Δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη το 1920, δήθεν ως έργο του βούλγαρου Π. Σλαβέικοφ, και με επίτιτλο «Βουλγάρικη ζωή». Στην πραγματικότητα, ήταν έργο του Θ. Λασκαρίδη, αρχισυντάκτη της εφημερίδας. Για περισσότερα για τον συγγραφέα, δείτε εδώ.

 

Ήρως !!

του Θεόδωρου Λασκαρίδη

 

 

Φεύγουμε αύριο στο μέτωπο. Ο συνταγματάρχης χθες μας μίλησε για το «ιερόν καθήκον» που έχουμε να υπερασπισθούμε την πατρίδα μας και να φανούμε αντάξιοι των «μεγάλων» προγόνων μας! Ο συνταγματάρχης μάς είπεν ότι η ιστορία θα γράψει με χρυσά γράμματα τ΄ όνομά μας. Το έθνος θα μας ευγνωμονεί. Θα γίνουμε ήρωες! Μας μίλησε δυο ώρες ο κύριος συνταγματάρχης με τη χονδρή κοιλιά, την πρησμένη από το αλκοόλ μύτη και τα χαύνα από τις καταχρήσεις μάτια, φέρνοντας το χέρι του μια στο σπαθί του και μια στο παράσημό του, κοκκινίζοντας και φουσκώνοντας σαν ινδιάνος… Οι απλοϊκοί χωρικοί, που αποτελούσαν το πλείστον της δυνάμεως που θάφευγε το πρωί εζητωκραύγασαν – γιατί έτσι τους διέταξε ο λοχίας – τον λόγο του συνταγματάρχη, ο οποίος έφυγε χτυπώντας επιδεικτικά τα σπηρούνια του.

 

Πού θα πηγαίναμε; Κανείς δεν ήξευρε. Ο έφεδρος υπολοχαγός Ατανάσωφ, πρώην υπάλληλος του θείου μου, τον οποίον ερωτώ, μου απαντά με ύφος εκατό στρατηγών.

 

- Όπου μας καλεί η δόξα!…

 

            Οι πολεμικές ασυνάρτητες κραυγές των στρατιωτών, τους οποίους φανατίζουν επιδέξια οι λοχίαι και οι δεκανείς, μου προκαλούν αηδία. Ζητώ να μου επιτρέψουν να κοιμηθώ για τελευταία φορά στο σπίτι μου και φεύγω απ΄ τον στρατώνα ξεχνώντας να φορέσω το ξίφος μου…

 

            Στον δρόμο με συναντά κάποια περίπολος. Μου κάνει παρατηρήσεις ο αξιωματικός και μου παίρνει τ΄ όνομα για να μ΄ αναφέρει στο σύνταγμα. Του λέγω βιαστικά ότι το πρωί φεύγω για το μέτωπο, και το πρόσωπό του παίρνει μια άλλη έκφραση.

 

            - Είσαι ήρως! μου λέγει και μ΄ αφήνει.

 

            Απορώ από πότε και γιατί κατόρθωσα να γίνω ήρως και τρέχοντας φθάνω σπίτι μου…

 

. . . . . . . . . .

 

            Όλοι θρηνούν. Η μάνα μου θέλει να μου βάλει φυλαχτό και τάζει λαμπάδες σ’ όλους τους αγίους που έχει και δεν έχει γραμμένους το ημερολόγιο, τ΄ αδέρφια μου με φιλούν και όλοι με ρωτούν πού πάω. Δεν ξέρω ν΄ απαντήσω. Για το δρόμο μούχουν ετοιμάσει μια βαλίτσα ταξιδιώτικη γεμάτη από γλυκά και μερικούς αγαπημένους μου τόμους ποιημάτων, σαν να επρόκειτο να πάγω σε ταξίδι αναψυχής. Ως τα χαράγματα δεν μ΄ αφήνουν να κλείσω μάτι. Βλέπω την ώρα και σηκώνομαι γελώντας ειρωνικά. Με συνοδεύει ως το γύρισμα του δρόμου πλήθος γνωστών και αγνώστων, φίλων και εχθρών. Τα χέρια μου έχουν σπάσει απ΄ τις χειραψίες και το στόμα μου έχει στεγνώσει απ΄ τα φιλήματα. Τέλος, είμαι ελεύθερος και τρέχω στον στρατώνα…

 

            Με βάζουν στη γραμμή και σε λίγο ξεκινάμε για το σταθμό…

 

            Την ώρα που μπαίναμε σε κάτι φορτηγά βαγόνια, που έγραφαν απέξω «Για 15 ίππους», μια άλλη αμαξοστοιχία έφθανε μεταφέρουσα τραυματίας… Κι ενώ το τραίνο το δικό μας ξεκινούσε με τους άμοιρους συστρατιώτας μου που εζητωκραύγαζαν χωρίς να ξέρουν πού πηγαίνουν, οι τραυματίαι μας έβλεπαν κινώντας λυπημένα το κεφάλι, ενώ τα μάτια τους τρέχαν δάκρυα…

 

 

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA