι στη ζήση μου, είπε ο κοντός κατσαρομάλλης Βαμπάς κουνώντας σιγά το κεφάλι του.

Ήτανε καθισμένος κοντά στην πόρτα, που έβγαινε στη μάντρα, όπου έξω κει, ένα πλήθος παπάκια με το λαιμό τεντωμένο, ίσιο το κεφάλι, κοίταζαν ένα παιδί μισόγυμνο που τους ετοίμαζε το φαΐ τους κομματιάζοντας μ΄ ένα ψαλίδι έντερα.

Πάλι έλαβε το λόγο ο Μαργώνης.

Έπρεπε, έλεγε, να τον διώξουν απ΄ τη χώρα τον Κοντίνα, έπρεπε! Όλα τα τριγύρω χωριά θα τους περγελούσαν και ντροπή και ντροπή θα είχανε!

— Μωρέ, αλήθεια! Καλά που μου τόπες! είπε και ο Κλάπης, που φορούσε αυτήν την ημέρα, κόκκινο ζουνάρι πλατύ, και στεκόταν όρθιος, πάνω απ΄ τον χοντρό Παχουλή, εγώ που πάω γύρα, εγώ θα φάω την πρώτη σπαλιόρα!

— Μωρέ μυστήριο, μυστήριο! είπε ο Πέλαγος με τη χοντρή φωνή του.

— Τον άτιμο!

— Σκότωμα θέλει το σκυλί!

— Μωρέ διώξιμο, του φτάνει!

Στην πόρτα, κείνη τη στιγμή, φάνηκε η Βαράντενα να κοιτάζει μέσα…

*

* *

Αυτή τη γυναίκα ο Πιλάλας, άμα την έβλεπε θυμόταν κάτι που είχε φκιάξει σε πολλούς και σ΄ αυτόν ακόμα.

Η Βαράντενα έλειπε χρόνια απ΄ την πατρίδα της, και όταν ήρθε, οι γυναίκες που την βλέπανε έτσι κοιλαρού, νομίζανε πως ήταν έγκυος και της στέλνανε μεζέ απ΄ το φαΐ τους που μαγερεύανε, από φόβο μη είχε μυρίσει και της πέσει το παιδί. Και δεν άφηνε πόρτα, για πόρτα. Κι αυτή τότρωγε χωρίς να πει την αλήθεια. Αυτό τόχε πάθει και η γυναίκα του Πιλάλα, και της έστειλε, Γενάρη μήνα, σταφύλια, που φύλαγε για την εορτή του άντρα της, γιατί είδε ότι τάχε δει! ...

Η κυρά Βαράντενα ήταν αδελφή του Πελάγου και είχε μέσα στη χώρα, όνομα για τρομερή καβγατζού. Είχε, λέγανε, και δύναμη τρομερή, που τον άντρα της, έναν κοντό, ανθρωπάκο, τον έπιανε και τον έκανέ τόπι στα χέρια της.

Και πρωί, πρωί, ακόμα είχε πιαστεί. Την είδε ο Πιλάλας να μαλώνει με την γυναίκα του μπαρμπέρη του Χειλά. Είχαν πιαστεί μαλλιά με μαλλιά, γιατί η γυναίκα του Χειλά είχε τολμήσει να υπερασπιστεί τον Κοντίνα, που πήρε τη γυναίκα του πίσω. Και γρήγορα, γρήγορα βγήκε νικήτρια. Ξερίζωσε μια τούφα μαλλιά της μπαρμπέρενας, την κυνήγησε κ΄ έριξε πέτρες στην πόρτα της, που πρόφτασε αυτή και την μαντάλωσε, φωνάζοντας άγρια με φωνή, που νόμισαν πολλοί, που δεν είχανε δει ποιος μάλωνε, πως της είχε τσακωθεί ο Πέλαγος ο αδελφός της:

— Όλες θα σας κάψω καρακάξες, που θέλετε να μας κάνετε δω σάντα φασάν!

Αυτή τη λέξη θέλησε ο Πιλάλας να την μάθει και ρώτησε έναν, που έκανε ότι ήξερε όλες τις γλώσσες, γιατί είχε πάει στην Αμερική και ήτανε με καράβια. Κόκκαλο όμως αυτός! Δεν την ήξερε. Αυτά θα τάχε μάθει η Βαράντενα, στην πρωτεύουσα, που ήτανε τόσα χρόνια!

Απ΄ εκείνη τη στιγμή ο Πιλάλας την έβλεπε με άλλο μάτι. Δεν ήταν μόνο, η Βαράντενα η καβγατζού, αλλά και μια γυναίκα, πούξερε κάτι λέξεις, σε μια γλώσσα, που άλλος στη χώρα δεν είχε ακούσει!

Η Βαράντενα αφού στάθηκε για λίγο, κοιτάζοντας μέσα, φώναξε με χοντρή φωνή σαν αντρίκια χοντρή:

— Μα δε θάρθεις! Τι ακόμα θα μπεκρουλιάζεις!

Όλοι στραφήκανε.

— Έλα λοιπόν! σήκω γρήγορα! έκανε κείνη στον αδελφό της.

— Άσε μας, κυρά Βαράντενα, να ζήσεις! της είπε παρακλητικά ο Κλάπας με το κόκκινο ζουνάρι, έχουμε την κουβέντα του Κοντίνα!

— Μη μου τον θυμίζεις! έκανε αυτή σηκώνοντας λίγο το χέρι της σα νάθελε να φράξει το αυτί της. Τον άτιμο!

Και μπήκε μέσα στην ταβέρνα και πλησίασε την παρέα.

— Τι να σας πω, μωρέ παιδιά, τους είπε βάζοντας το χέρι στη μέση της, και κουνώντας αργά το κεφάλι, να μη με λένε Βαράντενα αν δεν του ξεριζώσω το μουστάκι! Να! …

Και σήκωσε το χέρι της και έκανε ένα μεγάλο σταυρό.

— Μπράβο κυρά Βαράντενα!

— Να μας ζήσεις, κυρά Βαράντενα! Στην υγειά σου! της είπε ο Κλάπας κ΄ έσκυψε και πήρε το ποτήρι του.

— Να μας ζήσεις! είπαν και οι άλλοι παίρνοντας τα ποτήρια τους.

— Μα για σταθείτε! να πάρει κι ένα κρασί η κυρά Βαράντενα! Παιδί ένα κρασί! πρόσταξε ο Μαργώνης.

— Αμέσως! ακούστηκε μια φωνή βραχνή, και από πίσω απ΄ το τεζάχι, ξεφύτρωσε ο ταβερνιάρης κοντός, φαλακρός, βρώμικος με μια ποδιά σκούρα μικρή εμπρός του, μη λερώσει το βρώμικο, άσπρο στενό κοντοβράκι του.

— Ξέρεις τι έλεγα, κυρά Βαράντενα, εδώ στην παρέα; πως αυτός ο άτιμος προσβάλλει όλη τη χώρα!

— Αυτό ν΄ ακούγεται!

— Κι άλλο, ξακολούθησε ο Μαργώνης, δεν είναι παρά να τον κάνουμε να πάρει δρόμο απ΄ εδώ! Να του πούμε, δηλαδής, πως δεν τον σηκώνει πια ο αέρας του τόπου μας, και για την υγειά του, αν την θέλει, ν΄ αλλάξει τον αέρα!

— Καλό είναι, μα εγώ θέλω πρώτα να τον κάνουμε παστό στο ξύλο! και να του κόψουμε μουστάκι, όλα! είπε η Βαράντενα.

— Μωρέ εγώ ήθελα να τον ξεκάνουμε τον μαγκούφη! είπε ο κατσαρομάλλης.

— Κ΄ εγώ! έκανε ένας με μαλλιά ψαρά, σηκώνοντας το χέρι του, κ΄ εγώ αυτό λέω! Κι όχι να του πούμε και να του ξεροπούμε! Στο διάολο να πάει το παλιόσκυλο!

— Μπράβο, μπάρμπα Γλαρά, μπράβο, να μας ζήσεις! του είπε ο Κλάρης, που άκουγε με τόνα χέρι χωμένο στο κόκκινο ζουνάρι του.

— Κ΄ εγώ αυτό λέω!

— Σκότωμα θέλει!

— Γδάρσιμο!

— Να του βγάλω το μάτι έτσι!

— Μωρέ μυστήριο, μυστήριο! είπε ο Πέλαγος.

Ο Πιλάλας άρχισε σιγά να τραγουδά:

Χίλια τσουβάλια ζάχαρη

ερρίξανε στη λίμνη

για να γλυκάνει το νερό

να πιει κυρά Φροσύνη…

Η παρέα στράφηκε και τον είδε.

— Ε, ε, μωρέ Πιλάλα! Τραγούδι! Μωρέ πού το βρίσκει το κέφι! είπε ο μπάρμπα Γλαράς.

— Ο Πιλάλας είναι σαν τη γριά, που χτενιζόταν και το χωριό καιόταν! έτσι.

— Το κρασί σου! έκανε ο ταβερνιάρης στη Βαράντενα, που μιλούσε, παρουσιάζοντάς της ένα ποτήρι γεμάτο κρασί.

Ο Πιλάλας ξακολούθησε να τραγουδά κοιτάζοντας με την άκρη του ματιού κάποτε, την παρέα.

Και η παρέα πάλι τα ίδια μιλούσε, με τη Βαράντενα στη μέση, να λέει κι αυτή.

Ο τοίχος από πάνω τους ήτανε γεμάτος μύγες, μαύριζε ενώ άλλες πλήθος, πετούσανε γύρω, καθόνταν πάνω στην παρέα, την ενοχλούσαν…

Απ΄ την πόρτα της αυλής, που δεν φαινόντουσαν τώρα τα παπάκια, ένα αεράκι δροσερό ήρθε, αλλά γεμάτο βρώμια, βούρκου, σαπίλας.

Ο Πιλάλας άρχισε να νυστάζει και σκέφτηκε να τραβήξει για το σπίτι του.

Αλλ΄ έξω, απ΄ το δρόμο, μια βουή, ένας θόρυβος ήρθε δυνατός…

— Μα τι είναι; τι τρέχει; ρώτησε η παρέα.

Ένας άντρας γυρτός με μουστάκια να του κρύβουνε το στόμα, μπήκε ορμητικά:

— Ο Κοντίνας: Δε βγαίνετε να τον δείτε! Έχει μούτρα και βγαίνει έξω!

— Ο Κοντίνας!

— Μωρέ χάθηκε η ντροπή!

Κι όλοι με φωνές τρέξανε στην πόρτα.

Παρά λίγο, είδανε να περνά ένας μελαχρινός αδύνατος με ψάθινο καπέλο. Βάδιζε κοιτάζοντας ίσια.

Απ΄ το διπλανό καφενείο απ΄ τις άλλες ταβέρνες είχανε βγει πολλοί, πλήθη, και τον κοιτάζανε…

— Ούξω να χαθείς ντροπιασμένε! του φώναζε η Βαράντενα.

— Ούξω! φώναξαν και οι σύντροφοί της.

— Ούξω! ούρλιαξαν τότε και οι άλλοι.

Και με μιας η μικρή πλατεία, η ήσυχη γέμισε από φωνές…

Ο Κοντίνας στάθηκε και γύρισε και τους κοίταξε και πάλι ξακολούθησε το δρόμο του.

— Μωρέ, έχεις μούτρα και κοιτάζεις!

— Να στα μάτια σου, ντροπιασμένε! του φώναξε η Βαράντενα με τεντωμένα δάχτυλα, άτιμε!

Κ΄ έσκυψε και πήρε πέτρα και την πέταξε.

Η πέτρα έπεσε κοντά του.

Άλλοι τη μιμηθήκανε και βροχή από πέτρες ξετινάχτηκε.

Αυτός ξακολουθούσε να φεύγει.

— Απάνω του, μωρέ, τι τον φυλάτε! τους φώναξε η Βαράντενα.

— Σκοτώστε τον!

— Επάνω του!

Και το πλήθος όρμησε πίσω του με τις πέτρες.

— Χτυπάτε τον!

Αυτός προχωρούσε τώρα γρήγορα.

Οι πέτρες περνούσαν απ΄ το κεφάλι του, δίπλα του, πέφτανε κοντά του. Αυτός προχωρούσε. Και χωρίς να τον χτυπήσει ακόμα, καμιά πέτρα, βγήκε έξω απ΄ το χωριό, αλλά καθώς έκανε να περάσει ένα χαντάκι, δυο πέτρες μαζί τον χτυπήσανε. Το ψάθινό του καπέλο τινάχτηκε μεσ΄ το χαντάκι, αυτός έπεσε κάτω.

— Ω, ω! ούρλιασε το πλήθος.

Αλλ΄ αυτός σηκώθηκε γρήγορα και άμα είδε τους διώχτες του να πλησιάζουν, άρχισε να τρέχει.

Το πρόσωπό του ήτανε γεμάτο αίμα.

Φαινότανε να θέλει να πάει προς τις καλαμιές που πυκνές φαινόντουσαν να σαλεύουν λίγο πιο πέρα.

Είδανε ότι κλονιζόταν όσο πήγαινε, κι αφήσανε φωνές θριαμβευτικές:

— Α, α!

Και τον χτυπούσαν, πετούσαν τις πέτρες πάνω του με φωνές, ξεφωνητά σαν τρελοί, μανιακοί, τέρατα διψασμένα απ΄ αίμα.

Ξαφνικά ο Κοντίνας άφησε φωνή μεγάλη κι έπεσε, σωριάστηκε χάμω, λίγα βήματα απ΄ τις καλαμιές.

*

* *

Σε λίγο το μέρος ερήμωσε. Ένας άνθρωπος μόνο, βρισκότανε ξαπλωμένος κάτω, στη γη.

Και οι καλαμιές θρομβούσαν γλυκά σα να ευχαριστούσαν τον πλάστη που τις έκανε καλαμιές και δεν τις έκανε ανθρώπους!

 

αρχή

 

ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

 

Η θάλασσα τώρα κουνιόταν πιο ταραγμένη, πιο αφρισμένη, σαν η εμφάνιση των μαύρων συννέφων να την είχε εξαγριώσει περισσότερο. Και ο ουρανός σκεπαζόταν από μαύρα σύννεφα, που τρέχανε, απλωνόντανε γρήγορα, βιαστικά.

Κίτρινοι, φοβισμένοι ήταν όλοι. Κάποτε ρίχνανε μια άγρια ματιά στον παπά που μαζεμένος, κοντά σ΄ ένα γίγαντα ναυτικό, κοίταζε τα κύματα.

– Αμ΄ στόπα! έλεγε ένας επιβάτης ψηλός, κοκκαλιάρης, στόπα άμα τον είδα! Τι διάολο τον ήθελε ο Μιχαλιός μέσα! Δεν έπρεπε να τον πάρει, δεν έπρεπε! Νάμουν εγώ και νάβαζα αυτόν το διάολο μέσα!...

– Στο διάολο, έκανε ο άλλος, που τον άκουγε, δεν ξέρω τι θέλουνε και ταξιδεύουνε αυτοί οι σατανάδες! Αυτοί δεν έπρεπε να το κουνούν απ΄ τον τόπον τους.

– Είναι δαιμόνοι σωστοί!

Και η θάλασσα αγρίευε, ύψωνε τα κύματά της, άνοιγε μύρια στόματα ν΄ αρπάξει το μικρό πλοίο, που πετούσε ψηλά και φαινότανε να παίζει μ΄ αυτό πριν το καταπιεί. Και τα σύννεφα απλώνονταν, ξετυλίγονταν, κατέβαιναν.

Τους φαίνονταν ότι όλα, που πριν ήταν άψυχα, η θάλασσα, τα σύννεφα, ο άνεμος που περνούσε φωνάζοντας άγρια στ΄ αυτιά του, όλα τώρα νάχανε πάρει ζωή, τη ζωή τους και ζητούσανε ν΄ αρπάξουνε να δαγκώσουνε να καταστρέψουν το μικρό σκαφίδι με τους ανθρώπους πούχε μέσα.

Μια αστραπή έλαμψε στα σκοτεινά σύννεφα. Άλλη πάλι φάνηκε...

Φωνή τρόμου ξαφνικά :

– Πάει, πάει! χαθήκαμε! Δεν έχουμε σωμό!...

– Σκάσε βρε, τρελάθηκες; φώναξε, ένας γέρος ναύτης σ΄ αυτόν πούπε αυτά τα λόγια, βλέποντάς τον με άγρια μάτια.

– Τι έπαθες βρε, τρελάθηκες; του είπε και ο γίγαντας ναυτικός που καθόταν κοντά στον παπά.

– Όχι, μωρέ, έτσι σα νάδα το μακαρίτη τον πατέρα μου στην αστραπή!

Οι επιβάτες κοιταχτήκανε. Ο κοκκαλιάρης κούνησε το κεφάλι.

Σιωπηλοί μέναμε. Κάποτε ρίχνανε στον παπά καμμιά ματιά...

Αλλ΄ η θάλασσα ακόμα αγρίευε, αστραπές λάμπανε μια πάνω στην άλλη, και κάτι σύννεφα πέρα, κατέβαιναν χαμηλά, χαμηλά, κ΄ έτσι φαινόντανε να περιμένουν τη διάβαση του μικρού πλοίου.

Και το μικρό πλοίο σηκωνόταν ψηλά, πετιότανε στα ύψη, κι άλλοτε γκρεμιζότανε στα βάθη, για να φανεί πάλι στις πλάτες των αφρισμένων κυμάτων.

– Αυτός, αυτός φταίει! ακούστηκε ξαφνικά μια φωνή, η φωνή του κοκκαλιάρη· είχε σηκωθεί και έδειχνε τον παπά.

– Αυτός, ναι αυτός! φώναξαν και οι άλλοι μέσα στον πάταγο της τρικυμίας. Δε θα σωθούμε αν δε φύγει αυτός!

– Στη θάλασσα! Έξω ο τρισκατάρατος!

Ο παπάς έκανε να σηκωθεί, αλλ΄ ο γίγαντας ναυτικός τον άρπαξε, αυτό κάνανε και οι άλλοι που ήταν δίπλα του, απ΄ την άλλη μεριά του.

Έκανε ο παπάς να παλέψει, αλλ΄ αυτοί τον σήκωσαν ουρλιάζοντας όμοια με τα στοιχιά που τους κύκλωναν...

– Στη θάλασσα!

Ο παπάς σα νάταν από πούπουλο υψώθηκε στα δυνατά τους χέρια...

– Παιδιά ο Θεός... θέλησε να πει.

Αλλ΄ η φωνή του πνίγηκε μέσ’ στα ουρλιάσματα των άλλων και στις φωνές της τρικυμίας, που σα να υψώθηκαν πιο δυνατά, θριαμβευτικά έπειτα, στο πέταμα ενός θύματος.-

 

Από τη συλλογή Είκοσι διηγήματα (1924), σ. 43-45.

 

αρχή

 

ΤΑ ΦΥΛΛΑ ΠΕΦΤΑΝΕ

 

Τα δέντρα σιγά, σιγά έμεναν γυμνά, τα φύλλα τους, που τόσο χαρωπά σκιάζαν την αυλή, πέφτανε, σωριάζονταν χάμω σε κάθε φύσημα του ανέμου.

Ο χειμώνας είχε έρθει, και η αυλή του μικρού μαγαζιού άρχισε να χάνει τη χαρά της. Το κάθε φύλλο πούπεφτε απ΄ τα δέντρα της, ήταν ένα κομμάτι της χαράς της, που χανόταν. Όλα σκυθρωπά γινόντουσαν.

Αλλά μόνο κείνος ο γέρο κάπελας, χοντρός, στρογγυλός, έμενε πάντα ο ίδιος, γελαστός και σα νάχε την άνοιξη πάντα στο πρόσωπό του. Έτρεχε, έτοιμος, μ΄ όλα τα γερατιά του, σε κάθε προσταγή.

Κάθε μέρα είμαστε εκεί. Στην αυλή, όταν πρασίνιζαν τα δέντρα, και σ΄ ένα μικρό δωμάτιο, όταν άρχιζε να φυσά ο βοριάς, που σάρωνε τα φύλλα και άφηνε τα δέντρα γυμνά. Και είμεθα, οι περισσότεροι, χτυπημένοι απ΄ την τύχη, αφού μας είχε δροσίσει λιγάκι, ή για κάμποσον καιρό...

Άσπρες τρίχες στόλιζαν τα μαύρα, ή καστανά μαλλιά μας, και γραμμές, οι γραμμές του χρόνου, μα και του πόνου, χάραζαν το καθαρό άλλοτε, πρόσωπό μας. Ο χειμώνας είχε έρθει και σε μας. Αλλ΄ η άνοιξη; Τι λέω!... Αλίμονο... Έχουν τα φύλλα, που πέφτουν, άνοιξη;

Εκεί μέσα στο δωματιάκι μιλούσαμε και πίναμε. Και τις περισσότερες φορές λέγαμε για τα περασμένα. Μα και τι άλλο να λέγαμε; Τα φύλλα, που πέφτουν απ΄ τα δέντρα, αν μπορούσανε να μιλήσουν, ή αν αισθανόντουσαν και μιλούσαν, τι θα λέγανε μεταξύ τους; Δε θα λέγανε, πως ήτανε ψηλά εκεί, καθαρά, πράσινα, πως άκουγαν κ΄ έβλεπαν τα πουλιά να κελαϊδούν, και κοίταζαν τον κόσμο περιφρονητικά που κάτω περνούσε; Δε θα λέγανε πώς παίζανε μεταξύ τους σε κάθε δροσερή πνοή, και αγκαλιαζόντουσαν, φιλιόντουσαν μανιακά, όταν τα κινούσε ο θερμός του καλοκαιριού άνεμος;

Ένα βράδυ που έξω φυσούσε, βούιζε ο βοριάς, εμείς μέσα κει στο δωματιάκι, μιλούσαμε και πίναμε. Πάλι όμως, σε λίγο, πέσαμε στα περασμένα. Πάλι όμως, σε λίγο, πέσαμε στα περασμένα. Α, πολλά απ΄ αυτά τα ’ξερα απέξω κι ανακατωτά, όπως τα παιδιά λένε.

Αυτή τη βραδιά όμως, ακούσαμε κι ένα νέο, μια νέα ιστορία απ΄ το Μίγκα.

— Σας έχω πει που μια φορά, πήγα να κλέψω, αρπάξω κάτι να το βγάλω με τη βία; μας είπε.

— Ποτέ!

— Συ να κλέψεις;...

— Θα ήμουν, άρχισε αυτός, δεκατεσσάρων χρονών. Ευτυχισμένη εποχή;... Πάψε, γέρο Πάγκα... Ήθελες, λες, να ξαναγινόσουν πάλι; Ίσως όμως συ να ’χεις δίκαιο, να θέλεις να ξανακάνεις τον ίδιο δρόμο! Εγώ όμως όχι... Όταν γυρίζω και τον κοιτάζω, τρομάζω...

Ήμουν λοιπόν δεκατριών ή δεκατεσσάρων χρόνων παιδί όταν πήγα να κάνω αυτό που σας είπα. Λίγη προσοχή τώρα, γιατί αρχίζει η ιστορία.

Ήταν καλοκαίρι είχαμε δηλαδή, παύσεις και ήμουν όλο χαρά, γιατί δε βρισκόμουνα φυλακισμένος στο βρωμοσκολείο. Κάθε βράδυ γύριζα δω και κει, πήγαινα στα θεατράκια και περνούσα ευχάριστες ώρες. Ένα όμως θεατράκι σε μια πλατεία με τράβηξε στο τέλος και δεν ξεκολλούσα.

Σ΄ αυτό το θεατράκι έπαιζαν παντομίμες κι έκαναν κάποτε και διάφορα γυμνάσματα, σήκωναν βάρη. Ήταν ξένος θίασος. Αλλά δε με τράβηξε το καλό παίξιμό τους, οι καλές παραστάσεις τους, αλλά μια γυναίκα όμορφη, θεία μορφή και σώμα, που υπήρχε μέσα στο θίασο. Έκανε αυτή, πάντα την κόρη, που κλέβουν, την ερωτευμένη, και ο παλιάτσος τής έδινε κάποτε κάμποσες ξυλιές. Εγώ, πάει!... όταν την έβλεπα, μαγευόμουνα, χανόμουνα! Πώς ήθελα νάμουν ο εραστής, που την έσερνε από το χέρι να φύγουν, και ακόμα ήθελα νάμουν ο παλιάτσος που τους κυνηγούσε και όταν τους έπιανε, αφού πρώτα χτυπούσε μ΄ όλη του τη δύναμη τον εραστή, έδινε και σ΄ αυτή ελαφρές ξυλιές.

Και βρισκόμουν εκεί, στο θεατράκι, πριν αρχίσει... Τι λέω; Νωρίς πολύ πήγαινα, όταν ήταν ακόμη μέρα. Μα μπορούσα να κάνω αλλιώς, που όλο αυτή είχα στο νου μου; Όταν έτρωγα, δάγκανα τα χείλια μου, γιατί εκεί στο φαΐ δεν υπήρχε ο νους μου, όταν περπατούσε πήγαιναν να με πατήσουν τ’ αμάξια, και μάλιστα, ένα μια φορά μ΄ έριξε χάμω. Έρωτας ήταν αυτός! Τι αναστενάζετε; Παύτε... Πάει για μας, δεν πρέπει να υπάρχει. Εμείς δε θα δούμε πια το πουλί να κελαηδεί κοντά μας...

Λοιπόν. Μια μέρα πήγα μόλις είχε βασιλέψει ο ήλιος. Αφού γύρισα απέξω απ΄ το θεατράκι, μπήκα στο καφενείο του θεάτρου, που υπήρχε δίπλα, για να πιω ένα νερό. Ο διευθυντής του ήτανε φίλος του πατέρα μου, κι είχα το θάρρος. Στεκόμουνα ακόμα στον πάγκο, θυμούμαι, όταν ξαφνικά τάχασα, θαμπώθηκα, σα να με χτύπησε η εμφάνιση ήλου. Μες στον καθρέφτη είδα εκείνη, την είδα να ’ρχεται. Γύρισα ταραγμένος. Φορούσε ένα κόκκινο πολκάκι. Τι ωραία που ήταν! Φαίνεται πως παρατήρησε την ταραχή μου, πώς την κοίταξα, γιατί με κοίταξε καλά καλά. Αυτό μου έλειπε! Πάει, είχα ζουρλαθεί...

Το βράδυ κείνο ο θίασος έκανε και διάφορα γυμνάσματα, τούμπες και τα λοιπά. Και βγήκε και κείνη ντυμένη μάλιες, ή με στολή ακροβάτη. Δυσαρεστήθηκα, μα την αλήθεια, που την είδα έτσι, όχι ότι δεν της πήγαιναν, ήταν ουρανία, αλλά δεν ήθελα να την έβλεπε και ο κόσμος. Αν μπορούσα θάβγαζα όλων τα μάτια...

Και μάλιστα, άκουσα και κάποιον, που ήταν κοντά μου, να λέει;

— Μωρέ μπούτια...

Τον ήξερα αυτόν που τόπε. Ήταν ο χασάπης της γειτονιάς μου, ένας κοντός, μαυριδερός, κατσαρομάλλης.

Πόσο με πείραξε! Και μου ’κανε κακό και η λέξη που μεταχειρίστηκε, σα να επρόκειτο για μπούτια προβάτου ή μοσχαριού. Εγώ τα ’ξερα αλλιώς...

Ήτανε μαρτύριο αυτό το βράδυ για μένα. Ύστερα όμως άμα τελείωσε, έπλαθα όνειρα γλυκά...

Αλλά πέρασε το καλοκαίρι. Ο ουρανός μια μέρα γέμισε σύννεφα, και σε όχι πολύ, βροχή έλουσε την πόλη με κεραυνούς. Είχε έρθει ή ερχόταν ο χειμώνας κι έμπαινε πανηγυρικά.

Το βράδυ κείνο το θέατρο δεν άνοιξε. Άνεμος φυσούσε ψυχρός. Την άλλη μέρα το ίδιο. Ψύχρα ξαφνικιά είχε έρθει. Το θεατράκι έκλεισε.

Πήγαινα σχολείο, αλλά πάντα το θεατράκι ήταν στο νου μου.

Ένα πρωί εορτής, είχα βγει έξω και γύριζα. Ξαφνικά ακούω μουσική πένθιμη. Ήταν κηδεία. Η μουσική μ΄ έσυρε και πήγα. Αλλ΄ είδα αντί στρατιωτική μουσική, πολίτες μουσικούς, και μαζί ανθρώπους του θιάσου εκείνου ν’ ακολουθούνε.

Ρώτησα ποιος ήταν ο νεκρός, γιατί η κάσα ήταν σκεπασμένη. Κι έμαθα. Είχε πεθάνει εκείνη...

Ακολούθησα κι εγώ την κηδεία, όχι για τη μουσική, αλλά σαν άνθρωπος που ακολουθά αγαπημένο του νεκρό, χτυπημένος τρομερά απ΄ το δυστύχημα...

Το βράδυ, πριν πλαγιάσω, γονάτισα και προσευχήθηκα για την ψυχή της. Αυτό άρχισα να το κάνω τακτικά.

Την Κυριακή πήγα και στο νεκροταφείο. Δεν άργησα να βρω το μνήμα της. Το όνομά της ήταν γραμμένο με ξενικά γράμματα. Αλλά πάνω στο σταυρό υπήρχε και η φωτογραφία της. Πώς στάθηκα και την κοίταξα. Και πού να φύγω... Η ώρα περνούσε κι εγώ εκεί, να την κοιτάζω και να παραμιλώ... Είχα όμως, κάποτε, και το νου μου να μη με βλέπουν.

Και στο νεκροταφείο υπήρχε μια ησυχία μεγάλη, μια σιωπή, και μόνον ένας χτύπος μακρινός, αλλά ρυθμικός σχεδόν, ακουγόταν, ή έπεφτε, σ΄ αυτή. Κάποιον είχα διακρίνει να σκάβει, πέρα κει, μέσα στο πλήθος των σταυρών.

Απ΄ εκεί μ΄ έδιωξε η εμφάνιση μιας κηδείας, που ερχότανε με ξεφωνητά. Έφυγα γρήγορα, χάθηκα μες στα δέντρα, ζητώντας την έξοδο.

Περάσανε μέρες.

Ένα βράδυ κάτι μου βάλθηκε στο νου μου. Να πάω να κλέψω τη φωτογραφία, να την βγάλω απ’ το σταυρό και να την πάρω...

Και το πρωί, αντί να πάω στο σχολείο, τράβηξα για το νεκροταφείο. Είχα πάρει μαζί μου ένα σουγιά κι ένα σίδερο, που νόμισα, πως ήταν κατάλληλο γι΄ αυτή τη δουλειά.

Φυσούσε άνεμος αυτή τη φορά, δυνατός, ο ουρανός συννεφιασμένος και σταγόνες πέφτανε κάποτε.

Το νεκροταφείο ήταν έρημο. Και μόνο απ’ έξω απάντησα πολλούς, που φεύγανε από κηδεία.

Προχωρούσα σα σωστός κλέφτης. Κανείς. Τα δέντρα κουνιόντουσαν, βούιζαν και οι σταυροί... Οι σταγόνες απ΄ τα θολά σύννεφα περισσότερες πέφτανε.

Πλησίασα έχοντας έτοιμο το σουγιά και το σίδερο. Αλλά καθώς αντίκρισα, το σταυρό, έμεινα, μαρμαρώθηκα... Η φωτογραφία δεν υπήρχε πια εκεί... Η κορνίζα χαλασμένη μ΄ ένα κομμάτι γυαλί πάνω... Άλλος... άλλος την είχε βγάλει, άλλος μου την έκλεψε...-

 

Από τη συλλογή Είκοσι διηγήματα (1924), σ. 80-85.

αρχή

 

ΤΟ ΞΕΧΑΡΒΑΛΩΜΑ

 

Ανέβηκε γρήγορα τη σκοτεινή σκάλα και μπήκε στο φωτισμένο από μικρό, κατεβασμένο, φως, δωμάτιο.

Ο πατέρας του άμα τον είδε, σηκώθηκε:

— Έλα λοιπόν! του είπε.

Ο αδελφός του ο Κωστής, καθισμένος σε μια γωνιά, με σκυμμένο το κεφάλι, μόλις γύρισε και τον κοίταξε.

— Μα τι τρέχει, τι συμβαίνει; ρώτησε αυτός, κοιτάζοντας γύρω, που είναι η μητέρα; ...

— Κάτσε, θα στα πω, δεν είναι τίποτα! Να της ήρθε να ταξιδέψει! αυτό είναι όλο! του απάντησε ο πατέρας του κουνώντας τα χέρια του.

— Να ταξιδέψει; Τι να ταξιδέψει, τι εννοείς;

— Τι εννοώ; Να, πήρε τη δούλα της σήμερα το πρωί, τα ξημερώματα κι έφυγε! Πάει λέει στη Σύρα και πέρα ακόμα, σ΄ άλλα νησιά! Ήθελε να ταξιδέψει, να κάνει ταξίδια!

— Έλα, Χριστέ! Και χειμώνα καιρό! Ο Γιώργης, η Μαρία;

— Είναι δω κοντά, στου Μίτσα.

Πάλι ρώτησε τον πατέρα του, υποπτεύθηκε μην είχανε μαλώσει, πράγμα, που γινόταν πολύ συχνά, και του ήρθε θυμός εναντίον του πατέρα του. Αλλ΄ αυτός του ορκίσθηκε, πως διόλου δεν είχαν μαλώσει, αλλ΄ αυτή τώρα τελευταία, είχε πάθει μανία για εκδρομές, να γυρίζει και όλο τη χάνανε! και πρωί, πρωί ξημερώματα, χωρίς να τους πει τίποτα από πριν, πήρε δρόμο...

— Έτσι είναι, όπως σου λέει ο πατέρας! μίλησε απ΄ τη θέση του ο αδελφός του ο Κωστής, χωρίς σχεδόν να στραφεί.

Περπάτησε λίγο. Κοίταξε το σπίτι, το σκοτεινό διάδρομο, έναν άλλο μικρό του μαγεριού, Και κει σκοτεινιά…

— Μας έκανε άνω κάτω, παιδί μου, άρχισε να λέει ο πατέρας του, τι ωραία που περνούσαμε, μ΄ όλες τις ιδιοτροπίες της! Μα τι έπαθε! … Παράτησα και μαγαζί κι όλα! Στο διάολο να πάνε! όλο πίκρες έχω νοιώσει στη ζωή μου!

— Μα γιατί το κάνετε τόσο σπουδαίο: Έ, της ήρθε να κάνει ένα ταξίδι! έτσι δε μούπατε; Τώρα τι; τρέχει τίποτε άλλο;

— Δεν τρέχει τίποτα άλλο!

— Γιατί κάνεις έτσι τότε;

— Πως κάνω έτσι; ξέρω κ΄ εγώ παιδί μου! Έ, δεν ξέρεις, μου τάφερε όλα άνω κάτω!

— Ου! στάφερε όλα άνω κάτω! και ο Δημήτρης προχώρεσε στη λάμπα:

— Έλα, τώρα, αφήστε τις γρουσουζιές! είπε και σήκωσε το φως, που τον στενοχωρούσε χαμηλωμένο. Αυτό είναι! έτσι! Φως, φως!

Το δωμάτιο φωτίσθηκε δυνατά.

Η ματιά του Δημήτρη, που έτρεξε γύρω, είδε πάλι τις ζωγραφιές πάνω στον τοίχο τον κόκκινο, και τη μικρή ζωγραφιά χαμηλά, χαμηλά, που είχε κρεμάσει η μάνα του, κοντά στη θέση που καθόταν. Κ΄ είχε αυτή ένα καράβι να ταξιδεύει, ένα κάτασπρο καράβι με φουσκωμένα τα πανιά…

— Έξοχα είναι! να, έτσι! είπε. Όχι να κάθεστε στα σκοτεινά! Μα το θεό, σα να σας συνέβηκε κανένα δυστύχημα! Δεν κάνετε το σταυρό σας!

— Ναι, δε λέω! έκανε ο πατέρας του.

— Καλά, καλά! Τώρα, εδώ, τι θα φάμε;

— Τι να φάμε, παιδί μου!

— Τι να φάμε! Άλλο τούτο! Μα μη θέλεις να μείνουμε νηστικοί; Μα για πέτε μου, στο θεό σας, γιατί κάνετε έτσι; Έχουμε τίποτα πένθος; Αυτή γλεντά, διασκεδάζει και πρέπει και μεις να κάνουμε το ίδιο:

Είδε τη μορφή του πατέρα του, που είχε πάρει κάποια μικρή λάμψη, πάλι να σκυθρωπάζει να γίνεται σκοτεινή.

— Λοιπόν, για λέτε, τι έχουμε; Έχουμε τίποτα;

— Κάτι έχουμε, του απάντησε ο πατέρας του, να, λίγο τυρί, ελιές, σαρδέλες! Ποιος να μας μαγερέψει!

— Θεία! Τι να το κάνεις το μαγέρεμα! Όταν θέλουμε να τα μαγέρικα και διαλέγουμε! Κ΄ έπειτα πόσο θα λείψουν! έλα, έλα, πούναι το τραπεζομάντιλο;

— Μα στάσου νάρθουν και οι άλλο! του είπε ο πατέρας του, καθώς αυτός ανοίγοντας ένα συρτάρι ζητούσε τραπεζομάντιλο.

— Ας το στρώσω πρώτα!

— Έ, πήγε να κάνει κι ένα ταξιδάκι, καλά, έκανε καλά! Έτσι το θέλησε, επιτέλους! είπε στον εαυτό του.

Κ΄ ύστερα στον αδελφό του δυνατά:

— Έλα, έλα, τι κάθεσαι έτσι! σαν Εβραίος είσαι, μα το θεό, πάνω στα τείχη τα γκρεμισμένα της Ιερουσαλήμ! Σήκω, σήκω! πιάσε κει! Έλα λοιπόν! τράβα! εμπρός! Έτσι ντε! Ά, γεια σου! Έτσι σε θέλω! Μα εσύ κάνεις για πρώτης τάξεως σερβιτόρος! μα δε ξέρω, οι σερβιτόροι στρώνουν και τα τραπέζια;

Η πόρτα ακούστηκα κάτω να κλείνει με κρότο.

— Νάτοι! είπε ο πατέρας, φθάσανε!

— Κατά φωνή έπρεπε να πεις και ο γάιδαρος! βγάζω έξω τη Μαρία! …

Και γρήγορος έτρεξε μέσα στην κουζίνα, άναψε φως, άρπαξε μαχαιροπήρουνα, πιάτα, κι έκανε τέτοιο θόρυβο, που ανάγκασε τον πατέρα του να του φωνάξει:

— Μωρέ σα νάνε δέκα μέσ΄ στο μαγεριό!

Καθώς ετοιμαζότανε να βγει κρατώντας πιάτα, μαχαιροπήρουνα και μια αλατιέρα, χωρίς να υπάρχει ανάγκη, μπήκε η αδελφή του κρατώντας το καπέλο της...

— Πώς ήταν αυτό;

— Θα σου πω, θα σου πω! Έλα δω εσύ, έκανε στον αδελφό του, που ερχόταν πίσω, πάρε αυτήν την αλατιέρα μη μου πέσει! κι αυτά!

— Στάσου να τα πάρω γω… του είπε η αδελφή του.

— Έλα, πάρε και συ!

— Λοιπόν για πες μας… άρχισε να του λέει ο ΄Γιώργης.

— Ύστερα, ύστερα!

Και κοίταξε την αδελφή του, που έφευγε. Του είχε φανεί πιο αδύνατη και ωχρή απ΄ άλλοτε.

— Έλα, τράβα, τι κάθεσαι! είπε στον αδελφό του που στεκόταν ακίνητος.

— Μα είναι ανάγκη να γίνει τέτοια ετοιμασία; Έχουμε τίποτα;

— Κείνο που έχουμε! Πήγαινε μέσα κι έφθασα κ΄ εγώ!

Τους βρήκε καθισμένους όλους στο τραπέζι γύρο. Η ματιά του πήγε στη θέση της μάνας του. Εκεί η καρέκλα της έτοιμη! Δίπλα, όπως πάντοτε, είχε καθίσει η αδελφή του.

Λύπη του έσφιξε την καρδιά του, αλλά φώναξε με κωμικιά φωνή:

— Εμπρός, και ήρθε ο σερβιτόρος!

Το τραπέζι, όσο κι αν έκανε αυτός με το Γιώργη να το ζωηρέψει ήτανε μελαγχολικό, πένθιμο. Έκανε όμως, τ΄ αδύνατα, δυνατά. Περγέλασε τη μάνα του την ταξιδιώτισσα, καθώς την έλεγε, και την περιέγραψε, πως θα πήγαινε έχοντας πίσω της τη δούλα, τη Λενιώ, να κρατά τη βαλίτσα. Και σα να τους έβλεπε να πηγαίνουν, έκανε τη Λενιώ να γλιστρά και να πέφτει με τη βαλίτσα, στη θάλασσα.

Εδώ φοβήθηκε όμως, μη αυτό το πάθαινε σωστά, η μάνα του.

Η Μαρία ζήτησε κι αυτή να τους βοηθήσει να κάνουν το τραπέζι εύθυμο, αλλ΄ ο πατέρας του μετά από λίγα χαμόγελα και κάτι λογάκια, έγειρε το κεφάλι σκεπτικός. Όμοια έκανε και ο Κωστής, Κι έτσι τελείωσε το τραπέζι γεμάτο μελαγχολιά.

Και η νύχτα ήτανε σιωπηλή, ήσυχη.

Όταν σηκώθηκαν ο πατέρας του τού είπε:

— Πάμε λίγο έξω;

Εδέχτηκε. Δε θ΄ αργούσαν, πολύ γρήγορα θα γύριζαν. Και φύγανε.

Για κάμποση ώρα ο πατέρας του βάδιζε σιωπηλός, έπειτα είπε σηκώνοντας το κεφάλι:

— Δεν είναι αυτό, δεν είναι αυτό! Σ΄ αυτό το ταξίδι κάτι τρέχει! και κούνησε το κεφάλι του.

— Τι να τρέχει; τον ρώτησε ο γιος του κάτι διακρίνοντας στα λόγια του.

— Θα το δεις! Έτσι φεύγει μια γυναίκα και παρατά το σπίτι της, τα παιδιά της.

— Τι θες να πεις; του είπε θυμωμένος ο γιος, γιατί εννόησε καλά τώρα, τι ήθελε να πει, αυτά πατέρα είναι ντροπές και δεν πρέπει να λέγονται! Τώρα στα γεράματα! Φρίκη! Ακούς, ακούς!

Έπαψε. Ένας άνθρωπος παρουσιάστηκε γνωστός τους στη γωνιά του δρόμου, στο φως του φαναριού, όπου κι αυτοί πλησίαζαν. Χαιρετίσθηκαν.

Ο πατέρας του, άμα ο άνθρωπος πέρασε, είπε:

— Και τι να κάνω; Με είδες; Πρέπει να χαμογελώ, να μη δείχνω τι έχω, τι με τρώει!

Πρωί, πρωί πετάχτηκε απ΄ το κρεβάτι του. Ο ήλιος δεν είχε βγει ακόμα. Είδε πάλι τα παλιά σπίτια, που τριγύριζαν το δικό τους, τα μαυρισμένα τους κεραμίδια. Είχαν κλειστά όλα τα παράθυρα. Από μια καπνοδόχο πυκνός καπνός έβγαινε…

— Τι χαρά, σκέφτηκε, θάχα, αν ήταν εδώ η μάνα μου!

Στο νου του ήρθαν και οι υποψίες του πατέρα και τούρθε να γελάσει. Και όμως, σε μια μπυραρία, που καθώς περνούσαν απ΄ έξω, συρθήκανε και μπήκανε μέσα, γρήγορα ζωήρεψε κοιτάζοντας τις κόρες που βρισκόντουσαν μέσα. Και μάλιστα, σε μια, τόλμησε, χωρίς να ντραπεί το γιο του, να της πει και δυο λογάκια!

— Ε, γέρο, αμαρτωλέ, είπε αυτός τότε με το νου του, εδώ πάει κείνο! Εκ των ιδίων, φαίνεται, κρίνει!

Και είχανε γυρίσει στο σπίτι αρκετά αργά και όλους τους βρήκανε να κοιμούνται. Εκεί όμως στο σπίτι, τον άκουσε πάλι, ν΄ αναστενάζει…

Στο σπίτι ακόμα, κανείς δεν είχε σηκωθεί. Ήταν ήσυχο. Για να περάσει την ώρα, πήρε κάτι επιστολές παλιές, φίλων του και τις ξαναδιάβασε. Θυμήθηκε έπειτα, πως έπρεπε ν΄ απαντήσει σε κάποιο φίλο του. Και του έγραψε. Έτσι η ώρα πέρασε. Άκουσε πόρτες ν΄ ανοίγουν και ομιλίες… σηκώθηκε τότε και βγήκε κι αυτός.

Ο αδελφός του ο Κωστής ήταν κλεισμένος μεσ΄ στο δωμάτιό του. Τον άκουσε να περπατά μέσα…

Κανένα δε βρήκε στην τραπεζαρία. Έρημη. Και ήτανε ψυχρή ψυχρή. Λύπη του έσφιξε την καρδιά.

Ένα άσπρο γατάκι με λίγες βούλες μαύρες, καθότανε ζαρωμένο σε μια καρέκλα, και κοιμότανε. Στο βήμα του, που έκανε τα έπιπλα να κουνηθούνε, κούνησε κι αυτό τ΄ αυτιά του, χωρίς ν΄ ανοίξει τα μάτια του.

Κοίταξε τις ζωγραφιές των τοίχων, σα να μην τις έβλεπε, έπειτα το μικρό καραβάκι με τ΄ άσπρα του πανιά. Τραβήχτηκε απ΄ εκεί και πήγε στο παράθυρο, και είδε έξω.

Κείνη τη στιγμή ένας αδύνατος νέος μ΄ ένα τσουβάλι στον ώμο, στάθηκε, πετώντας το τσουβάλι χάμω, και γρήγορα γρήγορα έβγαλε τα παπούτσια του, δυο παλιοπάπουτσα, τα τοποθέτησε όρθια τόνα κοντά στ΄ άλλο, στο δρόμο κι ύστερα παίρνοντας το τσουβάλι έφυγε. Τα παπούτσια έμειναν μόνα.

Άκουσε την αδελφή του νάρχεται και γύρισε. Την είδε, όμως, τόσο ωχρή, που θυμός πάλι του ήρθε και βλαστήμησε τη μάνα του.

— Θα βγεις; τον ρώτησε αυτή.

— Ναι, καμιά βόλτα θα κάνω θα πάω ίσαμε του πατέρα και θα γυρίσω γρήγορα.

— Κάτσε να σου κάνω έναν καφέ.

— Όχι, όχι, θα πάρω έξω…

Δεν τον βίασε. Κι έφυγε αυτός πιο γρήγορα απ΄ όσο ήθελε.

Έκανε κρύο. Ψυχρός, παγωμένος άνεμος φυσούσε.

— Την τρελή, την τρελή! είπε για τη μάνα του.

Βάδιζε για το κατάστημα του πατέρα του. Σε λίγο, σαν το σκέφθηκε είπε με κάποια σιχασιά:

— Μα τι θα κάνω κει;

Ζήτησε να βρει κανένα άλλο μέρος να πάει.

— Καλύτερα κει! είπε για το κατάστημα του πατέρα του.

Σ΄ ένα δρόμο που περνούσε, είδε κοντά στο πεζοδρόμιο, ξαπλωμένο, ένα άλογο ψωραλέο, κόκκινο, να ψυχομαχά. Κανείς δεν ήταν εκεί. Κουνούσε κάποτε τα πόδια του τα τεντωμένα λίγο, κι άφηνε κάθε τόσο ένα βογκητό. Προχώρησε.

— Καλά πούχει μαζί της τη Λενιώ… είπε με το νου του.

Ο πατέρας του στο κατάστημα, μιλούσε με δυο φίλους του. Ήτανε γελαστός και φαινότανε νάχει όρεξη για κουβέντα. Θυμήθηκε όμως τα λόγια του;

— Και να μη μπορώ, αλλά πρέπει να χαμογελώ…

Τώρα σα να τον κοίταξε πιο βαθιά, άρχισε να τον δικιώνει. Τι, πώς γέρασε; Γιατί γέρασε το σώμα δεν έχει δικαίωμα, δεν πρέπει να αισθάνεται τη ζήλια, ν΄ αγαπά;

Χαμογέλασε όμως, καθώς σκεπτόταν αυτά. Θυμήθηκε τα μαλώματα που έκαναν, ο πατέρας του με τη μάνα του, Κάθε τόσο ήταν αδύνατο να μη μαλώσουν και μάλιστα για ψύλλου πήδημα. Γιατί σε άλλα, που έπρεπε να μαλώσουνε, δε βγάζανε λέξη. Και μοιάζανε με μικρά παιδιά, όταν λογοφέρνουν Ο πατέρας του τραβιότανε μόνος και δεν ήθελε να καθίσει στο τραπέζι. Θα πήγαινε στην αυλή κι ας έκανε κρύο, παγωνιά ή είχε δυνατό ήλιο. Και κει γύριζε σαν ερωτευμένος, γεμάτος απελπισία. Η μάνα πάλι, θα καθότανε στο τραπέζι ψυχρή, αμίλητη, χωρίς να κοιτάζει κανέναν. Τότε θάτρεχε αυτός, πάντα αυτός γιατί τ΄ άλλα του αδέλφια δεν ανακατεύονταν, και θάσερνε τον πατέρα του, αφού πρώτα όμως, έψελνε της μάνας του πολλά. Της έλεγε, πως είχε τόσον καλόν άνθρωπο και ήταν αμαρτία να τον βασανίζει, πως απ΄ τα φερσίματά του έπρεπε να δει,, ότι ήταν σαν παιδί αυτός, και άλλα πολλά. Πήγαινε έπειτα, κάτου κ΄ έσερνε τον πατέρα του, όπως σέρνουν παιδιά, πούχουνε θυμώσει με τους γονιούς τους, Κ΄ έλεγε ο πατέρας του, καθώς έκανε πως δεν ήθελα να πάει:

— Άσε με, παιδί μου, κι έμπλεξα με κακό διάβολο!

Η γυναίκα του άμα τον έβλεπε να μπαίνει μέσα και πίσω νάρχεται ο γιος του, γιατί αυτός, ο γιος, όταν φθάνανε στην πόρτα, τον έσπρωχνε να μπει πρώτος, δε μπορούσε, τις περισσότερες φορές να κρατηθεί και κάτι θάλεγε:

— Για κοίτα τον, πως τον φέρνουν! γέρο ξεκουτιάρη!

Εδώ ο πατέρας του έχανε πάλι, το λογικό του, λησμονούσε την απελπισία του, και κόρωνε, άναβε, κοκκίνιζε σα διάνος θυμωμένος, και να, ένας άλλος νέος καυγάς πολύ πιο χειρότερος απ΄ τον πρώτο! …

Πάνω στις ενθυμήσεις αυτές, οι φίλοι του πατέρα του φύγανε κι αυτός πλησίασε το γιο του.

— Τι νέα; τον ρώτησε.

— Τίποτα νέα, του απάντησε.

Ο πατέρας του έσυρε το ψαρό γένι και είπε:

— Δε λάβαμε τίποτα ακόμα!

— Τι; ρώτησε κάνοντας ότι δεν εννόησε.

— Τι! να τηλεγράφημα, μια είδηση! του απάντησε ο πατέρας του με κάποια έξαψη.

Μείνανε σιωπηλοί. Ο Δημήτρης κοίταξε έξω. Άνθρωποι πολλοί περνούσαν άλλοι βιαστικοί κι άλλοι με βραδύ βήμα και χαζεύοντας, που έκανε τους βιαστικούς να κουνιούνται πίσω τους, δω και κει, σα να θέλανε να τους ξεφύγουν.

Ο πατέρας του μίλησε:

— Ότι κι αν πεις, καμιά φορά στα γεράματα γίνονται τα μεγαλύτερα λάθη!

— Μα πάλι τα ίδια! βρε, βρε! Μα τ΄ είναι τούτο!

— Δε μπορώ να το βγάλω απ΄ το νου μου!

— Να σου πω, πατέρα. Εγώ ενόμιζα, πως εκείνη, η μάνα μου, είχε κάποια λόξα, που δυνάμωσε τώρα, να θέλει ταξίδια, αυτή μόνο! αλλά βλέπω πως και συ δεν πας πίσω! Μα την πίστη μου! Μα αν δε μοιάζατε δε συμπεθεριάζατε!

Τα τελευταία τάπε με γέλιο, και νόμισε, όταν έλεγε, πως μοιάζουνε στις λόξες, ότι τους έφερνε πάλι κοντά να φιλιωθούνε…

Αλλ΄ αυτός κούνησε το κεφάλι:

— Καλά, καλά! … έκανε.

Είχε όμως, ένα μικρό χαμόγελο στα χείλια.

— Μα τι καλά! για στάσου!

Κι άρχισε να του λέει πολλά υπερασπίζοντας τη μάνα του, αν και αισθάνθηκε, καθώς τάλεγε αυτά, κάτι να κλονίζεται μέσα του…

Πελάτες ήρθαν και τους διέκοψαν. Έφυγε.

Θέλησε να περπατήσει, να δει φίλους, που στο νου του παρουσιάσθηκαν. Αλλά πάλι τον ενόχλησαν, τον στενοχώρεσαν πολύ αυτά, που γινόντουσαν, και τον έκαναν να γυρίσει στο σπίτι του μη θέλοντας να δει, να μιλήσει με τα φιλικά πρόσωπα...

Η αδελφή του τού φάνηκε πως είχε κλάψει. Τα μάτια της ήταν κόκκινα. Και πάλι αισθάνθηκε θυμό εναντίον της μάνας του, και με δυσκολία, από φόβο μην πάθει τίποτα αυτή, κρατήθηκε και δεν την καταράστηκε.

— Τι θα φάμε το μεσημέρι; τη ρώτησε κάνοντας ότι δεν εννόησε πως είχε κλάψει.

— Αγόρασα ραδίκια και τάβαλα… του απάντησε σιγά, λυπημένα.

Της είπε πολλά, της διηγήθηκε διάφορα επεισόδια του γραφείου του, της πόλης που έμενε, τι γινόταν εκεί, πως περνούσαν. Όλο αστεία παθήματα, για να γελάσει. Και είδε τη ματιά της να λάμπει και το γέλιο να φαίνεται πάλι.

Πάνω σ΄ αυτό ήρθε και ο αδελφός του ο Γιώργης, ξένοιαστος, γελαστός, χωρίς να δίνει πεντάρα για τίποτα.

— Για, για πως κάνουν! τους είχε πει το βράδυ, παράτησε η κυρά μάνα τα μικρά της κι αυτά κλαίνε να γυρίσει πίσω γρήγορα!

Αυτόν τώρα, όταν η αδελφή τους τούς άφησε, τον έπιασε και τον ρώτησε πολλά. Κι αυτός του τα είπε. Ήταν σχεδόν, όπως του είχαν πει.

Η μάνα τους είχε γίνει ιδιότροπη τόσο, τώρα τελευταία, που ήταν ανυπόφορη. Έβαζε την καπέλα της κι έπαιρνε δρόμο, χωρίς να ξέρουνε πού πάει. Έφευγε πρωί κι ερχόταν, πολλές φορές, το βράδυ. Και ποιος να της μιλήσει! Ο πατέρας τσιμουδιά! που να βγάλει μιλιά! Την παρακαλούσε μάλιστα, πολλές φορές, που ξημέρωνε Κυριακή, να μην πάρει δρόμο και να μείνει στο σπίτι, που θάμενε κι αυτός. Και να βγούνε τ΄ απόγευμα μαζί. Τίποτα! Αυτή το χαβά της! Την είχε πάρει κάμποσες φορές, ο Κωστής από πίσω. Μη χάσει τη μανούλα του! Κ΄ έτσι τους χάσανε και τους δυο. Τρέχανε στην Κηφισιά, στο Μαρούσι, Σεπόλια, στη Σαλαμίνα! Για το σπίτι ούτε φρόντιζε, ούτε μια ματιά έριχνε πια σ΄ αυτό. Το καπέλο της και δρόμο! Το πρωί που έφυγε, πολύ πρωί, έκανε ο πατέρας τους κι αυτός, γιατί οι άλλοι κοιμόντουσαν, έκαναν τ΄ αδύνατα δυνατά να την κρατήσουν. Μπα! Τίποτα. Δεν άκουγε κανέναν.

— Θέλω να ταξιδέψω, τι σκλάβα με πήρατε!

Και τάχε σχεδιάσει από μέρες τάχε ετοιμάσει. Και πως τους τόπε και δεν έφυγε χωρίς να ξέρουν που πάει! Και ο καημένος ο πατέρας τους κίτρινος, κίτρινος απ΄ την ταραχή την άφησε, αφού την ακολούθησε ίσαμε το βαπόρι. Το μόνο που έκανε ο πατέρας τους μετά, ήταν που βλαστήμησε που πήρε η γυναίκα του την κληρονομιά του αδελφού της. Αυτό μόνο!

Μέσα έπειτα, στο δωμάτιό του ο Δημήτρης, τα σκέφθηκε αυτά, που τούπε ο αδελφός του, κουνώντας το κεφάλι απελπιστικά.

Τώρα λυπήθηκε τον πατέρα του πολύ, πολύ, και ευχαριστήθηκε που δεν της μιλούσε, που δεν έπιανε καυγά για τα τρεξίματά της.

— Μα αυτό όμως, πως θα τελειώσει; ρώτησε τον εαυτό του.

— Τι θα κάνει θα βαρεθεί; Θα της μιλήσω κ΄ εγώ, έξω απ΄ τα δόντια! απάντησε.

Απ΄ το παράθυρο, που κοίταξε είδε έξω, στο δρόμο νάναι κει ακόμα, τα παλιοπάπουτσα του νέου, που τάφησε στην ίδια θέση και γυρμένα τώρα, σα να κλαίγανε για την εγκατάλειψη. Μια γριά που περνούσε, στάθηκε, τα είδε με προσοχή, και πέρασε.

Στο νου του ήρθε ξαφνικά τώρα, το άλογο, που πεσμένο, πεταμένο, κοντά στο πεζοδρόμιο, ξεψυχούσε.

Και το λυπήθηκε, το λυπήθηκε δυνατά τώρα.

Το βράδυ μετά το φαΐ, ο πατέρας του σηκώθηκε κ΄ ετοιμαζότανε για έξω.

— Για πού; τον ρώτησε ο Δημήτρης.

— Λίγο έξω! του απάντησε.

Οι άλλοι δε μίλησαν. Ο Δημήτρης στεναχωρέθηκε. Τι ήθελε πάλι έξω! Περίμενε να του πει να πάνε μαζί, αν και δεν ήθελε ν΄ αφήσει στο σπίτι την αδελφή του μόνη. Ήξερε πως σε λίγο, ο ένας αδελφός του θα κλεινότανε στο δωμάτιό του, και ο άλλος θα γλιστρούσε έξω, για να βρει τους φίλους του. Και θα την αφήνανε μόνη μέσ΄ στο μεγάλο σπίτι.

Και ο πατέρας του έφυγε. Άκουσε τα πατήματά του στη σκάλα, κ΄ έπειτα στην αυλή.

Ο Γιώργης σηκώθηκε και βγήκε στο διάδρομο. Έπειτα σε λίγο τον είδε να περνά, κι άκουσε τα βήματά του στη σκάλα σιγά! Έφευγε κι αυτός!

Ο Κωστής έμενε με σκυμμένο κεφάλι. Αυτός δεν ήταν ποτέ ομιλητικός, αλλ΄ απ΄ την ημέρα που έφυγε η μάνα του παράγινε. Τόση ώρα που ήτανε στο τραπέζι, μόλις θάχε πει δυο, τρεις μισές λέξεις. Κι αυτός σηκώθηκε και σιωπηλός έφυγε για το δωμάτιό του. Άκουσε ο Δημήτρης την πόρτα του να κλείνει. Ησυχία. Γύρισε να δει την αδελφή του. Αυτή είχε σκύψει το κεφάλι κ΄ είχε κρύψει το πρόσωπό της μεσ΄ στα χέρια της. Έκλαιε. Σηκώθηκε και την πλησίασε:

— Βρε, παιδί μου, τι έπαθες πάλι; της είπε.

— Θα δεις, θα δεις, του απάντησε με κομμένη φωνή απ΄ τα κλάματα, κάτι κακό θα πάθουμε, κάτι κακό!

Οι ημέρες περνούσαν και είδηση απ΄ τη μάνα του δεν είχαν καμιά. Αναγκάστηκε ένα πρωί να πάει σε κάποιο πρόσωπο γνωστό του, που κατείχε καλή θέση Δημοσία, και το παρεκάλεσε να τηλεγραφήσει στον αστυνόμο εκεί, για να μάθουν. Επίσης ετηλεγράφησε και σε δυο φίλους του που ξέρανε τη μάνα του, και που μένανε από χρόνια σ΄ αυτό το νησί. Αλλ΄ η απάντηση εβράδυνε να έρθει και αυτός είχε πάθει κάποια νευρική ταραχή, τόπος δεν τον χωρούσε. Τώρα μάλιστα, είχε αρχίσει να βλέπει με κακό μάτι τον πατέρα του, που ούτε ανάφερνε πια, για τη γυναίκα του, μιλιά δεν έβγαζε και ούτε φαινότανε λυπημένος. Και κάθε βράδυ, τόχε πάρει ταχτικό, άμα έτρωγε, θα ετοιμαζότανε στην κάμαρά του και θάβγαινε έξω.

Πότε ερχότανε; δεν ήξεραν, γιατί πέφτανε στον ύπνο από νωρίς.

Την ενέργειά του αυτή για τη μάνα του, σε κανέναν δεν την είπε. Την κρατούσε μυστικιά και υπόφερνε μόνος.

Όταν όμως ένα βράδυ, έλαβε απάντηση, πως είναι κει και μένει σε ξενοδοχείο, τους τα φανέρωσε. Ο Κωστής τότε, μίλησε, άνοιξε αυτή τη φορά, το στόμα του να πει, πως αυτά δε θα γινόντουσαν, θα ήτανε ήσυχοι, αν την ακολουθούσε, Αλλά δεν τον ξύπνησε κανείς, και…

Μ΄ αυτό στο σπίτι έπεσε κάποια γαλήνη, Ο πατέρας του όμως κι αυτή τη βραδιά, ετοιμάσθηκε κι έφυγε, αφού δείπνησε.

— Μα πού πάει; ρωτούσε τον εαυτό του ο Δημήτρης. Εδώ, εδώ κάτι μυρίζει!

Ήτανε νύχτα βαθιά και πήγαινε σπίτι του. Και βιαζότανε να φτάσει γρήγορα. Το σπίτι του τόβρε σκοτεινό, και απ΄ τη σκάλα, χωρίς ν΄ ανεβεί, φώναξε την αδελφή του:

— Μαρία!

Από πάνω ακούει τη φωνή του αδελφού του, του Κωστή, να του λέει θλιμμένα:

— Η Μαρία; τώρα δα, πέθανε!

Ξύπνησε. Με χαρά είδε πως ήτανε όνειρο και ότι βρισκότανε στο κρεβάτι του.

Άκουσε δυο φωνές στρίγγλικες σα μαζί με τον άνεμο, που ακουγότανε να φυσά, να χτυπά πόρτες και παράθυρα, να φώναζαν γριές στρίγγλες.

Δε μπόρεσε να κοιμηθεί πάλι. Πρώτα, γιατί τον είχε ταράξει το όνειρο, και δεύτερο από μια ιδέα:

— Ο πατέρας μου άραγε, έχει έρθει;

Και το δωμάτιο φωτιζότανε θαμπά σα να ερχόταν η μέρα.

— Μπα, θάχει έρθει!

Αυτό δεν τον ησύχαζε, κάτι σα να τούλεγε πως δεν ήτανε στο σπίτι αυτός.

Μα ήτανε ξημέρωμα;

Σηκώθηκε και κοίταξε απ΄ τις γρίλιες. Έξω ήτανε σελήνη.

Άναψε το κερί και κοίταξε την ώρα. Ήτανε δυο μετά τα μεσάνυχτα.

— Θα πάω να δω!

Φόρεσε γρήγορα το ρούχο του και παίρνοντας το κερί, άνοιξε την πόρτα του και διευθύνθηκε στο δωμάτιο του πατέρα του. Μπήκε πρώτα στη σαλίτσα, και, αφού έβηξε και ξανάβηξε, για να μη τον τρομάξει, χτύπησε σιγά την κλειστή πόρτα, Τίποτα. Πάλι χτύπησε πιο δυνατά όμως, και μίλησε. Ησυχία μέσα. Ο άνεμος ακούστηκε έξω να τρέχει βουίζοντας. Άνοιξε την πόρτα.

Το κρεβάτι του πατέρα του στρωμένο, απείραχτο!

— Ορίστε χάλια! έκανε και πήγε πάλι στη σαλίτσα.

— Μα τ΄ είναι αυτό! Μωρέ για φαντάσου, είπε αφήνοντας το κερί πάνω στο τραπέζι, γέρος άνθρωπος με παιδιά, που αν ήτανε παντρεμένα θάχανε σωρό παιδιά, να τρέχει τις νύχτες σαν ξενύχτης νέος!

Και το σπίτι βούιζε όλο απ΄ τον άνεμο.

Έσβησε το φως και άνοιξε το παράθυρο.

Ο δρόμος έρημος, φωτισμένος με της σελήνης το φως, και κανείς, κανείς διαβάτης. Ο άνεμος έσερνε χαρτιά, σκουπίδια.

Έτρεμε απ΄ το κρύο. Και η καρδιά του χτυπούσε ανήσυχα.

— Μα έτσι αργεί, ή κάτι του συνέβηκε; ρωτούσε τον εαυτό του.

Και του ερχότανε να βγει, να τρέξει, να ψάξει… Αλλά που; Χίλιες ιδέες κακές, περνούσαν απ΄ το νου του. Είδε ότι δε μπορούσε να μείνει, και ότι σερνότανε να βγει, να τρέξει, να ψάξει.

Και δεν ήθελε ν΄ ανησυχήσει κανέναν. Αν και σκέφθηκε, για μια στιγμή, το Γιώργη. Αυτόν τον είχε ακούσει πούχε έρθει, γιατί είχε πλαγιάσει αυτή τη βραδιά λίγο αργά. Τον άκουσε που τραγουδούσε στο δωμάτιό του.

— Στάσου, είπε στον εαυτό του, αν δε φανεί όσο να μετρήσω χίλια, θα ντυθώ και θα βγω!

Και άρχισε να μετρά κοιτάζοντας τον έρημο δρόμο.

Δεν είχε όμως, προχωρήσει το μέτρημα πολύ, και διέκρινε κάποιον να παρουσιαστεί στη γωνιά του δρόμου πέρα. Η καρδιά του χτύπησε απ΄ ελπίδα. Και σε λίγο είπε:

— Αυτός είναι!

Χαρά του ήρθε, χαρά που τον έκανε να συγχωρέσει το γέρο πατέρα του για τα ξενύχτια πούκανε.

Το πρωί ο ίδιος καιρός, ο άνεμος να βογκά και οι φωνές οι στρίγγλικες, τώρα πολλές, πάλι ν΄ ακούγονται σα νάταν απ΄ έξω γάτες, ξωτικές γάτες και ξεφώνιζαν αγριεμένες.

Και είχε δει στον ύπνο του όλο διασκεδάσεις και νύχτες οργίων. Γυναίκες γυμνές, νάνους σε υπόγεια κατάβαθα, που κατέβαινε κανείς σ΄ αυτά, μπαίνοντας πρώτα σε βαθιά πηγάδια, ή ξεροπήγαδα. Και ο πατέρας του εκεί, στη μέση.

Όταν βγήκε για να πάει στην τραπεζαρία, καθώς περνούσε απ΄ τη σαλίτσα, έριξε μια ματιά μέσα. Είδε τον πατέρα του να βρίσκεται κει. Προχώρησε, αλλ΄ άκουσε τον πατέρα του να τον φωνάζει, και γύρισε.

Τον είδε γελαστό, ευχαριστημένο να βάζει τις τιράντες του. Αυτή η θέα του έφερε θυμό.

— Τι έκανες χθες το βράδυ συ; βγήκες έξω, γλέντησες, ή κάθισες μέσα ν΄ αγιάσεις; τον ρώτησε ο πατέρας του.

— Μέσα κάθισα, τι να βγω έξω! του απάντησε.

— Α, μωρέ, και νάχα τα νιάτα σου! έκανε ο πατέρας του κοιτάζοντας το γιο του και κουνώντας το κεφάλι.

Αλλιώτικος του φαινόταν πολύ ο πατέρας του. Ποτέ δεν του μιλούσε έτσι.

Σήκωσε κ΄ έστριψε το ψαρό του μουστάκι, έπειτα τ΄ άλλο, κ΄ είπε χωρίς να κοιτάζει το γιο του, με χαμόγελο, και χωρίς ν΄ αφήσει το στρίψιμο του μουστακιού του:

— Ε, μωρέ! εσύ κάτσε, κάτσε… εγώ, εγώ είχα χτες το βράδυ την ωραιότερη γυναίκα του καφεσαντάν!

Όλη την ημέρα απέφευγε τον πατέρα του. Δεν πήγε ούτε στο κατάστημά του και ούτε βρέθηκε στο τραπέζι το μεσημέρι μαζί του. Πήγε όταν ήξερα πια πως ο πατέρας του θάχε φύγει. Και χωρίς να πει τίποτα, μα τίποτα. στον αδελφό του το Γιώργο, που όλο με γέλιο, γιατί είχε τρομερή όρεξη, του μιλούσε. Αν και του ήρθε κάποια επιθυμία να πει, να ξελαφρωθεί λίγο, σα να βαστούσε βάρος μεγάλο, που, αν τόλεγε, θάπερνε κ΄ ένας άλλος ένα μέρος του. Κρατήθηκε όμως, και δε μίλησε.

Η αναίδεια του πατέρα του τον είχε τρομάξει. Μόλις του ερχόντουσαν στο νου τα λόγια του, αισθανόταν ταραχή, σιχασιά όμοια με κείνη, που αισθάνεται κανείς, όταν τρέχει πάνω στο σώμα του βρωμερό ζωύφιο.

Πως τόλμησε ο πατέρας του και του είπε τι είχε κάνει. Πως; Πάντα μένανε σε απόσταση μεγάλη, πολύ μεγάλη, για τέτοια ζητήματα, ή σα να μην υπήρχαν τέτοια γι΄ αυτούς, να μην τάξεραν. Πως τόλμησε να του το πει; Και στη μπυραρία, που είχαν πάει τότε, την πρώτη βραδιά, όπου τον είδε να ζωηρεύει, κράτησε όσο μπορούσε, μια ψυχρή στάση και σοβαρότητα, που τούχε έρθει και από σκέψη και από πείραγμα, γιατί έβλεπε τον πατέρα του να κάνει έτσι. Σα νάχε αλλάξει με μιας, για μια μόνο νυχτιά, κ΄ έγινε αλλιώτικος τόσο, που δεν εγνώριζε πια τον πατέρα του κείνον τον ήσυχο γελαστό άνθρωπο.

Η αδελφή του έτυχε, αυτήν την ημέρα, να του παραπονεθεί, πως δεν αισθανόταν καλά τον εαυτό της. Αυτός φοβήθηκε μ΄ αυτό. Στο νου του ήρθανε, σα να παραμονεύανε να παρουσιασθούνε, κάτι λόγια ενός φίλου του, που τούχε πει κάποτε:

— Όταν σ΄ ένα σπίτι πέσει ατιμία, γρίνια μεγάλη, ε, περίμενε να μπει ο θάνατος. Και το κακό είναι, πως πάντα χτυπά τον πιο αθώο μέσα κει!

Συμβούλεψε την αδελφή του να προφυλαχτεί, και να πάρει το βράδυ, κάτι, ένα καλό ζεστό,

— Θα σου κάνω γω ένα ζεστό πρώτης, και να σκεπαστείς έπειτα, καλά!

Και στο σπίτι όλο τα ίδια. Ο ένας αδελφός του ο Γιώργης, να λείπει, ενώ ο άλλος ο Κωστής, νάναι κλεισμένος στο δωμάτιό του. Τι έκανε μέσα; Αυτός ο ίδιος έλεγε, πως διαβάζει, ο Γιώργης όμως επέμενε να λέει, πως κοιμόταν τον περισσότερο καιρό, για να μη αισθάνεται την έλλειψη της μάνας του!

Και ο Γιώργης τάλεγε αυτά γελώντας, αλλ΄ ο Δημήτρης είχε δει, πως ο Κωστής είχε αδυνατίσει κ΄ είχε χάσει ένα ρόδινο χρώμα, πούχε. Πάλι ο νους του πήγε στο κακό, που χτυπά τους αθώους μέσα στο σπίτι κείνο, που πέφτει ατιμία, γρίνια, και φοβήθηκε και γι΄ αυτόν.

Και ησυχία τρομαχτικιά μέσα στο μεγάλο σπίτι. Η αδελφή του διάβαζε κάποιο βιβλίο, που της είχε δώσει επί τούτο, εύθυμο, κοντά στο παράθυρο, τυλιγμένη σ΄ ένα θαλασσί βαθύ σάλι. Αυτός έμπαινε, έβγαινε προσπαθώντας να δώσει κίνηση, θόρυβο στο σπίτι.

Πήγε και στο δωμάτιο του αδελφού του και του χτύπησε. Που ν΄ ανοίξει!

— Δε μπορώ, διαβάζω! τον άκουσε να του λέει.

Χτύπησε πάλι, ότι κάτι θα τούλεγε. Τίποτα.

Άρχισε κι αυτός να τραγουδά. Αλλά σε λίγο έπαψε. Θλιβερή του φάνηκε ν΄ αντηχεί η φωνή του μέσα κει κι έπειτα το τραγούδι αυτό, του θύμισε τη μάνα του, που τ΄ αγαπούσε.

Στενοχωρήθηκε πολύ και ήθελε να βγει, να τρέξει, μα πώς να κάνει, που θ΄ άφηνε μόνη την αδελφή του.

Για το βράδυ πάλι, αν και ήθελε να μην είναι στο τραπέζι, του ήρθε ντροπή να το κάνει, και να φανεί ότι χτυπάει φανερά τη διαγωγή του πατέρα του, Για τούτο θα έμενε να φάνε μαζί. Και σε μια στιγμή έδωσε δίκαιο στον πατέρα του. Αυτός είχε πάθει από ζήλια και ζητούσε να εκδικηθεί!

Θυμήθηκε και τη μάνα του, πως ήταν προ καιρού. Καλή και αγαθή νοικοκυρά, που μόνο το σπίτι της κοίταζε. Μετά όμως; Μετά, ή καλύτερα μαζί με τον πλουτισμό του σπιτιού και την κληρονομιά, που πήρε αυτή, έγινε παράξενη, φιλόνικη, και οι καυγάδες που δεν ήξεραν στο σπίτι στις φτώχιες του, αρχίσανε ταχτικά να γίνονται. Καλό φαΐ υπήρχε τώρα, καλό διαλεχτό, αλλά πόσες και πόσες φορές δεν το φάγανε, ή αν τόφαγαν ήταν αληθινά, όπως έλεγε ο πατέρας του, φαρμάκι!

Όταν ο ήλιος έδυσε, χάθηκε, σκέφτηκε να πάει για λίγο έξω.

— Θα βγεις; τον ρώτησε η αδελφή του, πούχε σηκωθεί απ΄ το διάβασμα, κρατώντας ακόμα το βιβλίο στα χέρια.

— Όχι, όχι! της είπε γρήγορα, γρήγορα. Μετανόησα!

Κι έμεινε. Και όμως πως ήθελε να τρέξει, να πιει, να μεθύσει, να λησμονήσει!

Το βράδυ ο πατέρας του, που στο τραπέζι κάθισε αντικρύ του, σα να μην υπήρχε τίποτα, πάλι έκανε τα δικά του. Άμα έφαγε, πήγε μέσα στο δωμάτιό του, ετοιμάστηκε και βγήκε έξω. Αυτή τη φορά όμως, τους χαιρέτησε. Πλησίασε στην πόρτα της τραπεζαρίας, που καθόνταν όλοι σιωπηλοί, και τους είπε μ΄ ένα χαμόγελο και με μια φωνή σαν περγελαστικιά, ειρωνικιά, πούκανε το γιό του το μεγάλο να ταραχτεί πολύ:

— Αντίο σας!

Κι είχε φορέσει αυτή τη βραδιά κ΄ ένα καινούριο πανωφόρι σταχτί και τόχε κουμπώσει ίσαμε κάτω.

Δεν είχε κατεβεί τη σκάλα, και ο Κωστής σηκώθηκε ορμητικά κ΄ έφυγε απ΄ την τραπεζαρία. Ο Δημήτρης νόμισε πως θα φώναζε τον πατέρα του, θα τούλεγε τίποτα αλλά τον άκουσε να διευθύνεται αλλού, ν΄ ανοίγει την πόρτα του δωματίου του, και να την κλείνει έπειτα, δυνατά πολύ. Σε λίγο σηκώθηκε κι ο Γιώργης σφυρίζοντας κι έφυγε.

Είδε ο Δημήτρης την αδελφή του να τον κοιτάζει:

— Δεν τους αφήνεις, της είπε κουνώντας το κεφάλι περιγελαστικά, αυτοί είναι όλοι για δέσιμο εδώ μέσα!

Το άλλο βράδυ ο πατέρας του δε φάνηκε στην ώρα του. Και η αδελφή του είχε κάνει κόπους και κόπους για να ετοιμάσει φαΐ. Ώρες πάλευε γι΄ αυτό στο μαγεριό μέσα.

Αλλά και ο αδελφός του ο Γιώργης κι αυτός δεν είχε φανεί. Περίμεναν ώρες και κανείς δε φαινόταν. Επιτέλους βαρέθηκαν και σκεφθήκανε να φάνε. Πήγε τότε, αυτός και χτύπησε την πόρτα του αδελφού του Κωστή, που πάντα, αν δεν του χτυπούσανε δεν έβγαινε να φάει. Μπορούσε να μείνει κει μέσα κλεισμένος, νηστικός.

Και βγήκε αυτός.

— Να φάμε, του είπε ο Δημήτρης, αυτοί δεν ήρθανε! Τι θα πει! Εγώ πεινώ. Έπρεπε νάχουνε λίγο φιλότιμο!

— Μα μπορεί να τους έτυχε καμιά δουλειά! του έκανε ο αδελφός του μ΄ ένα μικρό θυμό και με μια κίνηση νευρικιά του κεφαλιού.

— Δεν ξέρω γω! εγώ πεινώ!

Αυτός δε μιλησε.

Είπε της αδελφής του, που μέσα στο μαγεριό ήτανε, να φέρει το φαΐ. Κι αυτή τόφερε. Αλλ΄ η αδελφή του, άμα καθίσανε και σερβίρισε το φαί, δε θέλησε μπουκιά να βάλει στο στόμα της. Τη βίασε. Αδύνατο, δε μπορούσε να φάει, δεν είχε όρεξη διόλου.

Αυτός έσκυψε και άρχισε να τρώει γρήγορα. Είδε σε λίγο, με τρόπο, πως και ο Κωστής έκανε σχεδόν το ίδιο, να μην τρώει. Η αδελφή του έμεινε με γυρμένο στα πλάγια το κεφάλι, ακίνητη. Θύμωσε τώρα, γιατί του φάνηκε, καλά πια, πως τόκανε επειδή λείπανε οι άλλοι απ΄ το τραπέζι.

Είχε όμως, τελειώσει, όταν του λέει δείχνοντας το στήθος της:

— Ξέρεις, Δημήτρη, κάτι πόνοι μούρθαν εδώ, να εδώ, εδώ. Πωπώ! πολλοί, πολλοί! Θεέ μου! Και σηκώθηκε. Σηκώθηκε κι αυτός τρομαγμένος:

- Να το! σκέφθηκε, να το αυτό που φοβόμουνα!

Αυτή έφερνε τα χέρια της στο στήθος κ΄ έλεγε:

— Θεέ μου! σα να με σκίζουν!

Ο Κωστής κίτρινος την είχε πλησιάσει κι αυτός.

— Για πού; πού; τη ρώτησε.

— Εδώ, εδώ! στον πνεύμονα!

— Μπα, μπα, μπα! Όχι δεν είναι στον πνεύμονα, θάναι απ΄ έξω!

— Να πλαγιάσει!

— Ένα ζεστό!

— Τρέξε πάρε ένα συναπισμό! Θα της τραβήξει το κρύο!

— Θεέ μου! σα να με σκίζουνε νύχια! Πω, πω!

— Άλλο τούτο!

— Τρέξε σου είπα να πάρεις ένα συναπισμό!

Ο αδελφός του, και τον λυπήθηκε έπειτα που το σκεφτόταν, ωχρός, ξεσκούφωτος όρμησε στη σκάλα.

— Να πλαγιάσεις! Έλα, έλα! Μη φοβάσαι, δεν είναι τίποτα, κανένα κρύο! Θα περάσει! της έλεγε.

Στο δωμάτιό της γρήγορα άναψε φως. Αλλ΄ η αδελφή του μόλις έκανε να γείρει άρχισε πάλι τις φωνές. Της ήταν αδύνατο να πλαγιάσει, οι πόνοι δυνάμωσαν, έγιναν τρομεροί, κάτι σα χέρι μέσα της, έλεγε, με μακριά νύχια τραβαούσε τα στήθια της, την ξέσκιζε…

Δεν ήξερε τι να κάνει. Και πάνω σ΄ αυτό θυμήθηκε τη μάνα του έπειτα τον πατέρα του:

— Και κείνος λείπει ο καταραμένος! είπε.

— Μην τον βρίζεις.

— Μη τον βρίζω!

Κατόρθωσε η αδελφή του να ξαπλωθεί στο κρεβάτι, χωρίς ν΄ απλώσει τα πόδια της. Αλλιώς της ήταν αδύνατο να πλαγιάσει. Έτσι που την είδε, θυμήθηκε κάποτε ότι είχε διαβάσει, πως αυτή τη στάση παίρνουν οι άρρωστοι...

Άκουσε την πόρτα κ΄ έπειτα ένα γρήγορο ανέβασμα και ο Κωστής βιαστικός μπήκε:

— Πήρα! έκανε λαχανιασμένος.

Της έβαλαν το συναπισμό. Κ΄ έκαιε το σώμα της πολύ, πολύ.

— Έχει πυρετό! είπε σιγά στον αδελφό του, πηγαίνοντας κοντά του, κοντά στο κομμό, όπου είχε σταθεί αυτός.

Ύστερα δυνατά:

— Εγώ πάω για τον πατέρα, να δω γιατί άργησε! Δε θ΄ αργήσω.

Ο γιατρός είχε φύγει. Αυτοί καθισμένοι μένανε στην τραπεζαρία χωρίς να μιλούνε. Ο Κωστής βρισκότανε στο δωμάτιο της αδελφής του, που ψηνόταν από πυρετό τρομερό. Ο άνεμος έξω φυσούσε δυνατός. τον άκουσε να φυσά και μαζί δυο φωνές στρίγγλικες σα νάχαν έρθει μαζί του πάνω στη ράχη του καθισμένες, στρίγγλες.

Ο Γιώργης διάβαζε εφημερίδα. Ο Δημήτρης τρίβοντας το μουστάκι του, καθότανε σε μια πολυθρόνα, που συνήθιζε η μάνα του να ξαπλώνεται. Είδε ξαφινιά τον πατέρα του να κάνει το ίδιο, την ίδια κίνηση, να τρίβει κι αυτός το μουστάκι του, κ΄ έπαψε. Απ΄ την ώρα πούρθε ο πατέρας του λίγα λόγια είχαν ανταλλάξει. Η σκηνή της μπυραρίας, που τον βρήκε, δυνατά, μα δυνατά στο νου ερχόταν. Ο πατέρας του καθισμένος στο μικρό καμαράκι με τη μισόγυμνη σχεδόν γυναίκα… Τα ποτήρια γεμάτα μπύρα, πιάτα με φέτες σαλάμι, τυρί.

Και τον ενοχλούσε η σκηνή αυτή τον ενοχλούσε. Τα μάτια της γυναίκας εκείνης, γαλανά με βαμμένα τσίνουρα, λαγνά μάτια, τον κοιτάζανε καλά, καλά. Είχε και τα μάγουλα λίγο βαμμένα. Η ροδαλή της σάρκα και το χώρισμα κείνο των μαστών.

Στο τέλος θύμωσε, γιατί του ερχότανε στο νου αυτή τόσο επίμονα, θύμωσε με τον πατέρα του, και σηκώθηκε πειραγμένος, γιατί είδε, πως θύμωνε και από κάποια ζήλια, για το γέρο πατέρα του, πούχε τη νέα κείνη, και, που δίχως άλλο θάταν η γυναίκα, που τούχε πει.

Προχώρησε στον υποσκότεινο διάδρομο και σιγά πήγε στο δωμάτιο της αδελφής του. Ο Κωστής όρθιος με σκυμμένο κεφάλι, έμενε κοντά στο κομμό, όπου πάνω υπήρχε μια λάμπα μικρή, που φώτιζε. Στο βήμα του Δημήτρη γύρισε και τον είδε.

— Πώς πάει; τον ρώτησε αυτός σιγά.

— Πώς να πάει! του απάντησε ο Κωστής κι έριξε τα μάτια πάλι στο μάρμαρο του κομμού.

Ο Δημήτρης στάθηκε λίγο είδε την αδελφή του, κι έφυγε πάλι πατώντας σιγά όσο μπορούσε, με τα νύχια.

Στην τραπεζαρία ο πατέρας του και ο αδελφός του χωρίς ν΄ αλλάξουν στάση. Κάθισε πάλι στη θέση του.

Ο πατέρας του τώρα, μίλησε κατεβάζοντας το χέρι του απ΄ το μουστάκι του:

— Ο Κωστάκης θα μείνει ίσαμε τις τρεις; ρώτησε.

— Ναι, μετά είμαι γω!

— Κ΄ ύστερα γω! είπε ο αδελφός του.

Πάλι σωπάσανε.

Κι έξω ο άνεμος βούιζε, υψωνόταν άγριος, κουνούσε τη στέγη, τα παράθυρα, και μαζί. λίγο μακριά, σα νάχε αφήσει τις δυο στρίγγλες σε κάποια γωνιά του δρόμου, ακουγόταν η φωνή τους να κλαίει και να φωνάζει θυμωμένη.

Πάνω σ΄ αυτό η πόρτα του δρόμου χτύπησε δυνατά.

— Μα ποιος νάναι τέτοια ώρα!

— Πριν σηκωθεί ο Δημήτρης είδε σα σκιά να περνά γρήγορος ο Κωστής κι άκουσε τη φωνή του να λέει:

— Χτυπούνε!

Μείνανε στις θέσες τους περιμένοντας.

Βήματα έγιναν πολλά στη σκάλα. Ο πατέρας του σηκώθηκε, επίσης κι ο Γιώργης.

Στην πόρτα της τραπεζαρίας μια γυναίκα με κατάμαυρα ρούχα παρουσιάστηκε και τυλιγμένη σ΄ ένα σάλι μαύρο, που κρυβε το πρόσωπό της. Τους κοίταξε για μια στιγμή, κ΄ ύστερα ξετυλίγοντας το σάλι, είπε σοβαρά, δείχνοντας τη μορφή της:

— Σαν την Ελισάβετ!

Οι άνθρωποι οι γνωστοί, οι φίλοι, και οι συγγενείς είχανε σχεδόν φύγει. Το σπίτι ερήμωσε, και μόνον η θλίψη πιο βαριά έπεφτε μαζί μ΄ ένα κενό, ένα κενό όμως, που μέσα βρισκόταν η μορφή η αγαπητή που ’φυγε, που χάθηκε.

Η πόρτα, η εξώπορτα, χτύπησε με κρότο κλείνοντας.

Ο Δημήτρης ο Βίγκος τραβήχτηκε απ΄ το παράθυρο, που απ΄ έξω, κάτω στο πεζοδρόμιο, στ΄ αυλάκι, ένα γνωστό του κόκκινο σταμνί, βρισκότανε σπασμένο.

Η μητέρα του είχε χαθεί στο δωμάτιό της. Ούτε είχε συνοδέψει τη νεκρή κόρη της. Και κανείς δε μπόρεσε να τη βγάλει απ΄ εκεί, ούτε να πάει να τη φιλήσει για τελευταία φορά.

Ο πατέρας του κι ο αδελφός του Γιώργης βρισκόντανε μέσα στην τραπεζαρία, μ΄ ένα φίλο παλιό, κουβεντιάζοντας. Και μιλούσαν πίνοντας καφέδες και κονιάκ, τόνα πάνω στ΄ άλλο. Ο Κωστής είχε κλειστεί στο δωμάτιό του.

Το σκοτάδι δε θα βράδυνε να πέσει.

Ξαφνικά μπήκε στη σαλίτσα ο Κωστής κίτρινος, ταραγμένος:

— Πάλι φεύγει η μαμά! του είπε.

— Ε, διάβολε! τότε δε θάναι καλά!

Και μόλις βγήκε στο διάδρομο είδε τη μάνα του με κατάμαυρα ρούχα και τυλιγμένη μ΄ ένα μαύρο σάλι, έτοιμη για να φύγει. Πίσω της η Λενιώ σήκωνε τη βαλίτσα της.

— Μα πού πας;

— Όπου θέλω! Θα πάω να γυρίσω, να κλάψω τη μοίρα μου!

Βγήκε κι ο πατέρας του, ο αδελφός του, ο φίλος τους. Τίποτα όμως. Στάθηκε αδύνατο να την πείσουνε να μείνει.

Θα ΄φευγε, δε θ’ αργούσε πολύ, έπρεπε όμως να φύγει.

Μόνο για μαρτύριο είχε γεννηθεί, τόξερε, ο δρόμος νάναι δρόμος μαρτυρίου, γι΄ αυτό γεννήθηκε!

Και την άφησαν. Κι έφυγε σιγά μ΄ ένα χαιρετισμό ξερό και χωρίς ούτε να στραφεί διόλου να τους δει, καθώς έβγαινε.

Ο Κωστής τη συνόδεψε. Ήθελε και δεν ήθελε αυτή, της κόλλησε κοντά. Πήρε και λεπτά απ΄ τον πατέρα για να την ακολουθήσει έπειτα κρυφά.

Ο Δημήτρης είχε ταραχτεί κι αισθανόταν τον εαυτό του έτοιμο για νέα κλάματα. Και αφήνοντας τους άλλους να μιλούνε για τη μάνα του και τη μανία που της είχε έρθει ανέβηκε στην ταράτσα.

Του φαινόταν το σπίτι κείνο νάχε ξεβιδωθεί, ν΄ άρχιζε να χαλά, έτοιμο να διαλυθεί σε χίλια δυο κομμάτια.

Κι είχε καταλάβει καλά τη μάνα του, τι είχε. Στο νου του ήρθε πάλι, κι έσφιξε τα δόντια του από θυμό, πως μπήκε την πρώτη βραδιά, η μάνα του στο δωμάτιο της αδελφής του. Αφού είχε ξεπλέξει τα μαλλιά της πρώτα, τάχε ρίξει στους ώμους της, σα να υπήρχε πένθος, θάνατος, μπει μέσα.

Του είχε φανεί τότε, που την παρατηρούσε καλά, πως ζητούσε να ευχαριστηθεί από λύπη, ν΄ απολαύσει τη λύπη, και ότι ζητούσε ακόμα κάτι άλλο πιο δυνατό πιο κακό.

Τα κινήματα που έκανε της απελπισίας ήταν σαν καμώματα ανθρώπου που παίζει μέρος απελπισμένου, και το αισθάνεται, τ΄ αγαπά. Μα και τα μαύρα, που φορούσε, δεν υπήρχε κανένας λόγος να τα φορεί, γιατί το πένθος του αδελφού της είχε περάσει από καιρό. Τα μάτια της στεγνά και ξερά σ΄ όλη την ασθένεια.

Τα λόγια αυτά πάλι, πούπε, όταν έμπαινε, του ήρθαν στο νου, του ξανάρθανε.

Αυτά του είχανε δώσει όμως την αρχή του μυστηρίου γιατί η μάνα του ζητούσε να τρέχει σαν έρημη. Είχε θυμηθεί πως η μάνα του από χρόνια είχε μαγευτεί απ΄ την ιστορία μιας αυτοκρατόρισσας, που γύριζε, γύριζε, περιπλανιόταν. Κ΄ επειδή η αυτοκρατόρισσα αυτή είχε λύπες, συμφορές, ήτανε βέβαιος, πια, το πίστευε, πως και η μάνα του ζητούσε, επιθυμούσε να πέσουνε λύπες στο σπίτι της, συμφορές μεγάλες…

Και τώρα; Η αδελφή του είχε χαθεί, η μάνα του γύριζε παίζοντας το μέρος της αυτοκρατόρισσας, και ο πατέρας του θάτρεχε, σα νέος άσωτος, σε γυναίκες και διασκεδάσεις. Αυτό τόχε δείξει και στην ασθένεια της κόρης της που αργούσε πολλές φορές, βρίσκοντας πρόφαση, πως είχε δουλειές. Πώς θα τελείωνε αυτή η ιστορία;

Και πάλι νόμισε ότι είδε το σπίτι σα μηχανή που χαλάει και που διαλύεται, πέφτουν τα κομμάτια της.

— Μα γιατί, Θεέ μου, τι κατάρα!

Και όμως δεν είχαν κάνει ποτέ σε κανέναν κακό, πάντα βοηθούσαν όσο μπορούσαν το φτωχό, κοίταζαν το σπίτι τους, τη δουλειά τους.

Η ανάμνηση της καλής ζωής, των καλών ημερών που ήρθε κ΄ είδε μέσα στο φως της τραπεζαρίας, το γλυκό πρόσωπο της αδελφής του κάτι να διαβάζει και οι άλλοι ν΄ ακούνε.

— Θεέ μου, θεέ μου! έκανε και κινήθηκε δω και κει.

Και κάτω, πέρα, τα φώτα του Πειραιά, λάμπανε και κουνιόντουσαν σα σημαιούλες φωτεινές, σημαιούλες φκιαγμένες από φλόγα, και πάνω αιματωμένος ουρανός και κάτω βαμμένα απ΄ αίμα σύννεφα.

 

αρχή

 

ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΣΠΙΤΙ

 

Ο κασμάς, το σκεπάρνι, ο λοστός ρίχνανε, ρίχνανε, γκρεμίζανε τα δωμάτια με τους τοίχους τους κόκκινους, τους τριανταφυλλένιους, τους γαλάζιους, που από τόσα και τόσα χρόνια ήτανε μάρτυρες, άκουγαν, είδαν τι είχε συμβεί και τι είχε γίνει, χαρά, λύπη, πένθος, στο παλιό μεγάλο σπίτι. Οι εργάτες, άλλοι ανεβασμένοι πάνω στους μισογκρεμισμένους τοίχους, χτυπούσαν, έριχναν κάτω πέτρες, ασβέστη, άμμο, άλλοι βγάζανε πλάκες, άλλοι φόρτωναν χώματα στα κάρα, κι άλλοι χωρίζανε πέτρες, τούβλα. Κι όλοι μαζί μού φαινόντανε σαν κοπάδι από κοράκια, που τρώνε, σπαράζουνε νεκρό γιγάντιο θηρίο.

Βρισκόμουνα πάνω σε σωρό πετρών και κοίταζα το γκρέμισμα, όταν βλέπω δυο εργάτες να μου έρχονται, ο ένας πίσω απ’ τον άλλο.

- Τι είναι, Μανολιό; ρώτησα τον πρώτο, έναν ψηλό, κοκκινομούρη.

- Να σας πω…

Και πριν κατεβώ καλά, αυτός ήρθε κοντά και μου είπε σιγά:

- Κύριε Μεράτη, κει κάτω είναι ένας τάφος!

Αιστάνθηκα πως το χρώμα μου άλλαζε και τρόμαξα σα να είχα κάνει εγώ το κακό.

- Τι λες; του λέω.

- Μάλιστα! Μόλις άρχισα κει κοντά που ήταν το καζάνι, τον βρήκα…

Τους είχα σε μια μεριά πέρα, που ήταν ένα ιδιαίτερο μικρό πολύ οικοδόμημα, που τώρα, απ’ αυτό, δεν υπήρχε τίποτα, να βαθύνουν το υπόγειο, αφού είχανε βγάλει τις πλάκες, για να σβήσουνε ασβέστη.

Αυτό χρησίμευε για πλυσταριό του μεγάλου σπιτιού και δεν ήταν βαθύ – με δυο σκαλοπάτια πήγαινες κάτω.

Προχωρήσαμε μαζί και πηδήσαμε στο ρηχό λάκκο κι ευθύς αντίκρισα έναν τάφο μισανοιγμένο…

Λίγα κόκαλα χεριού ήτανε πάνω στο χώμα.

- Για κάνε λίγο ακόμα!

Ο Μανολιός πήρε το τσαπί κι άρχισε με προσοχή.

- Να τον! μου λέει σε λίγο.

Πλησίασα τότε και είδα, σε μικρό βάθος, μορφή σκελετωμένη…

Μου έκανε τρομερή εντύπωση… Έτσι, μου φάνηκε σα να περίμενε, να παραμόνευε κει από κάτω, να βγει στο φως…

- Έγκλημα! είπα. Πρέπει να ειδοποιήσουμε την αστυνομία.

Αλλ’ ο Μανολιός ταράχτηκε.

- Τι, τι; Τι είπατε, κύριε Μεράτη; μου λέει, να ειδοποιήσουμε την αστυνομία; Τι λέτε; Να ’χουμε ανακρίσεις, χασομέρια;

- Έτσι πρέπει, Μανολιό!

- Μα αυτό θα ’ναι εκατό χρονών· κείνοι που το έκαναν θα έχουνε πάει στον άλλο κόσμο!

- Δεν ξέρω γω πόσο χρονώ είναι, ξέρω πως πρέπει να το πούμε…

- Εγώ λέω… κύριε Μεράτη, μ’ αφήνετε να κάνω όπως θέλω;

- Και τι θα κάνεις;

- Να!

Και ο Μανολιός με το τσαπί πέταξε τα κόκαλα δω και κει, με δύναμη. Το κρανίο κύλησε και φάνηκε να κοιτάζει ψηλά με τις τρύπες του και σα να γελούσε.

- Στάσου! έκανα στο Μανολιό, και τονε σταμάτησα καθώς σήκωνε το τσαπί να το σπάσει.

Σταμάτησε αυτός, όχι όμως χωρίς να μουρμουρίσει και να πει πάλι για χασομέρια και μπελάδες.

Έστειλα γρήγορα το σύντροφό του να ειδοποιήσει την αστυνομία.

Αυτός όμως θα ειδοποίησε πρώτα τους εργάτες, γιατί τους είδα να αφήνουν την εργασία τους και να μας έρχονται.

Σε λίγο άρχισε να μαζεύεται πυκνός πυκνός για να δει.

Πάει η εργασία!

Και τότε, μα την αλήθεια, έδωσα μεγάλο δίκιο στο Μανολιό.

Αυτή η εύρεση του σκελετού στο παλιό σπίτι, η εντύπωση που μου έκανε, σα να ταράξανε βάθη και φέρανε στην επιφάνεια πράματα θαμμένα, μια ανάμνηση παλιά, λησμονημένη φάνηκε στο νου μου.

Και θυμήθηκα ότι μια φορά έμενα σ’ ένα σπίτι που ήταν αντίκρυ σ’ αυτό που γκρέμιζα, ένα μεγάλο σπίτι, που από καιρό έχει χαθεί, χωρίς ρυθμό, βαρύ, με γερμανικά παράθυρα ξεβαμμένα, και που τώρα στη θέση ένα άλλο από κατάλευκα μάρμαρα υψώνεται και τίποτα, τίποτα δε θυμίζει ότι εκεί υπήρχε κείνο το παλιό.

Κι έμενα σ’ αυτό το σπίτι μαζί μ’ ένα φίλο μου… Μα τι να γίνεται; Ζει άραγε; Ήταν ένας ιδιότροπος αλλά καλός σύντροφος. Είχε μια μύτη μεγάλη, που τον πειράζανε άλλοι πάλι, φίλοι, και του λέγανε πως δεν ήταν άλλο παρά μύτη!

Καθόμαστε σ’ ένα δωμάτιο ψηλό, σα φωλιά ορνέων, αρσενικών όμως, έρημη από θηλυκό, καθώς έλεγε ο φίλος μου, που η κάθε ματιά τους, που έπεφτε από τα ύψη κάτω και γύρω, δεν ήτανε για ζήτηση κυνηγιού, τροφής, αλλά για κανένα όμορφο κοριτσάκι, για κανένα προσωπάκι άσπρο ή μελαχρινό, με καπέλο και φτερό, ή και χωρίς καπέλο, ξεσκούφωτο, με τσίτινο φουστάνι και ταψί στα χέρια.

Αυτός όμως, αν κι έλεγε έτσι, δεν έδινε πεντάρα γι’ αυτά τα πράματα και για τούτο ούτε πολυπρόσεξε στο αντικρινό σπίτι που, κάποτε κάποτε, ένα προσωπάκι φαινότανε σ’ ένα παράθυρο και το έκανε να λάμπει.

Η μορφή αυτής της κόρης σβηστή μένει στη μνήμη μου. Κάποτε όμως ένα χαμόγελο την ζωηρεύει και την κάνει να φανεί, να φανούν δυο μάτια καστανά, που υγρά με κοίταζαν… Αλλά γρήγορα χάνονται! Ο χρόνος έρχεται με ορμή, και σβήνει, σβήνει…

Σ’ αυτό το σπίτι, που τώρα ακολουθεί το άλλο, που μέναμε μεις και που χάθηκε, έβγαινε αυτό το κορίτσι, όλο χαρά, σαν πεταλούδα που μόλις βγαίνει στον ανθισμένο κήπο. Τι να γίνεται τώρα; Αλλά κάποτε μια άγρια μορφή κίτρινη, την ακολουθούσε, σα μετά την εμφάνιση της πεταλούδας να επρόβελνε και η σαύρα.

Και παρουσιαζότανε ρίχνοντας μια μαύρη ματιά γύρω και στο παράθυρό μας, όταν προπάντων βρισκότανε σ’ αυτό ο Ζάνερος, ο φίλος μου.

Αλλά κι αυτός άμα τον έβλεπε, αγρίευε κι έλεγε σιγά:

- Αμ ήξεραν οι Σπαρτιάτες τι κάνανε! Στο βάραθρο τον κάθε μισερό, στο βάραθρο…

Το ’λεγε αυτό, γιατί το πρόσωπο που παρουσιαζότανε ήταν ένας μεσόκοπος ραχιτικός, μελαχρινός, κίτρινος, με κατάμαυρα μάτια.

Είχαμε μάθει πως ήταν θείος της κόρης κι είχε μια γυναίκα που δε φαινότανε και πολύ στο παράθυρο, κοντή, παχιά, αλλά νόστιμη κι άσπρη, άσπρη σα χιονάτη.

Αλλ’ είπα πως ο Ζάνερος δε φρόντιζε, ούτε έδινε λεπτό για γυναίκα, και τώρα θυμήθηκα πως τον είχα ακούσει να λέει για τη γυναίκα του ραχιτικού:

- Πιο αφράτη γυναίκα δεν έχω δει! Νομίζεις ότι είναι φτιαγμένη από ασπράδι αυγού και ζάχαρη!

Και μια μέρα θυμούμαι πως τον έπιασα και να πηγαίνει πίσω της, να την καμαρώνει. Το αρνήθηκε και θύμωσε γι’ αυτό, αλλ’ εγώ το είδα…

Ήταν, είπα, θείος της κόρης ο ραχιτικός. Αλλά γιατί έκανε έτσι; Γιατί έτρεχε πίσω της, πίσω απ’ την κόρη, σα να ’τανε ζηλιάρης εραστής ή σύζυγος;

Το παράδοξο όμως πάλι ήταν πως αντί να ταράζουμαι εγώ στη θέα του, ταραζότανε ο Ζάνερος, και ταραζότανε πολύ. Μου έλεγε πως δεν μπορούσε να τον υποφέρει, να υποφέρει τη ματιά του, τον έπιανε πυρετός, δεν ήταν όλη την ημέρα καλά…

Ο ραχιτικός, καθώς φαινόταν, σε κείνον είχε ρίξει την υποψία του, γιατί, αν και πολλές φορές εμένα έπιασε στο παράθυρο, η ματιά του αδιάφορη, ψυχρή περνούσε. Ενώ, όταν έβλεπε το φίλο μου, πώς αγρίευε!

Κι οι δυο έμεναν, κοιταζόντουσαν άγρια, άγρια… Και ο φίλος μου έλεγε σιγά, καθώς ανάγκαζε το ραχιτικό ν’ αποσύρει τα μάτια του και να φύγει απ’ το παράθυρο:

- Μωρέ, καλά και άγια κάνανε οι Σπαρτιάτες! Στο βάραθρο ο κάθε μισερός, στο βάραθρο! Για το βάραθρο ήσουνα…

Αλλ’ η έχθρα του φίλου μου μεγάλωνε, έπασχε απ’ αυτή. Το έβλεπα καλά. Πολλές φορές μου ’λεγε το πρωί:

- Είδα απόψε αυτόν στον ύπνο μου, είδα πως παλεύαμε. Τον έριχνα, λέει, κάτω, αλλ’ αυτός γινότανε τόσο δυνατός, σα σίδερο, και μου ριχνότανε. Στο διάολο!

Μια νύχτα τον άκουσα να φωνάζει και τον ξύπνησα.

- Δεν ξέρεις, μου είπε, έβλεπα πάλι αυτόν… Πάλι πάλευα μαζί του και μου είχε κολλήσει στο λαιμό…

Μια μέρα η κόρη δε φάνηκε… Τι έγινε; Πού να μάθω στην αρχή; Μετά μέρες όμως έμαθα πως πήγε στην πατρίδα της, στους γονείς της. Πάει η αγάπη…

Δεν πέρασε και πολύς καιρός και μαθαίνω μια μέρα πως ο ραχιτικός ο πλούσιος χάθηκε κι ότι λέγανε πως σκοτώθηκε μόνος, πνίγηκε…

Κείνο που υποπτευόμουνα το πίστεψα τότε, ήταν αλήθεια. Αγαπούσε την ανεψιά του και γι’ αυτό σκοτώθηκε…

Και δεν το είπα και σε λίγους! Τις ίδιες μέρες έφυγε κι ο Ζάνερος, κι από τότε ούτε άκουσα τι γίνεται. Έπρεπε μάλιστα να ’ρθει για τις εξετάσεις…

Αυτά σκεπτόμουνα την άλλη μέρα το μεσημέρι, κλεισμένος στο δωμάτιό μου, γιατί η βροχή μας εμπόδισε να εργαστούμε, όταν η πόρτα μου χτύπησε σιγά.

Ήταν ένα παιδί που είχα στην εργασία κι έφερνε ένα γράμμα.

Μου ’γραφε ένας από τους εργολάβους της οικοδομής, που θα έκανα, και μου ’λεγε πως η ταμπακέρα που βρήκανε μέσα στον τάφο, μαζί με το σκελετό, είχε πάνω ένα όνομα: Π. Συνέρης.

Γρήγορα θυμήθηκα πως ήτανε το όνομα του ραχιτικού που καθότανε στο σπίτι αυτό και που είχανε πει πως είχε πέσει στη θάλασσα κι αυτή είχε γίνει ο τάφος του!

Έχει γούστο να ’ναι αυτός! είπα.

Και ήταν! Όπως απόδειξε κι η εξέταση του σκελετού, ήταν αυτός! Ενώ τον ζητούσανε στη θάλασσα, αυτός βρισκότανε κει κάτω θαμμένος…

Τώρα, τι συνέβαινε;

Εγώ δε λέω τίποτα.

Ένα πράμα μόνο έχω να σας πω, ότι τώρα περισσότερο, όταν χαλώ κανένα παλιό σπίτι, περισσότερο σκέπτομαι πόσα κρυφά δράματα, πόσες άγνωστες τραγωδίες έχουνε γίνει σ’ αυτά…

 

Από τη συλλογή «Τριανταδύο διηγήματα» (1921)

αρχή

 

ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ

 

Ο Χουλίδας βγήκε έξω. Ο Σαμούλης έμεινε στη θέση του, μαζωμένος σα γάτα, ακίνητος. Φαινόταν να μη κατάλαβε πως έφυγε ο Χουλίδας και ξακολουθούσε να έχει τα μάτια στηλωμένα στο πάτωμα.

Προ ολίγου που είχε ακούσει το σκύλο να ουρλιάζει έξω απ΄ την πόρτα του φιλάργυρου, είχε σκεφτεί :

– Κάτι κακό θα πάθει ο Χουλίδας! να το δεις.

Μαζί τού ήρθε η σκέψη μη αυτό το κακό, που ο σκύλος σαν κακός μάντης το φώναζε τόσο απαίσια στην πόρτα του φιλάργυρου, ήταν το κακό που αυτός είχε σκεφτεί να κάνει στο φιλάργυρο! Και του φάνηκε να σέρνεται από κάποια δύναμη, να τον σπρώχνει αυτή, για να κάνει κείνο που είχε σκεφθεί. Κ΄ αισθανόταν σιγά σιγά ότι του ήταν αδύνατο να υποχωρήσει, γιατί αυτό ήταν γραμμένο να γίνει, και ότι αυτός δεν όριζε πια τον εαυτό του, αλλ΄ ήταν όργανο της Μοίρας...

Η φωνή του Χουλίδα τον έβγαλε απ΄ αυτό. Είχε γυρίσει και ρωτούσε.

– Τι έδυσε ο ήλιος;...

Απάντησε κάτι μπερδεμένο, και κοίταξε έξω. Ο ουρανός είχε σκεπαστεί από σύννεφα πελώρια. Ένα σκοτεινό επρόβαλε απ΄ το αντικρινό ψηλό σπίτι.

– Έλα πήγαινε! του είπε απότομα ο Χουλίδας.

Κάτι είπε ο Σαμούλης σιγά σιγά, που ήταν περισσότερο φοβέρα παρά χαιρέτισμα, κι έφυγε. Όταν βρέθηκε στην αυλή, αντί να βγει έξω στο δρόμο, χώθηκε σε μια καμαρούλα, που ήταν σε μια γωνιά της αυλής. Ήταν ανοιχτή, γιατί δεν είχε τίποτε. Άλλοτε έβαζαν μέσα κει τα βερνίκια, το χρυσό, κόλλα και άλλα υλικά, που χρησίμευαν στο κατάστημα Χουλίδα.

Ήταν σκοτάδι μέσα. Ζήτησε να βρει κάτι να καθίσει και δε βρήκε άλλο παρά το πάτωμα. Και κάθισε περιμένοντας να νυχτώσει και ν’ ακούσει το Χουλίδα να φεύγει. Είχε κάτι της γάτας, που παραμονεύει ποντικό καθώς έμενε έτσι. Άκουσε σε λίγο πάνω στη λαμαρινένια στέγη της καμαρούλας τη βροχή να χτυπά.

Η ώρα περνούσε. Η βροχή δυνάμωνε. Σα να κοσκίνιζαν επάνω στη λαμαρινένια σκεπή μάγισσες, φαντάσματα της νύχτας, ακουγόταν η βροχή.

Και ο καιρός εκείνος, οι κρότοι της βροχής τον έκαναν να αισθάνεται περισσότερο εκείνο, ότι ήταν όργανο της Μοίρας, και ότι όλα αυτά γινόνταν να τον βοηθήσουν για να φτάσει εκεί που η Μοίρα ήθελε!

Άκουσε της γυάλινης πόρτας το κουδουνάκι να χτυπά, έπειτα την εξώπορτα να κλείνει, όπως πάντα μ΄ έναν τρομερό κρότο.

Ο Χουλίδας είχε φύγει.

– Εμπρός! είπε.

Νόμισε ότι τον έσπρωχναν να βαδίσει. Άνοιξε και βγήκε. Το χαλάζι κι ο άνεμος τον χτύπησαν στο πρόσωπο. Ανέβηκε τη σκάλα, έβαλε το αντικλείδι και άνοιξε... Πέρασε το διάδρομο, πατώντας σιγά, ελαφρά, κι έφτασε στο δωμάτιο του φιλάργυρου. Εκεί στάθηκε.

– Τι περιμένεις; είπε στον εαυτό του.

Όρμησε στην πόρτα, αλλ’ αυτή άνοιξε αφήνοντας ελεύτερη την είσοδο, με φωνή όμοια με ποντικού.

Ένα μικρό φως φώτιζε το δωμάτιο που κάποτε η αστραπή, που περνούσε, το έκανε να λάμπει. Σαν τέρας μουγκρίζοντας και δεμένο απ’ το ελεύτερο φως η βροντή ακολουθούσε.

Μπήκε μέσα γλήγορος με μια τρεμούλα στο σώμα. Ήξερε πού ο φιλάργυρος είχε το θησαυρό! Θα τον έκανε φτωχό, φτωχό!... Αυτό ήταν το κακό που θα ’κανε στο φιλάργυρο! Αλλ΄ άκουσε κάτι σα βήμα! Ετρόμαξε, ζαλίστηκε και του φάνηκε τότε, ότι βρισκόταν μέσα σε όνειρο και πίστεψε, ότι κάποιο σκοτάδι θα ριχνόταν απ΄ αυτό και θα τον έκρυβε!

Μια φωνή έπειτα :

– Κλέφτη!

Αισθάνθηκε το χέρι του φιλάργυρου να τον αρπάζει κι αντίκρυσε τα μάτια του. Τα είδε μεγάλα, μεγάλα!...

– Κλέφτη! Θα σε πνίξω!

Και τον έσφιγγε δυνατά. Ο Σαμούλης, σα να του έφυγαν οι δυνάμεις, κλονίστηκε.

– Θα σε πνίξω!

Η φωνή του Χουλίδα στ΄ αυτιά του σαν κακή σάλπιγγα και τα μάτια του άγρια, μεγάλα, απαίσια να τον κοιτάζουνε...

– Θα χαθώ!

Προσπάθησε ν΄ απαλλαχτεί, αλλά στάθηκε αδύνατο. Στο νου του ξαφνικά, σαν την αστραπή, που μπήκε στο δωμάτιο, ήρθε το μαχαίρι του.

Και χτύπησε μ΄ αυτό, εχτύπησε!...

*

* *

Ο φιλάργυρος έμεινε μέσα στο δωμάτιο, ανάσκελα στο πάτωμα, με κλεισμένα τα δάχτυλα και ανοιχτά τα μάτια.

Ο Σαμούλης είχε φύγει. Κ΄ έξω αυτός, καθώς έτρεχε μέσα στον άνεμο το δυνατό, στη βροχή, στο χαλάζι τους είπε, σα να ήθελε να τους συστήσει τον εαυτό του :

– Είμαι της Μοίρας το χέρι εγώ!...-

Από τη συλλογή Είκοσι διηγήματα (1924), σ. 39-42.

 

αρχή

 

Η ΑΝΟΙΞΗ, Ο ΓΕΡΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΖΩΑ

 

Μυρουδάτο αγέρι φυσούσε, περνούσε απ’ τον καταφαγωμένο βράχο, τον γυμνό, τον ξερό, που όμως στα πόδια του χλόη ψηλή εφύτρωνε και λουλούδια κουνούσαν την ανθισμένη κορυφή τους.

Ησυχία. Μόνον ο κρότος του λοστού που τρυπούσε το βράχο, ακουγόταν να πέφτει μονότονος και σα νυσταγμένος, και κάποτε κρωγμοί ορνέων.

Ψηλά, όρνια πετούσαν, γύριζαν. Γεράκια κουνώντας ανήσυχα, νευρικά, κεφάλι, λαιμό, και κοράκια πλήθος.

Και ο ήλιος έγερνε στη δύση.

Κάτω καμιά κίνηση. Να όμως δυο τετράποδα φαίνονται να τρέχουν με ορμή τόνα πίσω απ΄ τ΄ άλλο, τσαλαπατώντας την πράσινη χλόη, τα πολύχρωμα λουλούδια.

Αν ο μπάρμπα Κόλιας που χτυπούσε με το λοστό του ένα βραχάκι ξεχωριστό απ΄ το μεγάλο βράχο, ήταν στα καλά του, ίσως θάλεγε για το κυνηγητό εκείνο:

― Μα γιατί το μυρουδάτο αγέρι, η άνοιξη, που είναι τόσο γλυκιά, αγριεύουν τα ζώα;

Αλλά δεν ήταν στα καλά του και δεν τόπε.

Από μέρες κι αυτόνα τον είχε πειράξει η άνοιξη. Και τον είχε πειράξει κακά, γιατί τον έκανε και τη μακαρίτισσα τη γυναίκα του να λησμονήσει. Το μυρουδάτο αγέρι σα νάχε αρπάξει τη μνήμη της, να την διέλυσε...

Χτυπώντας με το λοστό το βράχο, ο μπάρμπα Κόλιας ήταν αυτό το απόγευμα ευτυχισμένος. Λίγα βήματα απ΄ αυτόν μια νέα με μαντήλα τυλιγμένο το κεφάλι, για να μην της καίει ο ήλιος το πρόσωπο, και φουστάνι τσίτινο, μάζευε τα χαλίκια και κάποτε γύριζε και τον κοίταζε. Ήταν το μόνο αρσενικό ο μπάρμπα Κόλιας εκεί κοντά...

Ο μπάρμπα Κόλιας ήθελε να της πει ένα λόγο κι άλλο λόγο δεν έβρισκε μέσα στο ζαλισμένο από το μαγεμένο αεράκι νου του, παρά για μια νέα ένωση, μια νέα παντρειά. Αλλά πώς να το πει;

Όταν είδε όμως τα δυο τετράποδα να περνούν τρέχοντας με ορμή, είδε το πρώτο νέο, νέο με δέρμα καθαρό και το δεύτερο ένα γέρικο μαδημένο, πήρε θάρρος και μίλησε, άνοιξε το στόμα του και είπε:

― Ρήνα, ακούς; Ξέρεις τι αποφάσισα; Το ξέρεις;

― Πού να ξέρω, του έκανε κείνη στρέφοντας το κόκκινο πρόσωπό της σ΄ αυτόν.

― Πού να ξέρεις; Ναι, πού να ξέρεις, έχεις δίκιο: Να στο πω; Ναι, ναι, θα στο πω. Αποφάσισα για καλά τώρα να παντρευτώ!

― Μπα! ώρα καλή τότε.

― Ναι, ναι, ώρα καλή, έχεις δίκιο. Μα δε με ρωτάς ποια λέω να πάρω;

― Ε, σε ρωτώ, ποια λες να πάρεις;

― Ουμ, εδώ σε θέλω· αν μπορείς βρέτηνα!

― Πού ναν τη βρω εγώ! Μη θα πάρεις τη Χουλιάρενα;

― Τι λες, μωρή, τι λες! Για τι με πήρες να πάρω τη Χουλιάρενα; Εγώ να πάρω τη Χουλιάρενα!

― Ε, τότε ποια θα πάρεις;

Ο μπάρμπα Κόλιας γέλασε:

― Εδώ σε θέλω...

― Τι εδώ με θέλεις; Ξύλα, κούτσουρα! Άσε με να κάνω τη δουλειά μου...

― Να κάνεις τη δουλειά σου... Εγώ αν σε πάρω δε θα δουλεύεις...

Αυτή έβαλε τα γέλια.

― Γιατί γελάς;

― Σκουπίσου, μπάρμπα Κόλια!

Κείνη τη στιγμή ακούστηκε ο κύριος του νταμαριού να φωνάζει τη Ρηνιώ....

― Ρηνιώ, άντε γεια σου, έλα να πάρεις λίγο φυτίλι!

Αυτή άφησε τη δουλειά κι έφυγε γρήγορα.

Ο μπάρμπα Κόλιας άφησε το λοστό, έβαλε τα χέρια του πάνω απ΄ τα μάτια του σα να τον εμπόδιζε ο ήλιος και την κοίταζε που έφευγε...

― Ας στο διάολο και συ, είπε άμα την έχασε απ΄ τα μάτια του.

*

* *

Μόνος τώρα δούλευε χωρίς συντροφιά. Και ο ήλιος έδυσε. Πλησίασε η ώρα που θα σχολούσαν.

Ο αέρας πιο μυρισμένος ερχόταν τώρα, κι άκουσε κοντά του το βουητό μυριάδων εντόμων.

Το φαγωμένο απ΄ το λοστό και μπαρούτι βουνό άρχισε να βροντά. Πέτρες κυλούσαν με κρότο...

Ο μπάρμπα Κόλιας, αφού έριξε το φουρνέλο του, πήρε το λοστό του και τον έβαλε σε μια παραγκούλα. Ήταν αμίλητος, σκυθρωπός. Απέφυγε τους συναδέλφους του σαν νάχαν κάποια ασθένεια και τραβήχτηκε γρήγορα κοιτάζοντας εδώ και κει.

Και το αγεράκι ερχόταν γεμάτο μυρουδιές, μυρουδιές.

Ο μπάρμπα Κόλιας κάτι ζητούσε.

Ξαφνικά ταράχτηκε και τα μάτια του στηλωθήκανε σ΄ ένα μέρος.

Σε μια μεριά του λόγου, όχι πολύ ανηφορική και που ακόμα ο λοστός δεν την είχε πειράξει, διάκρινε δυο γυναίκες να μαζεύουν χόρτα.

Γρήγορα ο μπάρμπα Κόλιας μισοτρέχοντας διευθύνθηκε για κει. Είχε κάτι του ζώου του τετράποδου, του γέρικου, που πριν είχε δει να τρέχει πίσω απ΄ το νεαρό, κουρδισμένο φαίνεται απ΄ το μυρουδάτο αγέρι.

Όταν πλησίασε όμως δεν έκανε όπως θα έκανε το τετράποδο, σταμάτησε την ορμή του και βάδισε σιγά, στηριγμένος σ΄ ένα ραβδί, πούχε πάρει απ΄ την παραγκούλα.

Και πήγε κοντά τους. Του ερχόταν να ορμήσει αλλά...

Αυτές γύρισαν, τον κοίταξαν και ξακολούθησαν τη δουλειά τους.

Ο μπάρμπα Κόλιας στάθηκε κάνοντας ότι κοιτάζει το μάζεμα των χόρτων. Πήρε όμως το μάτι του πως άφηναν πολλά.

― Να, να αυτό κόψε, είπε στη μια δείχνοντας ένα χόρτο, είναι καλό...

Αυτή γύρισε, τον κοίταξε και τόκοψε.

Οι γυναίκες προχώρησαν πάρα πέρα. Μαζί κι αυτός να δείχνει χόρτα.

Αυτές όμως μίλησαν σιγά, κάτι είπε η μια της άλλης και τραβήχτηκαν απ΄ αυτόνα μακριά.

Θέλησε ο μπάρμπα Κόλιας πάλι να πάει κοντά τους αλλά τις είδε να παίρνουν δρόμο και να κατεβαίνουν το λόφο τρέχοντας.

Στάθηκε τότε και τις είδε που έφευγαν, που απομακρύνονταν βάζοντας τόνα χέρι πάνω από τα μάτια του. Και όταν επήγαν μακριά, μακριά:

― Ας στο διάβολο και σεις, είπε κατεβάζοντας το χέρι του.

Πήγε, όταν σκοτείνιασε σε μια ταβερνούλα και κάθησε μόνος. Αισθάνονταν νάναι όχι καλά. Ήπιε κρασί. Πάνω που έπινε ήρθε και ένας φίλος του γέρος και κάθησε κοντά του. Αν και θα ήθελε να μείνει μόνος, τον άφησε ή δεν τόλμησε να του πει να πάει αλλού. Δε μιλούσε όμως.

― Μα τι έχεις; τον ρώτησε ο φίλος του.

― Δεν είμαι καλά.

― Βεντούζες...

Δεν του απάντησε. Έμεινε με γυρτό κεφάλι.

Να όμως ξαφνικά μια φωνούλα, φωνούλα γυναικεία.

Μια νέα μπήκε μες στην ταβέρνα.

Ο μπάρμπα Κόλιας είχε ορθώσει το κεφάλι και την κοίταζε με μάτια που λίγο έλειπε να πετάξουν φλόγες.

― Ε, ε, Κόλια, τι κάνεις; άκουσε το φίλο του να του λέει, σε βλέπω το κορίτσι...

― Ε, και τι κάνω; ρώτησε αγριεμένος αυτός, δεν είμαι άντρας; Άντρας δεν είμαι;

― Τι άντρας είσαι, γέρος πες!

― Μπορεί νάμαι γέρος, μα είμαι πιο γερός απ΄ όλους τους νέους!

― Μπορεί, μα τα κορίτσια θέλουνε φρεσκάδα, δεν θέλουνε γέρικα προσώπατα. Έτσι τόκανε ο θεός.

― Ο Θεός; έκανε αγριεμένα ο Κόλιας. Ο Θεός δεν ήξερε τι έκανε για μας! Και γιατί δεν τόκανε και για τα γαϊδούρια και γιατί δεν τόκανε και για τα σκυλιά;.-

 

Από το περιοδικό Λογοτεχνική Επιθεώρηση.

 

Ο ΝΕΟΣ ΜΩΥΣΗΣ

 

Σηκώθηκε να φύγει. Ο καιρός βάραινε για βροχή. Ψηλά είδε το μαύρο σύννεφο ν’ απλώνεται γρήγορο πάνω στον θολό ουρανό. Κι απλωνότανε με χίλιες άκρες, ή σα να ’χε αυτό άπειρα κρόσια, ζωντανά κρόσια, που κουνιόντουσαν σα να ψαχούλευαν… Ξαφνικά το σώμα ή ο κορμός του σύννεφου αυτού, ένας μαύρος χοντρός όγκος, άνοιξε, άνοιξαν τα πλευρά του, κι ένα άλλο σύννεφο ξεπετάχτηκε, σταχτερό αυτό, και βγήκε σαν καπνός πυκνός, πυκνός. Αλλά τι βάθος έδειξε κείνη η σχισμάδα όταν το σύννεφο το σταχτερό έφυγε, τι μαυρίλα μέσα, τι βράχια, τι γκρεμνούς απαίσιους! Σα να ’ταν η κόλαση και περιόδευε, ταξίδευε!

Πάλι έκλεισε όμως. Αλλά τότε μια λάμψη πετάχτηκε σα λαμπερή βελόνα και χώθηκε στο σταχτερό το σύννεφο, που κάτω απλωνόταν…

Θα ’χουμε μπόρα, και μπόρα γερή! έκανε τρίβοντας τα χέρια του.

Και προχώρησε σιγά για να μπει σ’ έναν κήπο δημόσιο, κοιτάζοντας κάποτε ψηλά, για να δει μην ανοίγει ο ουρανός, έτοιμος να λυπηθεί άμα το ’βλεπε και γινόταν.

Ο κήπος ήταν έρημος. Αλλά πάντα σχεδόν, και όταν ήταν καλές ημέρες, έτσι έρημος βρισκόταν. Πάντα ήσυχος, χωρίς θόρυβο, χωρίς φωνή ανθρώπου. Τα δέντρα θορυβούσανε μόνο όταν φυσούσε άνεμος, και θορυβούσαν χωρίς στη βουή τους, στον αχό τους ν’ ανακατώνεται φωνή ανθρώπου, όπως θα γινότανε στις μεγάλες ερημιές, στα έρημα δάση.

Μια πνοή ανέμου ήρθε και τώρα, κι έκανε τα δέντρα, τα χαμόδεντρα, τα λουλούδια να κουνηθούνε, να κουνούν τα φύλλα τους, τα κλαδιά τους, όμοια με πουλάκια στην εμφάνιση των γονιών τους, που με φωνές κουνούνε, σαλεύουν τις φτερούγες ζητώντας τροφή.

Μια λάμψη γρήγορη, και μετά βροντή. Ψιχάλες αρχίσανε να ραντίζουν τη γη, να χτυπούνε τα φύλλα των δέντρων…

Αυτός ήταν σε έρημο δάσος, όπου βροχή έπεφτε. Κανείς άλλος απ’ αυτόν δεν υπήρχε κει. Μόνο μέσα στα πυκνά φυλλώματα κάποιο θηρίο θα φώλιαζε.

Αλλά να, απ’ τα πράσινα κείνα φυλλώματα, τα βαθιά, ένας Ευρωπαίος φάνηκε να βγαίνει με μια νέα κοντόσωμη.

Η ερημιά έφυγε, χάθηκε. Ο νέος ήταν κάποιος γνωστός του, παλιός συμμαθητής του, και η νέα μια νόστιμη ξανθούλα. Και ήρθανε γρήγορα στο μέρος που ο Φίλιππας βρισκότανε, για να βρούνε καταφύγιο κάτω απ’ το πυκνό πεύκο.

Δεν πίστεψε πως ήταν ερωμένη του, όχι. Σ’ αυτήν την πόλη σπάνια, μα πολύ σπάνια, να δει κανείς εραστές να βγαίνουν έτσι φανερά, μέρα, μαζί. Και γι’ αυτό πίστεψε πως θα ’ταν ή αδελφή του ή καμιά στενή συγγενής του. Μα είχε τόσο νόστιμη αδελφή αυτός;

Και δεν είχε απατηθεί. Ήταν αδελφή του. Σε λίγο το ’μαθε. Και του χαμογελούσε αυτή δείχνοντας κάτι άσπρα δοντάκια, ριζάκια καρφωμένα σε τριανταφυλλένια ούλα.

Αυτός λυπήθηκε, γιατί δε το ’ξερε από καιρό πως ο Σαδάκης είχε τόσο ωραία αδελφή! Και δεν ήθελε τη φιλία του, τον περιφρονούσε! Άρχισε να εύχεται να μην πάψει η βροχή, και να διαρκούσε, να διαρκούσε…

Ήταν ευτυχισμένος, κολυμπούσε μες στην ευτυχία. Και κάποτε σα να τον σκέπαζε αυτή, του ’φερνε ζάλη, μισοπνιγόταν. Προσπαθούσε να προφυλάξει το ωραίο ξανθό κοριτσάκι, ενώ ο αδελφός της αδιαφορούσε, ή κοίταζε να φυλαχτεί αυτός.

Αλλ’ είχε ο αδελφός της κι ένα άλλο, μια άλλη σκοτούρα. Κάθε τόσο που αστραπές λάμπανε και βροντές γινόντουσαν, σαν ψηλά, πάνω στα θολά τα σύννεφα να τραβούσαν έπιπλα βαριά και χτυπούσαν τενεκέδες, αυτός πάθαινε ταραχή, πήγαινε μπρος πίσω.

Η ξανθούλα κοίταζε τον Φίλιππα, που κάτι όλο έλεγε, του είχε ανοίξει η όρεξη να πει και να κάνει τον έξυπνο, και του χαμογελούσε, του χαμογελούσε…

Αλλ’ όταν αρχίσαν πιο πολλές οι βροντές και είδαν κεραυνό να πέφτει, ένας στύλος φωτεινός να τινάζεται κάτω και να συντρίβεται στον αέρα, τότε ο αδελφός της άρχισε να λέει πως πηγαίνει και ότι εκεί δεν μπορούσε να μείνει. Μαζί θυμήθηκε και πως τα δέντρα σέρνουν τους κεραυνούς. Και σ’ έναν δυνατό κρότο που σα γίνηκε πάνω απ’ τα κεφάλια τους, όρμησε να φύγει.

- Έλα, έλα! είπε στην αδελφή.

- Τι λες! Τρελή είμαι, να γίνω μούσκεμα!…

- Έλα, σου λέω!

- Δεν πάω πουθενά!

Μια αστραπή έγινε κι έπειτα μια βροντή τρομερή, που δεν ήταν όμοια με τον κρότο των τενεκέδων.

Αυτός το ’βαλε στα πόδια.

- Εγώ πάω, κάνε όπως θέλεις! είπε.

Ω, ω, πώς χτυπούσε η καρδιά του Φίλιππα!

- Γιά, τον βλάκα, της είπε, θα γίνει ελεεινός!…

Άκουσε τη φωνή του να ’ναι τρεμουλιαστή.

Γύρισε και τον κοίταξε με τα πλάγια και από κάτω, με μια ματιά όλο γλύκα, ηδονή, και του είπε:

- Μα δεν ξέρετε πόσο φοβάται τους κεραυνούς! Τον πιάνει τρομάρα όταν τους

ακούει! Στο σπίτι όλοι τον περγελούνε γι’ αυτό, αλλ’ αυτός πού!… το φόβο του!…

Αυτή ήτανε γενναία και όμορφη!

Την κοίταζε τώρα μες στα μάτια, κι έλεγε, προσπαθούσε να πει…

Αχ, πώς ήθελε να μην έπαυε η βροχή, να εξακολουθούσε, και πιο δυνατή μάλιστα…

Και βρισκόντουσαν κοντά κοντά… Να ’τανε σ’ ένα δάσος έρημο!…

Αλλά να, πάνω σ’ αυτήν την ευχή, κάποιος φάνηκε να ’ρχεται τρεχάτος. Ο αδελφός της!

- Θα ’ρθεις; της φώναξε και στάθηκε σε απόσταση, μες στη βροχή.

- Όχι! Τρελάθηκα, νομίζεις!

Α, είχε νυχάκια, θύμωνε, αγρίευε!

Αυτός όμως, αντί να φύγει, ήρθε κοντά πάλι, να στεγαστεί κάτω απ’ το πυκνό και με γυρτά κλαδιά σαν ομπρέλα πεύκο. Και είχε έρθει καταβρεμένος, ελεεινός. Και σα να τα ’χε με τον Φίλιππα. Είχε σουφρωμένα τα φρύδια του και απέφευγε και να τον κοιτάζει. Και ο Φίλιππας, βλέποντάς τον έτσι, ούτε του είπε πια λέξη, αλλά κοίταζε κείνη.

Η βροχή όμως, η θεία βροχή, άρχισε να παύει. Έπαψε. Κι έγινε μια σιωπή τότε, που την αισθάνθηκε τόσο, μα σα να σώπασε μαζί και η καρδιά του να χτυπά.

Ο αδελφός και η αδελφή φύγανε. Τώρα τον χαιρέτησε ο αδελφός με γέλιο, εκείνη με χαμόγελο κι έβαλε το δάχτυλο στα χειλάκια της…

Έμεινε κοιτάζοντάς τους, ώσπου χαθήκανε.

Τώρα;

Έμεινε σκεπτικός και κοίταξε, χωρίς να θέλει, μια λιμνίτσα που είχε σχηματισθεί κοντά σ’ ένα δέντρο και που γινόντουσαν πάνω της φούσκες πλήθος, όμοιες με μικρά ποτήρια βεντούζας.

Ο ουρανός άνοιγε, το γλυκό γαλάζιο του χρώμα πάλι φαινόταν. Μες στην καρδιά του, στο νου του κάτι τέτοιο ένιωσε να γίνεται ένα σκοτεινό να φεύγει κι ένα φως να φαίνεται.

Θεέ μου, τι ωραία που ήτανε! είπε.

Νερά στάζανε, πέφτανε απ’ τα δέντρα. Ένα ψυχρό αεράκι εφύσηξε.

Αλλά να και ο ήλιος! Μια ακτίνα του ξεπετάχτηκε λαμπρά, θεία. Μα πώς του φάνηκε; Σαν τη ματιά της!…

Βυθισμένος στις σκέψεις του δεν είδε ότι είχε περάσει στο δρόμο του καφενείου που σύχναζαν οι φίλοι του. Και, όταν το είδε, στάθηκε και θέλησε να γυρίσει πίσω. Αλλά κάποιος που στεκότανε στην πόρτα του καφενείου τον είδε και τον φώναξε.

Ήταν ο Θεοφάνης, με τη μαγκούρα του τη χοντρή στα χέρια.

- Έλα δα! του είπε αυτός. Τι έγινες σήμερα! Η βροχή σ’ έκλεισε;

- Άσε, έχω κάτι δουλειές! Θα πάω τώρα για το σπίτι! Πλησιάζει και μεσημέρι!

Από κάτω απ’ το καφενείο, στο υπόγειο, ο χοντρός και φαφούτης ιδιοχτήτης του καφενείου έκανε γλυκά.

Στάθηκε ο Φίλιππας λίγο στη μέση της σκάλας, μες στη ζέστη και τη μυρωδιά τη γλυκιά π’ έβγαινε, και μίλησαν.

Ήταν κι αυτός, ο ιδιοχτήτης, απ’ τη συντροφιά που θα πήγαινε στα βάθη της Αφρικής, έχοντας αρχηγό τον Φίλιππα, για να ιδρύσουν το Ελεύθερο Κράτος!

Και δεν ήτανε νέος. Είχε αρκετά χρονάκια στη ράχη του. Αλλά τι είχε να κάνει; Θα πήγαινε κι αυτός στα βάθη της Αφρικής. Δεν ήταν όμως ο πιο ηλικιωμένος της συντροφιάς που θα ’κανε αυτό το κίνημα. Υπήρχε κι ένας άλλος, ακόμη μεγαλύτερος στην ηλικία. Και ήταν αυτός ο διπλανός του, ο Ζαχαρίας, ο παντοφλάς. Χοντρός χοντρός, με τα βρακιά του να κρέμουνται πάντα, ο Ζαχαρίας είχε δώσει το λόγο του από καιρό ότι θα τους ακολουθούσε όπου πήγαιναν. Και ήταν ένας απ’ τους μανιακούς για το ταξίδι, ή για την ίδρυση του Ελεύθερου Κράτους.

Πριν γίνει μέλος της συντροφιάς, είχε δώσει το ευρύχωρο μαγαζί του σε κάποιον που έβγαζε, ή που δίδασκε, το λόγο του Θεού να βγάζει κει τους λόγους του.

Και μόλις βράδιαζε, το παντουφλάδικο άλλαζε, έπαιρνε άλλη όψη, γινότανε διδασκαλείο. Και ο Ζαχαρίας ποτέ δεν έλειπε απ’ το κήρυγμα, πάντα ήταν πρωτοκαθεδρία. Κι έτσι, σιγά σιγά έπειτα, άλλο δεν έκανε παρά να μιλά κι αυτός για τον Πανάγαθο Θεό και να λέει ρητά του Ευαγγελίου. Αυτό το έκανε ίσαμε την ημέρα όπου ο Φίλιππας του μίλησε για τις φυσικές καλλονές της Αφρικής, για τα βάθη της Αφρικής σα να τα ήξερε. Και ο Ζαχαρίας τόσο μαγεύτηκε, που ευθύς βρέθηκε έτοιμος να πουλήσει τα σουβλιά, τα σφυριά και όλα τ’ άλλα του μαγαζιού του και να τους ακολουθήσει. Θα άφηνε ένα ποσόν, έλεγε, στη γυναίκα του και τα παιδιά του για να περνούνε κι έπειτα, άμα ετοιμαζόταν το κράτος, θα ερχότανε και θα τους έπαιρνε.

Και βιαζότανε να φύγει, βιαζόταν και όλο ρωτούσε τον Θεοφάνη, τον φίλο του Φίλιππα, πότε επιτέλους θα ξεκινούσαν.

Ο Θεοφάνης, πάλι, ήτανε σαν υπασπιστής του Φίλιππα. Αυτός όμως ήθελε και δεν ήθελε να φύγει. Μετά από κόπους και βάσανα, είχε κατορθώσει να πάρει το χαρτί του απ’ το γυμνάσιο και να γίνει φοιτητής, και του ερχότανε δύσκολο ν’ αφήσει την Ελλάδα και το καμάρι που ’χε πως ήτανε στο πανεπιστήμιο. Αλλ’ αγαπούσε όμως τις γυναίκες υπερβολικά, και ο Φίλιππας του ’χε πει ότι όπως του διηγήθηκε κάποιος συγγενής του, εκεί, σ’ αυτά τα μέρη, βρισκότανε διάφορες καλλονές, μαύρες, καφετιές, μελαψές, μελαχρινές, όλο φωτιά, και, το σπουδαιότερο, γυμνές! Ήξερε ο Φίλιππας πως μόνο μ’ αυτό θα τον τραβούσε να δεχτεί, γιατί, μ’ όλη την αγάπη που ’χε στις γυναίκες, ποτέ δεν είχε κατορθώσει να τα φτιάξει με καμιά. Και δεν ήτανε μέρα να μην τον απαντήσουνε να τρέχει πίσω από κανένα κοριτσάκι, που το βλέπανε να βαδίζει γρήγορα, όσο μπορούσε, για ν’ αποφύγει τη μορφή του, που δεν ήτανε διόλου, μα διόλου συμπαθητικιά. Κοντός με μακριά μύτη, ξανθός και μαλλιαρός τόσο, που μόλις λίγο μάγουλο έμενε άδειο απ’ τις τρίχες, κοντόφθαλμος με γυαλιά. Δυνατός όμως, με κάτι χέρια μακρύτερα απ’ όσο έπρεπε να ’ναι, και χοντρά. Κρατούσε πάντα μια μαγκούρα από σιδερόξυλο. Έσπαζε μαγκούρες, τις μαγκούρες των άλλων, στα μπράτσα του, και σε όλους ήταν άγριος και μόνο στον Φίλιππα άκουγε. Αλλά του φαινόταν αυτουνού πως ο Θεοφάνης όλο ζητούσε να σπάσει τα δεσμά του τα αόρατα, ή την αλυσίδα την αόρατη, που τον κρατούσε απ’ τη μύτη καθώς τις αρκούδες κι έκανε όπως αυτή.

Είδε ο Φίλιππας και τον παντουφλά, τον Ζαχαρία. Και τον είδε αυτόν να περπατά πάνω κάτω μες στο ευρύχωρο μαγαζί του μόνος.

- Καλώς τον, καλώς τον! είπε στον Φίλιππα. Κι ύστερα: Εγώ πάει, ξεπούλησα, πάει

η παλιοδουλειά! Στον Οξαπεδώ την έστειλα! Όπως ο κύριος ημών Ιησούς Χριστός έβγαλε τα δαιμόνια απ’ τους δαιμονισμένους και τα ’ριξε στους χοίρους! Και τώρα είμαι χωρίς τα δαιμόνια, χωρίς το χρήμα!… τη σκέψη δηλαδή να κερδίσω χρήμα… Είμαι πρώτος και καλύτερος! Μην αργείς μόνο. Να πάμε να δούμε άλλον κόσμον και όχι σπίτια, τη μια πέτρα πάνω στην άλλη!…

Αυτά τα τελευταία λόγια ήτανε λόγια του Φίλιππα, που τα είχε μάθει, με άλλα πολλά μαζί, σαν τραγουδάκι.

Ο Φίλιππας είχε μείνει ξερός. Τον βεβαίωσε όμως πως θα γινόταν αυτό σε λίγο, αφού πρώτα κάτι πήγε να του πει, πως κακά έκαμε να βιαστεί…

- Τι λες! τι λες! του είπε αυτός. Απόφαση!…

Και ο Φίλιππας έφυγε.

Βλέπεις τι έκανες; είπε στον εαυτό του, καθώς πήγαινε με σουφρωμένα φρύδια σπίτι του. Να τα έργα σου!

Στο σπίτι τους βρήκε όλους στο τραπέζι να περιμένουν το φαΐ, που δεν ήταν ακόμα έτοιμο. Ο γαμπρός του, με τη μύτη του προς τα επάνω σαν έτοιμη ν’ αφήσει σάλπισμα, βρισκόταν, όπως πάντα, στη μέση, γεμάτος ευτυχία. Κάθισε και ο Φίλιππας στη θέση του χωρίς να βγάζει μιλιά, ή ν’ ανακατώνεται στις ομιλίες τους. Αλλά κι αυτοί πολύ σπάνια να του μιλήσουν, και μόνο κάποτε ο πατέρας του κάτι θα του ’λεγε. Ίσως έβλεπε αυτό και τον λυπότανε.

Όταν τους είδε πάλι μαζεμένους έτσι, και αγαπημένους, πάλι επεθύμησε το ταξίδι της Αφρικής, να φύγει μακριά τους, αλλ’ η επιθυμία του βρήκε τώρα γρήγορα ένα εμπόδιο: το προσωπάκι το ξανθό της μικρόσωμης κόρης…

Αυτοί μιλούσαν, και προπάντων ο γαμπρός του. Κι άκουγε ο Φίλιππας και τι λέγανε.

Αυτήν την ημέρα τα ’χανε με την πόλη που κατοικούσαν. Και βρίσκανε πως δεν ήταν κατάλληλη γι’ αυτούς, δεν είχε τίποτα καλό, ήταν πρόστυχη, βρόμικη…

- Πόλη είν’ αυτή, έλεγε ο γαμπρός του, να μην μπορείς να βρεις άνθρωπο να

μιλήσεις! Α, Αθήνα και πάλι Αθήνα!

- Αθήνα! έκανε η αδελφή του μ’ ένα τίναγμα μικρό του κεφαλιού. Αριστοκρατία!

- Τώρα βάζετε την Αθήνα! είπε και ο ένας αδελφός του, που ’χε σπουδάσει στην

Αθήνα κι όλο γι’ αυτήν έλεγε.

- Μα μου φαίνεται, είπε ο πατέρας του στον γαμπρό του, πως, ίσα ίσα, για τη

δουλειά σου αυτό το μέρος εδώ σου χρειάζεται!

- Τι, τι λες; Μ’ αυτά εδώ τα ζώα; Μα δεν ξέρεις ότι το παν είναι το περιβάλλον; Ή

νομίζεις πως είναι εμπορικά βιβλία να κάνει κανείς μια εφεύρεση! Ε, εδώ θέλει!

- Έτσι είναι, μίλησε και η μάνα του μ’ ένα θυμό, κοιτάζοντας τον άντρα της. Εσύ

νομίζεις πως η ζωή είναι φαΐ και ύπνος… Το περιβάλλον, η διασκέδαση, ο κόσμος ο καλός…

- Η αριστοκρατία! πρόσθεσε η αδελφή του.

- Ίσως! απάντησε ο πατέρας του τεντώνοντας το λαιμό του με μια κίνηση χήνας.

Ο Φίλιππας, άμα έφαγε, κλείστηκε στο δωμάτιό του αφήνοντας τους άλλους στο τραπέζι να μιλούν και να συζητούν.

Από καιρό είχε αρχίσει κάποτε να σκέπτεται πως η μεγάλη ιδέα για την ίδρυση του Ελεύθερου Κράτους εις τα βάθη της Αφρικής ήταν πολύ δύσκολη, ή καλύτερα ακατόρθωτη. Αλλά του ήταν αδύνατο να την αφήσει. Δεν μπορούσε. Κι άφηνε πάλι να την πιστεύει, όπως και τόσοι άλλοι, που τους είχε ποτίσει αυτή την ιδέα και περίμεναν ανυπόμονα πότε θ’ αρχίσει η εκστρατεία.

Τώρα όμως άλλαξε μεμιάς. Τα τείχη τα μεγάλα, που κλείνανε, στήριζαν αυτήν του την ιδέα, πέφτανε στην εμφάνιση του προσώπου της ξανθιάς κόρης, όπως τα τείχη της Ιεριχούς στην εμφάνιση της Κιβωτού. Αλλά κι ερειπωμένα έτσι, άρχισαν κάτι να του θυμίζουνε, να του λένε, όπως κάτι σα να λένε, να διηγούνται παλιά χαλάσματα δόξας, τα χαλάσματα των τειχών της Ιερουσαλήμ στους Εβραίους. Αυτός όμως έκλεισε τ’ αυτιά του σ’ όλα.

Αν θέλεις να γίνει δικιά σου, είπε στον εαυτό του, να τ’ αφήσεις αυτά! Κι έπειτα, το ξέρεις, δε γίνεται! Πάνε κείνοι οι καιροί, φίλε μου!… Άργησες να ’ρθεις, τι να σου κάνω; Τώρα δω! Πρέπει να κοιτάξεις αλλιώς!

Περπατούσε πάνω κάτω μες στο δωμάτιο και στάθηκε να σκεφτεί, αλλ’ έμεινε χωρίς τίποτε να παρουσιαστεί στο νου του, σα να ’χανε σταθεί και οι σκέψεις.

Έτσι θα κάνω, είπε και ξανάρχισε το περπάτημα και, σα να κινηθήκανε μ’ αυτό και οι σκέψεις, άρχισε να σκέπτεται.

Και λυπήθηκε που δεν άκουσε προ ημερών τον πατέρα του, αλλά μάλιστα θύμωσε που του είπε να πάει να μάθει λογιστική. Στη σκέψη όμως αυτή, πάλι ταράχτηκε κι αισθάνθηκε να του κόβεται η αναπνοή σα να του πιάσανε σφιχτά τη μύτη. Λογιστική, έμπορος! Πλούτη, κέρδη! Θεέ! Σα να είδε τ’ απάρθενα δάση της Αφρικής, να τον φωνάζουν…

Το πρόσωπο της μικρόσωμης κόρης ήρθε να τον βοηθήσει, και κοντά μια σκέψη, που κάτι γιάτρευε.

Ναι, ναι, είπε, έτσι θα γίνει, έτσι!

Θα ’κανε τον έμπορο, αλλά θα γινόταν και φιλόσοφος, θα ’γραφε φιλοσοφίες, σκέψεις για το Σύμπαν!

Από καιρό το ’χε κι αυτό σκεφθεί. Και τώρα που του ήρθε, του ησύχαζε κείνο, που ζητούσε και τη δόξα. Αλλά, καθώς ησύχαζε κείνο, σκέφθηκε μη δεν είναι για φιλόσοφος, και θυμήθηκε πως όλοι στο σπίτι του τον λέγανε τρελό, ανόητο… Του το ’χε πει η υπηρέτρια η Σοφία.

Άκου! έκανε όπως και τότε που τ’ άκουσε. Όμφακες εισί…

Αλλά σα να τον κλόνισε η γνώμη κείνη τώρα, και πήγε να την πιστέψει και ο ίδιος με απελπισία. Το χρύσωμα, που θα χρύσωνε το βίο του, το ’δε να χάνεται…

Μπα, είπε στον εαυτό του, λησμόνησες που προχτές, που μιλούσες με κείνους τους γέρους, με τι προσοχή άκουγαν τα λόγια σου; Γέροι πολύπειροι, γνωστικοί, και όχι κλούβια κεφάλια! Τούτοι εδώ με λένε τρελό, ανόητο, μα πού με ξέρουνε;

Στο νου του άλλα του ήρθαν για να του δυναμώσουν την καλή ιδέα που ’χε για τον εαυτό του: Τι λες, τι λες! έκανε.

Πήγε ν’ ανοίξει τα παράθυρα για ν’ αρχίσει να γράφει τις φιλοσοφίες του. Είδε, καθώς άνοιξε τα εξώφυλλα, τα σύννεφα πάλι να κλείνουν και τον ήλιο να χάνεται, και του ’ρθε έτσι να τα προστάξει, κι αισθάνθηκε να ’χει τη δύναμη να τον ακούσουν, τα σύννεφα να τραβηχτούνε για να φανεί πάλι ο ήλιος…

Κουρασμένος απ’ το γράψιμο και γιατί δεν έβλεπε πια, επειδή είχε βραδιάσει, σηκώθηκε και βγήκε στο παράθυρο να πάρει λίγο αέρα.

Ήταν ευχαριστημένος απ’ ό,τι είχε γράψει. Α, στους δικούς του θα ’τανε αυτό ντανγκ, κατακεφαλιά! Θα πήγαινε το σαγόνι τους στο αυτί τους. Και τότε τι θα λέγανε;

Και ο Φίλιππας κοντά στο παράθυρο σκεπτότανε, σκεπτόταν. Και η νύχτα ερχότανε βαθιά. Ο ουρανός, σκοτεινός, μαύρος, χωρίς φωσάκι, τίποτα. Στο δωμάτιό του είχε απλωθεί μια μαυρίλα. Ξαφνικά άκουσε κρότο πιάτων κάτω, πιρουνιών, και άφησε τις σκέψεις. Κατάλαβε πως ετοιμαζόταν το τραπέζι και κατέβηκε κάτω.

Αλλά γιατί του φάνηκε να είδε στα μάτια τους κάποιο περγέλασμα; Προπάντων όμως στη ματιά της αδελφής του του φάνηκε να το είδε καλά. Και ο πατέρας του τον κοίταξε με περίεργο τρόπο.

Σίγουρα, έκανε με το νου του, θα είδαν πως έγραφα και με περγελούν! Ε, οι βρομάνθρωποι! Αυτό είναι! Κείνη η βρομο-Σοφία θα τους το ’πε, θα κρυφοκοίταξε!

Σχεδόν ήτανε βέβαιος πως η Σοφία, ένα δουλικό κουτό και πονηρό, όπως το ’λεγε αυτός, θα τους το ’πε. Αυτό το δουλικό όμως του μαρτυρούσε τι αυτοί λέγανε γι’ αυτόν όταν βρισκόντουσαν μόνοι, που κρυφάκουγε. Αλλά και σ’ αυτούς, το ’ξερε καλά ο Φίλιππας, πάλι έλεγε τι έκανε αυτός, τι ώρα ερχόταν τη νύχτα, κι άλλα…

Πήγε να θυμώσει που τολμήσανε να τον δούνε περγελαστικά. Κι αισθάνθηκε μάλιστα, μαζί με το θυμό του, τα δέντρα τα παρθένα της Αφρικής να μαζεύονται γύρω του και σα να τον αγκυλώνανε, γιατί βρισκόταν εκεί. Αλλ’ αυτός τώρα τα ’διωξε όλα, έτριψε το μέτωπό του κι έφυγε σιγά. Ήτανε φιλόσοφος! Δεν ήταν πια εκείνος που ζητούσε να κατακτήσει και να ιδρύσει το Ελεύθερο Κράτος και να κάνει να τον τρέμουν τ’ άλλα, τα δουλικά κράτη. Είχε αλλάξει πολύ. Κι γι’ αυτό έμεινε ατάραχος, χωρίς να δίνει πολλή προσοχή σ’ αυτούς, σα ν’ άνοιξε κάποια άλλη αποθήκη που ’χε μέσα του, γεμάτη φιλοσοφία, ν’ άνοιξε δίνοντάς του και περιφρόνηση για κείνους που γελούσαν και υπομονή όσο να φτάσει κει που ήθελε.

Η άλλη αποθήκη, που ήτανε γεμάτη θυμό και παλικαρισμούς, είχε κλείσει. Όχι όμως από έλλειψη πράγματος, αλλ’ από έλλειψη αφεντικού. Ο αφεντικός είχε αρρωστήσει, έφυγε, την άφησε. Την εγκατέλειψε δηλαδή έρημη και δεν πουλούσε.

Και αυτή τη βραδιά ο γαμπρός του είχε το λόγο και μιλούσε, έλεγε, έλεγε για την εφεύρεσή του.

- Αυτή η εφεύρεση να πετύχει; Θα σείσει την οικουμένη! έλεγε. Δεν είναι παίξε γέλασε! Εδώ είναι! Και τότε… τότε θα δείτε τα εκατομμύρια πώς τρέχουν κι έρχονται!

- Κι έτσι είναι! είπε κι ο ένας αδελφός του. Γιά ο Έδισων…

- Ο Έδισων! έκανε περιφρονητικά ο γαμπρός του. Εγώ θέλω να πετύχει, που πιστεύω πως θα πετύχει αυτή η εφεύρεσή μου, και τότε βλέπουμε πόσο αξίζει κείνος και πόσο γω! Να πετύχει μόνο! Έπειτα εδώ το πράγμα φαίνεται, δεν είναι παιχνιδάκι, είναι εφεύρεση! Κάτι που… θα συνταράξει την οικουμένη, που… Μόνο αυτό σας λέω! Βάλτε με το νου σας, μόνο με το νου σας, ότι ούτε από κάρβουνο θα ’χουμε ανάγκη, ούτε από ατμό, ούτε απ’ εκείνο, ούτε απ’ εκείνο, ούτε απ’ εκείνο!…

Όλοι κοιμόντουσαν ακόμα το πρωί, που βγήκε να φύγει, εκτός απ’ την υπηρέτρια Σοφία, που την είδε να σφουγγαρίζει μ’ ένα πανί το βαμμένο πάτωμα της τραπεζαρίας. Κανένας άλλος δεν είχε ξυπνήσει. Και οι νεόπαντροι κοιμόντουσαν. Του ήρθανε στο νου, καθώς περνούσε απ’ το δωμάτιό τους. Αυτοί θα ξυπνούσαν κατά τας δέκα ή έντεκα. Ζωή και κότα, περνούνε! έλεγε γι’ αυτούς ο Φίλιππας. Και τους λέγαμε και νεόπαντρους, ενώ είχαν τρία χρόνια παντρεμένοι. Και πού παιδί!…

- Αυτή θα τα χωνεύει! είπε μια μέρα ο Φίλιππας στους γονείς του, που τους

άκουσε να μιλούνε για τέτοιο πράγμα.

Η μάνα του φάνηκε να πειράχτηκε, αλλά δε μίλησε. Ο πατέρας του του είπε όμως:

- Έλα, έλα, ντροπή!

Με τον γαμπρό του ο Φίλιππας δε μιλούσε καθόλου. Και στο δρόμο, όταν τον απαντούσε, περνούσε σα να μην τον ήξερε. Στο τραπέζι πάλι, πολλές φορές καθώς μιλούσε ο γαμπρός του, ο Φίλιππας σφύριζε σιγά, όπως σφυρίζουν οι μάγκες. Και το έκανε επιτούτο, γιατί είχε μάθει απ’ τη Σοφία πως είχε πει, όταν ήρθε από κάποιο ταξίδι του γάμου, που άκουσε τις τρέλες του Φίλιππα, ότι αυτός είναι ικανός να του βάλει θεογνωσία!

- Σα να θέλει να του χαλάσω τη φάτσα! είπε ο Φίλιππας.

Η Σοφία, άμα ο Φίλιππας πέρασε πατώντας στα νύχια μην τη λερώσει, έτρεξε πίσω του.

- Κύριε Φίλιππα, μια κλωστή!…

Αυτός στάθηκε, και αυτή με τα βρεμένα της χέρια του έβγαλε την κλωστή.

Του φάνηκε όμως νόστιμη τώρα, σα να είχε αλλάξει. Και το φόρεμά της, ανοιγμένο στο λαιμό, άφηνε να φαίνεται μια άκρη πουκαμίσου, που δεν ήταν και πολύ καθαρή, αλλά…

Η μορφή της ξανθούλας παρουσιάστηκε στο νου του και τον έκανε να φύγει γρήγορα.

Ο δρόμος που ’χε πάρει πήγαινε ίσια στο σπίτι της ξανθούλας. Το ’ξερε.

Άνθρωποι λιγοστοί ήτανε στο δρόμο, και αυτοί βιαστικοί πηγαίνανε στη δουλειά τους, χωρίς να προσέχουνε γύρω τους.

Και η μέρα ήταν ωραία. Ο ήλιος έλαμπε σε καθαρό καταγάλανο ουρανό. Οι δρόμοι όμως ήτανε γεμάτοι λάσπες και τα σπίτια βρεμένα. Τη νύχτα πάλι είχε βρέξει δυνατά αυτή τη φορά.

Η ενθύμηση της μικρόσωμης κόρης έκανε την καρδιά του να χτυπά ανήσυχα.

Για θυμήσου, είπε στον εαυτό του, πώς με κοίταζε!

Και σα να την είδε. Έγειρε κι αυτός λίγο το κεφάλι κάνοντας το κίνημα που έκανε κείνη και κοίταξε από κάτω και με τα πλάγια…

Τι σκανδαλιάρικο!… Α, εκείνος ο βλάκας, αν δεν ερχόταν, σίγουρα κει θα τα ’φκιαχνα!

Και φαντάστηκε για λίγο πως εκείνος επέστρεφε, και η βροχή δυνάμωνε, οι κεραυνοί να πέφτουν πολλοί, πλήθος, και η φωνή τους να ταράζει την πλάση. Θα ερχόταν αυτή πιο κοντά του, να φυλαχτεί φοβισμένη. Θα την έσφιγγε σιγά, θα της έπιανε το χέρι θα… Θεέ!

Τίποτ’ απ’ αυτά. Ο δρόμος με τις λάσπες, τα βρεμένα σπίτια και οι λιγοστοί διαβάτες να πηγαίνουνε γρήγορα.

Απ’ το σπίτι της ξανθούλας, αποτυχία… Και είχε δει παράθυρα ανοιχτά και ήλπισε πως θα την έβλεπε. Μάλιστα κάποιο πρόσωπο μ’ ένα πανί στο κεφάλι και κάτασπρα μπράτσα βγήκε κι έβαλε στο παράθυρο μαξιλάρια.

Αυτή είναι! είπε αυτός. Νοικοκυρούλα…

Και κοντοστάθηκε.

Και τα γυμνά κάτασπρα μπράτσα πάλι φανήκανε να τοποθετούν άλλο μαξιλάρι…

Αλλ’ η ματιά του Φίλιππα, που την είχε κάνει όλο γλύκα, αντί να δει, ν’ αντικρίσει το ξανθό όμορφο κείνο προσωπάκι, αντίκρισε ένα πρόσωπο σκυλίσιο. Και πώς τον κοίταζε! Σαν έτοιμο να γαβγίσει!

Έκανε το βήμα του γρήγορα κι έφυγε σα να τον κυνηγούσαν.

Μωρέ, τ’ ήτανε αυτή! Έχει γούστο να ’ναι αδελφή της! έλεγε με το νου του. Μα έχει τόσο άσχημη αδελφή; Πωπώ! Μα είναι μπουλντόκ, αδελφέ μου, μπουλντόκ!

Ζήτησε να βρει έπειτα τον Θεοφάνη στο σπίτι του, αλλά του είπαν πως είχε βγει πολύ πρωί έξω. Πήγε τότε στο κατάστημα του πατέρα του, ένα μικρό χαρτοπωλείο. Τίποτα και κει… Ο Θεοφάνης δεν είχε φανεί. Απ’ το καφενείο δεν πέρασε. Μα, και αν περνούσε, δε θα ’βρισκε ακόμα κανέναν.

Αυτοί πήγαιναν σα μεγάλοι κύριοι, τις ώρες που πλησίαζε το μεσημέρι, για να παίξουνε χαρτιά και να μιλήσουνε για το Ελεύθερο Κράτος. Κι έχασε ο Φίλιππας την ώρα του μιλώντας με τον πατέρα του Θεοφάνη, έναν γέρο γυναικά, που όλο για κορίτσια έλεγε.

Φεύγοντας απ’ εκεί απάντησε μια κηδεία. Και ήτανε φτωχικιά κηδεία. Άνθρωπος νέος, με κατάμαυρα μαλλιά, βρισκότανε στο φέρετρο. Και πίσω όλο μικρά παιδιά ακολουθούσαν πιασμένα απ’ το χέρι, κι ένα, το μεγαλύτερο, κορίτσι ως δεκατεσσάρων χρόνων. Και πιο πίσω μια γριά συντριμμένη απ’ τη λύπη, σκυφτή, που βάδιζε με κλονισμένο βήμα, μόνη, χωρίς να την κρατά κανείς. Μα και άλλος κανείς απ’ αυτούς δεν υπήρχε ν’ ακολουθά την κηδεία.

Θα ’ταν αδελφός τους, σκέφτηκε ο Φίλιππας, και παιδί της γριάς, που θα τους ζούσε ίσως.

Και θύμωσε. Α, ο Θεός, αυτή η άγνωστη δύναμη, είναι κακούργος, κακούργος!

Για λίγο ακολούθησε την κηδεία.

Όσο έβλεπε τα παιδάκια, το κορίτσι και τη γριά, τόσο πειραζόταν. Και ξαφνικά, σα να ελευθερώθηκε από κάτι, του ήρθε να διατάξει τον νεκρό να σηκωθεί, να γυρίσει πάλι στη ζωή. Αν και αισθάνθηκε για μια στιγμή αδυναμία να το κάνει, όπως ο άνθρωπος που θέλει να βοηθήσει φτωχό και βρίσκει τις τσέπες του άδειες, το έκανε, τον πρόσταξε. Στηλώνοντας άγρια το μάτι στον νεκρό, τον διάταξε να σηκωθεί…

Αλλ’ ο νεκρός έμεινε, ή ξακολουθούσε να μένει, ακίνητος και να τον πηγαίνουνε γρήγορα.

Στο σπίτι του πήγε όταν πλησίαζε το μεσημέρι. Στο σαλονάκι, άμα ανέβηκε, είδε κάτι δεσποινίδες γνωστές της οικογενείας του. Ούτε τις χαιρετούσε ποτέ, μα κι αυτές ούτε τον κοιτάζανε διόλου, για να τις χαιρετήσει. Τον αποφεύγανε σα να ’χε κάποια μεγάλη αρρώστια, που κι ένας χαιρετισμός θα τους την έδινε.

Αλλ’ αυτή τη φορά οι δεσποινίδες τον κοιτάξανε, με μια όμως περιέργεια που είχε, έτσι του φάνηκε, και μια δόση γέλιου.

Ανέβηκε στο δωμάτιό του πειραγμένος και πάλι βγήκε και κατέβηκε. Δεν μπορούσε να το χωνέψει αυτό… Και χώθηκε στην τραπεζαρία κοιτάζοντας δεξιά και αριστερά, όμοιος με λαγωνικό, και άρχισε να ψάχνει. Σ’ ένα κουτί που άνοιξε δε βρήκε τσιγάρα: Όλα τα καταπίνει το χτήνος! είπε για τον γαμπρό του.

Άνοιξε άλλο… Χαρά του τώρα. Είδε πούρα!

Έβαλε τρία στην τσέπη και πήρε άλλο, τ’ άναψε και βγήκε στο διάδρομο. Μυρουδιά πούρου γέμισε τον αέρα. Την οσφράνθηκε με ευχαρίστηση διπλή… Διπλή, γιατί κι άλλοι θα τη μυρίζανε. Θα πήγαινε στα ρουθούνια κείνων που ήτανε μες στο σαλονάκι. Και οι δεσποινίδες θα λέγανε που θα τον βλέπανε με το πούρο:

- Γιά δε τον, πούρο καπνίζει!

- Αυτό του ’λειπε! θ’ απαντούσε η αδελφή του.

Α, η μουσίτσα αυτή δεν τον χώνευε, αυτή όλο τον κατηγορούσε στις φιλενάδες της. Και όμως, αυτός ποτέ λόγο κακό δεν της είχε πει…

Και ο Φίλιππας, με το πούρο στο στόμα, πέρασε απ’ έξω απ’ το σαλονάκι.

Κείνη τη στιγμή μέσα το ρολόγι άρχισε να χτυπά…

Έγινε τότε στο σαλονάκι ένας θόρυβος μικρός.

- Μα καθίστε ακόμα, καθίστε λίγο ακόμα! άκουσε ο Φίλιππας, που είχε σταθεί

απ’ έξω χωρίς να φαίνεται, να λέει η μάνα του.

Και η φωνή του γαμπρού του, έπειτα, βαριά, σοβαρή:

- Μα κι εγώ δεν ετελείωσα ακόμα! Πώς θα φύγετε!

Έγινε ησυχία, αφού είπαν λίγα λογάκια.

Και ο γαμπρός του μίλησε, ή ξακολούθησε την ομιλία του που είχε διακόψει ο χτύπος του ρολογιού.

Μα τι λέει αυτός; είπε και ο Φίλιππας και πλησίασε πιο κοντά για ν’ ακούσει.

Άκουγε τι ο γαμπρός του έλεγε, και τα ξανάλεγε αλλαγμένα και μαζεμένα με το νου του, ή καλύτερα στον εαυτό του, σαν αυτός, ο εαυτός του, να μην τα είχε ακούσει:

- Και κάνει έτσι, και δε βρίσκει το πορτοφόλι του!… Το ’χε αφήσει στ’ άλλο σακάκι.

Πώς να κάνει; Ο υπάλληλος του τραμ όμως του δίνει ένα εκατοστάρικο. Ο υπάλληλος του τραμ του δίνει ένα εκατοστάρικο! Τ’ άκουσες; Θεέ, φύλαγε!…

Και η φωνή της μάνας του:

- Το παρουσιαστικό, καλέ, το παρουσιαστικό! Αυτό είναι κάτι!

Ύστερα η φωνή της αδελφής του:

- Τι κάτι! Είναι το όλον…

Μπράβο σας, το βρήκατε! έκανε και ο Φίλιππας φεύγοντας.

Κλείστηκε πάλι στο δωμάτιό του, άμα έφαγε, κι έπεσε κει σε σκέψεις. Δεν ήτανε διόλου ευχαριστημένος απ’ το τρέξιμό του, τίποτα δεν είχε κάνει. Και του φαινόταν πως, όσο ο καιρός περνούσε και δεν έβλεπε την ξανθούλα, αυτή απομακρυνόταν απ’ αυτόν, πήγαινε να σβήσει, να χαθεί, και τον στενοχώρησε αυτό πολύ πολύ.

Τον Θεοφάνη τον είχε βρει και περάσανε μαζί απ’ το σπίτι της. Αλλ’ αυτή τη φορά τα παράθυρα ήταν κατάκλειστα. Και υπήρχε μια ησυχία πεσμένη, όχι μόνο στο σπίτι της, αλλά και σ’ όλη τη γειτονιά. Και ήταν κι ερημιά, σα να το ’χανε ρίξει όλοι κει στον ύπνο. Απ’ το αντικρινό όμως σπίτι, μια γριά φάνηκε πίσω απ’ τα γυαλιά του παραθύρου να κοιτάζει καλά, με προσοχή, κρατώντας το τραβηγμένο λίγο κουρτινάκι…

- Για κοίταξε, του ’χε πει ο Θεοφάνης, που την είδε. Το λαδικό μας πήρε μυρουδιά,

βάζω στοίχημα! Αυτά τα λαδικά μοιάζουνε με τα λαγωνικά και τα μαντρόσκυλα, έχουνε φοβερή όσφρηση!

Και στο δρόμο του ’κανε και τον συμβουλάτορα. Τον συμβούλεψε να φυλάγεται όσο μπορούσε απ’ τα λαδικά της γειτονιάς, γιατί αυτά κυνηγούν άγρια, αλύπητα τους ερωτευμένους. Τόπο δεν τους αφήνουνε να σταθούνε. Άμα μυριστούν αγάπη, εννοούνε να την καταστρέψουν. Και την καταστρέφουν!

Και του είπε πως μην κι αυτουνού την αγάπη του, μια που ο Φίλιππας την ήξερε, μην αυτές δεν του την είχανε χαλάσει και τον κάνανε να μην περνά πια απ’ το σπίτι της; Είχανε βάλει λόγια, πιάσανε τον πατέρα του, γινήκανε φασαρίες.

Ο Φίλιππας ήξερε όμως καλά την αιτία που άφησε την αγάπη του ο Θεοφάνης και δεν ξαναπέρασε πια απ’ το δρόμο της.

Μια μέρα, καθώς περνούσε χτυπώντας τη μαγκούρα του στο πλακόστρωτο πεζοδρόμιο, ένα χέρι φάνηκε ψηλά να βγαίνει από παράθυρο, κρατώντας ένα αγγείο… Κι ύστερα ο Θεοφάνης βρομούσε μια ώρα μακριά σαν τους αποπάτους των σχολείων.

Ο Φίλιππας το ’μαθε αυτό από κάποιον που καθόταν κοντά στην αγάπη του Θεοφάνη, ποτέ όμως δεν του το είπε, ούτε σε άλλους, για να μην τον προσβάλει.

Τώρα γέλασε, που του ’ρθε στο νου, αλλ’ είπε γρήγορα στον εαυτό του:

- Για κοίταξε να μην το πάθεις και συ…

- Εγώ, εγώ να το πάθω; Δε θα μείνει τζάμι για τζάμι και πόρτα για πόρτα…

- Καλά, καλά, θα σκεφτείς πώς πρέπει να κάνεις! είπε στον εαυτό του με θυμό, γουρλώνοντας τα μάτια και δείχνοντας τα δόντια άγρια.

Και σκέφτηκε πώς έπρεπε να φερθεί, τι έπρεπε να κάνει. Επιμονή και φρονιμάδα ήθελε και θα την κέρδιζε. Αυτή, το ’ξερε ο Φίλιππας, δεν ήταν από πλούσια οικογένεια, και θα ’τανε δικιά του αν επέμενε. Και άμα έβλεπε απ’ αυτή λίγη αγάπη, θα ριχνότανε στη δουλειά, θα ’κανε ό,τι του ’λεγε ο πατέρας του…

Φαντάστηκε ύστερα πως τα είχε φτιάξει και ότι την πήρε και γυναίκα του. Ζούσανε μια ζωή θεία, ουράνια. Έβλεπε κοντά του το ξανθό κείνο κεφαλάκι, το ωραίο πρόσωπο, και πάντα να τον κοιτάζει με κείνη τη γλυκιά ματιά, τη σκανδαλιάρικη. Και αυτός είχε γίνει, ή άρχιζε να γίνεται, ένας φιλόσοφος φοβερός και τρομερός, που όλα να τα ’βρισκε αυτός, τίποτα να μην άφηνε πια κρυφό απ’ το μεγάλο μυστήριο…

Μια φωνή, ένα κλάμα που ’γινε κάτω τον έβγαλαν απ’ αυτά. Στάθηκε κι ακροάστηκε: Πάλι, πάλι τη χτυπούν, είπε.

Ήταν η φωνή της Σοφίας, που έκλαιγε.

Άνοιξε γρήγορα το παράθυρο και, κρατώντας τα φύλλα με τα γυαλιά, έμεινε ακούοντας.

Τι κόσμος, τι κόσμος! έκανε ύστερα με αγανάχτηση, κλείνοντας τα γυαλιά. Για φτύσιμο είναι όλος!

Και πάλι, πάλι του ’ρθε η παλιά του ιδέα για το Κράτος το Ελεύθερο, και τώρα την είδε πιο μεγάλη, πολύ πιο μεγάλη απ’ τις φιλοσοφίες για το Σύμπαν. Α, αν γινόταν αυτό, κι έπρεπε να γίνει, τι ωραίο θα ’τανε! Κανείς δε θα χτυπούσε υπηρέτη. Μα θα είχανε πρώτα υπηρέτη; Δε θα είχανε. Τίποτα τέτοιο! Ελεύτεροι όλοι και σεβαστοί. Θα έκανε αυτός τους νόμους, νόμους όμως μια φορά! Ήξερε τι θα έκανε, αλλά…

Και ο Φίλιππας χαμογέλασε πικρά, σαν άνθρωπος που θυμάται χώρα ωραία, αγαθή, ειρηνική, όπου έζησε ευτυχισμένος και όπου δεν μπορεί πια να πάει, και είπε κουνώντας το κεφάλι: Ασ’ τα τώρα αυτά, ασ’ τα, πάνε!

Οι πράσινοι όμως αγροί ήταν εμπρός του, ο μεγάλος ποταμός κυλούσε τα σκοτεινά νερά του, και πέρα στις όχθες τις αντικρινές μαύριζε το μεγάλο δάσος.

Περπάτησε πάνω κάτω γρήγορα, έπειτα πλησίασε και κόλλησε το μέτωπό του στα γυαλιά του παραθύρου κι έμεινε έτσι λίγο.

Πάλι κινήθηκε, έφυγε απ’ το παράθυρο, αλλά ξαφνικά στάθηκε: Βρε, έκανε. Αλήθεια, λησμόνησα τη μαντικιά μου δύναμη! Για να δούμε…

Και γρήγορα ξαπλώθηκε στο κρεβάτι του κλείνοντας τα μάτια. Προσπάθησε να μη σκέπτεται, σκέψη να μην περνά καμιά απ’ το νου του ή να μην κινείται…

Και το κατόρθωσε. Και δεν πέρασε πολύ και να, σα μέσα στο σκοτάδι που ’χε απλωθεί στα μάτια του, να γίνηκε κάποια ζωή. Το σκοτάδι άρχισε να φεύγει, και κλαδιά με καταπράσινα φύλλα είδε να ‘χουν πιασμένα έναν τοίχο…

Άνοιξε τα μάτια του: Να δεις, είπε στον εαυτό του, ότι θα έχω λύπες, στενοχώριες!

Και πάλι έκλεισε τα μάτια του.

Μια αυλή παρουσιάστηκε τώρα κι ένα παιδάκι κοντά σε μια σκάλα ξυλένια να φυσά ένα μύλο κάνοντάς τον να γυρίζει… Χάθηκε όμως γρήγορα αυτό, κι ένα βαπόρι μεγάλο φάνηκε να πλέει νύχτα, έχοντας στα πλάγια του κάτι μεγάλα στρογγυλά πράγματα φωτεινά, που πετούσανε σπίθες πολλές, πλήθος. Σβήσανε όμως σε λίγο αυτά, και το βαπόρι άρχισε να προχωρεί μες στα σκοτεινά, μαύρο κατάμαυρο, και σα να είχε βγει και στην ξηρά. Και σιγά σιγά τον πλησίασε, ήρθε κοντά του, μα κοντά του τόσο, που αισθάνθηκε τη ζέστη της μηχανής, τη μυρουδιά του βαποριού.

Τινάχτηκε, ανοίγοντας γρήγορα τα μάτια: Μπα, έκανε, τι να σημαίνει άραγε αυτό;

Και για την ξανθούλα τίποτα, τίποτα δεν είδε. Και αν έκανε να μην πιστέψει τώρα πράγματα που πίστευε, θυμήθηκε γρήγορα πως αυτό γινόταν και όταν ζητούσε και για την Αφρική να μαντέψει, ή να του παρουσιαστεί με συμβολικές εικόνες, ότι θα πάει. Τίποτα και τότε. Σκοτάδι έμενε στην ερώτησή του, σκοτάδι. Και τότε έλεγε με πείσμα: Και όμως, εγώ θα πάω…

Και τώρα έκανε με θυμό και μη θέλοντας να πιστέψει ότι ήταν άρνηση αυτό: Εγώ θα επιμένω και θα την πάρω!

Περπάτησε μες στο δωμάτιο, αλλά μετά δύο γύρους που έκανε, πήγε και πλάγιασε.

Θα δω πάλι, είπε κι έκλεισε τα μάτια του. Τίποτα, τίποτα. Σκοτάδι!

Επέμενε. Άνοιξε τα μάτια, κι επειδή τα αισθάνθηκε κουρασμένα πολύ, τα ’τριψε. Και πάλι τα έκλεισε. Αλλά πάλι μόνο το σκοτάδι είδε. Ούτε το μικρό φωσάκι να περνά τρεχάτο…

Ξαφνικά όμως μυρουδιά, μια αποφορά ψοφιμιού ή βρόμικου κρέατος του ήρθε δυνατή στα ρουθούνια, σα να του πήγαν κοντά του, κοντά στη μύτη του, κάτι τέτοιο.

Άνοιξε γρήγορα τα μάτια και πετάχτηκε: Μπα, μπα, τ’ είναι αυτό;

Μύρισε να δει μήπως κάπου κει ήταν τίποτα βρόμικο, κανένας ποντικός ψόφιος, αλλ’ η αποφορά κείνη είχε χαθεί.

Ήταν πειραγμένος, γιατί νόμισε πως αυτό κάτι κακό έλεγε γι’ αυτή, για τη μικρόσωμη κόρη. Και όσο κι αν προσπαθούσε να πει πως έτσι θα ’τυχε και θύμιζε στον εαυτό του πως η οικογένειά της είχε καλό όνομα, δεν μπορούσε να το διώξει απ’ το νου του. Επιτέλους βαρέθηκε: Βρε, δεν τις αφήνεις αυτές τις κουταμάρες!… είπε σχεδόν δυνατά.

Του ήρθε να βγει, αλλά κρατήθηκε. Όχι, έπρεπε να εργαστεί λίγο. Κι αυτό θα του ’κανε διπλό κακό. Ένα που θα εργαζότανε για τον εαυτό του –τα καλά κόπω κτώνται –κι ένα που ο πατέρας του, που θα ’βλεπε αυτό, ή θα του το ’λεγαν, θα καταλάβαινε ότι ο γιος του άλλαξε.

Παρατήρησε όμως, καθώς άνοιξε το συρτάρι του, κάποια ανωμαλία, αταξία μέσα κει, στα χαρτιά του…

Μπα, μπα! Τ’ είναι αυτό!… είπε.

Αυτός δεν τα ’χε βάλει έτσι, ανάποδα, τα γραμματόσημα χυμένα. Κάτι γραμματόσημα που μάζευε μεταχειρισμένα και που τα ’χε κάτω από τα χαρτιά του τα είδε σκορπισμένα στο συρτάρι.

Κάποιος έβαλε δω χέρι, είπε τρέμοντας απ’ την ταραχή του. Τ’ άνοιξαν μ’ αντικλείδι! Δε χωρεί αμφιβολία, να τα, να τα!… Μα ποιος να τ’ άνοιξε. Αυτοί, όχι. Ίσως η Σοφία, που λυπόταν, αυτή, αυτή, θα τη βάλανε…

Η ταραχή του μεγάλωσε. Θυμήθηκε το χαμόγελο της αδελφής του, τα γελαστά μάτια των άλλων: Με περγελούσαν, εμένα, αυτοί… Κι έχει γούστο να τα ’δωσαν και στις φιλενάδες τους, τις καρακάξες εκείνες, να τα διάβασαν…

Αν τους είχε εκείνη τη στιγμή στα χέρια του, θα τους έπνιγε. Μια ιδέα του ήρθε, για να τον στενοχωρήσει πολύ: Μην, επειδή δεν ήταν καλά, γελούσαν;

Και θύμωσε περισσότερο ή, καλύτερα, βίασε τώρα τον εαυτό του να θυμώσει ακόμα πιο πολύ, για να σκεπάσει με θυμό αυτήν του την ιδέα.

Αυτοί να καταλάβουν εμένα; Μα τώρα κουτός είσαι; Αυτοί είναι όλοι ηλίθιοι! Δεν το ’χεις καταλάβει; Αυτοί! Αυτοί να καταλάβουν εμένα!… Εμένα το κεφαλάκι τους, το μυαλάκι τους με νομίζει τρελό, κουτό, ενώ εγώ είμαι το αντίθετο. Το αντίθετο! Εγώ είμαι…

Εκείνο που ήθελε να πει έμεινε στο νου του, κι έτσι το ’δε σα ζωγραφιά μέσα σ’ αυτόν. Αλλά, σα να ξύπνησε κείνη τη στιγμή το μάγκικο πνεύμα του, είπε στον εαυτό του: Έλα, πάψε τώρα και μας ζάλισες, μεγάλε προφήτη, Μωυσή…

Σηκώθηκε και πήρε τα χαρτιά του: Θα τα σχίσω!

Και διάβασε τι είχε γράψει πηγαίνοντας κοντά στο παράθυρο. Τα βρήκε καλά και λυπήθηκε να τα σχίσει. Αλλ’ αφού τα ’χαν διαβάσει άλλοι;

Και τα ’σχισε βλαστημώντας.

Δε θα ’λεγε τίποτα, ούτε στη Σοφία, αλλ’ ήξερε τι θα ’κανε.

Τίποτα δεν είχε σκεφτεί, αλλά είχε την πεποίθηση στον εαυτό του πως, άμα το σκεπτόταν, κάτι θα ’βρισκε.

Σε λίγο όμως ρώτησε τον εαυτό του:

- Την έβαλαν ή μόνη της το ’κανε; Πάντα…

- Θα τό βρω, θα τό βρω… απάντησε νευρικά κουνώντας το κεφάλι.

Και κάθισε πάλι στο γραφείο του για να γράψει. Ό,τι έγραφε θα το ’κρυβε καλά… Αυτή τη φορά ευχαριστήθηκε ακόμα περισσότερο. Αλλά πάνω στο γράψιμο νόμισε πως κάποιος, κάτι αόρατο, τον βοηθούσε.

- Ναι, θα γίνω, είπε σε μια στιγμή που κάθισε ν’ αναπαυθεί, και συ θα με

βοηθήσεις. Το ξέρω. Όχι πως υποτάσσομαι, όχι!… Με ξέρεις και σε ξέρω…

Κι αισθάνθηκε, λέγοντας αυτά, πως ήταν κοντά του κείνη η άγνωστη δύναμη και μαζί πως ήτανε γνωστός της πολύ, δικός της, ο χαϊδεμένος της. Και πως αυτή δεχόταν, άκουγε τι της έλεγε.

Αλλ’ όταν θέλησε να γράψει αυτό που αισθάνθηκε, γιατί του άρεσε, αν και δεν πήγαινε με κείνο που έγραφε, του φάνηκε ότι, καθώς το έγραφε, κάτι σα γέλιο να έβγαινε απ’ την κάθε γραμμή!…

Όταν έφυγε, κανείς δεν ήτανε στο σπίτι, εκτός απ’ τη Σοφία.

Στο δρόμο, λίγα βήματα απ’ το σπίτι του, συνάντησε τον Ζαχαρία τον παντουφλά, με δυο άλλους, αγνώστους. Αλλ’ ο Ζαχαρίας ο παντουφλάς ήταν εκείνος ή κάποιος κύριος επίσημος; Φορούσε τώρα ημίψηλο, και μακριός ζακές τύλιγε το σώμα του, αγκάλιαζε τη χοντρή του κοιλιά.

Άμα είδε τον Φίλιππα, τον πλησίασε, αφήνοντας τους συντρόφους του:

- Πάνε, πάνε, του είπε, τα σφυριά και τα σουβλιά! Τα ’στειλα στους δαίμονες! Και

είμαι έτοιμος για κει!… Εμπρός, εμπρός! Πότε λες; Πρέπει να του δίνουμε! Για να κάνουμε την ζωήν εκείνην, την ωραίαν ζωήν! «Μη κτήσασθε χρυσόν, μηδέ άργυρον, μηδέ χαλκόν εις τας ζώνας υμών!» Αυτό λέει ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός!…

- Λοιπόν; τον ρώτησε ο Φίλιππας αποφεύγοντας ν’ απαντήσει.

- Τι λοιπόν! Να, πότε θα του δίνουμε για κει, για την χώραν την ευλογημένην, την γην της επαγγελίας;

- Και πού πας τώρα;

- Να, πάω μ’ αυτούς τους κυρίους, για να τους δείξω ένα σπίτι που πουλιέται. Κάνω, βλέπεις, προσωρινά τον μεσίτη. «Τι να ποιήσωμεν ίνα ζωήν αιώνιον κληρονομήσωμεν;» Έτσι είχαν ρωτήσει τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν.

Πάνω σ’ αυτό οι σύντροφοί του τον φώναξαν κι αυτός αναγκάστηκε να τ’ αφήσει στη μέση και να πάει μαζί τους.

- Θα τα πούμε κει, του φώναξε, στο καφενείο!

Ο Ζαχαρίας με τους δυο άλλους μπήκανε σε κάποιο στενό δρόμο, ο Φίλιππας προχώρησε για το σπίτι της μικρόσωμης κόρης.

- Δεν είναι καλά αυτός, είπε για τον παντουφλά, αυτός παλάβωσε στα γερά! Και τι

φταίω εγώ!

Βάδιζε χωρίς όρεξη όμως. Επιθυμούσε να μην ήτανε μόνος, να είχε και κάποιον άλλον μαζί του. Και σκέφτηκε να πάει απ’ το καφενείο για να πάρει τον Θεοφάνη. Αλλά, μόλις έκανε λίγα βήματα για κει, γύρισε πίσω για το σπίτι του.

Ανοίγοντας την εξώπορτα αθόρυβα, ανέβηκε πατώντας σιγά, με τα νύχια…

Ησυχία στα δωμάτια. Ο γάτος, ένας μαύρος, μόνο έκανε κάποιο θόρυβο, που πήδησε απ’ το τραπέζι της τραπεζαρίας.

Πάνω κει είδε δυο τρία πιατάκια…

Κοίταξε στο μαγερειό. Κανείς. Σιγά, όσο μπορούσε, ανέβηκε τη σκάλα που ’φερνε στο μικρό του δωμάτιο, ψηλά, δίπλα στην ταράτσα. Η σκάλα έτριξε λίγο, κι αυτός στάθηκε και μ’ αγριεμένα μάτια και σφιγμένα δόντια τη διέταξε με το νου του να μην τρίζει…

Αν και ξανάτριξε, του φάνηκε πως δεν έτριζε τόσο δυνατά όσο άλλοτε, ή όπως συνήθιζε. Κι ανέβηκε πάνω. Πατώντας στα νύχια, πλησίασε στο δωμάτιό του. Η πόρτα ήτανε μισανοιγμένη. Κάποιος θα βρισκότανε μέσα…

Άνοιξε με βία την πόρτα. Δεν είχε απατηθεί. Υπήρχε κάποιος, ένα κορίτσι. Η Σοφία. Τινάχτηκε αυτή φοβισμένη από κάτι που ψαχούλευε.

- Τι θέλεις εδώ; τη ρώτησε αρπάζοντάς την απ’ το μπράτσο. Φορούσε ένα μπουστάκι που άφηνε τα μπράτσα της γυμνά σχεδόν… Κι αισθάνθηκε αυτός την παχουλή σάρκα στο χέρι του κι είδε μαζί το μελαχρινό της πρόσωπο να χάνει το χρώμα του, και είδε τώρα πιο καλά πόσο είχε γίνει νόστιμο…

- Έλα, της είπε γλυκά, μη φοβάσαι, δεν τα ’χω με σένα…

Την άλλη μέρα ήταν Κυριακή. Το πρωί επήγε απ’ το καφενείο για να βρει τον Θεοφάνη. Αλλ’ εστάθηκε αδύνατο να τον ξεκολλήσει απ’ τα χαρτιά που έπαιζε.

- Δε χάθηκε ο καιρός, του έλεγε ο Θεοφάνης, έχουμε καιρό!…

Αυτός, που ήθελε να πάει, να περάσει, για να τον δει, να δει ότι έτρεχε γι’ αυτή, αισθανόταν ταραχή. Αλλ’ είχε και μια άλλη ταραχή. Είχε πατήσει την αγάπη του, είχε αγκαλιάσει άλλη κόρη, τη φίλησε! Αυτός, αυτός! Είχε άλλη ιδέα για τον εαυτό του, και του φαινότανε να ’κανε ένα μεγάλο έγκλημα που πάτησε την αγάπη του, λησμόνησε το ξανθό κείνο κεφαλάκι και την πλάγια κείνη ματιά, τη γεμάτη άπειρη γλύκα…

Επιτέλους αποφάσισε να πάει μόνος και πήγε. Στον Θεοφάνη είπε πως θα πήγαινε ίσαμε το σπίτι.

- Μα τι κάνεις στο σπίτι συ; Πάλι κει θα πας; τον ρώτησαν οι άλλοι.

- Κάτι διαβάζω! τους απάντησε.

- Μα τι διαβάζεις; Τόσο σπουδαίο είναι;

- Το ευαγγέλιο του έρωτος! τους είπε ο Θεοφάνης.

- Α, α! τώρα το καταλάβαμε!

- Έχει δίκαιο ο κατηγορούμενος!

Ο Φίλιππας θύμωσε και ο Θεοφάνης αναγκάστηκε να τους πει με ύφος σοβαρό ότι η αλήθεια ήταν ότι κάποιο βιβλίο διάβαζε για τα βάθη της Αφρικής, για…

Αλλ’ απ’ το σπίτι της μικρόσωμης κόρης που πέρασε, πάλι αποτυχία… Κρίμα η συγκίνησή του, κρίμα το χοροπήδημα της καρδιάς! Παρηγορήθηκε όμως με τη σκέψη πως το απόγευμα, που ήταν Κυριακή, θα την έβλεπε, δίχως άλλο, στην πλατεία, όπου όλη η πόλη μαζευόταν.

Και το απόγευμα ξεκίνησε αφού κάτι πάλι, μια ταραχή, έπαθε. Η Σοφία είχε περάσει από κοντά του κοιτάζοντάς τον μ’ ένα χαμόγελο. Μα πού το βρήκε; σκεπτόταν έπειτα. Και του φάνηκε, ενώ δεν το ήθελε καθόλου, πως αυτό ήταν ανώτερο, πιο γλυκό απ’ της ξανθούλας τη ματιά…

Τον θύμωσε όμως αυτό, γιατί το βρήκε έτσι…

Και βγήκε έξω έχοντας στο νου του την ξανθούλα. Σε λίγο, καθώς πήγαινε, πάλι η ματιά της μελαχρινής δούλας ήρθε στο νου του. Τώρα θέλησε να θυμώσει με τον εαυτό του, γιατί της τάραξε τη γαλήνη. Αλλ’ αισθάνθηκε μια ηδονή να ξεπετιέται δυνατή, σα να βρισκόταν κρυμμένη και παραμόνευε να φανεί.

Όταν έφθανε στην πλατεία όμως, έφθασε με τη μορφή της ξανθούλας στο νου του να λάμπει. Αλλά και πάλι, πέρα, σαν κολλημένη σε μια άκρη και όμοια με σκοτεινό σημάδι, μια άλλη μορφή επίμονα έμενε: η μορφή της μελαχρινής Σοφίας…

Όταν ο κόσμος έφυγε, το πανηγύρι τέλειωσε, ο Φίλιππας έμεινε δυσαρεστημένος με τη μικρόσωμη κόρη.

Την είχε βρει μέσα στο πολύχρωμο πλήθος, αλλ’ ό,τι ήλπιζε δεν έγινε. Σα να τον λησμόνησε, να μη τον θυμόταν καθόλου! Ήτανε με μια φίλη της, και στο χαιρετισμό του τον βαθύ μόλις κούνησε το κεφάλι, και η ματιά της ψυχρά τον κοίταξε.

Α, χωρίς άλλο, κάτι κακό θα της είπε γι’ αυτόν κείνος ο βλάκας ο αδελφός της! Πόσο όμως ήταν ωραία! Φορούσε αυτή τη φορά ναυτικά και κούκο ναυτικό.

Μα τι ζητούσε έπειτα, με τη φίλη της, μες στα κηπάρια; Σα να παίζανε κυνηγητό με κάποιον! Είχανε σταθεί πίσω από κάτι χαμόδεντρα και κρυφόβλεπαν… Όταν παρουσιάστηκε ο Φίλιππας, φύγανε.

Τι να ’τανε; έλεγε αυτός.

Άλλοτε αισθανόταν απογοήτεψη δυνατή και μαζί και θυμό, αλλ’ όταν την έφερνε με το νου του, πώς ήτανε, μανιακά έλεγε πως θα επέμενε. Αλλά και σε όλο αυτό το διάστημα, σε όλη αυτήν την πάλη, δεν έπαυε μια μορφή να φαίνεται σα να ’θελε να τον εμποδίσει να σκέπτεται την ξανθούλα.

Και όταν η μέρα άρχισε να χάνεται και το σκοτάδι ν’ απλώνεται, αισθανόταν την εικόνα της ξανθούλας να υποχωρεί μπρος στο μελαχρινό πρόσωπο κείνο και σε μια έτοιμη ηδονή. Και για να δικαιολογήσει αυτό, έλεγε πως το ’κανε από εκδίκηση.

Απ’ ώρα η πλατεία είχε ερημωθεί, ο ψυχρός αέρας είχε διώξει μετά τη δύση του ήλιου και τους τελευταίους περιπατητές. Σύννεφα είχαν πέσει στον ουρανό και η θάλασσα σκοτεινή κυλούσε τα κύματά της στην παραλία…

Στο σπίτι, που πήγε, το βρήκε αλλιώτικο. Όλοι να περπατούνε σιγά και με τις μύτες των παπουτσιών τους. Η μάνα του είχε βγει από πάνω απ’ τη σκάλα, καθώς ανέβαινε αυτός χτυπώντας δυνατά τα πόδια του στα σκαλοπάτια, και του έκανε:

- Σουτ!... Σιγά!

Θέλησε να τη ρωτήσει τι συμβαίνει, αλλ’ αυτή τον κοίταξε άγρια κι έφυγε. Μην είναι κανείς άρρωστος, ο πατέρας;

Περπάτησε κι αυτός σιγά, χωρίς να ξέρει τι συμβαίνει. Η πόρτα της τραπεζαρίας ήταν κλεισμένη.

Μην έχουνε μέσα συμβούλιο;

Να ρωτήσει τους αδελφούς του δεν ήθελε, και πήγε στο μαγερειό πατώντας σιγά. Εκεί βρήκε τη Σοφία, κι αυτή του είπε τι έτρεχε:

- Ο γαμπρός σας κάνει το σχέδιο της μηχανής κείνης που ’λεγε!

Και το ’κανε κει στην τραπεζαρία, γιατί είχε άπλα…

Κάθισε μες στο μαγερειό, για να μην αναγκαστεί να περπατήσει σιγά τώρα που έμαθε την αιτία. Κι έμεινε ώρα μέσα κει, χωρίς να τολμά ν’ απλώσει στη Σοφία, που τον κοίταζε με τα μαύρα μάτια της και του άναβε περισσότερο την επιθυμία που ’χε γι’ αυτή. Όλοι περπατούσανε με τις μύτες των παπουτσιών τους, και θα ήταν πολύ τολμηρό αν το ’κανε…

- Μα τι μηχανή είναι αυτή που θα κάνει; τον ρώτησε η Σοφία.

- Τι μηχανή είν’ αυτή; της απάντησε. Ξέρω κι εγώ! Νομίζεις ότι δίνω προσοχή σ’

αυτούς;… Δε μ’ αφήνεις! Ούτε με μέλει, ούτε προσέχω τι κάνουν!… Ας βρούνε και μια μηχανή να κάνουν ανθρώπους! Αν και καλύτερους από τη μηχανή τη γνωστή δε θα μπορέσουν ποτέ να κάνουν!…

- Έλα, δεν ντρέπεσαι!… του έκανε η Σοφία κατεβάζοντας λίγο το κεφάλι, αλλά

κοιτάζοντάς τον μ’ άπειρη γλύκα, που ’χε και κάτι ντροπής.

Και βραδύνανε να φάνε. Ο πατέρας του, που είχε έρθει, περίμενε στο σαλονάκι να τελειώσει ο γαμπρός του το σχέδιο, χωρίς να μιλά, με σκυμμένο κεφάλι.

Επιτέλους άνοιξε η πόρτα της τραπεζαρίας. Και μεμιάς τότε, σα να αφέθηκε ελεύθερος ο θόρυβος, ακούστηκαν ομιλίες, γέλια. Ο γαμπρός του όμως αμίλητος έμενε και όλο σήκωνε τα μαλλιά του.

Λάδι πολύ θα χρειαστεί γι’ αυτή τη μηχανή! σκέφτηκε ο Φίλιππας.

Και στο τραπέζι, όσο τρώγανε, ο γαμπρός του έμεινε σχεδόν αμίλητος και μόνο κάτι λεξούλες έλεγε:

- Ναι… μάλιστα… πώς;

Και κάθε τόσο σήκωνε τα μαλλιά του.

Ο Φίλιππας, που είδε όλους να τον κοιτάζουνε μ’ αληθινή ευλάβεια, ζήλεψε. Αλλά στου πατέρα του τα μάτια δεν το ’δε αυτό καλά, αυτουνού τα μάτια σα να ’λεγαν κι άλλα πράγματα…

Η αδελφή του καθόταν υπερήφανη κοντά στον άντρα της. Και του ’χε πει με τρυφερή μέριμνα:

- Θα κουράστηκες πολύ, ε, Περικλή μου;

- Ε, λίγο! έκανε αυτός κι έπιασε το μέτωπό του.

Οι δυο αδελφοί του Φίλιππα κοιταχτήκανε χωρίς να μιλήσουν κι έγειραν τα κεφάλια στα πλάγια, κρεμώντας λίγο τα χείλια, κι έκαναν μια κίνηση με το χέρι. Κι έλεγαν όλα αυτά μαζί:

- Έχει δίκαιο!

Τρώγανε σιωπηλοί σχεδόν ή, όταν μιλούσανε, μιλούσανε σιγά. Πού άλλοτε!…

Ο Φίλιππας επρόσεχε σ’ αυτά και πειραζόταν. Αλλ’ είδε να τον κοιτάζει, όταν ερχόταν, η Σοφία, που έφερνε σιγά τα φαγιά.

Μετά πήγε αυτή στην πόρτα της τραπεζαρίας που έβγαινε στο μαγερειό και κει στάθηκε κοιτάζοντάς τον. Αυτός τότε φοβήθηκε μην την ιδούνε. Αλλ’ αυτοί αλλού προσέχανε.

Και πώς τον κοίταζε! Τα μάτια της τα μαύρα τι βάθος έπαιρναν! Η καρδιά άρχισε να χτυπά με ανησυχία ηδονικά, κι αισθανότανε να τρέμει…

Η μορφή της μικρόσωμης κόρης, που έκανε να χαθεί, σβήστηκε γρήγορα.

Όταν φάγανε, ο γαμπρός του μίλησε. Καθώς είχε το χέρι του ακουμπισμένο στο τραπέζι, κούνησε πρώτα την πυγμή του, την έφερε βόλτα σα να ’κανε με κάποιο αόρατο σπαθί κύκλους κι έπειτα είπε:

- Εδώ θα δούμε!

Σα να κρεμάστηκαν όλοι, εκτός απ’ τον Φίλιππα, απ’ τα χείλια του.

- Για την εφεύρεση; τον ρώτησε η γυναίκα του.

Αυτός δεν της απάντησε, αλλ’ είπε:

- Μα δεν ξέρετε τι κούραση αισθάνομαι!

- Μα είναι δυνατόν να μην έχετε κούραση! Εδώ εργάζεται ο νους! μίλησε και η

πεθερά του.

- Σωστό, όσο να το πάρει κανείς και να το εφαρμόσει… είπε και ο αδελφός του

Φίλιππα, ο Σωκράτης, κάνοντας το χέρι του να πάρει σχήμα φόρμας.

Ο γαμπρός του κούνησε το χέρι του γρήγορα σα να ’λεγε: «Αυτά δεν είναι τίποτε!» Και είπε κουνώντας το κεφάλι δεξιά και αριστερά:

- Κούραση, κούραση!

- Να πας έξω, να πάρεις λίγο αέρα, του έκανε η γυναίκα του, να ξεδώσει ο νους

σου!

- Ναι, πρέπει, είπαν και οι άλλοι, μην κλειστείς μέσα ύστερα από τέτοια εργασία!

Ο νους θέλει να ξεκουραστεί, ν’ αναπαυτεί από τίποτε ωραίον!…

- Να βρείτε τους φίλους σας…

- Τους φίλους μου να βρω! Ποιανούς φίλους μου;

- Εκείνους που πας και βρίσκεις, ποιανούς άλλους! του είπε η γυναίκα με μικρό

θυμό.

Αυτός κούνησε το χέρι του νευρικά κι ύστερα είπε:

- Λαμπρά!… Επειδή πηγαίνω και βρίσκω κάτι… να τους πω ανθρώπους; Αυτό είναι

μια ερώτηση! Αυτοί λοιπόν οι κύριοι γινήκαν και φίλοι μου, που δύναμαι να ξεκουράσω και το νου μου ομιλών με ανθρώπους, οι οποίοι άλλο δεν κάνουν παρά να μιλούνε για εμπόριο και πόσα κέρδισαν, και κάποτε να τσακώνονται για πολιτικά! Αυτοί είναι οι φίλοι που πάω και βρίσκω! Σας αρέσουν; Τώρα γιατί πάω αφού δεν είναι του γούστου μου; Θα σας το εξηγήσω κι αυτό!… Μα πού και πώς να βρω στο γαϊδουρότοπο αυτόν εδώ άλλους να καθίσω λίγο; Οι άλλοι είναι ακόμα χειρότεροι! Τι λέω! Τρεις φορές χειρότεροι! Και αναγκάζομαι να κάθουμαι μ’ αυτά τα κτήνη και να χασμουριούμαι απ’ την αηδία! Πού να πάω;

- Έχει δίκαιο! μίλησε η πεθερά του, ενώ ο πεθερός του έμεινε σιωπηλός με

σκυμμένο λίγο το κεφάλι και κρατώντας το κάτω χείλι του και κουνώντας το ελαφρά.

- Έπειτα, είπε πάλι ο γαμπρός του, εγώ έχω πολλά που με βασανίζουνε! Θέλω

εργοστάσιο! Δεν πιστεύω ότι μπορούν αυτά εδώ τα γύφτικα να μου κάνουν αυτήν την εργασία! Κι έπειτα θέλω να δώσω στο ένα αυτό το τεμάχιον, στ’ άλλο εκείνο! Έτσι πρέπει, για να μην καταλάβουν τι θέλω να κάνω! Και είναι αδύνατον να γίνει αλλού! Αδύνατον! Εγώ πολεμώ, βάζω εμπρός εργασία που από χρόνια είχα στο νου μου… Τώρα, θα πετύχω;… Εγώ έχω πεποίθηση! Τώρα μπορεί να συμβεί το εναντίον! Άνθρωποι είμεθα! Αυτό είναι σα μια επιχείρηση, αλλά τι επιχείρηση! Μπορεί να χάσεις, αλλά άμα κερδίσεις… Χαιρέτα μας τον πλάτανο!… Αυτά, που λέτε… Για να ξεκουραστεί ο νους, πρέπει να βρίσκει ανθρώπους να μιλά, ανθρώπους! Και νομίζω πως αυτό είναι κάτι.

- Κάτι, λέει!… μίλησε και η γυναίκα του. Είναι το όλον!

Ο Φίλιππας ανέβηκε στο δωμάτιό του και κάθισε αρκετή ώρα στο γραφείο του, χωρίς να κάνει τίποτα. Ύστερα, άμα άκουσε ησυχία και βγήκε και πήγε ίσαμε τη σκάλα, για να βεβαιωθεί, άνοιξε το παράθυρο. Είδε φως στο μαγερειό. Σφύριξε τότε σιγά.

Ένα προσωπάκι φάνηκε στο σιδερόφραχτο παράθυρο του μαγερειού…

- Τώρα, τώρα!… του είπε.

Θέλησε κάτι να της πει, αλλ’ η μορφή κείνη έφυγε. Αυτός έμεινε στο παράθυρο. Η καρδιά του χτυπούσε ηδονικά. Το προσωπάκι της ξανθούλας ήρθε στο νου του. Σούφρωσε όμως τα φρύδια κι είπε με θυμό: Σώπα!…

Το πρωί σύννεφα είδε να ’χουν πέσει στον ουρανό. Και ευχαριστήθηκε πολύ. Το βράδυ η Σοφία του ’χε πει πως το πρωί είχε δουλειά πολλή και κοπιαστική. Θα ’βγαζε νερό απ’ το πηγάδι, ένα βαθύ πολύ, για να γεμίσει πιθάρια και κάτι βαρέλια παλιά, γιατί θα ερχόταν η πλύστρα. Το ντεπόζιτο του βρόχινου νερού είχε σωθεί. Βρύση είχανε μόνο στο μαγερειό, αλλ’ εκεί που την είχαν ήταν πολύ δύσκολο και πιο κοπιαστικό να παίρνει νερό με ντενεκέ του πετρελαίου. Και του ’χε πει:

- Α, τα χέρια μου θα κατακοπούνε! Δεν ξέρεις πόσο κουράζουμαι!

Αυτός, όταν αυτή έφυγε, άνοιξε το παράθυρο και κοίταξε ψηλά. Είδε αστέρια να λάμπουν δυνατά στον μαύρο, στον κατάμαυρο ουρανό, τα σύννεφα είχανε φύγει. Έκανε τότε μια ευχή, όχι διαταγή, εζήτησε να πέσουνε σύννεφα και να πιάσει βροχή δυνατή, για να γεμίσει το ντεπόζιτο του βρόχινου νερού.

Και να! Το πρωί σύννεφα, θολά σύννεφα, να ’χουν κρύψει το γαλάζιο χρώμα τ’ ουρανού, έτοιμα για βροχή!

Αισθάνθηκε πως ακουγόταν.

Αλλ’ όλη τη νύχτα την είχε περάσει με τη μικρόσωμη κόρη! Την έβρισκε, την έχανε, κι έξω απ’ ένα βαθύ υπόγειο, που καθότανε μια γυναίκα κοινή, την ξαναβρήκε και του ’δωσε τα χείλια της. Κι ύστερα μανιακά αγκαλιασμένοι κυλιστήκανε κάτω στο πεζοδρόμιο και κοντά στο παράθυρο της γυναίκας εκείνης. Κι ήτανε νύχτα βαθιά, βαθιά, μαύρη νύχτα, και ερημιά παντού…

Και όταν σηκώθηκε, όλος ο νους του ήτανε γεμάτος απ’ τη μικρόσωμη κόρη. Και σα να ’χε γίνει στ’ αληθινά, αισθανόταν ηδονή στη σκέψη του φιλήματός της κι έπειτα στο μανιακό αγκάλιασμα…

Κι άρχισε πάλι να μαλώνει τον εαυτό του για τη διαγωγή του και να ζητά να βγει γρήγορα έξω, για να περάσει απ’ το σπίτι της ξανθούλας…

Αλλ’ όταν έφευγε, που στράφηκε και κοίταξε πίσω, αντίκρισε τα μάτια της Σοφίας. Η ματιά της κείνη του ’φερε μια παράδοξη συγκίνηση. Του θύμισε κάτι πολύ μακρινό, σα να την είχε δει αυτή τη ματιά, αυτήν την έκφρασή της, κάπου άλλοτε, σε χρόνια περασμένα, σε μακρινή εποχή, που χανόταν σε βάθη.

Μα τ’ είναι αυτά! είπε.

Και περπατούσε με μια τρεμούλα κι αισθανότανε σα να βρισκόταν μισός σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο και ο άλλος να ’χε βυθιστεί στο χάος, στα πεθαμένα χρόνια, στη μαυρίλα του άγνωστου, που ’χε ανοίξει, είχε φωτιστεί για λίγο…

Μπα, τι έπαθα, τ’ είναι αυτά! είπε πάλι. Φαίνεται είμαι στις ώρες μου!

Και όμως βάδιζε για το σπίτι της ξανθιάς κόρης. Αλλ’ όταν τ’ αντίκρισε κι είδε τ’ ανοιχτά παράθυρά του, στάθηκε και γύρισε πίσω. Δεν ήθελε και ντράπηκε να τον δει να περνά ύστερα απ’ τον περιφρονητικό της τρόπο, απ’ την ψυχρή της κείνη ματιά.

Είχε απομακρυνθεί απ’ το σπίτι της αρκετά, όταν πάλι γύρισε πίσω. Και πέρασε.

Στ’ ανοιχτά παράθυρα δεν ήταν κανείς, οι κουρτίνες οι άσπρες φούσκωναν απ’ το αεράκι που φυσούσε, αλλά ξαφνικά, σα να παραμόνευε, φάνηκε αυτή, η ξανθιά κόρη, με ξέπλεχτα μαλλιά…

Θαμπωμένος, πέρασε.

Σταγόνες αρχίσανε να πέφτουν απ’ τα θολά τα σύννεφα… Κοίταξε ψηλά. Επεθύμησε να ’πιανε βροχή δυνατή για να γέμιζε το ντεπόζιτο…

Κι είχε σκοτεινιάσει σχεδόν. Σε πολλά καταστήματα, στο βάθος τους, είδε φως να ’χουν ανάψει. Του άρεσε έτσι, μες στη βροχή, που περπατούσε, η σκοτεινιά. Άφησε τις σκέψεις του για άλλοτε κι έβαλε τα χέρια στις τσέπες κι άρχισε να περπατά σιγά. Θέλησε κάτι να ’ταν…

Στο σπίτι πήγε νωρίς και κλείστηκε στο δωμάτιό του.

Η βροχή είχε πάψει, κι άκουγε τον κρότο του μαγκανιού να δουλεύει γρήγορα.

Θα τον ενοχλούσε η σκέψη της Σοφίας, αν δεν είχε μια άλλη ενόχληση.

Όταν ερχόταν στο σπίτι, συναντήθηκε με τον γαμπρό του, σκεπασμένο από μια μεγάλη ομπρέλα, που τον έκανε να πει:

- Για να μη λιώσει η ζάχαρη…

Αλλά και ο γαμπρός του είδε και τον κοίταξε μ’ ένα ύφος και με μια ματιά, που, όσο τη θυμάται ο Φίλιππας, αισθάνεται θυμό και θυμό…

Μα το είπα, έλεγε, θα του χαλάσω τη φάτσα!

Αλλά δεν έφτανε αυτό, και σε μια στιγμή που το μαγκάνι σώπασε, άκουσε να του ξύνουν την πόρτα. Κατάλαβε πως ήταν η Σοφία και σηκώθηκε γρήγορα, της άνοιξε και την άρπαξε στην αγκαλιά του. Όλα φύγανε, ο θυμός, η ξανθούλα, σα χαρτιά κύλησαν, πήραν δρόμο, που τα φυσά δυνατός άνεμος. Αλλ’ η Σοφία του είπε και νέα. Του είπε πως ο γαμπρός του πήγε στον πατέρα του για να του πει ξάστερα πως θέλει να του δώσει λεπτά για τη μηχανή και για να πάει στην Αθήνα με τη γυναίκα του. Κι είχανε γίνει το πρωί φασαρίες. Φώναζε ο γαμπρός του, και μαζί όλοι οι άλλοι. Θέλουν κι αυτοί να πάνε στην Αθήνα! Και λένε πως ο παλιόγερος τους θέλει κει κλεισμένους σα σε μοναστήρι, ενώ έχει περιουσία…

Και η Σοφία έφυγε πάλι σιγά, αθόρυβα, καθώς είχε πάει.

Ο Φίλιππας έμεινε σκεπτικός.

Ουμ, ουμ! έκανε, κλείνοντας λίγο το ’να του μάτι. Εδώ βλέπω γίνονται δουλειές κι εγώ κοιμούμαι! Γιά στάσου… Αυτοί θα τον φάνε τον γέρο!

Του φάνηκε σα να ελευθερώθηκε από κάτι που δεν τον άφηνε να δει καλά τι γίνεται γύρω του, μέσα στο σπίτι. Και πρώτη φορά σκέφτηκε καλά τι γινόταν, πρώτη φορά έβλεπε πόσο είχαν αλλάξει αυτοί, εκτός απ’ τον πατέρα του, απ’ τον καιρό που μπήκε ο γαμπρός του ο Περικλής μέσα στο σπίτι. Είχαν πάθει όλοι τους μια μεγαλομανία που δεν είχε όρια. Κόψανε σχέσεις με οικογένειες, για τι δεν τους φανήκανε να ’χουν αριστοκρατικό. Κι είχαν μ’ αυτές χρόνια και χρόνια φιλία. Και κρατούσανε φιλία με λίγες, που είχαν κι αυτές την ίδια λόξα. Κι άλλο δεν άκουγες πια στο σπίτι παρά για αριστοκρατία, καλούς τρόπους, και να σιχαίνονται τον τόπο αυτόν, που τους παραπλούτισε, και να τον βρίζουνε μπακάλικο. Είχαν αρχίσει να βρίσκουνε για προσβολή τη δουλειά του πατέρα τους, γιατί ήτανε μεγαλομπακάλης, και να του λένε να την παρατήσει και να κάνει μια λεπτότερη εργασία…

- Τραπεζίτης, είναι ωραία εργασία, δεν έχει τίποτα κακό! είχε ακούσει πολλές

φορές ο Φίλιππας την αδελφή του να λέει.

Αυτή κρατούσε τη σημαία της αλλαγής μες στο σπίτι. Και με τρόπο λέγανε στον γέρο Μπαλάτη, τον πατέρα του Φίλιππα, πως καλό και ωραίο θα ’κανε να τα πουλούσε όλα και να πήγαιναν στην Αθήνα, όπου θα περνούσανε μια θαυμάσια ζωή. Απ΄του γέρου Μπαλάτη όμως τ’ αυτιά απ’ τη μια μεριά μπαίνανε και απ’ την άλλη βγαίνανε. Αλλά να η Επανάσταση! Και αρχηγός ήταν ο γαμπρός του ο Περικλής! Αυτός είχε σπουδάσει μηχανικός, αλλά καθόταν. Απ’ τον καιρό που παντρεύτηκε πάντα ταξίδια έκανε. Του γάμου ταξίδια. Τα λεπτά τα μετρητά τα είχε φάει σ’ αυτά τα ταξίδια και είχε αρχίσει να ζητά για τα καθημερινά του έξοδα χρήματα απ’ τον πεθερό του.

Εδώ, στη σκέψη αυτή, του ήρθε θυμός του Φίλιππα. Όλο λεπτά, λεπτά του δίνουν, ενώ σ’ αυτόν;… Οι τσέπες του ήταν απείραχτες, ενώ τα ρούχα του πηγαίνανε να λιώσουν!

Γιά ορίστε! Κοιτάτε, στο θεό σας, στο διάβολό σας! είπε σα να τις έδειχνε σε κάποιον τις τσέπες του και τις έσυρε έξω. Πεντάρα, πεντάρα τσακισμένη!… Πού να βρεθεί!...

Σκέφτηκε όμως πως, αν ζητούσε, ποτέ δε θα του αρνιόταν ο πατέρας του. Να ζητήσω! Έπρεπε να το ’χει καταλάβει πως είμαι κι εγώ άνθρωπος! Τι με μέλει!

Αλλά πάλι, αν και του ’ρθε να μην ανακατευτεί, πάλι σκέφτηκε γι’ αυτά που γινόντουσαν. Πρέπει να λάβω μέρος, γιατί θα κάνουνε τον γέρο άνω κάτω! Θα του πάει του φουκαρά η σκούφια του ανάποδα!

Του φάνηκε όμως πως είχε και κάποιο δίκαιο ο γαμπρός του, που ζητούσε τώρα χρήματα, αφού ήθελε κάτι να κάνει… Θύμωσε: Ας μην τα ’τρωγε τα δικά του σε ταξίδια! Ου, τον άτιμο! Είχε θυμηθεί και τον τρόπο που τον κοίταξε: Τον άτιμο, ξεσκόνισμα τα μάγουλά του θέλουνε!… Τον άτιμο!

Κούνησε το κεφάλι του λίγο. Ύστερα είπε σηκώνοντας το δάχτυλο: Να ξέρεις όμως, αυτός… σε μένα διακρίνει εμπόδιο!

Ο πατέρας του δεν ήρθε το μεσημέρι. Ο γαμπρός του στη μέση ούτε τον κοίταξε που μπήκε, αλλ’ είχε ένα ύφος αγριεμένο, που τον αγρίεψε κι αυτόν.

Αλλ’ η Σοφία δεν ήρθε να φέρει το φαΐ, και κάθε τόσο σηκωνόταν η αδελφή του. Ύστερα είδε την πλύστρα, μια χοντρή με μικρά μάτια γυναίκα και με πλαδαρό και με μεγάλες ζάρες πρόσωπο, να έρχεται και να υπηρετεί.

Και τρώγανε σιωπηλοί.

Ο Φίλιππας αισθάνθηκε ανησυχία: Μα πού είναι αυτή;

Και το τραπέζι τελείωσε έτσι, χωρίς να λένε σχεδόν τίποτα.

Του φαινόταν σα να ’τανε δεμένος τόση ώρα και τον λευτερώσανε. Και καθώς αυτοί διευθύνονταν στη σαλίτσα, αυτός μπήκε στο μαγερειό, όρμησε έπειτα κάτω και κοίταξε. Η Σοφία δεν ήταν ούτε εκεί.

Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, τα πόδια του είχανε γίνει βαριά και η όψη του είχε χαλάσει. Μα τι έγινε; Μην την έδιωξαν; Ζάλη του ’ρθε. Και σ’ αυτή την ταραχή είδε κάτι καλά, που δεν ήξερε. Την αγαπώ! είπε. Ναι, και τι άλλο ήταν αυτό απ’ αγάπη; Αυτήν αγαπούσε!

Και τώρα το πρόσωπο της ξανθούλας που φάνηκε στο νου του, του ’φερε θυμό, γιατί αυτή έφταιγε που αυτός δεν την πρόσεξε περισσότερο, δεν… Α, θα την έβρισκε, αν την είχανε διώξει, δε θα την άφηνε, όχι, ποτέ!

Ζαλισμένος πήγε μέσα. Η γυναίκα, η πλύστρα, έπλενε τα πιάτα μες στο μαγερειό. Πέρασε στην τραπεζαρία και απ’ εκεί βγήκε στο διάδρομο. Εκεί βρήκε τους αδελφούς του να κάθονται μ’ έναν γεροντάκο, που του τον σύστησαν για πατριώτη του πατέρα τους. Και δε θα τον σύσταιναν, αν ο γεροντάκος δε ρωτούσε, που τον είδε. Αυτοί τον γεροντάκο τον ήξεραν. Τον είχανε γνωρίσει στην πατρίδα του πατέρα τους, που είχαν κάποτε με τη μάνα πάει. Είχανε μείνει και στο σπίτι του. Τώρα είχε έρθει ζητώντας τον πατέρα τους. Κι επειδή δεν τον βρήκε στο κατάστημά του, ήρθε στο σπίτι, είχε κάτι δουλειές…

Έμεινε κι αυτός εκεί, μη θέλοντας να πάει επάνω, κι έκανε πως ακούει. Μα και όταν ήθελε να προσέξει, κάτι σα ρεύμα που φαινότανε να τρέχει στο νου του τα παρέσυρε.

Αλλά να, η πόρτα! Ο χωριάτης σηκώθηκε νομίζοντας πως είναι ο πατέρας του, αλλ’ αντί να φανεί αυτός, φάνηκε η μορφή η μελαχρινή της Σοφίας. Γαλήνη έπεσε μεμιάς στο νου του Φίλιππα. Η τρικυμία έπαψε που τον έδερνε, και σα να ’λαμψε μεμιάς λαμπρός ο ήλιος.

- Μα γιατί άργησες; η φωνή της μάνας του ακούστηκε αγριεμένη.

Είχε βγει στην πόρτα της σαλίτσας.

- Μαμά! η φωνή της αδελφής του από μέσα, για να κρατήσει το θυμό της μάνας της.

Ο Φίλιππας φοβήθηκε στην αρχή μην η μάνα του, και ας ήταν ο πατριώτης του πατέρα του εμπρός, ορμήσει και τη χτυπήσει, όπως έκανε συχνά, και αναγκαστεί κι αυτός να επέμβει. Αλλ’ η μάνα του δεν όρμησε, έμεινε στην πόρτα με αγριεμένα μάτια λέγοντας:

- Ακούς, η πλύστρα να πλένει τα πιάτα, να κάνει τη δικιά σου δουλειά!...

- Μα, κυρία, της έλεγε η Σοφία, αυτή μ’ άργησε, όσο να τα δώσει! Δε φταίω γω!

- Πού ’ν’ τα!

- Νά τα, νά τα!

Η κυρία της άπλωσε το χέρι της και τ’ άρπαξε και μπήκε πάλι μες στο σαλονάκι. Η Σοφία κοίταξε τον Φίλιππα, κι αυτός της ένεψε να φύγει.

Ο γερο-χωριάτης γελαστός κουνούσε το κεφάλι:

- Μα δε μου λέτε, αυτή, είπε δείχνοντας με το κεφάλι το μέρος που η Σοφία είχε φύγει, δεν είναι η κόρη του Κοντομιχάλη, ε;… Όμορφο γίνεται το κακόμοιρο! Άτυχο όμως, άτυχο! Ποιος το ’λπιζε ποτέ, του Κοντομιχάλη το παιδί να γίνει ψυχοπαίδα στου Μπαλάτη!...

- Γιατί; ρώτησε ο ένας αδελφός του.

- Γιατί;… Φαίνεται δε θα το ξέρετε, για να ρωτάτε! Θα σας το πω εγώ! Γιατί

αυτουνού εκεί του κοριτσιού η φαμίλια του ήταν η πρώτη μες στον τόπο μας!... Αυτό δε σας το είπε ο πατέρας σας; Το ξέρει καλά και καλά!...

- Μα εγώ έχω ακούσει, του απάντησε ο Σωκράτης, ο αδελφός του Φίλιππα, πως η

δικιά μας ήταν η πρώτη!…

- Ποιος το είπε; Δεν το λέω να σας προσβάλω, παιδί μου, μα αυτή είναι η αλήθεια!

Ο πατέρας σας δεν πιστεύω να σας το είπε αυτό!… Εμένα τι με μέλει, μα αυτό είναι η αλήθεια!… Καλή κι άξια ήταν η φαμίλια του πατέρα σου, μα αυτή, του κοριτσιού, ήταν η πρώτη!… Κι ύστερα, τι άλλο θέλετε, ξέρετε γιατί ξενιτεύτηκε ο παππούς σας;…

- Γιατί ξενιτεύτηκε; τον ρώτησε με κάποιο θυμό ο αδελφός του Φίλιππα, ο Μίμης.

- Γιατί; Τώρα σεις, παιδάκια μου, δε σας αρέσουν αυτά, το βλέπω, μα αυτή είναι η

αλήθεια!… Ξέρετε λοιπόν γιατί ξενιτεύτηκε; Πρέπει να το ξέρετε κι αυτό, δεν κάνει κακό! Ο πατέρας σας αυτό δεν μπορούσε να σας το πει, έπρεπε να τ’ ακούσετε απ’ άλλονε!… Ξενιτεύτηκε ο παππούς σας, γιατί είχε ξετρελαθεί με τη γιαγιά αυτουνού του κοριτσιού, της ψυχοπαίδας σας! Και ο γερο-Μπάτσας δεν ήθελε ούτε ν’ ακούσει γι’ αυτόνα! Ήθελε έναν άλλο, τον Μπάρα, που ’χε κι αυτός χρήματα και καράβια! Κι ο παππούς σας φαρμακώθηκε απ’ τον καημό του, αλλά τον σώσανε! Κι ύστερα έφυγε, πήγε στην Αμερική με καράβια! Και η γιαγιά της όμως τον αγαπούσε, λέγανε, κι είχε αρρωστήσει!... Μα και δεν έζησε πολλά χρόνια, η καημένη, δυο παιδιά έκανε και πήγε… Και λένε ότι την έφαγε αυτό, του παππού σας!...

Ο Φίλιππας έφυγε ευχαριστημένος απ’ το σπίτι και διευθύνθηκε στο καφενείο για να βρει κάποιον ή κάποιους και να μιλήσει. Δεν τον έμελε και να λέγανε και για το Ελεύθερο Κράτος.

Απ’ έξω απ’ το καφενείο βρήκε τον Θεοφάνη να περπατά πάνω κάτω και να χτυπά τη μαγκούρα του χάμω, στις πλάκες του πεζοδρομίου.

Άμα είδε αυτός τον Φίλιππα, στάθηκε υψώνοντας το χέρι που κρατούσε τη μαγκούρα του.

- Βρε αδελφέ, αν δεν ερχόσουνα θα ερχόμουνα γω να σ’ έβρισκα στο σπίτι! του

είπε. Έχω πράματα να σου πω!…

Και γρήγορα άρχισε να σου λέει πως είχε βρει κάποιον απ’ τη γειτονιά της ξανθούλας και τον ρώτησε γι’ αυτή! Και τι του είπε αυτός! Πράματα και θάματα της ξανθούλας, που λεγότανε Ρηγούλα! Αυτή η Ρηγούλα ήταν μια βρομίτσα, πρώτη λέρα, αφού και με τον ψάλτη της εκκλησίας που πήγαινε τα ’χε φκιάξει! Και μόνο μ’ αυτόν; Και με τον διάκο, έναν τράγο ίσαμε κει απάνω! Είχε προτίμηση φαίνεται στους εκκλησιαστικούς. Άσε τα παλιά της, όταν πήγαινε σχολείο! Είχε γίνει πρώτη στη σύνταξη ερωτικών επιστολών! Γυμναζόταν το κορίτσι στη σύνταξη…

Ο Φίλιππας, αν και είχε αποφασίσει πια να τραβηχτεί απ’ την ξανθούλα, αισθάνθηκε κάποια ταραχή, ζήλια και δυνατά παρουσιάστηκε εμπρός του αυτή με τα ναυτικά και όπως την είχε δει στο παράθυρο, με ξέπλεχα μαλλιά. Αλλά γρήγορα ευχαριστήθηκε ότι θα ησύχαζε απ’ εκεί και θα αφοσιωνότανε στη Σοφία.

Ευχαρίστησε τον Θεοφάνη και του είπε πως κι αυτουνού έτσι είχε αρχίσει να του φαίνεται. Και νά το! Σώθηκε από μια βρομίτσα, που, αν έμπλεχε, αλίμονό του!

Μέσα στο καφενείο, που μπήκαν έπειτα, βρήκαν τον ιδιοχτήτη του, τον Λούκα, να παίζει χαρτιά με τον Κουρομάτη, έναν της παρέας. Ο Κουρομάτης αυτός ήταν ο πονηρότερος απ’ όλη τη συντροφιά και αυθάδης, αναιδής όσο παίρνει. Ένας, που τις αποκριές όταν πήγαινε μ’ άλλους φίλους σε σπίτια να διασκεδάσουν άρπαζε τα κορίτσια και τα χόρευε χωρίς να ξέρει διόλου χορό. Και πάνω στο χορό, κάθε τόσο σήκωνε, για σκέρτσο, και το ένα του πόδι. Ψεύτης, ύπουλος, χωρίς καμιά πίστη. Μόνον όταν μεθούσε, γινόταν ευαίσθητος και θυμόταν τότε τον μακαρίτη πατέρα του κι έκλαιγε. Μια φορά, τις αποκριές, φορώντας τις φουστανέλες του μακαρίτη πατέρα του, ένα τερατώδες φέσι στο κεφάλι κι έχοντας κάτι μουστάκια ψεύτικα, άγρια, που τον κάνανε να μοιάζει με τον Οδυσσέα Αντρούτσο, ή με τη ζωγραφιά του Αντρούτσου, έκλαψε, άμα ήπιε, τον πατέρα του.

Τώρα παίζοντας με τον Λούκα τον ζαχαροπλάστη, προσπαθούσε να τον κλέψει. Το είδε ο Φίλιππας. Ο Λούκας όμως, ο χοντρός και με τα σάπια δόντια, που έλεγε γι’ αυτά ότι γινήκαν έτσι απ’ τη ζάχαρη που κοπανούσε, δεν είχε καταλάβει τίποτα.

Πάνω στο παίξιμο, ήρθαν και άλλοι της συντροφιάς. Πιάσανε ομιλία. Ο Φίλιππας ευχότανε να μην αρχίσουν την ομιλία της Αφρικής και πότε θα πάνε. Αλλά νά, ξαφνικά στην πόρτα φάνηκε ο Ζαχαρίας ο παντουφλάς, με τη ζακέτα του τη μαύρη και ημίψηλο στο κεφάλι, κύριος σωστός.

- Χαιρετώ τους κυρίους! είπε και στάθηκε στην πόρτα.

- Μα τι έγινες! Χάθηκες εσύ! του έκανε ο Λούκας, αφήνοντας τα χαρτιά του κάτω.

- Χάθηκα, χάθηκα!… Και είπαν, λέει, εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν τα

δαιμόνια: «Ει εκβάλλεις ημάς, επίτρεψον ημίν απελθείν εις την αγέλην των χοίρων. Και είπεν αυτοίς: Υπάγετε!» Τα δαιμόνια, όπως λέει ο φίλος μου Ριφάδης, τα ’χουν οι περισσότεροι άνθρωποι! Κι αυτά τους κάνουν να κοιτάζουν το κέρδος και να περιφρονούν την αιώνιον ζωήν. Τι κάνει ο καθείς που ούτε κοιμάται καλά; Να κάνει πλούτον, χρυσόν και άργυρον!...

- Ε, καλά, τι μας τα λες αυτά; τον διέκοψε ο Κουρομάτης.

- Πού να καταλάβεις εσύ! Εσύ μοιάζεις με τους Φαρισαίους, που ήτανε

γραμματισμένοι, αλλά δεν καταλάβαιναν τον λόγον, τον λόγον του Θεού! Μα και γι’ αυτό πήγαν κατά δια… κατά Σατανά και σκορπίστηκαν εις τις τέσσερις άκρες της γης!…

- Αμήν! έκανε ο Κουρομάτης.

- Είσαι κουτός, του είπε ο Ζαχαρίας. Κι ύστερα στον Φίλιππα μπαίνοντας μέσα: Δε

μου λες, τούτον εδώ, ρώτησε δείχνοντας τον Κουρομάτη, τι θα τον κάνουμε, όταν θα πάμε, με το καλό, εις την γην της επαγγελίας;

- Ιεροκήρυκα! του απάντησε ο Λούκας.

- Ε, ε! έκανε αυτός θυμωμένος και κινήθηκε και περπάτησε μες στα τραπέζια.

Μίλησαν πάλι για την Αφρική. Και θέλανε όλοι να φύγουν πια!

- Να κάνουμε αυτές τις ημέρες καμιά συνάθροιση, τους είπε ο Φίλιππας, να μαζευτούνε και οι άλλοι και να τ’ αποφασίσουμε πότε!...

Και λέγοντας αυτά, ο Φίλιππας σα να αισθάνθηκε την παλιά του μανία να τον αγγίζει…

Έφυγε για το σπίτι όταν είχαν ανάψει τα φώτα. Ο καιρός ήτανε βαρύς. Σύννεφα είχανε σκεπασμένο τον ουρανό.

Απ’ τη σκάλα, καθώς ανέβαινε σπίτι του, άκουσε τη φωνή του γαμπρού του κάτι να λέει αγριεμένη.

Κι ήταν όλοι μαζεμένοι στο σαλονάκι.

Πρόσεξε ν’ ακούσει τι έλεγε. Και ο γαμπρός του φώναζε με φωνή μανιακού:

- Σας το λέγω! Δε θα του επιτρέψω να με καταστρέψει, να καταστρέψει το μέλλον

μου! Όχι! Θα ’χουμε μεγάλα πράγματα! Δε βλέπετε και σας; Άνθρωπος με περιουσία να σας έχει και σας εδώ, στη βρομούπολη!... Τώρα έχει να κάνει με μένα! Εγώ δε λογαριάζω κανέναν! Απ’ εδώ θα τον πιάσω, απ’ το μουστάκι, και θα τον οδηγήσω στο συμβολαιογραφείο!...

Ο Φίλιππας παρουσιάστηκε στην πόρτα. Ο γαμπρός του όρθιος μιλούσε στη μέση της σαλίτσας. Στο παρουσίασμα του Φίλιππα, στράφηκε και τον κοίταξε αγριεμένος.

- Δε μου λες, ρε πατριώτη, ποιόνα θα πιάσεις απ’ το μουστάκι! τον ρώτησε αυτός.

- Τι λες, βρε μόρτη!

Πριν προφτάσουν οι άλλοι να επέμβουν, ο Φίλιππας είχε ορμήσει πάνω στον ψηλό γαμπρό του. Τα χέρια αυτουνού λύγισαν γρήγορα απ’ τ’ άρπαγμα του Φίλιππα, που, μαζί μ’ αυτό, τον χτύπησε με το κεφάλι δυνατά στο πρόσωπο, κάνοντας τη μύτη του να μεταβληθεί σε κάνουλα που έτρεχε αίμα. Κι ύστερα με μια σπρωξιά τον ξάπλωσε χάμω, ρίχνοντας και δυο καρέκλες κι ένα μικρό τραπεζάκι… Φωνές, κακό… Τον σέρνανε να τον ξεκολλήσουν από πάνω του, γιατί είχε κολλήσει ζητώντας να τον αποτελειώσει. Και τον τράβηξαν, ή τραβήχτηκε, όταν είδε τον γαμπρό του να μένει ακίνητος.

- Πάει!

- Αχ!

- Ξίδι!

- Πού είναι κείνη! Ξίδι γρήγορα!

- Φεύγα! έκανε στον Φίλιππα ένας απ’ τ’ αδέλφια του.

- Τι λες, ρε; του είπε αυτός, έτοιμος να ορμήσει.

Ο αδελφός σα να μαρμαρώθηκε.

Ο Φίλιππας έφυγε προς τη σκάλα, ενώ ο ένας αδελφός του, ο Σωκράτης, κι η Σοφία τρέχανε μέσα φέρνοντας το ξίδι…

Αυτός γέλασε ένα άγριο ξερό γέλιο:

- Να σώσετε το πιτσουνάκι σας! τους είπε.

Και κατέβηκε. Αλλ’ όταν έφτασε στο τελευταίο σκαλοπάτι, πάλι ανέβηκε σιγά. Και κρυφάκουσε…

Κι έμεινε κει κρυφακούγοντας, ώσπου κατάλαβε πως τον είχανε συνεφέρει. Και καθώς έκανε να φύγει, να κατεβεί σιγά τη σκάλα, άκουσε τη φωνή της μάνας στο διάδρομο να λέει:

- Ρεζίλι γινήκαμε, ρεζίλι!

Γύρισε στο σπίτι αργά. Αλλά, που νόμιζε πως όλοι θα κοιμόντουσαν, είδε φως στην τραπεζαρία. Και μέσα κει βρήκε τον πατέρα του να κάθεται μόνος. Μα σα ν’ άκουσε, καθώς ανέβαινε, και κλείσιμο πόρτας…

Ο πατέρας του τον κοίταξε για λίγο, που μπήκε και στάθηκε, κι ύστερα του είπε μ’ ένα κούνημα του κεφαλιού:

- Για έλα δω!

Αυτός πλησίασε. Ο πατέρας του σήκωσε το κεφάλι και τον είδε πάλι:

- Δε μου λες, του είπε, μια φορά μου είχες πει πως θέλεις να ξενιτευτείς, να δεις

κόσμο, να κάνεις δεν ξέρω τι… Εγώ το σκέφτηκα και βρήκα πως καλό θα σου κάνει η ξενιτιά!... Ιδού, πάρε αυτά!

Και ο πατέρας του, σύροντας ένα χαρτί, ξεσκέπασε ένα σωρό χρυσά νομίσματα, εικοσόφραγκα…

- Παρ’ τα! του είπε ο πατέρας του. Όταν έχεις ανάγκη για άλλα, θα μου γράψεις,

για ν’ αρχίσω να σου στέλνω ταχτικά όσα σου αναγκαιούν…

Τίποτα δεν είπε. Άπλωσε μόνο και πήρε τα λεφτά.

Με διώχνουν! είχε σκεφτεί. Κι έριξε τα εικοσόφραγκα στις τσέπες του όπως άλλοτε, και τώρα κάποτε, έριχνε τα στραγάλια.

- Να κι αυτά…

Και ο πατέρας του έβγαλε το πορτοφόλι του και του έδωσε και χαρτονομίσματα.

- Είναι αρκετά αυτά που μου δώσατε…

- Παρ’ τα, σου λέω!

Ο πατέρας του φαινόταν ταραγμένος. Ο Φίλιππας τα πήρε λέγοντας τώρα ένα «ευχαριστώ». Δε θέλησε τίποτα να ρωτήσει, αν κι είχε καταλάβει καλά πως αλλιώτικα πολύ θα του τα διηγήθηκαν του πατέρα του.

- Μα έτσι πρέπει, παιδί μου, μίλησε ο πατέρας του, έτσι πρέπει να γίνει! Αν μείνεις

εδώ, θα έχουμε και δυστυχήματα! Δεν είδες, του έσπασες τα δόντια και πήγες να του βγάλεις και το μάτι. Μα είναι φοβερό!

- Του έπρεπε! απάντησε σ’ αυτά ο Φίλιππας.

- Δεν ξέρω, είναι κακό, αυτό λέω! Όχι, παιδί μου, πρέπει ν’ αλλάξεις! Αυτό σε συμβουλεύω! Δεν κάνουν έτσι! Όλοι είναι στο πόδι! Ή εσύ πρέπει να φύγεις ή όλοι αυτοί! Αυτό είναι!

- Καλά, καλά, κατάλαβα! Θα φύγω αύριο πρωί πρωί, για να μη με δουν και

συγχυσθούν!

- Θα μου πεις μόνο πού σκοπεύεις να πας…

- Θα σας γράψω! Χαίρετε!

Και ο Φίλιππας κινήθηκε προς την πόρτα.

- Στάσου, δε μου είπες, πού σκοπεύεις να πας;

- Δε σας είπα; Θα σας γράψω!

Δεν ήθελε να δει τον πατέρα του να συγκινηθεί πολύ, γιατί τον έβλεπε, όσο πήγαινε, να ταράζεται. Κι έφυγε. Άκουσε τον πατέρα του να του λέει:

- Το πρωί τα λέμε!

Θα σας γράψω! Περιμένετε! είπε με το νου του καθώς ανέβαινε τη σκάλα.

Στο δωμάτιό του άναψε φως. Ύστερα, πηγαίνοντας στο παράθυρο, τ’ άνοιξε και κοίταξε κάτω. Το σιδερόφραχτο παράθυρο δε φωτιζόταν, ήτανε σκοτεινό. Ψηλά μαυρίλα. Αστέρι δεν έλαμπε κανένα, άνεμος φυσούσε δυνατός. Έκλεισε πάλι το παράθυρο σιγά κι άρχισε να περπατά πάνω κάτω μες στο δωμάτιο και να σκέπτεται. Σε όχι πολύ όμως σκέφτηκε πως ίσως ν’ ακουγόταν κάτω το βάδισμά του και κάθισε στο γραφείο του.

Έμεινε ώρα εκεί.

Ένα ξύσιμο της πόρτας του ελαφρό τον έκανε να πεταχτεί και ν’ ανοίξει. Ήταν η Σοφία, με αλλαγμένη μορφή. Την άρπαξε, κι αυτή έπεσε στο στήθος του.

- Πε μου, θα φύγεις, ε; Θα φύγεις;…

- Στάσου, παιδί μου, και τι θέλεις να κάνω, αφού με διώχνουν;

- Όχι, μη φύγεις, μείνε εδώ! Θεέ μου! Δε θέλω!

- Πωπώ! σιγά, σώπα! Θα μας ακούσουν! Έλα, πάψε, μην κλαις!

Την έσυρε και κάθισαν και οι δυο στο κρεβάτι. Αυτός τη χάιδευε στο κεφάλι, στα μαλλιά της, κι αυτή γυρισμένη στο στήθος του έκλαιε σιγά. Ο Φίλιππας σταμάτησε το χάιδεμα και την κοίταξε. Άκουσε το σιγαλό της κλάμα. Ξαφνικά της είπε:

- Δε μου λες, άφησε το κλάψιμο! Έρχεσαι μαζί μου;

Αυτή σήκωσε γρήγορα το κεφάλι και τον κοίταξε. Τα δάκρυα κόπηκαν. Τα τελευταία πέφτανε και κυλούσανε στα μάγουλά της.

- Πώς… πώς είπες; τον ρώτησε.

- Είπα πως, αν θέλεις, να ’ρθεις μαζί μου!

- Το ρωτάς;

Εσφόγγισε τα υγρά απ’ τα δάκρυα μάτια της με το χέρι της, και τον κοίταξε καλά.

- Άκου δω, Σοφία, της είπε αυτός. Πρόσεξε καλά τι θα σου πω! Αν θέλεις, να

γίνεις γυναίκα μου!… Ναι, γυναίκα μου! Τ’ ακούς; Άκου τώρα! Εγώ θα φύγω αύριο, και μετά πέντε μέρες… Θα περάσουνε γρήγορα! Μα και δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, πρέπει να τακτοποιηθώ, να βρω σπίτι! Έτσι δεν είναι; Λοιπόν πρόσεχε…

Άμα η Σοφία έφυγε, αυτός βγήκε και βρήκε σ’ ένα πολύ μικρό δωμάτιο που ήταν κει κοντά του μια βαλίτσα καινούρια του γαμπρού του και την πήρε στο δωμάτιό του. Άρχισε να τοποθετεί τα ρούχα του. Ύστερα πήρε τα χαρτιά του απ’ το μέρος που τα είχε κρύψει. Αν και η Σοφία του είπε πως αυτή τα είχε ανακατώσει κι είχε ανοίξει το συρτάρι χωρίς να της πει κανείς, με το κλειδί του μπουφέ, αυτός τ’ άφησε κει. Το μόνο που είχανε μάθει αυτοί απ’ τη Σοφία ήταν ότι αυτός κλεισμένος έγραφε. Τον είχε δει απ’ τις μεγάλες χαραμάδες της παλιάς σαραβαλιασμένης πόρτας του δωματίου του.

Αντί να τα κρύψει τα χαρτιά του, τα κράτησε και τα κοίταξε: Δεν ντρέπεσαι! Βλακείες! είπε.

Και τα έσχισε.

Κουταμάρες! έκανε πηγαίνοντας στο παράθυρο για να ρίξει τα χαρτιά.

Γδύθηκε, άμα τα ετοίμασε όλα, έσβησε το φως και πήγε να πλαγιάσει. Την ίδια στιγμή το δωμάτιό του φωτίστηκε απ’ αστραπή, και κεραυνός μετά βρόντησε.

Επλάγιασε. Άκουσε σε λίγο έξω τον κρότο της βροχής…

Έμεινε ώρα χωρίς να μπορεί να κοιμηθεί. Όλα πέρασαν απ’ το νου του, και ύστερα παιδικές αναμνήσεις του ήρθαν. Μαζί θυμήθηκε κι ένα αρνάκι που είχε μικρός, ένα αρνάκι άσπρο, άσπρο, που τον ακολουθούσε σα σκυλί, όπου πήγαινε. Κατέβαινε τη σκάλα, ανέβαινε, έτρεχε στο δρόμο, πίσω αυτό. Και θυμήθηκε τη λύπη του, τα κλάματά του, όταν έμαθε ένα πρωί που το ζήτησε ότι το ’χανε σφάξει! Κι είδε το αίμα του έπειτα στην αυλή, κάτω απ’ ένα πεύκο.

Κι αισθάνθηκε πάλι ο Φίλιππας λύπη για το αρνάκι του, λες την παλιά λύπη, σα να ξανάρθε αυτή με την ενθύμηση…

Κι έτσι ο ύπνος τον πήρε. Αλλά δεν κράτησε πολύ και ξύπνησε. Του φάνηκε όμως πως έβλεπε άστρα ψηλά και πως γύρω και πέρα βρισκόντουσαν δέντρα ψηλά πολύ, γιγάντια…

Τον ευχαρίστησε αυτό, αλλά και σα να φοβήθηκε.

Μήπως είναι νεκροταφείο; σκέφτηκε. Αλλά κυπαρίσσια δεν έβλεπε. Τα δέντρα, ή τα κλαδιά τους, σιγά σιγά πλησίασαν κι έκαναν ή σχημάτισαν πάνω του μια σκιάδα. Μαζί όμως τότε πέρα η τοποθεσία είχε αλλάξει… Τα μακρινά δέντρα είχανε φύγει, και σπίτια ψηλά, ωραία σπίτια, υψώνονταν…

Το όραμα αυτό έφυγε. Άκουσε έξω κρότο της βροχής.

Πάλι έπεσε σε σκέψεις. Ξαφνικά αιστάνθηκε ένα φόβο που θα έτρεχε στο άγνωστο με μια γυναίκα, που θα πολεμούσε να ζήσει, πώς θα έκανε, πώς… πώς… Και μια παράκληση τότε φάνηκε στο νου του. Ζήτησε απ’ την ψυχή του άσπρου αρνιού του, που τόσο το αγαπούσε, να τον βοηθήσει.

Χαμογέλασε που είδε τι έκανε και κούνησε το κεφάλι…

 

 

αρχή

Επιστροφή στα Κείμενα Μαζί

Επιστροφή στην Ανθολογία Αντιστασιακής Λογοτεχνίας

Επιστροφή στην αρχική σελίδα Κείμενα