Ο Θ. Λασκαρίδης γεννήθηκε το 1895 στη Βουλγαρία, επιστρατεύτηκε στον βουλγαρικό στρατό στο μακεδονικό μέτωπο, λιποτάκτησε στους σέρβους, βασανίστηκε, δραπέτευσε από στρατόπεδο αιχμαλώτων και κατέφυγε στην Ελλάδα. Από το 1918 ήταν αρχισυντάκτης του Ριζοσπάστη. Η πολεμική περιπέτεια του είχε προκαλέσει ψυχικό κλονισμό· ύστερα από μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας το 1919, η υγεία του είχε κλονισθεί ακόμα περισσότερο. Τον Δεκέμβριο του 1921 αυτοκτόνησε, 26 ετών, αφήνοντας έτοιμη για το τυπογραφείο μια συλλογή αντιπολεμικών διηγημάτων.

 

Το διήγημα αυτό είναι παρμένο από το περιοδικό «Ελληνική Επιθεώρησις».

 

 

Ήττα

του Θόδωρου Λασκαρίδη

 

Πέρασε μια πλατιά πνοή

πνοή χαλάστρα

κι έσβυσε όλα τα τραγούδια

κι όλα τ΄ άστρα

Κ. Παλαμάς

 

 

Ακουμπισμένος στον τοίχο ο Σίρμας έβλεπε ακόμα το τραίνο που χανότανε βαθιά στο γαλήνιο κάμπο αφήνοντας μαύρες γραμμές στον πλατύ ουρανό.

 

Οι ιδέες μέσα του τρικυμιασμένες σάλευαν. Το ένοιωθε πως μ΄ όλο τον άπειρο τον φόβο τα βουνά που μόλις φαινότανε, τον τραβούσαν πέρα μακριά σαν να του φώναζαν πως έπρεπε να τρέξει εκεί πλάι στο κρεβάτι του πατέρα του που πέθαινε…

 

Όλη η ζωή του κοντά στους γονείς του περνούσε γοργόδρομη μέσα απ΄ την πυρωμένη του σκέψη. Τα δίκαι των φτωχών που σαν να βούιζαν γύρωθέ του, κι ακόμα ο πλούτος του σπιτιού του – η μητέρα του που τον πρόσμενε πάντα – η αδελφή του λουλούδι ολοεύωδο στη γερασιά του αρχοντικού που ζούσε – κι ακόμα η απότομη σύγκρουση με τον πατέρα του για το δίκιο… Όλ΄ αυτά περνοδιάβαιναν και μαζεύοντο σε μια μικρή εικονίτσα «ο πατέρας του στο κρεβάτι να πεθαίνει προσμένοντάς τον».

 

Έπρεπε να φύγει μ΄ όλη τη σιχασιά του για τον τόπο που δεν ήταν για κείνον. Μα και πάλι εδίστασε, και πάλι δεν έφυγε. – «Ίσως για καλύτερα» σκέφτηκε. Κι έμεινε ακουμπισμένος στον τοίχο κοιτώντας το τραίνο που θα περνούσε κι απ΄ την ωραία του πατρίδα να χάνεται μέσα στον ολόσπαρτο κάμπο.

 

Η μέρα έσβυνε γαλήνια.

 

Κάποια μουντά νέφη έκρυβαν τον ήλιο που πήγαινε να βασιλέψει.

 

«Σαν την ψυχή μου» αργοψιθύρισε ο Σίρμας κοιτάζοντάς το.

 

Τράβηξε πέρα. Μια σειρά από πεύκα έριχναν τον ίσκιο τους βαρύ. Στάθηκε συλλογισμένος. Κάποιες σκηνές από την πρωτινή του ζωή ξανάρχονται στη σκέψη του.

 

Ήτανε – θυμάται – μια άγρια νύχτα του Δεκέμβρη· τα χιόνια είχαν σκεπασμένο κάθε τι με τη θανατερή τους ομορφιά. Τα κύματα της Θάλασσας μανιασμένα σπάζαν στους γκρεμούς πάνω και τίναζαν αφρούς σε ύψος άφθαστο ενώ πιο πέρα απλωνότανε σαν φίδια τρελλά κι αγκαλιάζαν την πλατιά αμμουδιά… Μέσα σε κείνη τη θύελλα κάτι κλάψες σπαρακτικές φτάσαν στ΄ αυτιά του – ως το δωμάτιό του – σαν γύρω σε σβυσμένα μάτια.

 

Σιγά σβυόντας το φως σίμωσε στην πόρτα και με φόβο ακούγοντάς την έφθασε στο γραφείον του πατέρα του απ΄ έξω που η πόρτα του ήτανε μισάνοιχτη. Κατόπιν αναφυλλητά ακούγοντο μέσα, ενώ οι Θρήνοι είχανε παύσει.

           

            - Έτσι λοιπόν – άκουσε μια γυναικεία φωνή να λέει τρεμάμενα… - Να πεθάνουμε όλοι όλοι… Μα εκεί το δίκιο δικό μου. Κι ακόμα δεν θέλω· όλα ό,τι σούχω δοσμένα. Μοναχά κάτι γιετίσω… Πεθαίνουν όλα. Είναι μικρά είναι παιδιά μου είναι δύστυχα. Μη μας ανοίγεις την πόρτα, μη μας διώχνεις… Έλεος.

           

            - «Τίποτα δεν μπορεί να γίνει. Ο Θεός ας σε βοηθήσει» - άκουσε τη φωνή του πετέρα του ν΄ απαντά…

 

            - Ναι, ναι… - τότε άγρια η γυναικεία φωνή ακούστηκε να λέει. – Το Θεϊκό μάτι αυτό ας σε κρίνει. Ας ρίξει την κατάρα του σαν κεραυνό σε σένα, μα μοναχά σε σένα, γιατί τα παιδιά σου τα πονώ…

 

            - Εγώ!… άκουσε τη φωνή του πατέρα του, - και σαν ίσκιος ξεμαλλιασμένη γοργή τρομαγμένη πέρασε απ΄ τα μάτια του η αδερφή του πατέρα του η Κάκια.

 

            Γοργοκίνητος έφτασε κι εκείνος στην εξώπορτα. Ανάμεσα στα πευκόχιονα που πέφταν και στον αέρα που μάτωνε τα σπλάχνα, την είδε γοργά γοργά να χάνεται μέσα στην τρικυμιασμένη νύχτα… σαν πουλί της συμφοράς, σαν στοιχειό της μπόρας.

 

            Και στάθηκε ακόμα ώρες στην εξώπορτα με τα μάτια κλειστά απ΄ τη φρίκη για τη δυστυχία, ενώ μέσα του σαν απ΄ το κρύο που τον κύκλωνε έσβυνε μεγαλόπρεπα ως στερεή σπίθα της αγάπης του για τον άνθρωπο που τούδωκε ζωή…

 

            Κάποιοι άλλοι ορίζοντες ανοίχτηκαν στη σκέψη του απ΄ το φρικτό εκείνο βράδυ. Και ζητώντας την αιτία της ψυχικής του αλλαγής βρήκε μέσα του αγάπη απέραντη για τους σκλάβους της ζωής πούβλεπε πάντα να σέρνονται μπροστά στα πόδια του πατέρα του. Κι αναθυμάται με ρίγος τα λόγια πούπε του γονιού του φεύγοντας. «Φεύγω μακριά. Η αδικία που πυργώθηκε γύρω εδώ μέσα είναι τρομαχτική… Στις ευτυχίες του σπιτιού μας βλέπω το ψωμί της χήρας και τον ιδρώτα του εργάτη… Ολόκληρη άβυσσο μας χωρίζει…»

 

            Κι όμως ύστερα από τόσο καιρό έλαβε το σπαραχτικό γράμμα της μητέρας του που τον καλούσε. Γιατί ο άνθρωπος που τόσο άσχημα πίκρανε, τα πρόσμενε για να του δώσει τις στερνές ευχές του προτού να κλείσει τα μάτια…

 

            «Πρέπει να φύγω» ψιθύρισε βγαίνοντας απ΄ τον ίσκιο των πεύκων.

 

            Το σούρουπο γεμάτο από ευωδιές των ανοιξιάτικων λουλουδιών, έσβυνε αγάλια… Μέσα του ξανάνοιωσε την αφοβία πούχε πάντα… Μα είναι καιρός να λάμψει ο ήλιος μισοφώναξε. Και τράβηξε γοργά κάτω απ΄ τα δέντρα πάλι που εκάνανε τα κλώνια τους στον έρμο δρόμο.

 

ΙΙ

 

            «Ύστερ’ από τόσο καιρό». – Ψιθύρισε ο Σίρμας κλείοντας την πόρτα της κάμαρας που πέρασε τα πρώτα του χρόνια το πατρικό του σπίτι…

 

            Μ΄ αργά βήματα έφτασε μπρος στ΄ ανοιχτό παράθυρο· το φεγγάρι χλωμιασμένο αργοδιάβαινε στο σκοτεινό ουρανό… Τ’ αγιόκλημα πούφθανε ως πάνω έχυνε άπειρες ευωδιές γύρω. Μια πλατιά λύπη τον βάραινε…Κουρασμένος έπεσε σε μια πολυθρόνα. Αντιλαλούσαν ακόμα στ΄ αυτιά του οι καμπάνες, οι ψαλμωδίες, οι θρήνοι, όλα όλα…

 

            - «Και πέθανε παραπονεμένος – σκέφθηκε – που δεν με είδε…»

 

Μέσα στο σκοτάδι ολομόναχος ένιωσε τα μάτια του να υγραίνουν· τι είχε κι ο ίδιος δεν ήξερε. Τον άνθρωπο που πέθανε δεν τον αγαπούσε. Κι όμως οι ψαλμωδίες κι οι καμπάνες που αόριστα φτάναν στ΄ αυτιά του, του γεμίζαν δάκρυα τα μάτια…

 

            - «Αδύνατες στιγμές περαστικές» ψιθύρισε στη σιγαλιά δικαιολογώντας τα δάκρυά του.

 

            Ξαφνιασμένος ένιωσε την πόρτα ν΄ ανοίγει. Μπροστά του στεκότανε η αδερφή του η Στέλλα πρινόθωρη, ωραία. Μόλις ακουστά του ψιθύρισε· - «το ήξερα πως θάσαι εδώ και ήρθα. Ξέρω πως η συντροφιά μου δε θα σου κάμει κακό… Μα συ είσαι πιότερο σκοτωμένος απ΄όλους μας.»

 

            Αμίλητα της έδειξε μια καρέκλα πλάι του.

 

            Λυγμοί τραντάζανε το στήθος της και πονεμένη έγειρε στο κάθισμα.

 

            - «Στέλλα είμαι νικημένος» - βαριά βαριά είπε -. Απ΄ τη στιγμή που βρέθηκα αντίκρυ στον πεθαμένο μας πατέρα κι είδα τη μάνα να κλαίει μπρος του και τ΄ αδέρφια μας να στέκονται μαραμένα στη σειρά με σταυρωμένα τα χέρια, κάτι ανείπωτο ένιωσα μέσα μου την απέραντη αγάπη μου για τους αδικημένους της ζωής την αισθάνομαι να σβύνει αγάλια. Είμαι νικημένος…»

 

             Τον κοίταξε τρομαγμένη απ΄ τα λόγια του. Στάθηκε για λίγο σκέπτοντας. Ύστερα ορμητικά του φώναξε. – «Έλα μαζί μου… πάμε…» Μέσα στη σιγαλιά της νύχτας από μακριά έφταναν τραγούδια χαράς…

 

            Χλωμιασμένο το φεγγάρι μεσούρανα έριχνε λουρίδες απ΄ άσπρο φως τρίγυρα. Στο βράχο που ήταν το κάστρο το παλιό δυο ίσκιοι εστέκοντο ακίνητοι.

 

            - «Εδώ χάμου βρέθηκε πνιγμένη η Θειά μας η Κάτια και δω κάθε φορά που ήμουν πονεμένη – ερχόμουν κι αγνάντευα τα κύματα που μετρούσαν να μου δώκουν τη λευτεριά που ζήταγα. Μα τα υπέφερα όλα χρόνια προσμένοντάς σε. Θυμάσαι τι μούπες κάποτε; - Πάνω απ΄ όλα στη ζωή το καθήκον μας. – Γι΄ αυτό έζησα.»

 

            Το μουρμούρισμα της Θάλασσας έπνιξε τ΄ άλλα λόγια. Τ΄ αυγινό φως βρήκε στ΄ ακρογιάλι λίγα λουλούδια που κάποια χέρια ρίξαν στο κύμα για μια ψυχή…

 

 

ΙΙΙ

 

            Τα βόδια αργοκίνητα χανότανε πίσω απ΄ τις θημωνιές. Στη ζέστα που πύρωνε το κάθε κορμί, ιδρωμένοι σκυφτοί σκοτωμένοι απ΄ την κούραση της δουλειάς κινότανε οι θεριστές. Κάπου κάπου μισοκούγονταν κάποιος σκοπός τραγουδιού που σβυνότανε μέσα στη ζέστη. Από μακριά φανήκαν οι δυο τους μέσα σε κύματα σταχιών να προχωρούνε. Στα μάτια της Στέλλας πούβλεπαν πέρα απ΄ το σήμερα καθρεφτιζότανε μια απόφαση σιδερένια. Ένας πελαργός έκαμε γοργός κάποιο κύκλο στον αέρα, κι έκατσε στην κορφή της γέρικης βελανιδιάς στην άκρη του χωραφιού. Σιγοφτάσαν τους εργάτες που θωρώντας τους, σταθήκαν ξαφνιασμένοι. Τα μάτια του Σίρμα έφταναν ως εκεί που τέλειωνε ο ορίζοντας, κι όλη η πλατιά εκείνη γη ήταν δική του.

 

            Τρελλές ζητωκραυγές σχίσαν σε λίγο τον άτρεμο αέρα. Τ΄ αδέρφια φεύγαν. Κι ο αντίλαλος όσο αποτραβούνταν ξανάφερνε στ΄ αυτιά τους τα «ζήτω» των εργατών πούσαν όλοι πριν από λίγο μαζεμένοι γύρω τους… Οι θημωνιές τους έκρυψαν. Κάτι φωνάγματα βατράχων από εκεί κοντά γελαστά γελαστά ακουστήκαν. Στάθηκαν. Τον κοίταζε η Στέλλα κατάματα. Δειλιασμένος αυτός κατέβασε το βλέμμα του χάμω.

 

            - «Νομίζεις Σίρμα πως δεν ήτανε αυτή η αρχή που έπρεπε να γίνει;» ρώτησε η Στέλλα.

 

            Αυτός δεν απάντησε.

 

            - «Δεν τους είπα την αλήθεια – ξανάειπε αυτή – την αλήθεια που χρειαζότανε να πω; τα χώματα αυτά που οι γονείς τους κι οι ίδιοι κάμαν καρποφόρα δουλεύοντας νυχτοήμερο ήταν ανάγκη να γίνουν δικά τους.»

 

            - «Ναι. Ναι.» βιαστικά απάντησε εκείνος. Αμίλητοι φτάσαν στο δημόσιο δρόμο. Ο Σίρμας στάθηκε.

 

            - «Μη προχωρείς Στέλλα· κάτι ξέχασα να πω στους εργάτες. Θα γυρίσω πίσω». Χωρίστηκαν. Κάθε βήμα που απομακρύνονταν ο Σίρμας αισθανότανε κάποια άβυσσο ν’ ανοίγεται ανάμεσα αυτού και της Στέλλας. Της είπε ψέματα για πρώτη φορά στη ζωή του, αφήνοντάς την στο μισόδρομο. Ήθελε να φύγει από κοντά της. Στάθηκε λίγο σκεπτικός. Μέσα του ήταν αδύνατο να πνίξει την αγάπη του για την ιδιοχτησία, για τα χώματα που χρόνια τώρα έτσι ή αλλιώς ήσαν δικά τους. Κι όμως αυτός είχε δείξει στην αδερφή του, τη Στέλλα, το δίκιο του εργάτη και τις μεγάλες αλήθειες που έβγαλε απ΄ το διάβασμα του βιβλίου. Κι αυτός τώρα τ΄ απαρνιότανε όλα. Στις ωραίες του ιδέες πρόβαλε σήμερα η πραγματικότητα που του αποδείκνυε ότι οι ιδέες του αυτές δεν ήταν δυνατόν να εφαρμοσθούν, κι ότι στη ζωή γκρεμίζεται κανείς άγρια σαν θελήσει ν΄ αρνηθεί την πραγματικότητα και να ζήσει στα σύνεφα.

 

            Η μητέρα του όταν της είπε για το μοίρασμα των χωραφιών στους εργάτες, του έδειξε τα μικρά τα αδέρφια και τον ρώτησε αν είχε δικαίωμα να διαθέσει όπως αυτός ήθελε το ψωμί τους. Κι όμως κοντά στη Στέλλα δεν είχε τη δύναμη ν΄ αντισταθεί. Και σήμερα τον παρέσυρε ως τον αγρό… Όχι! Όχι! Έπρεπε να τρέξει στους εργάτες να τους πει πως όλα όσα τους είπε η αδερφή του ήταν ψέματα. Τίποτε δεν μπορούσε να γίνει δικό τους. Κι αν εναντιώνονταν θα τους έδιωχνε όλους.

 

            Μέσα στο χωράφι οι θεριστές κάτω απ΄ τη βαλανιδιά τραγουδούσαν αξένιαστοι. Ως εκεί που έφθανε το βλέμμα τους τα στάχια ήσαν δικά τους.

 

            - «Τώρα το άκουσαν πως όλα αυτά είναι δικά μας, τώρα. Κι όχι μόνο αυτά μα όλος ο κάμπος. Η γη ποιανού είναι. Όλων. Θάνατος σ΄ αυτούς που λεν πως είναι διαφεντευτές της γης που βγάζει για όλους μας ψωμί» έλεγε κάποιος κοκκινομάλλης.

 

            - «Ζήτω» φώναζαν οι θεριστές.

 

            Ξαφνιασμένος ο πελαργός πέταξε σε μια θημωνιά. Το σούρουπο λιπόθυμο έσβυνε. Ένα λεπτό αεράκι θροούσε τα φύλλα του δέντρου. Τα στάχια γέρναν όλα όλα…

 

* *

*

 

 

            Ο Σίρμας έφτασε στο χωράφι και τους σίμωσε.

 

            - «Τ΄ είναι;» ρώτησαν όλοι χωρίς να σαλέψουν.

 

            - «Δώστε και του λόγου του ένα τσιγάρο» γελώντας είπε ο κοκκινομάλλης.

 

            Ο Σίρμας φώναξε. – «Σηκωθείτε! Το κτήμα είναι δικό μου, κι όποιος θελήσει μερτικό είναι από τώρα διωγμένος. Η αδελφή μου σας είπε ψέματα».

 

            Ο λόγος έμεινε μισός στα χείλη του. Ο κοκκινομάλλης μ΄ ένα στιλέτο στο χέρι όρμησε πάνω του.

 

            - «Ζήτω» κραυγάσανε οι άλλοι.

 

 

* *

*

 

 

            Το φεγγάρι γελαστό μα μ΄ ένα σατανικό γέλιο αργοπρόβαλλε στο σταχτί ουρανό. Μια λουρίδα χλωμή από φως του έπεσε πάνω στα ματωμένα στάχια που κοίτουνταν το κορμί του Σίρμα. Ο πελαργός μεγαλόπρεπα ξανάκατσε στη βαλανιδιά που θροούσε τώρα πιότερο, απ΄ τον αέρα που γοργοφύσαε πια.-

 

 

 

 

 

 



Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA