ΠΑΥΛΟΥ ΝΙΡΒΑΝΑ

 

ΤΟ ΑΓΡΙΟΛΟΥΛΟΥΔΟ

 

Ι

Στη βεράντα της ερημικής βίλλας της κ. Κράλη δεν ήτανε η συνηθισμένη πολυθόρυβη συντροφιά, το ανοιξιάτικο αυτό βράδυ. Μολονότι είχε νυχτώσει πια, τα ηλεκτρικά λουλούδια, που άνθι­ζαν άλλοτε με χίλια χρώματα τέτοιαν ώρα, ανάμεσα στα φυλλώ­ματα των πυκνών περιπλοκάδων, ήσαν σβηστά ακόμα. Είχαν ξε­χάσει να τ’ ανάψουν ή τα είχαν αφήσει σβησμένα επίτηδες.

Τρεις άνδρες, σκυφτοί γύρω από ένα ψάθινο τραπεζάκι, ξε­χώριζαν μέσα στις σκιές, με ύφος ανθρώπων που μιλούσαν εμπι­στευτικά για κάποια σπουδαία υπόθεση: Ο κ. Βιτούρης, ετερο­θαλής αδελφός της κ. Κράλη, ζωντοχήρας εδώ και πέντε χρόνια, που κατοικούσε μαζί της, ο Άλκης Κράλης, ανιψιός της, και ο κ. Νικολαΐδης, γιατρός και παλιός φίλος της οικογενείας. Εκεί­νοι που μιλούσαν όμως ήτανε κυρίως ο κ. Βιτούρης και ο για­τρός. Ο Άλκης, νέος ως είκοσι πέντε ετών, πολύ μελαχρινός, πολύ χλωμός και πολύ αδύνατος, ακουμπισμένος στο τραπεζάκι, με το κεφάλι στηριγμένο μελαγχολικά στη δεξιά του παλάμη, φαινότανε ν’ ακούει, περισσότερο αφηρημένος παρά προσεχτικός, τους δύο άλλους, που πότε μιλούσαν μεταξύ τους και πότε γύρι­ζαν το λόγο σ’ αυτόν, για να του κάνουν κάποια ερώτηση ή να του ζητήσουν τη γνώμη του για το θέμα της ομιλίας. Ήτανε φα­νερό πως το θέμα της ομιλίας ήταν αυτός και κάποια σπουδαία υπόθεσή του.

Μια στιγμή παρουσιάσθηκε στη βεράντα η μικρή καμαριέρα της κ. Κράλη, δειλά και διακριτικά, σαν να ήξερε πως οι κύ­ριοι, αυτό το βράδυ, είχαν κάποια σπουδαία συνομιλία.

Μόλις την αντίκρισε ο κ. Βιτούρης, της είπε στενοχωρη­μένος:

— Άφησέ μας, παιδί μου! Δε χρειαζόμαστε τίποτε.

Εκείνη κοντοστάθηκε.

— Με συγχωρείτε, κύριε... μουρμούρισε. Η κυρία μου μου είπε να σας πω, όταν τελειώσετε την ομιλία σας να την ειδο­ποιήσετε. Κάνει πολύ ζέστη μέσα...

— Πολύ καλά, παιδί μου... της είπε ο κ. Βιτούρης. Πες στην κυρία σου, ότι θα την ειδοποιήσουμε.

Το πιθανότερο είναι, ότι δεν ήταν η ζέστη του δωματίου που έκανε την κ. Κράλη να βιάζεται να βγει στη βεράντα. Μολο­νότι δεν είχε θελήσει να λάβει μέρος στην ιδιαίτερη συνομιλία, που γι’ αυτήν είχαν μαζευτεί στο σπίτι της, αυτό το βράδυ, στε­νοί φίλοι και συγγενείς, ήταν ανυπόμονη να μάθει το αποτέλε­σμα της συνομιλίας, με το ενδιαφέρον που έχουν οι γυναίκες για τα αποτελέσματα. Η υπόθεση τής ήτανε γνωστή και ήτανε αυτή που είχε λάβει την πρωτοβουλία του οικογενειακού συνεδρίου, που ενεργούσε, θα μπορούσε να πει κανείς, σύμφωνα με τις οδη­γίες και με το πρόγραμμα, που είχε δώσει από πριν η ίδια στον αδερφό της και το γιατρό. Εκείνη είχε την ιδέα, ότι από μακριά θα μπορούσε να διευθύνει καλύτερα τα νήματα της δουλειάς. Μεταξύ ανδρών η συνεννόηση για κάποια πράματα είναι πάντα ευκολότερη και αυτό το γνώριζε καλά η έξυπνη γυναίκα, όπως μάντευε, ότι η παρουσία της μπορούσε να κάμει πιο στενόχωρη τη θέση του ανιψιού της και να εμποδίσει μια ειλικρινή ομο­λογία.

Η συνομιλία των τριών ανδρών κράτησε πολύ ακόμα. Είχε βραδιάσει πια και μερικά χλωμά άστρα κρεμάσθηκαν από τα κλαδιά του πλατάνου, που έπνιγε ολόγυρα τη βεράντα και που έμοιαζε τώρα σαν φωταγωγημένο χριστουγεννιάτικο δένδρο.

— Λοιπόν, σύμφωνοι, Άλκη; είπε ο κ. Βιτούρης ύστερ’ από μια στιγμή σιωπής, που ήτανε σα μια σύντομη προθεσμία για να σκεφθεί και ν’ αποφασίσει ο νέος.

— Σύμφωνοι! αποκρίθηκε ο Άλκης, σα να ξανάλεγε τη λέξη, που είχε προφέρει ο κ. Βιτούρης, όπως ξαναλέει η ηχώ, ξένη σε κάθε νόημα, έναν ήχο που φτάνει από μακριά.

— Δεν είχα καμία αμφιβολία! είπε, τρίβοντας τα χέρια του, ο γιατρός με την ικανοποίηση ενός καλού διαγνωστικού.

Ο κ. Βιτούρης σηκώθηκε και προχώρησε προς τη θύρα, που ένωνε τη βεράντα με το σαλόνι.

— Καίτη! είπε. Μπορείς να ’ρθεις έξω αν θέλεις

Ο τόνος της φωνής του ήτο θριαμβευτικός, όσο κι αν προ­σπάθησε να τον κάνει αδιάφορο.

Η κομψή σιλουέτα της κ. Κράλη κλείσθηκε σε λίγο μέσα στο πράσινο πλαίσιο των περιπλοκάδων, σαν εικόνα προραφαηλίτη ζωγράφου, γραμμένη με άυλα χρώματα. Η νέα ακόμη και ωραία γυναίκα, με τα λευκά χαρακτηριστικά και την ευγενική, έκφραση όλου της του κορμιού, πειθαρχημένου σε κάποιους μυ­στικούς νόμους του γυναικείου θαύματος, είχε ακούσει κάποτε από ένα νέο θαυμαστή της μια ποιητική φιλοφρόνηση, που της είχε γίνει η πιο αγαπημένη της πίστη. Και σιγά σιγά άρχισε να θυμάται, πως μία μακρινή ημέρα είχε βγει από το εργαστήριο του Ντάντε Γκαμπριέλ Ροσσέτι. Και αντίγραφε πάντα τις άυλες μορφές του προραφαηλίτη ζωγράφου σε αντίγραφα, που κανείς δε θα μπορούσε να πει πως δεν ήταν αυθεντικά.

— Πρέπει να πω — είπε με την κρυστάλλινη φωνή της, που έτρεμε τώρα από μια βαθιά εσωτερική συγκίνηση — ότι εσείς οι άνδρες είσθε εξαιρετικά φλύαρα πλάσματα. Τόση συζήτηση, Θεέ μου, για ένα τιποτένιο ζήτημα!

Ο Άλκης έκανε έναν πονεμένο μορφασμό, προσπαθώντας να τον κρύψει στη σκιά, που είχε βυθισθεί.

— Και εννοείτε να μείνετε στα σκοτεινά ακόμα; ξαναείπε η κ. Κράλη, που ζητούσε να διακρίνει μέσα στη σκιά το πρόσωπο του ανιψιού της.

Χωρίς να περιμένει απάντηση, ξεκόλλησε από το πλαίσιό της, προχώρησε με κυματιστά βήματα προς την πρίζα του ηλε­κτρικού και, με μια ράθυμη κίνηση του ωραίου χεριού της, έκαμε ν’ ανθίσουν τα κόκκινα λουλούδια μέσα στις πρασινάδες της περιπλοκάδας.

— Τι χλιαρή ατμόσφαιρα! είπε αδιάφορα, θα ’λεγε κανείς πως βρίσκεται μέσα σε σέρα.

Προχώρησε σε μια ψάθινη πολυθρόνα και κάθισε μεταξύ του αδελφού της και του γιατρού, φροντίζοντας να πάρει μια ευνοϊκή θέση κάτω από το κόκκινο λαμπιόνι, που έκαμε ν’ ανθίσουν δυο χλωμά τριαντάφυλλα στο ωχρό πρόσωπό της. Είχε πάντα κά­ποιες φιλαρέσκειες, εντελώς για τον εαυτό της και για το έργο της τέχνης, που είχε κάμει από την ύπαρξή της. Και, τυλίγον­τας γύρω από το λαιμό της μια λεπτή εσάρπα, φρόντισε να κοιτάξει πλάγια προς το μέρος του Άλκη, χωρίς να δείξει πως είχε κανένα λόγο να τον προσέξει ιδιαίτερα. Με το σύντομο όμως αυτό βλέμμα είχε διακρίνει καθαρά, πως ο ανιψιός της ήταν εξαιρετικά νευριασμένος, ύστερα από τη συζήτηση που ακολού­θησε, και ίσως — ποιος ξέρει; — μετανοημένος για την απόφασή του, που την είχε μαντέψει από το θριαμβευτικό τόνο της φωνής του αδελφού της.

— Λοιπόν, Καίτη — είπε ο κ. Βιτούρης — είμαι πολύ ευ­χαριστημένος να σε πληροφορήσω ότι ο Άλκης...

Η αδελφή του έκοψε απότομα την ομιλία.

— Ας πούμε τίποτε άλλο! είπε. Αρκετά το σκοτίσατε, φαντάζομαι, το παιδί. Ας πούμε τίποτε πιο εύθυμο. Γιατρέ, δεν είσθε στα κέφια σας σήμερα.

Η υπηρέτρια έφερε το δίσκο με ούζα και μικρούς μεζέδες.

— Τώρα μάλιστα! είπε ο γιατρός.

— Εννοείται ότι σήμερα θα φάτε μαζί μας, γιατρέ.

Ο γιατρός δέχτηκε την πρόσκληση με ενθουσιασμό.

Και η ομιλία πήρε τον εύθυμο τόνο, που τόσο επίμονα ζη­τούσε η ψυχολογία της κ. Κράλη. Μονάχα ο Άλκης έμενε σιωπηλός όλη την ώρα. Τον ενοχλούσε η ιδέα, ότι όλη αυτή η λαμπρή σκηνοθεσία είχε προετοιμασθεί για το δικό του το δράμα.

II

Το ζήτημα, που είχε απασχολήσει το οικογενειακό συμβού­λιο στη βεράντα της κ. Κράλη, ήταν ένα επεισόδιο της ζωής του ανιψιού της, που η αγαπητή του θεία το είχε χαρακτηρίσει με μια συνηθισμένη λέξη, που έπαιρνε όμως στα χείλη της μια εξαιρετική έκφραση φρίκης μαζί και αηδίας.

— Θλιβερό! Πολύ θλιβερό επεισόδιο!

Το θλιβερό αυτό επεισόδιο ήτανε το έξης:

Ο Άλκης είχε γυρίσει, εδώ και λίγους μήνες, από τη Βιέννη, όπου είχε κάμει λαμπρές σπουδές στην ιατρική, για πολλά χρόνια. Ανεξάρτητος υλικώς, με ασφαλισμένη πλουσιοπά­ροχα τη ζωή του, δε βιαζότανε ν’ αρχίσει το επάγγελμά του. Η ιατρική μάλιστα, ως επάγγελμα, δεν τον τραβούσε πολύ και την έβρισκε κάπως ασυμβίβαστη με τον χαρακτήρα του. Αγα­πούσε την επιστήμη του για ό,τι είχε να του προσφέρει ως βαθύ­τερο αντίκρισμα της ζωής, στα πιο απόκρυφα μυστικά της και στις πιο ανεξήγητες δυσαρμονίες της. Και, αν είχε αποφασίσει να ξαναγυρίσει στην Αθήνα, ήτανε η επιμονή της θείας του — δεν είχε κανέναν άλλο πλησιέστερο συγγενή — που τον έπεισε.

Η κ. Κράλη είχε κάποιες ανώτερες φιλοδοξίες για τον ανι­ψιό της. Και μια έδρα στο Πανεπιστήμιο ήτανε το ιδανικό της για τον Άλκη, που με την ανώτερη και γενική του μόρφωση, θα μπορούσε να την τιμήσει μέσα σε τόσους άλλους ανάξιους και τιποτένιους. Η στιγμή, κατά την αντίληψή της, ήτανε πολύ κα­τάλληλη για να γίνει η σχετική ενέργεια, με πολλές ελπίδες επιτυχίας.

Η κυρία Κράλη είχε πολλές και εκλεκτές σχέσεις με πο­λιτευόμενα πρόσωπα και άλλους ισχυρούς της ημέρας, όπως έλεγαν τότε στην Αθήνα. Το κόμμα της είχε έλθει στα πράματα τις ημέρες εκείνες, ύστερ’ από μια καταπληκτική εκλογική νίκη.

Οι περισσότεροι υπουργοί ήσαν άνθρωποι του σαλονιού της. Ο υπουργός της Παιδείας γευμάτιζε κάθε Κυριακή στο σπίτι της. Και, κοντά σε όλα αυτά τα τρομερά μέσα, είχε και το μεγαλύτερο ατού για την περίσταση. Ο καθηγητής της Εσωτερικής Παθολογίας κ. Σταυρίδης, που είχε το μεγαλύτερο κόμμα στην Ιατρική Σχολή κι έσερνε τους περισσότερους συναδέλφους του από τη μύτη, ήτανε ένας παλιός θαυμαστής της. Λίγο γελοίος στην ερωτική του αφοσίωση, ενοχλούσε εξαιρετικά την αισθητι­κή της, άλλα δεν τον άφησε ποτέ να χάσει τις ελπίδες του. Η πρακτική γυναίκα είχε πάντοτε στο νου της, ότι θα έφθανε μια στιγμή, που ο θαυμαστής της θα της χρησίμευε ως το σπουδαιό­τερο ατού της. Και χωρίς να θυσιάσει τίποτε από την υπερηφάνεια της, τον είχε αφήσει πάντα να ελπίζει, ότι θα έλθει μια ημέρα, η ημέρα, που τόσο δεν κουράζονται να την περιμένουν οι άνδρες, όσο περισσότερο απελπιστική είναι η ερωτική τους υπόθεση.

Όλα λοιπόν ήσαν ευνοϊκά τη στιγμή αυτή, για να επιτύχει το φιλόδοξο σχέδιο της η κ. Κράλη. Έγραφε αμέσως στον ανι­ψιό της και τον παρακίνησε να κατεβεί στην Ελλάδα, χωρίς ανα­βολή. Η ευκαιρία δεν έπρεπε να χαθεί. Και ο Άλκης, που μια έδρα στην Ιατρική Σχολή ήτανε γι’ αυτόν πάντα μια φιλοδοξία καθαρά επιστημονική, δέχτηκε να επιστρέψει στην Αθήνα.

Είχε φθάσει στην καρδιά του χειμώνα — που ήτανε εξαιρε­τικά άγριος εκείνη τη χρονιά — και, κλεισμένος στο δωμάτιό του, είχε αφιερωθεί σε μια επιστημονική εργασία, που ετοίμαζε να παρουσιάσει στην Ιατρική Σχολή για την υποψηφιότητά του, μολονότι η θεία του επίμενε, πως όλα αυτά είναι χαμένος κόπος και πως ήταν αρκετά για την επιτυχία του σκοπού του τα ισχυρά πολιτικά μέσα, που είχε εκείνη, και η εξασφαλισμένη υπο­στήριξη του κ. Σταυρίδη. Ο Άλκης όμως είχε πέσει στη δου­λειά με τα μούτρα. Δε σύχναζε πουθενά και δεν έβλεπε σχεδόν κανένα εκτός από τη θεία του, που στο σπίτι της γευμάτιζε τα βράδια, και τον Κώστα Καλή, δημοσιογράφο και ποιητή, παλιό του συμμαθητή και φίλο από τον καιρό, που κι οι δυο γράφανε ποιήματα. Όλες του τις άλλες ώρες τις μοίραζε μεταξύ του γρα­φείου του και της Εθνικής Βιβλιοθήκης, που πήγαινε ζητώντας να συμβουλευθεί αρχαία κείμενα, σχετικά με την εργασία του.

Ένα απόγεμα ο Καλής είχε περάσει να τον πάρει μαζί του ως το Φάληρο, όπου κατέβαιναν πότε πότε, τις ωραίες, ηλιό­λουστες χειμωνιάτικες ημέρες, να χαρούν το θείο φως, που τόσο είχε νοσταλγήσει ο Άλκης κάτω από τους βόρειους ουρανούς. Ο Άλκης είχε φέρει μαζί του από τα ξένα τη γλυκιά μελαγ­χολία ενός μοιραίου χωρισμού, που του γινότανε αληθινός πόνος μπροστά σε κάθε φυσική ομορφιά, καθώς δε μπορούσε ν’ αρμονισθεί με τη συννεφιασμένη ψυχή του.

— Πάμε ως την εξέδρα! του είπε ο Κώστας, όταν βγήκανε από το τραμ. Το κύμα σήμερα έχει ανοιξιάτικα ρίγη.

Ήτανε, αλήθεια, στην καρδιά του Γενάρη, μια ανοιξιάτικη ημέρα. Ο Υμηττός είχε φορέσει τη μενεξεδένια του πορφύρα, και λίγα χιόνια στην κορυφή του Πάρνη, που άστραφταν από τα φιλιά του Ηλίου, φαίνονταν σαν ξεχασμένα εκεί από κάποια λευκή χειμωνιάτικη γιορτή. Ο Κώστας, καθώς προχωρούσε προς την εξέδρα, ψιθύρισε τους στίχους του Παλαμά:

 

Το χιόνι είναι σαν άνθισμα στον Πάρνηθα κι αυτό,

χαϊδεύει τον Κορυδαλλό δείλη χλωράδα ονείρου,

του θείου του Βράχου του γελά η Πεντέλη κι ο Υμηττός

ακούει γυρτός το ερωτικό τραγούδι του Φαλήρου.

 

Η ομορφιά των στίχων που είχε ενωθεί αρμονικά με τις φυσικές ομορφιές, έκαναν μελαγχολικότερο τον Άλκη. Προχω­ρούσε αμίλητος, με βήματα υπνοβάτη σα σε όνειρο.

— Έλα να σε παρουσιάσω σ’ ένα όμορφο κορίτσι! του είπε άξαφνα ο Κώστας.

— Για όνομα του θεού! μουρμούρισε ο Άλκης. Ας λείψουνε τα παρουσιάσματα.

Πριν προφτάσει όμως να επιμείνει περισσότερο, τρεις γυναί­κες, που βημάτιζαν στην εξέδρα από την αντίθετη διεύθυνση, χαιρέτισαν από μακριά τον Καλή με φιλικά χαμόγελα και προχώρησαν καταπάνω τους. Είχαν τόσον καιρό να τον δουν και του ’καναν, πριν πλησιάσουν ακόμα, όλες μαζί, τα παράπονά τους, που δεν τον είχαν δει στο σπίτι τους μήνες και μήνες.

Ο Κώστας, ύστερ’ από μερικές, τυπικές δικαιολογίες, έκα­με την παρουσίαση του φίλου του και πρόσθεσε.

— Η κυρία Αυλίδη, οι δεσποινίδες Αυλίδη...

Ο Άλκης χαιρέτισε ψυχρά και τυπικά.

Προχώρησαν όλοι μαζί κι έκαμαν μερικούς γύρους στην εξέ­δρα. Οι κυρίες έκαμαν πολλές ερωτήσεις στον Άλκη για τη ζωή της Βιέννης κι έδειξαν πολύ ενδιαφέρον για τον ερχομό του στην Αθήνα και για το κενό που ερχότανε να πληρώσει δεν είχαν καμιά αμφιβολία για τη μεγάλη του αξία — με την ειδικότητά του. Όλα αυτά θα είχαν ενοχλήσει τρομερά τον Άλκη, στη ψυχική κατάσταση που βρισκότανε, αν δεν του είχε κάνει εντύπωση το γλυκό πρόσωπο και το αγαθό χαμόγελο της μικρότερης κόρης του «όμορφου κοριτσιού», όπως το είχε χαρακτηρίσει λίγο πρωτύτερα ο φίλος του. Καμιά ομορφιά δεν θα ήτανε ικανή, στη διάθεση που βρισκότανε ο Άλκης, να τον αποσπάσει από τους θλιβερούς του λογισμούς. Αλλά το πράο εκείνο πρόσωπο έκανε στην ψυχή του την ίδια εντύπωση, που του έκαναν το αγαθό και θερμό φως του χειμωνιάτικου ήλιου και το αναπαυτικό χρώμα του πελάγου και του ουρανού. Μια δίψα καλοσύνης βασάνιζε την ψυχή του και η Στέλλα — τυχαία άκουσε το όνομά της, που του φάνηκε τόσο ταιριασμένο με το πρόσωπό της — του φάνηκε, για μια στιγμή, σαν ένα από τα πλάσματα, που είναι προορισμένα, θαρρείς, να παρηγορούν και να δίνουν θάρρος. Και είχε σκεφθεί πολλές φορές, πως υπάρχουν πράγματι γυναικεία πλάσματα, που έρχονται στον κόσμο αποκλειστικά με την αποστολή αυτή, ένα είδος ψυχικές αδελφές του ελέους, Και θυμότανε πάντα σε κά­ποια νευρολογική κλινική έναν τέτοιο τύπο γυναίκας, που ο δάσκαλός του ο Κραφτ Έμπιγκ έλεγε, πως, απλή νοσοκόμα, έκανε για τους αρρώστους του πολύ περισσότερα με το χαμόγελό της, απ’ όσα μπορούσε να κάνει ο σοφός ψυχίατρος με την επιστήμη του και τα φάρμακά του.

— Δεν πάμε να καθίσουμε λιγάκι στην πλατεία; πρότεινε ο Καλής. Εκεί στη γωνιά του ζαχαροπλαστείου είναι απάγκιο και ο ήλιος λούζει ευεργετικά το μέρος.

Κανείς δεν είχε αντίρρηση και ούτε ο Άλκης τώρα. Προ­χώρησαν προς την πλατεία, ο Κώστας μπροστά με τη μεγαλύ­τερη κόρη, τρομερά άσχημη, και ο Άλκης πίσω, μαζί με τη Στέλλα και τη μητέρα της. Η γριά είχε αρπάξει την περίστα­ση να ζητήσει τις συμβουλές του Άλκη για κάτι νευρικούς πονο­κεφάλους, που τη βασάνιζαν από τα νιάτα της, και δεν έλειψε να ψάλει τον εξάψαλμο, μπροστά στον νεοφερμένο γιατρό, για όλους τους ξυλοσχίστες συναδέλφους του, που δεν μπόρεσαν ως τώρα να κάνουν διάγνωση της αρρώστιας της.

— Καλέ, αφήστε, μαμά, την αρρώστια σας! της είπε μια στιγμή η Στέλλα. Ο γιατρός ήρθε ν’ ανασάνει λιγάκι στο Φά­ληρο κι εσείς τον σκοτίζετε με την επιστήμη του.

Ο Άλκης, που είχε ενοχληθεί πράγματι από τη φλυαρία της γριάς, είδε στα λόγια αυτά της νέας κόρης μια απόδειξη ακόμα της καλοσύνης της και μια συμπαθητική προσπάθεια για τον εαυτό του. Και, ενώ μουρμούριζε μερικά τυπικά λόγια δια­μαρτυρίας για την επέμβαση της Στέλλας, της έριξε ένα βλέμμα ευγνωμοσύνης, που ήτανε σαν να της έλεγε: Ευχαριστώ, καλό μου κορίτσι, ευχαριστώ, γλυκιά μου αδερφούλα. Το βλέμμα αυτό είχε γλιστρήσει ως τα βάθη της ψυχής της Στέλλας. Οι δυο νέοι είχαν αισθανθεί, ότι κάτι τους είχε ενώσει από τη στιγ­μή αυτή. Και, όταν σε λίγο, αφού κάθισαν όλοι μαζί στην ηλιό­λουστη γωνιά του ζαχαροπλαστείου χωρίσθηκαν, ο Άλκης ένιω­θε, ότι το κενό που είχε στην ψυχή του, από τον καιρό ενός σκληρού χωρισμού, δεν υπήρχε πια. Είχε γεμίσει άξαφνα από κάτι τι, που δεν ήξερε ο ίδιος, αν ήτανε νέα αγάπη ή λήθη μιας παλιάς αγάπης. Δεν είπε όμως τίποτε στο φίλο του.

 

Η συνέχεια του απογευματινού αυτού στο Νέο Φάληρο είναι, ότι σε δύο μήνες ο Άλκης είχε δώσει το λόγο του στη Στέλλα και ότι σύντομα επρόκειτο να γίνουν οι γάμοι τους. Η είδηση αυτή αναστάτωσε τη θεία του. Εκείνη, μαζί με την έδρα του Πανεπιστημίου, προετοίμαζε για τον ανιψιό της και μια λαμπρή αποκατάσταση. Και όλα τα φιλόδοξα σχέδιά της τα ’βλεπε να γκρεμίζονται τώρα, σαν πύργος ενός παιδιάτικου παιγνιδιού. Έτρεξε αμέσως στο γιατρό του σπιτιού, τον κ. Νικολαΐδη, έναν καλό φίλο, με επιβολή απάνω στον Άλκη, κατόρθωσε να συγκι­νήσει τον αδερφό της, φώναξε τον ανιψιό της στην εξοχή της, τον κράτησε αιχμάλωτο εκεί τρεις μέρες, για να τον απομακρύνει από τη μοιραία γυναίκα, που τον είχε ξελογιάσει, και είχε προ­ετοιμάσει το οικογενειακό συμβούλιο, που είδαμε να συνεδριάζει στα σκοτεινά, στη βεράντα της βίλλας της, το ανοιξιάτικο εκείνο βράδυ. Και η δυνατή εκείνη γυναίκα είχε προετοιμάσει με τόση σοφία και με τόση τέχνη τη σκηνοθεσία του συμβουλίου αυτού, μολονότι η ίδια φαινότανε ξένη και αδιάφορη, για ν’ αφήσει στον εαυτό της την τελευταία και τη μεγάλη λέξη, ώστε είχε όλη τη βεβαιότητα, ότι το θλιβερό επεισόδιο δεν μπορούσε να λυθεί παρά σύμφωνα με την επιθυμία της.

 

III

 

Ύστερ’ από το φοβερό συμβούλιο της βεράντας, που του έδω­καν μιαν αδιάφορη συνέχεια η παρουσία της Καίτης και τα ορε­κτικά, σαν να μην έτρεχε τίποτε εξαιρετικό στη βίλλα της κ. Κράλη, πέρασαν στο γεύμα. Το πρόγραμμα εξακολούθησε, όπως το είχε κανονίσει, σε όλες του τις λεπτομέρειες, η Καίτη. Καμιά ομιλία δεν έγινε στο γεύμα για το θλιβερό επεισόδιο. Έκαμαν πολιτική, φιλολογία, κοινωνιολογία, τα πάντα έξω από κάθε τι, που μπορούσε να έχει σχέση με τον έρωτα. Ο γιατρός του σπιτιού είχε επιφορτισθεί ν’ απασχολήσει τον Άλκη με ζητή­ματα της επιστήμης των. Ο Άλκης, που είχε λάβει ανόρεκτα και σχεδόν από κοινωνική υποχρέωση μέρος στις άλλες ομιλίες, κατόρθωσε να ξεχάσει λίγο τον εαυτό του απάνω στην επιστημο­νική συζήτηση. Έδωκε στο συνάδελφό του τις πληροφορίες, που του ζητούσε εκείνος, για τα νέα ιατρικά προβλήματα, και μίλη­σε ακόμη για τη μελέτη του, που ετοίμαζε να υποβάλει στην Ιατρική Σχολή.

Το θέμα του ήτο μάλλον ιατροφιλολογικό.

— Πάρα πολύ ενδιαφέρον, γιατρέ! είπε η Καίτη στο φίλο της. Έχω κάποια ιδέα...

Ο Άλκης έδωκε μερικές εξηγήσεις. Ο τίτλος της μελέτης του ήτανε: Η Νευρολογία και η Ψυχιατρική παρ’ Ομήρω και τοις Έλλησι τραγικοίς. Ο τίτλος έκαμε εξαιρετική εντύπωση στο γιατρό.

— Ξέρω, είπε, πως έγιναν μελέτες για τη Βοτανική του Όμηρου, για τη Ζωολογία, για την Αστρονομία, για τη Γιατρική του και για πολλά άλλα ακόμα κεφάλαια του ανθρώπινου επιστητού, που είναι θησαυρισμένα στον ωκεανό αυτό της ποιήσεως και της σοφίας, που είναι ο γερο-Όμηρος και οι ποιητές που απορρέουν απ’ αυτόν. Δεν φανταζόμουνα όμως ποτέ, ότι και ο κλάδος του Σαρκώ είχε τις απαρχές του στη μακρινή αυτή πηγή.

— Είναι, βλέπετεεξήγησε ο Άλκης — το μεγάλο δώρο του παρατηρητικού, που είχαν οι αρχαίοι και πρώτος απ’ όλους ο μεγάλος αυτός τυφλός. Όλα τα είχαν παρατηρήσει και πρώτα απ’ όλα τον άνθρωπο. Δεν είναι λοιπόν καθόλου παράξενο αν βρίσκονται μέσα στα έργα τους και κλινικές παρατηρήσεις, που θα τις ζήλευε ένας σημερινός κλινικός. Τα ψυχολογικά και νευρολογικά φαινόμενα είναι πολύ φυσικό να έχουν ιδιαίτερη θέση στην ποίησή τους, μια φορά που η Ποίηση ως κυριότερο θέμα της έχει τα αισθήματα και τα πάθη του ανθρώπου, από τα πιο φυσιολογικά τους φανερώματα ως τα πιο παθολογικά.

Μίλησε έπειτα για τη μανία του Αίαντα και για τον υστερισμό της Κασσάνδρας, δυο από τα καλύτερα παρατηρημένα κλι­νικά περιστατικά της αρχαίας τέχνης.

— Μια υστερική λοιπόν η περίφημη Κασσάνδρα; είπε χαι­ρέκακα η κ. Κράλη.

— Χωρίς άλλο! βεβαίωσε ο Άλκης.

Η κ. Κράλη είχε λόγους να μη συμπαθεί πολύ την αρ­χαία μάντισσα.

— Αφού γέλασε τον Απόλλωνα, είπε, και καταδικάσθηκε να μην πιστεύει κανείς τις μαντείες της, ξελόγιασε και το γερο-Αγαμέμνονα, για να βάλει τη φωτιά στο σπίτι του και να τον καταστρέψει και τον ίδιο!

Κατά τη γνώμη της, αν η Κλυταιμνήστρα κρεούργησε τον άνδρα της μέσα στο λουτρό του, κινήθηκε στο έγκλημά της από καθαρή ζήλεια. Δεν μπορούσε να δεχτεί — και πολύ φυσικά — από τον άνδρα της, που τον περίμενε πιστή τόσα χρόνια, να της φέρει μέσα στο παλάτι της μια ξένη γυναίκα, που, όσο κι αν ήθελε να την περάσει για τυχαία σκλάβα, ήτανε σκλάβος της ο ίδιος. Η θεωρία του υστερισμού της Κασσάνδρας την έκαμε να προχωρήσει και περισσότερο.

— Δε μου μένει αμφιβολία, πρόσθεσε, ότι η φήμη της απιστίας της Κλυταιμνήστρας είναι μια καθαρή συκοφαντία, που την εφευρήκε η υστερική αυτή ψεύτρα.

Με τα τελευταία λόγια της ο γιατρός, μολονότι είχε σοβαρές αντιλογίες ν’ αντιτάξει, κοίταξε ανήσυχα το ωρολόγι του. Έπρε­πε να ιδεί κάποιον άρρωστό του και ήτανε καθυστερημένος μά­λιστα. Ο αδελφός της κ. Κράλη, υποτακτικός πάντα στην αδερφή του, άρχισε να χασμουριέται κι αυτός. Ο πρώτος ζήτησε την άδεια ν’ αφήσει, με λύπη του, την καλή συντροφιά κι έφυγε βιαστικός. Ο δεύτερος σε λιγάκι σηκώθηκε και, με την πρό­φαση πως ήτανε εξαιρετικά κουρασμένος εκείνο το βράδυ, καλη­νύχτισε και τράβηξε ήσυχα στο δωμάτιό του. Ο Άλκης σε όλα αυτά έβλεπε τη συνέχεια ενός προγράμματος, σοφά καταρτισμένου από τη θεία του, αλλά δε φανέρωσε καμιά αμφιβολία για τη φυσικότητα όλων αυτών των σκηνών του θεάτρου, όπου έβλεπε να παίζεται το ίδιο του δράμα.

— Άλκη, δε θέλεις να πας κι εσύ ν’ αναπαυθείς; του είπε αγαθότατα η θεία του. Αν κάθεσαι για να μου κρατήσεις συν­τροφιά, θα ήτανε ανοησία σου. Εγώ είμαι συνηθισμένη να μένω μόνη. Έπειτα έχω εδώ ένα βιβλίο...

— Σου ορκίζομαι, Καίτη, — την έλεγε πάντα με το μικρό της όνομα — είπε ο Άλκης, ότι δεν έχω καμιά, μα καμιά διάθεση να κοιμηθώ. Αν με προτιμάς από το βιβλίο σου, θα μείνω πολύ ευχαρίστως μαζί σου...

— Χωρίς να σε κολακέψω και χωρίς να προσβάλω το βιβλίο μου, σε προτιμώ ορισμένως. Θέλεις λοιπόν ειλικρινώς να κάνουμε το αποβέγγερό μας;

— Ειλικρινώς, Καίτη.

Η Καίτη τοποθετήθηκε αναπαυτικότερα στο ντιβάνι της, αγκάλιασε με χάρη ένα μαξιλάρι και ακούμπησε το κεφάλι της σ’ ένα άλλο. Θα ’λεγε κανείς πως έπαιρνε μια πόζα ερωτευμένης, που ήθελε να σαγηνέψει, με τις σοφές πλαστικότητες του κορμιού της, έναν άνδρα που αγαπούσε να βασανίζει. Η περίσταση δεν ήτανε βέβαια αυτή τώρα. Αλλά η μεγάλη αυτή φιλάρεσκη γνώριζε καλά, ότι τα όπλα του έρωτα και της πειθούς είναι τα ίδια για μια γυναίκα, όταν το θύμα είναι ο άνδρας. Και ήθελε να εξασφαλίσει τελειωτικά το έργο της.

— Έλα, κάτσε εδώ κοντά μου! του είπε. Είσαι τόσο άβολα σ’ αυτήν την καρέκλα εκεί.

Και του ’δειξε μια χαμηλή πολυθρόνα κοντά της, όπου σε λίγο ο Άλκης είχε πάρει τη μοιραία θέση του κατάδικου, που περιμένει την εκτέλεσή του.

Πέρασαν λίγες στιγμές σιωπής.

— Κάποιος ηλίθιος γεννιέται αυτή τη στιγμή! είπε η Καί­τη, που είχε θυμηθεί τη Γαλλική παροιμία, για να λύσει τη σιωπή, μ’ έναν εύθυμο τρόπο.

Ο Άλκης κατάλαβε πως η θεία του ήταν ανυπόμονη να μπει στο θέμα. Και τη βοήθησε, ανυπόμονος κι ο ίδιος ν’ ακούσει τις ιδέες της για το ζήτημά του.

— Αν δεν είχα γεννηθεί προ είκοσι πέντε ετών, είπε, θα έλεγε κανείς πως το νεογέννητο είμαι εγώ.

— Ψαρεύεις κομπλιμέντα, Άλκη;

— Καθόλου, Καίτη! Αλλά υπάρχει μεγαλύτερη ηλιθιότης από το να ερωτεύεται κανείς στον αιώνα μας, όπως ερωτεύοντο στην εποχή των αγαθών αυτών ανθρώπων;

Κι έδειξε απάνω στον τοίχο το ζευγάρι των προπατόρων, που γλυκοκοιτάζονταν έναν αιώνα τώρα μέσα από τα πλαίσια τους, τοποθετημένοι θα ’λεγε κανείς επίτηδες, ο ένας αντίκρυ στον άλλο, από μια ευλαβητική καλοσύνη των απογόνων των. Η Καίτη έριξε ένα γλήγορο βλέμμα στις παλιές ελαιογραφίες των ευγενών της προγόνων, από τις οποίες αντλούσε πάντα τη δύ­ναμη όλων των αξιοπρεπειών της ζωής της, και είπε με ύφος αυστηρά ακαδημαϊκό προς τον Άλκη.

— Όχι, Άλκη! Δεν είναι ηλιθιότης να ερωτεύεται κανείς με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Σχολές δεν υπάρχουν στον έρωτα. Φθάνει να ερωτεύεται πάντοτε με το σεβασμό εκείνο προς τον εαυτό του, που δεν είναι άλλο τίποτε παρά ο σεβασμός προς τον ίδιο τον έρωτα.

— Ρίχνεις μια πέτρα στον κήπο μου, Καίτη;

— Ίσως... Δε θέλω να σε αδικήσω όμως. Ερωτεύεται κανείς κάποτε, όταν έχει μάλιστα την ηλικία σου και την ιδιοσυγκρασία σου, χωρίς να γνωρίζει πού ρίχνει τα μαργαριτάρια του έρωτά του.

— Θέλεις να πεις, ότι τα ’ριξα στους χοίρους;

— Δε σκέφθηκα την ευαγγελική παραβολή, Άλκη. Σου ορ­κίζομαι, θέλω να πω απλώς, ότι η γυναίκα αυτή είναι ανάξια για έναν Κράλη.

Ο Άλκης αισθάνθηκε την ανάγκη να υπερασπισθεί τη γυ­ναίκα... που όσο κι αν ήταν αποφασισμένος πια, από την πίεση των συγγενών του, να διακόψει κάθε σχέση μαζί της, εξακολου­θούσε να την εκτιμά και να την αγαπά, που είναι το ίδιο πράγ­μα σ’ έναν νέον έρωτα.

— Γιατί είναι φτωχή, είπε.

— Η φτώχεια δεν έχει καμιά σημασία! διαμαρτυρήθηκε η Καίτη. Εγώ δεν είμαι πλούσια, ούτ’ εσύ εκατομμυριούχος. Φαντάζομαι όμως, ότι κάτι θα σου είπαν πρωτύτερα ο γιατρός και ο αδελφός μου, για τα περασμένα της γυναίκας αυτής.

Ο Άλκης έκαμε ένα πικρό χαμόγελο.

— Για τα περασμένα Ναι!... μουρμούρισε, καρφώνοντας θλι­βερά τα μάτια του στο αραβούργημα ενός μαξιλαριού, που ήτανε πεσμένο μπροστά στα πόδια του. Οι ιστοριογράφοι όμως των φτωχών κοριτσιών, σου ορκίζομαι, πως δεν μου εμπνέουν μεγάλη εμπιστοσύνη. Γράφουν κι αυτοί την ιστορία τους, όπως γράφον­ται όλες οι ιστορίες. Έπειτα...

— Έπειτα; είπε μ’ ένα νευρικό κίνημα η Καίτη.

— Έπειτα, τα περασμένα μιας γυναίκας — εξακολούθησε ο Άλκης — δεν νομίζεις πως της ανήκουν; Τι δικαίωμα έχομε να μπούμε μέσα σ’ αυτά; Μήπως μπορούμε ν’ απαιτήσουμε από μια γυναίκα να περιμένει διαρκώς την εμφάνισή μας, που δεν της την έχομε αναγγείλει με κανένα τρόπο; Εκείνος που ήρθε πριν από μας, ήρθε όπως ερχόμαστε εμείς σήμερα, όπως θα έρθει ένας άλλος αύριο, αν λιποτακτήσουμε κι εμείς όπως ελιποτάχτησ’ εκείνος. Η αναδρομική ζήλεια ίσως να είναι κάτι τι φυσικό. Είναι πάντα όμως μια αδικία απέναντι της γυναίκας κι ένας εγωισμός βάρβαρος.

Η Καίτη άρχισε να βλέπει, ότι η οπλοθήκη της είχε χάσει ένα από τα δυνατότερα όπλα της. Είχε όμως και άλλα όπλα, που ήτανε έτοιμη να τα χρησιμοποιήσει με τη σειρά τους.

— Δεν έχω αντίρρηση! είπε. Αλλά δεν νομίζεις, Άλκη, ότι το εχτές έχει πάντα μέσα του τα στοιχεία του αύριο;

— Δεν το νομίζω! είπε κατηγορηματικά ο Άλκης. Τουλά­χιστον στην ειδική αυτήν περίπτωση. Έχουμε τόσα παραδείγματα! Τα μερικά περιστατικά έχουν τόση σημασία στα πράγμα­τα του έρωτα! Δεν είναι πάντα η ιδιοσυγκρασία και ο χαρακτή­ρας, που κανονίζουν την ερωτική διαγωγή στη γυναίκα. Και είναι πλάσματα προικισμένα με ανώτερο ηθικό φόντο, που έτυχε να γλιστρήσουν στη λάσπη, για να σηκωθούν αμέσως, με την πρώτη βοήθεια, που τους δόθηκε, χωρίς ν’ απομείνει στην ψυχή τους καμιά νοσταλγία της λάσπης και ίσως καμιά κηλίδα απ’ αυτήν.

Η Καίτη προσπάθησε να δώσει πάλι ένα ευθυμότερο τόνο στην ομιλία.

— Καημένο παιδί! είπε, απλώνοντας το ωραίο της χέρι με καλοσύνη και πιάνοντας το δικό του. Τι ερωτευμένος που φαί­νεσαι! Εσύ έχεις πυρετό! Και να συλλογίζομαι...

Σταμάτησε μια στιγμή σαν να είχε ξεχάσει τι ήθελε να πει.

— Τι συλλογίζεσαι, Καίτη; ρώτησε ο Άλκης, σηκώνοντας τώρα μόλις τα μάτια του από το αραβούργημα του μαξιλαριού και κοιτάζοντας την κατάματα.

— Τίποτα! είπε εκείνη. Μια κοινοτοπία, που διάβασα κά­ποτε στην Παλαιά Διαθήκη.

— Δηλαδή;

— Κάτι τι που έπρεπε να το σκεφθώ πρωτύτερα. Ότι δη­λαδή «ύδατα πολλά δεν μπορούν να σβήσουν την αγάπη».

— Είναι λοιπόν τόσο μεγάλη ανάγκη να σβήσει αυτή η αγά­πη; είπε με συγκρατημένο πόνο ο Άλκης. Αλλά τότε ας αδειά­σουμε όλους τους καταρράχτες της γης απάνω της.

— Ανάγκη; έκαμε αδιάφορα η Καίτη, αποφασισμένη να μεταχειρισθεί και το τελευταίο όπλο της οπλοθήκης της. Καμιά ανάγκη δεν υπάρχει για όποιον δεν την έχει αισθανθεί μονα­χός του.

— Μπορείς λοιπόν να με κάνεις να την αισθανθώ και δεν το κάνεις;

— Δεν θα ήθελα να σου πω κάτι τι που θα μπορούσε να σου κάνει κακό, φτωχό μου παιδί.

— Νομίζω πως πρέπει να μου το πεις.

Η Καίτη ύψωσε τα μάτια της προς τις εικόνες των ευγενι­κών προγόνων, σαν να ζητούσε πάλι απ’ αυτούς μια τελευταία συνδρομή στον αγώνα της.

— Η γυναίκα αυτή, Άλκη, είπε αυστηρά, δεν είναι απλώς μία γυναίκα με ιστορία. Αν ήτανε μονάχα αυτό, δε θα μ’ έβλε­πες τόσο ανήσυχη για την ευτυχία σου. Είναι πρόστυχη!

Στη λέξη αυτή, ο Άλκης, που στο βάθος της ψυχής του η ευγένεια του γένους του είχε στημένον πάντα έναν υπερήφανο βωμό, τινάχθηκε από τη θέση του.

— Τι θέλεις να πεις;

— Θέλω να πω, ότι μια γυναίκα, που δέχεται από έναν ερα­στή της να της πληρώσει το λογαριασμό του μπακάλη της, δεν είναι γυναίκα για έναν Κράλη.

Ο Άλκης έκαμε ένα μορφασμό βαθύτατου πόνου.

— Είναι βέβαιο αυτό που μου λες;

— Μπορώ να σου το αποδείξω όταν το θελήσεις. Δεν ξαναμίλησαν πια εκείνο το βράδυ.

 

IV

 

Τρεις μέρες ύστερα από την ιδιαίτερη βραδινή συνομιλία της κ. Κράλη με τον ανιψιό της, ο Άλκης ταξίδευε για τον τόπο της προσωρινής αυτοεξορίας του.

Έτσι είχε κανονίσει τα πράματα η προβλεπτική σοφία της θείας του. Μετά το τελευταίο χτύπημα — το χτύπημα της χάρι­τος — που είχε καταφέρει η Καίτη στον έρωτα του Άλκη, ο νέος είχε πεισθεί να κόψει κάθε σχέση με τη γυναίκα, που η θεία του είχε χαρακτηρίσει πρόστυχη. Ύστερ’ από μια νύχτα αγρυ­πνίας, παραδόθηκε χωρίς όρους.

— Εγώ είμαι ανίκανος να σκεφθώ και να αποφασίσω το πα­ραμικρό! είπε το άλλο πρωί στη θεία του. Ό,τι νομίζεις πως μπορεί να γίνει, με το φιλανθρωπότερο τρόπο για ένα κορίτσι, που ό,τι κι αν είναι, δε μου χρωστάει τίποτα να υποφέρει εξαι­τίας μου, δεν έχετε παρά να το κανονίσετε με το θείο και με το γιατρό. Και εγώ δεν έχω παρά να υπακούσω και να υποφέρω.

Η Καίτη τον συγχάρηκε για τη θέληση, που έδειξε πως έχει σωθεί από μια κακή περιπέτεια, και του έδωκε να καταλάβει, ότι η νέα δεν ήτανε πρώτη φορά, που της συμβαίνει μια τέτοια απογοήτευση.

— Έννοια σου και θα βρει, σε βεβαιώνω, πολύ γρήγορα τον τρόπο να παρηγορηθεί. Σε κάθε περίσταση, δεν είναι από τις γυναίκες που παίρνουν κατάκαρδα μια ερωτική περιπέτεια, όπως φαντάζεσαι.

Ο Άλκης, χωρίς να παρηγορηθεί από την επιχειρηματολο­γία της θείας του, ρώτησε ξερά.

— Μήπως έστειλαν από χθες να με ζητήσουν; Μήπως κα­νένα γράμμα;

— Απολύτως τίποτε! του είπε η Καίτη.

— Μου φαίνεται παράξενο. Φαντάζομαι, πως δε θα ήτανε δύσκολο να μαντέψουν, ότι βρίσκομαι εδώ. Η ξαφνική εξαφά­νισή μου...

— Φαντάζεσαι, Άλκη, ότι θα μπορούσα να σου κρύψω ένα γράμμα; είπε μ’ ένα τόνο διαμαρτυρίας η Καίτη.

Και όμως δεν έλεγε την αλήθεια. Το άλλο βράδυ ακριβώς, ένας μικρός υπηρέτης είχε φέρει κάποιο γράμμα για τον Άλκη και είπε πως θα περιμένει απάντηση. Η καμαριέρα της Καίτης, ειδοποιημένη από πριν, έφερε το γράμμα στην κυρία της. Εκείνη το άνοιξε και το διάβασε βιαστικά. Ήτανε ένα γράμμα της Στέλ­λας, που έγραφε, ότι βρίσκονταν στο ξενοδοχείο του προαστίου, ότι είχανε βεβαιωθεί για τη διαμονή του στη βίλλα της θείας του, ότι ήσαν τρομερά ανήσυχες μήπως είναι άρρωστος ή του συμβαίνει τίποτε δυσάρεστο, ότι τέλος δεν μπορούσαν να εξηγήσουν την ξαφνική του και χωρίς κανένα λόγο εξαφάνιση. Με συγκινητικά λόγια τον παρακαλούσε κατόπιν, αν τον δυσαρέστησε σε τίποτε χωρίς να το καταλάβει, να τη συχωρέσει, γιατί θα της ήτανε αδύ­νατο να υποφέρει την τύψη, πως ίσως, ποιος ξέρει, τον πίκρανε, έστω και χωρίς να το θέλει. Και στο τέλος τον ικέτευε να πάει να τη δει, έστω και μια στιγμή, στο ξενοδοχείο, ή να της γράψει δύο λόγια — δυο λόγια μόνο από το χέρι του — για να της πει, ότι εξακολουθεί να την αγαπά, όπως τον αγαπά. Τίποτε περισσότερο. Δυο λόγια μονάχα. Δυο λόγια από το χέρι του...

Η Καίτη, μαντεύοντας, ότι το γράμμα αυτό ήτανε άξιο να της καταστρέψει όλο το έργο της, το ’σχισε με θυμό, έχωσε τα κομμάτια του στο βάθος ενός συρταριού και παράγγειλε στην κα­μαριέρα της να πει στον μικρόν υπηρέτη, ότι έδωκε το γράμμα στα χέρια του κ. Άλκη, κι αυτός, αφού το διάβασε, είπε να πει σ’ αυτόν που το ’φερε, ότι δεν έχει απάντηση. Έτσι ξερά: Ο κύριος μου είπε, ότι δεν έχει απάντηση!

— Δεν ξέρω ποια θα είναι η γνώμη του θείου σου και του γιατρού! εξακολούθησε η Καίτη. Δυο πράματα όμως είναι απα­ραίτητα. Πρώτο να μη βγεις καθόλου από το σπίτι, όσο βρίσκε­σαι εδώ, και δεύτερο να βρεθεί τρόπος ν’ απομακρυνθείς το γρηγορότερο από τας Αθήνας για λίγον καιρό, χωρίς να τη συναντήσεις.

Ο Άλκης δεν είχε καμιά δύναμη πια να αντισταθεί. Κατα­λάβαινε κι ο ίδιος, ότι θα του ήταν αδύνατο να ξαναϊδεί τη

Στέλλα και να επιμένει στη σκληρή του απόφαση. Και ένοιωθε τώρα μόνος του την ανάγκη να φύγει μια ώρα αρχύτερα και να προσπαθήσει να ξεχάσει, όσο μπορεί να ξεχάσει κανείς έναν πόνο, που τον σέρνει μαζί του, σαν ανοιχτή κι αγιάτρευτη πληγή.

— Να φύγω! είπε. Αυτό βλέπω κι εγώ. Αλλά πού και πώς;

Η Καίτη, που είχε καταστρωμένο πια το σχέδιό της έκαμε πως σκέφθηκε λιγάκι, και ύστερα, σαν να της ήρθε μια ξαφνική έμπνευση, είπε.

— Να μια ιδέα! Ο φίλος μας ο κ. Σταλίδης, φεύγοντας τον περασμένο μήνα με την κόρη του για τον Αίνο της Κεφαλλονιάς, με είχε παρακαλέσει να του συστήσω κανένα νέο γιατρό, χωρίς μεγάλη πελατεία, που θα μπορούσε να μείνει μαζί τους στο βουνό για δυο τρεις μήνες. Η κόρη του είχε συχνές αιμοπτύσεις και φοβότανε, πως στην ερημιά εκεί απάνω, χωρίς κανένα για­τρό, θα μπορούσε να της τύχει τίποτε δυσάρεστο. Υποθέτω, ότι πλαγίως μου έκανε μια πρόταση για σένα. Αλλά τότε δε θέλησα να κάμω λόγο. Φανταζόμουν, ότι δε θ’ αποφάσιζες ν’ απομακρυνθείς από την εργασία σου στις βιβλιοθήκες των Αθηνών. Τώρα όμως... Τώρα νομίζω πως θα μπορούσες να δεχθείς.

— Φαντάζεσαι, — ρώτησε ο Άλκης — ότι δεν άλλαξαν γνώ­μη από τότε;

— Βέβαια όχι! είπε η Καίτη. Ακόμα την περασμένη βδο­μάδα είχα γράμμα από το Σταλίδη. Δεν έχω παρά να τηλεγραφήσω και να φύγεις αμέσως.

Ύστερ’ από τρεις μέρες ένα κλειστό αυτοκίνητο έφερε τον Άλκη στο λιμάνι του Πειραιώς, ακριβώς την ώρα που το βαπόρι σήκωνε τις άγκυρες του για το ταξίδι.

 

V

 

Στην πλώρη του βαποριού, μακριά απ’ τους άλλους επιβάτες, διψώντας μοναξιά, θέλοντας να μείνει μοναχός του με τον ουρανό, το πέλαγο και τον πόνο του, ο Άλκης είχε ακουμπήσει απάνω στο παραπέτο και άφηνε τη σκέψη του να φεύγει και να ταξιδεύει, χωρίς σκοπό και χωρίς τέλος, μαζί με τα κύματα, μαζί με τους λευκούς αφρούς.

Για μια στιγμή συλλογίστηκε το άλλο του ταξίδι — εδώ και λίγους μήνες — όταν γύριζε από την Ευρώπη. Έφευγε και τότε από τον ίδιο τον εαυτό του, γυρεύοντας να βρεθεί μακριά απ’ τον ωραιότερο κύκλο της ζωής του, από τον κύκλο της αγάπης. Έπρεπε και τότε να ξεχάσει μια γυναίκα, που είχε αφήσει σκλη­ρά πίσω του, μια γυναίκα που είχε δεθεί με τις καλύτερες μέρες της νεότητάς του. Κι έκανε ο ίδιος στον εαυτό του το κακό, που μόνος ο θάνατος θα μπορούσε να του κάνει, ο θάνατος που τόσες φορές τον είχε φοβηθεί στις στιγμές της ευτυχίας του. Και τώρα πάλι τα ίδια. Έφευγε πάλι μακριά από την ευτυχία του, έφευγε όπως φεύγει κανείς από μια θεομηνία, μια καταστροφή. Έφευγε πάλι κυνηγημένος από τον ίδιο τον εαυτό του. Και γιατί όλ’ αυτά; Θυμήθηκε τα λόγια της θείας του.

— Σε συγχαίρω, Άλκη, γιατί δείχνεις πως έχεις θέληση...

Γέλασε πικρά μια στιγμή. Θέληση! Αλλά τι είναι θέληση; Είναι το να αντιστέκεται κανένας σε όλα τα ορμέμφυτα της ψυ­χής του, να σβήνει μ’ ένα φύσημα όλους του τους πόθους, να συν­τρίβει με τα ίδια του χέρια την ευτυχία του; Και δεν είναι θέ­ληση το ν’ αντιταχθεί κανείς στη θέληση των άλλων, στη γνώμη της κοινωνίας, στη δεισιδαιμονία του κοινωνικού νόμου, και να υπερασπίσει τον εαυτό του εναντίον της επιβουλής των άλλων; Και όμως, ένας άνθρωπος, που έχει τη θέληση αυτή, την πραγ­ματική, τη φυσιολογική θέληση, που απορρέει από τις πιο απόκρυφες ανάγκες της ζωής του, θεωρείται ένας άβουλος, ένας άν­θρωπος χωρίς χαρακτήρα. Τι αστεία πράματα!

Ένας ναύτης πέρασε κοντά του και του ζήτησε το τσιγάρο του ν’ ανάψει.

— Από πού είσαι, παλικάρι; τον ρώτησε, από ανάγκη να βγει μια στιγμή από το λαβύρινθο των λογισμών του.

— Απ’ το Καρπενήσι! είπε ο ναύτης.

— Κι έγινες θαλασσινός;

— Ο πατέρας μου ήθελε να με κάνει τσοπάνη, όπως ήτανε και ο ίδιος. Εγώ δεν ήθελα! Μ’ άρεσε να γυρίζω τον κόσμο. Κι έφυγα κρυφά από το σπίτι μας.

— Δε μετάνιωσες τώρα;

Ο ναύτης γέλασε.

— Γιατί να μετανιώσω; Έκανα αυτό που μ’ άρεσε! Άναψε το τσιγάρο του και χώθηκε σφυρίζοντας στο καμπούνι της πλώρης.

— Αυτή είναι η αληθινή θέληση! είπε μέσα του ο Άλκης. Και όμως, πώς έχασαν τη σημασία τους τα λόγια! Την αβουλία και την υποταγή σε μια πρόληψη τη λέμε θέληση και λέμε αβου­λία την αντίσταση του ορμέμφυτου στην κοινωνική συνθήκη.

Έσκυψε προς τη θάλασσα, που τη χρύσωναν οι τελευταίες αχτίδες του ήλιου.

— Δεν έπρεπε να φύγω! είπε σε λίγο. Δεν έπρεπε!

Και είχε μιλήσει, φαίνεται, δυνατά, γιατί ξαφνίσθηκε από τον ήχο της φωνής του.

Σηκώθηκε κι έκανε λίγα βήματα απάνω κάτω στο κατά­στρωμα. Ένοιωθε με το σούρουπο ένα βάρος να πλακώνει το στή­θος του. Αν ήτανε στο χέρι του, θ’ άρπαζε το τιμόνι του βαπο­ριού και, με μια γρήγορη στροφή, θα ’βαζε πλώρη προς την Αθή­να, θα γύριζε αποκεί που ήρθε, χωρίς να λογαριάσει τίποτε, κα­νέναν. Δεν είχε τάχα το δικαίωμα; Και είχε το δικαίωμα ο καπετάνιος του καραβιού να διευθύνει και τη δική του ζωή, όπως διεύθυνε το άψυχο εκείνο καράβι, και να την ταξιδεύει σύμφωνα μ’ ένα δρομολόγιο, που το είχε συντάξει η θεία του; Και η ψυχή του λοιπόν; Η δική του η ψυχή δεν ήταν ο καπετάνιος της ζωής του; Δεν ήτανε τίποτε η ψυχή του; Ένοιωσε να τον πνίγει ένα βαθύ παράπονο. Και παρηγορήθηκε μονάχα με μια ξαφνική απόφαση. Να βγει στο πρώτο λιμάνι που θα ’πιανε το βαπόρι και να ξαναγυρίσει πάλι στην Αθήνα.

Ξανακάθισε πάλι στα μπάγκο, ησυχότερος τώρα, παρηγορη­μένος από την απόφασή του. Ο σκύλος του, ο Γκραφ, που ήτανε κουλουριασμένος στα πόδια του, σηκώθηκε άξαφνα, έβαλε τα πό­δια του απάνω στα γόνατά του και τον κοίταξε στα μάτια, σα να ’θελε να τον ρωτήσει κάτι.

Του χάιδεψε με αγάπη το μεγάλο, έξυπνο κεφάλι.

— Ναι, του είπε, σα ν’ απαντούσε στην άφωνη ερώτηση του ζώου· ναι, καλέ μου φίλε! θα ξαναγυρίσουμε, θα ξαναγυρίσουμε γρήγορα. Μη λυπάσαι!

Με την υπόσχεση αυτή, που έδωσε στο πιστό του ζώο, για να τη δώσει στον εαυτό του, παρηγορήθηκε. Είχε πάρει την από­φασή του, που καμιά δύναμη δε θα τον έκανε να την αλλάξει. Στη Ζάκυνθο θα έβγαινε έξω και θα περίμενε το πρώτο βαπόρι, που θα περνούσε για τον Πειραιά, για να ξαναγυρίσει εκεί που τον τραβούσε μια συμπαθητική αγάπη και ένα καθήκον. Ένα καθήκον — γιατί όχι; — που δεν μπορούσε να το καταλάβει η στενή και εγωιστική ηθική της θείας του.

— Πότε περνάει από τη Ζάκυνθο βαπόρι για τον Πειραιά; ρώτησε κάποιον ναύτη.

— Αύριο το βράδυ! του είπε ο ναύτης.

— Εμείς τι ώρα θα φθάσουμε;

— Κατά το μεσημέρι.

— Προφθαίνω λοιπόν να το πάρω;

Ο ναύτης έκανε ένα σχήμα επιβεβαιωτικό.

— Ου!... Θα μείνετε και κάμποσες ώρες να φάτε μαντολάτο. Το αστείο του ναύτη τον άφησε ψυχρό.

— Ευχαριστώ, παιδί μου! είπε αδιάφορα.

Και κατέβηκε στην πρώτη θέση, ήσυχος και ευχαριστημένος, σαν άνθρωπος που είχε πάρει την απόφασή του. Ήτανε η ώρα του γεύματος και οι επιβάτες είχαν μαζευτεί, εύθυμοι και φλύαροι από την προαίσθηση μιας χαράς, που είναι η μεγαλύτερη και η μοναδική σχεδόν φροντίδα των ανθρώπων που ταξιδεύουν.

— Θα λάβετε μέρος στο γεύμα; τον ρώτησε, με ένα ύφος απορίας, ο καμαρότος, που έβαζε τις τελευταίες του πινελιές στην εύθυμη διακόσμηση του τραπεζιού.

Ο Άλκης θυμήθηκε, πως μια ώρα πρωτύτερα είχε δηλώ­σει στον καμαρότο, πως ήτανε κακοδιάθετος και δε θα ’παιρνε μέ­ρος στο γεύμα.

— Έχεις δίκιο, παιδί μου... προσπάθησε να δικαιολογηθεί. Σου είχα πει... Βέβαια! Με είχε πειράξει λίγο η θάλασσα. Τώρα όμως αισθάνομαι καλύτερα. Αν δεν είναι δύσκολο...

Αισθανότανε, πράγματι, καλύτερα και η κνίσα του φαγη­τού, που έφθανε από την κουζίνα, τον γαργάλιζε όπως και όλους τους άλλους επιβάτες. Σχεδόν πεινούσε.

— Πολύ ευχαρίστως, κύριε! τον καθησύχασε ο καμαρότος. Το φαγί είναι μπόλικο, θα λείψουν, βλέπετε, και μερικές κυρίες που τις πείραξε η θάλασσα.

— Υπάρχει λοιπόν και κάτι τι δυνατότερο από τη γυναί­κα; είπε κάποιος επιβάτης, που η πείνα του του είχε γίνει πνεύμα.

Το πνεύμα του στομάχου γενικεύθηκε σε λίγο. Το ανεξάν­τλητο γυναικείο θέμα, που τρέφει το πνεύμα των ανδρών στις χαμένες ώρες, έγινε το θέμα της συντροφιάς. Δεν έμεινε κοινο­τοπία, που να μην επαναλήφθηκε, με αξιώσεις μεγαλοφυΐας. Δεν έλειψαν και τα προαιώνια καλαμπούρια. Δυο τρεις κυρίες, που ήσαν στο σαλόνι, παρακολουθούσαν την ξαφνική αυτή άνθηση του ανδρικού πνεύματος, με σοφά χαμόγελα, χωρίς καμιά διάθεση να λάβουν μέρος στη συζήτηση. Ο Άλκης, σε μια γωνιά του κα­ναπέ, ακολουθούσε σιωπηλός τη δική του σκέψη, χωρίς να προ­σέχει στην ομιλία.

— Εσείς δε λέτε τίποτε, κύριε; του είπε μια από τις κυ­ρίες, με την οικειότητα που αναπτύσσεται μεταξύ άγνωστων στα ταξίδια.

Οι άλλες κυρίες, που είχαν προσέξει συμπαθητικά τη σιωπή και τη σοβαρότητα του νέου, έσκυψαν ν’ ακούσουν την απάν­τησή του.

— Τι να πω, κυρία μου; είπε ο Άλκης. Σας βεβαιώνω, ότι δεν επρόσεξα. Δεν παρακολούθησα την ομιλία.

— Αυτοί οι κύριοι — του εξήγησε η συνομιλήτριά του — ζητούν απλούστατα να μας καταποντίσουν.

Ο Άλκης χαμογέλασε.

— Φαντάζεσθε, πως μπορούν να το κάμουν; είπε. Οι καημένοι οι άνδρες! Είναι οι πιο ακίνδυνοι εχθροί των γυναικών. Ίσως γιατί δεν κατορθώνουν να γίνουν εχθροί, και όταν ακόμα σας κηρύττουν τον πόλεμο. Ένας είναι ο μεγάλος, ο τρομερός εχθρός της γυναίκας. Η γυναίκα!

Οι κυρίες γελάσανε, χωρίς να μαντεύουν τη σκέψη του νέου ταξιδιώτη, που πετούσε τώρα προς τη θεία του.

— Περάστε στις θέσεις σας! ειδοποίησε ο καμαρότος.

Η μεγάλη είδηση έβαλε τέλος στη συζήτηση. Οι συζητηταί, αφού καταβρόχθισαν τις γυναίκες, επήραν γρήγορα τις θέ­σεις των στο τραπέζι και ρίχτηκαν τώρα, με την ίδια κακία, στα ορεχτικά. Σε λίγο το θέμα της ομιλίας έγινε ο μάγειρος και η γαστρονομική γεωγραφία της Ελλάδος. Οι κύριοι στο θέμα αυτό ήσαν πολύ σοφότεροι και, χωρίς άλλο, πνευματοδέστεροι. Ο Άλκης σε όλη τη διάρκεια του γεύματος, εξακολούθησε τη συνομιλία του με τις κυρίες, που τον εύρισκαν θελκτικό. Και, στα επιδόρπια, είχε καταλάβει, ότι τίμησε το γεύμα με περισ­σότερη όρεξη, απ’ όσο φανταζότανε.

— Κάνουμε μια παρτίδα πόκερ, κύριοι; πρότεινε κάποιος από τους επιβάτες.

Βρέθηκαν τρεις πάρτενερς.

— Μας κάνετε τον τέταρτο; είπαν στον Άλκη.

Ο Άλκης, που φοβότανε ν’ απομονωθεί πολύ γρήγορα στην καμπίνα του και να βρεθεί πάλι αντιμέτωπος με τον εαυτό του, δέχτηκε με μεγάλη προθυμία.

— Πολύ ευχαρίστως, κύριοι.

— Συνηθίζετε να κάνετε μπλόφες; τον ρώτησε μια από τις κυρίες.

— Δυστυχώς, κυρία μου, συνηθίζω να κάνω μπλόφες. Αλλά όχι στους άλλους. Κάνω μπλόφες στον εαυτό μου.

Οι κυρίες γελάσανε, χωρίς να καταλάβουν ή να προσπαθή­σουν να καταλάβουν τίποτε στην αινιγματική αυτή φράση, που την πήραν σα μια εύθυμη ανοησία, απ’ αυτές που συνηθίζουν ν’ ακούνε τόσο συχνά από τα χείλη των ανδρών. Όμως ο Άλ­κης είχε προφέρει αυτή τη φράση με μια πτυχή πόνου στο κάτω του χείλι, που πέρασε απαρατήρητη.

Έπαιξαν ως τις πρωινές ώρες. Ο Άλκης, όταν αποσύρθη­κε στην καμπίνα του, ήτανε κατάκοπος κι ένοιωθε τα μάτια του βαριά από τον ύπνο. Έπεσε και κοιμήθηκε ως το πρωί, με τον ήσυχο και ανόνειρο ύπνο του εργάτη, που είναι το δώρο του φυσικού κόπου. Όταν ξύπνησε κατά τις δέκα, αισθάνθηκε τον εαυτό του ήσυχο και σχεδόν εύθυμο. Ανέβηκε στο κατάστρωμα. Ήτανε μια μέρα γεμάτη φως και θριάμβους χρωμάτων απάνω στα κύματα, στις πρασινάδες των ακτών, στις μενεξένιες σιλουέ­τες των μακρινών βουνών. Ένα θάρρος και μια αισιοδοξία πα­ράξενη πλημμύρησε τα στήθη του Άλκη. Κάθισε σ’ ένα πάγκο του καταστρώματος και ακολουθούσε με την ψυχή του, που είχε κάμει άσπρα φτερά κι αυτή, τα παιγνίδια των γλάρων, μέσα στη χρυσογάλανη αποθέωση της ατμοσφαίρας. Ο ναύτης, που του είχε μιλήσει εχθές, πέρασε.

— Ζυγώνουμε στη Ζάκυνθο, του είπε. Πρέπει να ετοιμά­σετε τα μπαγκάζια σας, να τα ’χετε πρόχειρα εδώ στο κατά­στρωμα.

— Σε πόση ώρα θα φουντάρουμε; ρώτησε ο Άλκης.

Στην πλώρη του καραβιού ξεχώριζε χαρούμενο το λουλούδι της Ανατολής, η «θεία Ζάκυνθος», όπου είχε ονειρευθεί να κοιμηθεί ο ξενιτεμένος ποιητής.

— Φτάσαμε! είπε ο ναύτης. Σε μισή ώρα το πολύ θα φουν­τάρουμε.

Θα ’βγαινε λοιπόν στη Ζάκυνθο ο Άλκης; Άρχισε ν’ αναθεωρεί τώρα ψυχραιμότερα την απόφασή του. Πώς θα δικαιολο­γούσε την επιστροφή του; Και καθώς είχε πάντα το φόβο του γελοίου, φοβήθηκε το ειρωνικό χαμόγελο της θείας του, που το ’βλεπε από τώρα να σχεδιάζεται στα λεπτά, τα φαρμακωμένα της χείλη. Και η «θέλησις»; Το τροπάρι της «θελήσεως» που θ’ άκουγε πάλι; Σκέφθηκε μια στιγμή να εξακολουθήσει το ταξίδι του και ν’ αποφασίσει αργότερα. Μπορούσε να μείνει δυο τρεις μέρες στην Κεφαλλονιά, να προφασισθεί κάποια αρρώστια και να γυρίσει. Μέσα στους δισταγμούς του αυτούς, συλλογίσθηκε τη φράση που είχε πει το βράδυ στην κυρία.

— Συνηθίζω να κάνω μπλόφες στον εαυτό μου.

Είχε λοιπόν κάνει άλλη μια τραγική μπλόφα στον εαυτό του; Χαμογέλασε πικρά. Με τον κρότο της άγκυρας, που έπεφτε στα νερά του ωραίου νησιού, αγκυροβόλησε και η σκέψη σε μια απόφαση. Δε θα ’βγαινε στη Ζάκυνθο, θα εξακολουθούσε το ταξίδι του. Και την απόφαση του τη δυνάμωσε μια γρήγορη ιδέα που πέρασε από το νου του.

— Επιτέλους — σκέφθηκε σχεδόν δυνατά, γιατί άκουσε πάλι τον ήχο της φωνής του — αν η Στέλλα είχε πάρει κατάκαρδα το χωρισμό μου, θα ’δινε κάποιο σημείο ζωής, τις ημέρες που έμενα στην Αθήνα.

Μήπως ήτανε λοιπόν πράγματι μια «πρόστυχη» και μια τιποτένια, όπως την είχε χαρακτηρίσει η θεία του; Και άξιζε τότε να έχει τόσες τύψεις για ένα πλάσμα, που ίσως τη στιγμή αυτή λησμονούσε τον ερωτά του στην αγκαλιά ενός οποίου, που θα της «πλήρωνε — ίσως — και το λογαριασμό του μπακάλη της»;

Άναψε ένα τσιγάρο, χάιδεψε το μεγάλο, ωραίο κεφάλι του σκύλου του και εξακολούθησε το ταξίδι του.

 

VI

 

Το βαπόρι έφθασε αργά στο Αργοστόλι. Κάποιος κύριος, που είχε επιφορτισθεί να παραλάβει τον Άλκη, τον περίμενε στην προκυμαία.

— Θ’ ανεβούμε αμέσως στο βουνό; ρώτησε ο Άλκης,

— Είναι αργά τώρα, τον πληροφόρησε ο ξεναγός του. Προ­τιμότερο είναι να περάσετε τη νύχτα σας στο ξενοδοχείο και πρωί πρωί να ξεκινήσετε. Το ζώο θα σας περιμένει στις πέντε το πρωί κάτω από το ξενοδοχείο σας. θέλετε να κάνουμε ένα γύρο στην πόλη; Κατόπιν μου κάνετε την ευχαρίστηση να γευ­ματίσουμε μαζί και σας οδηγώ στο ξενοδοχείο σας.

Έκαναν ένα γύρο στην πόλη. Ο Άλκης ακολούθησε ανό­ρεχτα τον ξεναγό του, που προθυμοποιήθηκε να του δείξει όλα τα αξιοθέατα. Τίποτε όμως δεν μπορούσε να τον ενδιαφέρει στην ψυ­χολογική κατάσταση που βρισκότανε. Απαντούσε στον υποχρεω­τικό κύριο με τυπικά μονοσύλλαβα, για να δείξει, από ευγένεια, κάποιο ενδιαφέρον, που δεν είχε καθόλου.

— Μου είναι πολύ συμπαθητική η πόλη σας... είπε στο τέ­λος, όταν πήγαν να γευματίσουν στο ξενοδοχείο. Έχει κάποιο γαλήνιο ρυθμό, που μου θυμίζει μερικές γερμανικές πολίχνες,, όπου πέρασα ωραίες, ήσυχες ημέρες.

Αναστέναξε από κάποια παλιά ανάμνηση, που προσπάθησε να την διώξει γρήγορα από τη σκέψη του. Έφαγε ανόρεχτα και παρακάλεσε τον ξεναγό του να τον οδηγήσει στα ξενοδοχείο, επειδή ήτανε εξαιρετικά κουρασμένος από το ταξίδι. Η κού­ρασή του ήτανε περισσότερο ψυχική, παρά σωματική, κι ένοιωθε την ανάγκη να βρεθεί μόνος του με τον εαυτό του, για να πάρει μια τελειωτική απόφαση που δεν κατόρθωνε να την πάρει ποτέ, αλλάζοντας διαρκώς σχέδια και αποφάσεις. Ο ξεναγός του, αφού του έκαμε μερικά εγκώμια για τις φυσικές ομορφιές του βουνού, όπου θα περνούσε αξέχαστες ημέρες, τον οδήγησε στο ξε­νοδοχείο του.

— Αύριο λοιπόν στις πέντε, θα είμαι κι εγώ να σας προβοδίσω.

Καληνυχτίσθηκαν με μια τυπική εγκαρδιότητα.

Μέσα στο μικρό δωμάτιο του ξενοδοχείου, με τα λευκά πά­νινα παραπετάσματα, τα αρχαία έπιπλα, τα παράθυρα τα ανοιγ­μένα στη νυκτερινή σκηνογραφία του άγνωστου τόπου, στη με­λαγχολία των ξένων σπιτιών και των ασυνήθιστων ήχων, ο Άλ­κης ένοιωσε βαριά την ψυχή του.

Ξαπλώθηκε στο κρεβάτι του περισσότερο από ανάγκη να ξεκουρασθεί, παρά να κοιμηθεί. Καταλάβαινε πως θα περνούσε μια άσχημη νύχτα. Και δεν έκλεισε, πράγματι, μάτι ως το πρωί. Η ατέλειωτη νύχτα του φάνηκε πλασμένη από τα άπειρα, τα ατέ­λειωτα δευτερόλεπτα του παλιού εκκρεμούς, που ρύθμιζαν τη σκέψη του μ’ έναν τρόπο μονότονο, ανυπόφορο. Σηκώθηκε μια στιγμή, ανέβηκε σε μια καρέκλα και σταμάτησε την ενοχλητική μηχανή, όπως θανατώνει κανείς έναν εχθρό. Αυτό του έφερε κά­ποια ανακούφιση και κάποια ελευθερία να σκεφθεί και ν’ αποφασίσει.

— Λοιπόν; είπε μοναχός του.

Ήτανε το αιώνιο λοιπόν, η ερώτηση που είχε κάνει τόσες φορές στον εαυτό του από τη στιγμή που έφυγε από την Αθήνα. Αλλά δεν μπόρεσε να δώσει πάλι καμιά οριστική απάντηση.

— Λοιπόν;

Ένας ήμερος ήχος κουδουνιού έφθασε κάτω από το δρόμο, πιο σβησμένος στην αρχή, ζωηρότερος ύστερα, γλυκός πάντα, σαν ένα φιλικό χαιρέτισμα. Κατάλαβε πως ήτανε τα ζώο που ερχό­τανε να τον παραλάβει. Σηκώθηκε και κοίταξε το ωρολόγι του. Ήτανε τέσσερες ακόμα. Ο αγωγιάτης είχε φθάσει μια ώρα πρωτύτερα, σύμφωνα με τη συνήθεια των καλών αυτών Ελλήνων, που δε μοιάζουν με τις συνήθειες των ελληνικών σιδηροδρόμων.

— Καλύτερα! είπε ο Άλκης.

Βιάσθηκε να ντυθεί και να ετοιμάσει τη βαλίτσα του.

— Γκραφ, έλα λοιπόν! είπε στο σκύλο του, που κοιμότανε μακάρια απάνω σ’ ένα μικρό ντιβανάκι, τον ύπνο του δικαίου. Έλα! Ετοίμασε τις βαλίτσες σου.

Το ωραίο ζώο άνοιξε τα μάτια του, τεντώθηκε, σάλεψε την ουρά του και κοίταξε τον κύριο του μ’ ένα ύφος, σα να του ’λεγε.

— Αγαπητέ μου φίλε, οι βαλίτσες μου είναι έτοιμες.

Κατέβηκαν στο δρόμο. Ήτανε ακόμα σκοτεινά και η πόλη κοιμότανε ύπνο βαθύ, πέρα πέρα.

— Θα ξεκινήσουμε, αφέντη; — ρώτησε ο αγωγιάτης,— ή θα περιμένουμε και τον κυρ Γεράσιμο.

Ο Άλκης σκέφθηκε πως ήτανε περιττό να περιμένει τον ξε­ναγό του.

— Αν έρθει ο κύριος που μ’ έφερ' εχθές το βράδυ — είπε στο παιδί του ξενοδοχείου, που του είχε κουβαλήσει ως το πεζο­δρόμιο τη βαλίτσα του — να του πεις πως τον ευχαριστώ πολύ. Μια και ήρθε ο αγωγιάτης, αποφάσισα να ξεκινήσω με τη δροσιά.

Το βέβαιο ήτανε πως κάτι τι τον έσπρωχνε να βρίσκεται σε αιώνια κίνηση. Η ανησυχία της ψυχής του ήτανε σαν ένα μα­στίγιο που τον ανάγκαζε να πηγαίνει πάντα εμπρός — αδιάφορο πού — αλλά να προχωρεί σε κάποιο σκοπό, έστω και με κανένα σκοπό.

Ο αγωγιάτης έδεσε τη βαλίτσα στο σαμάρι του μουλαριού, έφερε το ζώο κοντά στην πεζούλα του ξενοδοχείου κι ο Άλκης καβαλίκεψε. Ξεκίνησαν. Ο Γκραφ ακολουθούσε από πίσω με χα­ρούμενα γαυγίσματα.

— Ο δρόμος είναι καλός; ρώτησε ο Άλκης, για να ρωτήσει κάτι.

— Αμαξωτός ως το Μεγάλο Βουνό! του είπε ο αγωγιάτης. Απ’ τον καιρό των Εγγλέζων. Κι αποκεί πάλι, άμα μπούμε στα έλατα, το μονοπάτι πάει μια χαρά.

Σε λίγο είχανε φθάσει στο γεφύρι, που ενώνει τις δύο όχθες του λιμανιού. Το σκοτάδι άρχισε να γλυκαίνει από τα πρώτα χα­μόγελα της αυγής. Ένα χαρούμενο προαίσθημα φωτός είχε χυθεί στους λόφους ολόγυρα, στη θάλασσα, στην πόλη απάνω που ξυπνούσε κι άρχιζε να σαλεύει με μαχμουρλίκι Ανατολίτη. Η ωραία αυγή είχε γλιστρήσει ως τα βάθη της ψυχής του Άλκη και είχε σκορπίσει όλες τις σκιές των μαύρων λογισμών του. Ήτανε η ώρα του θάρρους για τον άνθρωπο, όπως για όλη τη φύση, που φαινότανε να παίρνει τώρα τις μεγάλες αποφάσεις της. Και ο Άλκης πήρε τώρα τη δική του.

— Λοιπόν;

Η απάντηση στην αιώνια ερώτηση της ψυχής του ήρθε μόνη της χωρίς κόπο και χωρίς δισταγμό. Το τοπίο της ψυχής του, κάτω από το δροσερό αυγινό φως, ξεκαθάριζε τώρα, όπως το φυ­σικό τοπίο ολόγυρά του. Έβλεπε καθαρά μέσα στον εαυτό του όλους τους δρόμους, όλα τα μονοπάτια, όλα τα κρυφά δρομαλάκια, που είχε να βαδίσει η ψυχή του. Και δεν είχε παρά να δια­λέξει τον καλύτερο δρόμο.

— Λοιπόν;

Λοιπόν δε θα γύριζε πίσω στην Αθήνα, θα ήτανε γελοίο και παιδιάστικο να γυρίσει έτσι μπρος πίσω, χωρίς να μπορεί να δικαιολογήσει τον ερχομό του. Και αν, όπως ήτανε πιθανότερο, η Στέλλα, ύστερ’ από την ξαφνική του εξαφάνιση, τον είχε σιχαθεί για την προστυχιά του και του ’κλεινε την πόρτα κατάμουτρα, ποια θα ήταν η θέση του; Το λογικότερο ήτανε να γράψει αμέσως ένα γράμμα στο φίλο του τον Κώστα, να δικαιολογήσει σ’ αυτόν πρωτύτερα τη βιαστική του αναχώρηση, να του ζητήσει συγχώρεση, πως έφυγε έτσι ξαφνικά, χωρίς να του σφίξει το χέρι — η δικαιολογία θα ήταν εύκολη για ένα γιατρό, που έπρεπε να βρεθεί το γρηγορότερο κοντά σ’ έναν ασθενή που κινδύνευε — και να τον παρακαλέσει να τα πει όλα αυτά και στη Στέλλα και να τον δικαιολογήσει απέναντί της. Έπειτα θα περίμενε την απάντηση του Κώστα και σύμφωνα μ’ αυτή θα κανόνιζε τη δια­γωγή του.

Ευχαριστημένος για την απόφασή του — τώρα δε θ’ άλλαζε πια γνώμη — άρχισε να μιλάει εύθυμα με τον αγωγιάτη, που βά­διζε δίπλα στο ζώο του και να του ζητεί διάφορες πληροφορίες για τα μέρη που περνούσαν.

— Να το Μεγάλο Βουνό! του είπε μια στιγμή ο αγωγιάτης. Καθώς ανέβαιναν, μπροστά τους υψώνονταν ο ένας πίσω από τον άλλον, οι ανατολικοί λόφοι του νησιού και στο βάθος ξεχώ­ριζε, λείος και γαλανός μέσα στη δροσερότητα του πρωινού φω­τός, ο Αίνος, τρυπώντας με την κορφή του μια τούφα από τριανταφυλλένια σύννεφα. Ο αμαξωτός δρόμος, κρεμασμένος απάνω σε μια αβυσσαλέα χαράδρα, ανέβαινε στα πλευρά του λόφου, καλόστρωτος, πλατύς, ασφαλισμένος με ψηλά διαζώματα. Η πρώτη ρόδινη αεροπλημμύρα απλωνότανε τώρα από τον αιθέρα στις ψηλές κορφές και από τις κορφές κυλούσε, σα φωτεινός καταρράχτης, ως τον κάμπο κάτω. Οι βράχοι οι γυμνοί και σουβλεροί, οι πράσινες λουρίδες της αμπελόφυτης γης, απλωμένες σαν και­νούργια μπαλώματα σε παλιό ρούχο, και οι χλοερές, οι κατά­φυτες κοιλάδες άρχισαν να ξυπνούν μέσ’ απ’ τη ρόδινη ομίχλη ενός μακάριου ύπνου.

Σε λίγο, τινάζοντας από πάνω τους τη γλυκιά τους νάρκη, ξυπνήσανε όλα τα ανήσυχα, τα χαρούμενα και τα μελαγχολικά χρώματα. Το γαλάζιο, βαθύ ακόμα στο κέντρο του ουρανού, σκο­τεινό στον ορίζοντα της Δύσης, γλαυκό στην Ανατολή. Το πρά­σινο με όλους τους τόνους του, από το βαθύ μελανωπό των πριναριών και των χαμόδεντρων, ως το ιλαρό ανοιχτοπράσινο των αμπελιών και ως το σοβαρό σταχτοπράσινο των ελαιώνων. Και ύστερα το άσπρο, το κάτασπρο των απότομων βράχων, και το καστανό της γης πλάι με το σταχτί αργιλωδών λουρίδων, όλα τα χρώματα τα χωρίς όνομα, ραντισμένα στο ξύπνημά τους, απ’ την αυγινή δροσιά.

— Χαρά Θεού σήμερα, αφέντη! είπε ο αγωγιάτης.

Το είπε για να επαινέσει περισσότερο τον τόπο του στον ξένο, παρά γιατί ένοιωθε καμιά ανάγκη να φανερώσει το θαυ­μασμό του για τη φυσική ομορφιά της πρωινής ώρας.

— Αλήθεια, χαρά Θεού! αποκρίθηκε ο Άλκης, που πρώτη φορά στη ζωή του έπαιρνε την τριμμένη φράση του απλοϊκού ανθρώπου στο κυριολεκτικό της νόημα.

Κι ένοιωθε, πράγματι, μία θεία, δημιουργική χαρά να σκορπίζει τώρα και μέσα του τα σκοτάδια της νύχτας και ν’ ανασταίνει χίλια χρώματα, σ’ ένα πρωινό ξύπνημα. Τα μάτια του πέσανε μια στιγμή κάτω στην κοιλάδα, και, μέσα στη γε­λαστή βλάστηση, είδε να ξεχωρίζουν μαζεμένα σ’ ένα σημείο πολλά άσπρα σημάδια.

— Νεκροταφείο είναι εκεί κάτω; ρώτησε.

— Νεκροταφείο· είπε ξερά ο αγωγιάτης.

Τα κάτασπρα σπιτάκια των νεκρών ήτανε σα μια νότα χα­ράς, κι αυτά, μέσα στο πρωινό πανηγύρι.

Παρακάτω η πολιτεία, που είχαν αφήσει πίσω τους, ασπρολογούσε στην πράσινη πεδιάδα, και το λιμάνι, που μίκραινε ολοένα, φαινότανε σα μια λιμνούλα ατάραχη, που σιγά σιγά χάθηκε από τα μάτια τους. Κι ανέβαιναν ολοένα την πλατιά, λευκή λουρίδα του αμαξωτού δρόμου, που ξετυλιγότανε στα πλευρά των πέτρινων λόφων, ανάμεσα σ’ ελιές και πρινάρια, απάνω από κοιλάδες κατάσπαρτες, που αγκάλιαζαν λευκά, ειρηνικά σπιτάκια, κατοικίες ευτυχισμένων ανθρώπων. Και τα οροπέδια, καθώς προχωρούσαν, εχάνοντο, το ένα κάτω από το άλλο, σε κάθε στροφή του δρόμου, που άρχισε να ζωντανεύει τώρα από τη ζωή της εργατικής ημέρας, από τα ζώα, που κατέβαιναν από το βουνό, φορτωμένα καυσόξυλα, κορμούς ελάτων, σακιά με χιόνι, σκεπασμένα με κλαδιά και φύλλα, ατέλειωτη λιτανεία υποζυγίων και ανθρώπων, που έφερναν στο βουνό κάτω στη λαίμαργη καταλύτρα, την πολιτεία.

Σταματήσανε μια στιγμή στο χάνι του μπαρμπα-Νι­κόλα. Ο Άλκης είχε μουδιάσει από την καβάλα και ο Γκραφ, με τη γλώσσα όξω από τα λαχάνιασμα, του ’δινε να καταλάβει, με μικρά, χαρούμενα γαυγίσματα, πως θα ήτανε πολύ ευχα­ριστημένος να ξεκουραστεί λιγάκι και να δροσίσει με λίγο νε­ράκι τα πυρωμένα σπλάγχνα του. Ξεπέζεψε. Ο μπαρμπα-Νι­κόλας πετάχτηκε πρόθυμος στην πόρτα να περιποιηθεί τους ξέ­νους του.

— Καλώς ορίσατε! είπε το γεροντάκι, γελαστό και χαρού­μενο, σα να δεχότανε αγαπημένους συγγενείς, που είχε χρόνια να δει. Θα πάρετε μια ρομπόλα του νησιού;

Ο Άλκης δεν είχε καμιά διάθεση, τέτοια ώρα, ούτε για το νέκταρ των θεών.

— Κανένα καφέ μπορείς να μας ψήσεις, είπε. Και μια λε­κάνη να πιει λιγάκι νερό το σκυλί.

— Ακούς, αφέντη! Ό,τι αγαπάτε. Και για την αφεντιά σας και για το λαγωνικό σας.

Κι έτρεξε να κάνει την προετοιμασία.

— Καλό γεροντάκι! είπε ο Άλκης στον αγωγιάτη, που όλα τα ’βλεπε καλά και αγαθά το ωραίο εκείνο πρωί.

Ο αγωγιάτης έκαμε τη σύντομη βιογραφία του μπαρμπα-Νικόλα, ώσπου να ετοιμασθεί το «κριθαρόζουμο».

— Τον βλέπεις αυτόν, αφέντη; Μπορεί να μας πνίξει στο χρυσάφι. Γρούποι του ’ρχονται οι λίρες απ’ τα παιδιά του που ’ναι στην ξενιτιά. Και σηκώνεται ωστόσο από τις δυο τα μεσάνυ­χτα, με όλα του τα γερατειά, για να δροσίζει τα λαρύγγια των ξωμάχων με την ξινισμένη του ρομπόλα.

— Δικό του είναι το χάνι; ρώτησε ο Άλκης που τον δια­σκέδαζε η κακογλωσσιά του χωρικού.

— Και το χάνι και το αμπέλι. Δεν το βλέπεις το αμπέλι, που πήρε τον ανήφορο κι ανεβαίνει στο βουνό; Όλο και μεγα­λώνει, βλέπεις, το χτήμα του μπαρμπα-Νικόλα. Απλώνει σα λαδιά απάνω στα ξένα χτήματα. Σιγά σιγά θα σκεπάσει όλη την Κεφαλλονιά. Και τον κλαίγεσαι, αφέντη;

Όλες αυτές οι μικρές, ασήμαντες ιστορίες διασκέδαζαν τον Άλκη, χωρίς να τον ενδιαφέρουν. Και γι’ αυτό τον διασκέ­δαζαν ακόμα περισσότερο. Γέλασε με την καρδιά του.

Σε λίγο παρουσιάστηκε ο μπαρμπα-Νικόλας, με το ίδιο εύθυμο πρόσωπο, γεμάτο καλοσύνη, με το ίδιο παιδιάστικο γέ­λιο, που συνόδευε κάθε λέξη του κι έδινε στην ομιλία του ένα τραύλισμα βρέφους. Άφησε τον καφέ απάνω στο τραπέζι, ακούμ­πησε τη λεκάνη με το νερό μπροστά στα πόδια του σκυλιού, μ’ ένα σεβασμό συγκινητικό για το ζώο του αφέντη, κι αφού διηγήθηκε τα βάσανά του - τι βάσανα! απάνω στην ερημιά, έδωκε και μια χριστιανική συμβουλή στον ξένο του.

— Τώρα που θα περάσετε από το μοναστήρι, να κατεβείς, παιδί μου, ν’ ανάψεις μια λαμπάδα στον Άγιο! Μεγάλη είναι η χάρη του. Και πες κι ένα λόγο στην προσευχή σου για τον μπαρμπα-Νικόλα.

— Για μια καλή νύφη! του είπε χωρατεύοντας ο Άλκης.

— Την καλή νύφη να στη στείλει εσένα, παιδί μου, όπως σ’ αξίζει! ευχήθηκε ο μπαρμπα-Νικόλας. Για μένα καλή ψυχή!

Τα λόγια του μπαρμπα-Νικόλα έκαναν στον Άλκη την εντύπωση μιας άθελης, μοιραίας ειρωνείας. Σηκώθηκε να καβαλικέψει πάλι, σφίγγοντας το χέρι του γέρου, που, όπως του είπε σε λίγο ο αγωγιάτης, είχε τη συνήθεια να βάζει πάντα μεσίτες τους άλλους στον Άγιο για την ψυχή του, επειδή δεν είχε μού­τρα να παρακαλέσει ο ίδιος, από το βλαστημίδι, που του τρα­βούσε ολημερίς.

Κατέβαιναν τώρα προς την κοιλάδα, όπου το μοναστήρι του Άγιου ασπρολογούσε, κάτω από τη σκέπη του Μεγάλου Βουνού, που άπλωνε ηδονικά τα άγρια βραχόσπαρτα πλευρά του στις φλογερές αχτίδες του καλοκαιρινού ήλιου.

Σε λίγο η συνοδεία σταμάτησε μπροστά στο μοναστήρι. Ο Άλκης ξεπέζεψε και μπήκε μέσα να προσκυνήσει, με μια ευλά­βεια, που είχε καιρό να αισθανθεί στην άπιστη ψυχή του. Μια γαλήνη παράξενη είχε χυθεί μέσα του σα βάλσαμο θείας χάρι­τος. Καθώς περνούσε από την αυλή του μοναστηριού, έριξε μια ματιά στις καλόγριες, που, βγαίνοντας τη στιγμή εκείνη από την εκκλησιά, είχαν σκορπισθεί, με ράθυμα, αργά βήματα, ολό­γυρα, άλλες συννεφιασμένες, μιλώντας σιγαλά μεταξύ τους, κι άλλες ολομόναχες, που βημάτιζαν απάνω κάτω, σαν να μην εί­χαν τίποτε πια να πουν, τίποτε ν’ ακούσουν. Μεταξύ σ’ αυτές ήσαν πολλές νέες και όμορφες ακόμα, λουλούδια μαραμένα πριν τον καιρό τους, που κρύβανε την ομορφιά τους, σαν αμαρτία, κάτω από τις μαύρες καλύπτρες.

Ο αγωγιάτης, που τον ακολουθούσε, του ’γνεψε να προσέξει μια γριά καλόγρια, καθισμένη σε μια πεζούλα της αυλής, με την παλάμη ακουμπισμένη επίμονα στο στόμα, σαν να πονούσε ή σαν να ήθελε να κρύψει κάτι.

— Την είδες αυτή, αφέντη; του είπε σε λίγο. Ήτανε στον καιρό της το ομορφότερο κορίτσι του νησιού. Κάποιος τη γέλασε και πήρε τα μάτια της κι έγινε καλόγρια.

Ο Άλκης έκανε ένα μορφασμό πόνου. Θυμήθηκε τη Στέλλα, τη δική του ξαφνική εξαφάνιση, τη διαγωγή του, που του είχε γίνει τώρα πάλι, σε μια στιγμή μέσα, η τύψη, που προσπαθούσε να την ξεχάσει, να λυτρωθεί απ’ αυτήν.

— Και γιατί βαστάει έτσι το χέρι της στα στόμα; ρώτησε.

— Κρύβει τα δόντια της! είπε ο αγωγιάτης. Της έμεινε συνήθεια, βλέπεις, από τα νιάτα της από την ημέρα που της τα ’σπασε η Ηγουμένη, θεός σχωρέσ’ την!

Ο απλοϊκός άνθρωπος μιλούσε, σα να ήτανε για πράγματα γνωστά και χωρίς καμιά σημασία.

— Γιατί της έσπασε τα δόντια; ρώτησε ο Άλκης, που δεν μπορούσε να καταλάβει τίποτε απ’ τη φρικτή αυτή ιστορία.

— Η Μελανία — του εξήγησε ο αγωγιάτης — είχε κατά που λένε, τα ομορφότερα δόντια, που είδε ποτές ανθρώπου μάτι. Γραμμή μαργαριτάρια! Όταν μπήκε στο μοναστήρι, η Ηγου­μένη τη φώναξε μέσα στο κελί της και της είπε, πως τέτοια δόντια δεν ταιριάζουν στην ταπεινοσύνη, που ζητάει ο Χριστός από τις νυφάδες του. Και, κάνοντας το σταυρό της, σήκωσε το μαρμαρένιο γουδοχέρι και της τα τσάκισε, για την αγάπη του Χριστού. Ίσως να ήτανε κι από ζήλεια. Ποιος ξέρει! Από τότε η Μελανία δεν έβγαλε, όπως λένε, το χέρι της από το στόμα. Και, γερόντισσα ακόμα, κρύβει τα σπασμένα της δόντια απ’ τον κόσμο. Συνήθειο, βλέπεις!

— Πάμε όξω, πάμε! είπε ο Άλκης.

Η τραγωδία, που με τόση αφέλεια είχε διηγηθεί ο απλοϊ­κός άνθρωπος, τον είχε ταράξει τρομερά. Ένας λυγμός είχε στα­ματήσει στο λαιμό του και τον έπνιγε.

— Τέτοιο θηρίο! είπε.

Και καθώς προχωρούσανε προς την εξωτερική πύλη του μο­ναστηριού, η φρικτή Ηγουμένη, που γέμιζε ολόκληρη τη σκέψη του αυτή τη στιγμή, του παρουσιάσθηκε στη φαντασία του, χω­ρίς να το καταλάβει πώς, με τα χαρακτηριστικά της Καίτης, με την ίδια, λίγο ανασηκωμένη μύτη, με τα ίδια λεπτά εκείνα χεί­λη, που τα χάραζε πάντα ένα αμφίβολο χαμόγελο.

 

VII

 

Πού το ’χεις αφήσει το σκυλί; ρώτησε ο Άλκης, όταν βγή­κανε από την πύλη του μοναστηριού.

Ο Γκραφ, ο καλός και αθώος Γκραφ, για να μη μολύνει τον ιερό τόπο, όπου μια γυναίκα είχε σπάσει με το γουδοχέρι τα ωραία δόντια μιας άλλης γυναίκας, για την αγάπη του Χριστού, είχε υποχρεωθεί να μείνει όξω, σα βέβηλος.

— Έννοια σου, αφέντη! τον καθησύχασε ο αγωγιάτης. Βρί­σκεται σε καλά χέρια. Τον έχω παραδώσει σε μια συγγενοπούλα μου απ’ το χωριό, που κατέβηκε για τη χάρη του Αγίου. Να τος!

Κι έδειξε με το δάχτυλό του κατά το θεόρατο πλάτανο, που άπλωνε τον ήσκιο του απάνω στο μοναστήρι. Στη ρίζα του πλα­τάνου ήσαν μαζεμένοι μερικοί άνθρωποι, που κοίταζαν, σκυμμέ­νοι ευλαβητικά, σε κάποιο σημείο. Μέσα στους ανθρώπους, ο Άλ­κης ξεχώρισε μια ουρά να σαλεύει χαρούμενα.

— Φαίνεται ευχαριστημένος ο κατεργάρης... είπε. Ποιος ξέρει τι φιλίες έπιασε πάλι το βρομόσκυλο!

Είδε μια γυναικεία σιλουέτα σκυμμένη απάνω στο άπιστο ζώο κι ένα χέρι, που του χάιδευε το μεγάλο του, ωραίο κεφάλι.

— Γκραφ! φώναξε αυστηρά.

Και σφύριξε μια νότα γνωστή στο ζώο, που μόλις την άκου­σε, τέντωσε τα μεγάλα αυτιά του, αποσπάστηκε απ’ το χέρι που τον χάιδευε κι έτρεξε, σέρνοντας τα σχοινί του, με μικρά παρα­πονιάρικα γαυγίσματα, προς τον κύριό του. Μ’ ένα πήδημα βρέ­θηκε όρθιος κι ακούμπησε τα δυο μπροστινά του πόδια στο στή­θος του Άλκη, όπως συνήθιζε στις στιγμές των μεγάλων του δια­χύσεων.

— Υποκριτή! του είπε γελώντας ο Άλκης. Και προχωρήσανε.

— Τι κοιτάζουν εκεί κάτω; ρώτησε ο Άλκης.

— Είναι το πηγάδι του Άγιου! του είπε μ’ ένα θαυμαστικό τόνο ο αγωγιάτης. Να πάμε ως εκεί, αφέντη, να προσκυνήσεις!

Μια ώρα τώρα, ο Άλκης δεν έκανε παρά να προσκυνάει. Είχε προσκυνήσει στο σκήνωμα του Αγίου. Είχε προσκυνήσει τη σκήτη του, όπου τον είχανε κατεβάσει από μια ανεμόσκαλα, με ένα φαναράκι στο χέρι, για να ιδεί απάνω στο υγρό χώμα το απο­τύπωμα του κορμιού του Αγίου, που είχε περάσει εκεί, βαθιά μέσα στη γη, όλη του τη μαρτυρική ζωή. Μικρά, σταχτιά ζωύφια τρέχανε τρομαγμένα τώρα απάνω στην κλίνη, όπου ο Άγιος είχε ονειρευθεί τα οράματα των Παραδείσων. Είχε προσκυνήσει, λίγη ώρα πρωτύτερα, τη θυσία των ωραίων παρθενικών δοντιών στο ανθρώπινο ερείπιο, που αντίκρισε μέσα στη θλιβερή αυλή του μοναστηριού. Και η ψυχή του ήτανε πλημμυρισμένη από ευλά­βεια και τραγικό δέος.

Σε λίγο έφτασαν κάτω από τη μυστηριακή σκιά του πλατά­νου, όπου το ιερό πηγάδι είχε συγκεντρώσει τους ευλαβητικούς στρατοκόπους. Ο Άλκης σταμάτησε με συγκίνηση μπροστά στο πέτρινο χείλι του πηγαδιού.

— Ο Άγιος, εξήγησε ο αγωγιάτης, φύτεψε με τα χέρια του αυτό το δέντρο κι έσκαψε στην ρίζα του αυτό το πηγάδι. Όταν γιορτάζει η χάρη του, φέρνουνε το άγιο σώμα του και το απιθώνουνε απάνω στα χείλια του πηγαδιού. Και γίνεται το θάμα...

Μια δροσερή κοριτσίστικη φωνή έκοψε άξαφνα τη διήγηση του αγωγιάτη.

— Τότε το νερό φουσκώνει — είπε τρεμουλιαστή από συγ­κίνηση η δροσερή φωνούλα — ταράζεται, ανεβαίνει ψηλά και φιλεί το σώμα του Αγίου. Και τα ψηλά κλαδιά του πλατάνου λυ­γίζουν, νοητικά, χαμηλώνουν και προσκυνούν.

Ο Άλκης γύρισε να ιδεί ποιος μιλούσε. Ήτανε μια κοπέλα ως δεκαέξι χρόνων, με ωραία ξανθά μαλλιά, με μεγάλα καστανά μάτια, που άνοιγαν εκστατικά, σα να ’βλεπαν αυτή τη στιγμή το θαύμα, και με μια πυράδα παράξενη, χυμένη στα κάτασπρα μά­γουλά της. Ο Άλκης έκανε ένα κίνημα παράξενο, όπως όταν βλέπει κανείς άξαφνα ένα γνωστό του αγαπημένο πρόσωπο. Νό­μισε πως βλέπει μπροστά του τη Στέλλα. Ήτανε λοιπόν ένα αγα­πημένο φάντασμα, που είχε παρουσιασθεί μπροστά του στον τόπο του θαύματος; Ή ήτανε τόσο παράξενη η ομοιότητα της μικρής χωριατοπούλας, με τη γυναίκα που γέμιζε, ημέρες τώρα, όλη την ψυχή του και όλη τη σκέψη του; Καθώς σηκώθηκε από την πεζούλα του πηγαδιού η κοπέλα και προχώρησε δυο βήματα, το ψηλό, λυγερό της κορμί σάλεψε με την ίδια χάρη, που, το μακρινό εκείνο δειλινό του Φαλήρου, τον είχε κάνει να συγκρίνει το περπάτημα της Στέλλας με το ξετύλιγμα του κύματος απάνω στην αμμουδιά. Σταμάτησε εκστατικός μπροστά στην ξαφνική, στην παράξενη εμφάνιση, χωρίς να βγάλει λέξη.

— Δεν το πιστεύεις, κύριε; είπε η κοπέλα, που είχε πα­ρεξηγήσει τη στάση του.

Η αθώα οικειότητα του ενικού έκανε μια γλυκιά εντύπωση στην ταραγμένη ψυχή του Άλκη.

— Ποιος δεν πιστεύει, κοπέλα μου, τα θαύματα του Θεού; είπε.

Και ήτανε τόση η ευλάβεια της φωνής του, ώστε η μικρή χωριατοπούλα, με την ψυχή, τη γεμάτη από πίστη, του ’ριξε μια παράξενη ματιά, σαν να τον ευχαριστούσε για τη δική του πίστη.

— Είναι η συγγενοπούλα μου — είπε ο αγωγιάτης — που βα­στούσε το σκυλί.

— Δικό σου είναι το σκυλί; ρώτησε τότε η κοπέλα τον Άλκη. Τι ωραίο σκυλί!

— Δικό μου, είπε ο Άλκης. Και σ’ ευχαριστώ πολύ για τον κόπο που έλαβες, καλή μου κοπέλα.

Και της έσφιξε το χέρι, που του άφησε εκείνη στο δικό του, με μια νέα πυράδα στα κάτασπρα μάγουλά της.

Ο Γκραφ, με χαρούμενα σαλέματα της ουράς, πανηγύριζε τη γνωριμία των δυο του φίλων.

Ώσπου να ετοιμασθεί το ζώο για τη συνέχεια του ταξιδιού ο αγωγιάτης είχε πεταχθεί να το ποτίσει σ’ ένα γειτονικό μαγαζάκι — ο Άλκης κάθισε στην πεζούλα του πηγαδιού κι έ­σκυψε στο μυστηριακό του βάθος. Είπε μια λέξη χωρίς νόημα.

— Λοιπόν;

Ήτανε η λέξη, που του ερχότανε πάντα στα χείλη, χωρίς να ξέρει κι ο ίδιος γιατί.

Από τα σκοτεινά έγκατα της γης, όπου το νερό γυάλιζε ασάλευτο, σα μεταλλικός καθρέφτης, η φωνή ξαναγύρισε, μ’ ένα τόνο βαθύτερο, επιβλητικό σα φωνή χρησμού.

— Λοιπόν;

Ο Άλκης ένοιωσε μια ιερή ανατριχίλα σε όλο του το σώμα.

— Μήπως είσαι του λόγου σου ο γιατρός; του είπε η μικρή χωριατοπούλα, που είχε κρατήσει το σκυλί του, ακουμπώντας τώρα το άπλερο, παρθενικό κορμί της απάνω στον πλάτανο, έτσι ανάλαφρα όπως στηρίζεται ο χλωρός κισσός απάνω στο γέρικο κορμό του δέντρου, που τον κρατεί.

Η δροσερή φωνή — που του θύμισε πάλι καταπληκτικά τη φωνή της Στέλλας — σκόρπισε μέσα του μια παράξενη γλύκα που τον ξανάφερνε από τα σκοτάδια του μυστηρίου στο φως μιας πασίχαρης ζωής.

Η ξαφνική ερώτηση της κοπέλας τον παραξένεψε.

— Ο γιατρός! είπε. Ποιος γιατρός, κορίτσι μου;

Η κοπέλα κοκκίνισε σα να είχε κάνει μιαν άπρεπη ερώτηση.

— Έλεγα — είπε, σα να ήθελε να διορθώσει το λάθος της — πως είσαι ο γιατρός, που έρχεται για το άρρωστο κορίτσι, απά­νω στο Μεγάλο Βουνό.

— Εγώ είμαι! είπε ο Άλκης. Το ξέρεις λοιπόν τα άρρω­στο κορίτσι;

— Πώς δεν το ξέρω! Κάθε μέρα περνάω αποκεί.

— Πώς περνάς αποκεί;

— Πηγαίνω στα έλατα, με άλλα κορίτσια, και μαζεύουμε πετίνια.

— Τι είναι τα πετίνια;

— Κλαριά απ’ τα έλατα. Αποκεί ο δρόμος μου με φέρνει στο Σπίτι της Κυβέρνησης.

— Ποιο είναι το Σπίτι της Κυβέρνησης;

Η χωριατοπούλα φαινότανε να διασκεδάζει με την αμάθεια του ξένου και του απαντούσε με την αθώα υπερηφάνεια των απλοϊκών ψυχών, όταν καταλαβαίνουν πως είναι σοφότερες σε μερικά πράγματα από τους άλλους, που τα ξέρουν όλα.

— Δεν το ξέρεις το Σπίτι της Κυβέρνησης; ρώτησε μ’ έναν τρόπο, που φάνηκε στον Άλκη χαριτωμένος.

— Πού να το ξέρω;

— Το είχε χτίσει μια φορά, μέσα στα έλατα, ένας Εγγλέ­ζος, που είχε φέρει κι αυτός, στα παλιά τα χρόνια, το κορίτσι του να ιδεί την υγειά του.

— Και την είδε την υγειά του;

— Πώς! Έγινε καλά. Από τότε πολλοί έρχονται να ιδούν την υγειά τους στο Σπίτι της Κυβέρνησης.

Ο Άλκης εύρισκε ξεχωριστή ευχαρίστηση στο αθώο μά­θημα, που του ’κανε, με τόση σοβαρότητα, σα μικρή, χαριτωμένη δασκάλα, η χωριατοπούλα.

— Μα γιατί το λένε Σπίτι της Κυβέρνησης; ξαναρώτησε.

— Γιατί σαν έφυγε ο Εγγλέζος με το κορίτσι του, το χά­ρισε στην Κυβέρνηση. Τώρα κάθεται μέσα ένας χωροφύλακας, που φυλάει το δάσος. Δεν τόνε ξέρεις τον Πατούνα;

— Πού να τον ξέρω!

— Άμα θέλει όμως κανένας ξένος να ’ρθει για την υγειά του, τον αφήνουνε.

— Ώστε το ξέρεις το άρρωστο κορίτσι, που είναι τώρα εκεί;

— Την κυρία Μίνα δεν ξέρω; Και τον πατέρα της τον κ. Σταλίδη! Καλοί άνθρωποι. Τους κάνω και θελήματα απ’ το χω­ριό κι από τη χώρα. Να ’ξερες πώς μ’ αγαπάει η κυρία Μίνα... Μου ’χει χαρίσει ένα σωρό πράματα. Να, κι αυτό το σταυρό!

Έδειξε ένα χρυσό σταυρουλάκι, που το είχε κρεμασμένο στο λαιμό της. Ο Άλκης έπιασε το σταυρουλάκι, ζεστό ακόμα από τον παρθενικά κόλπο της κόρης. Η ζεστασιά αυτή του φά­νηκε πως ζωντάνευε το ιερό σύμβολο και του ’δινε μια ανθρώπινη ψυχή.

— Ωραίος είναι! είπε γυρίζοντας το σταυρουλάκι στην κο­πέλα. Να σε φυλάει πάντα! Λοιπόν, με περιμένουνε απάνω στο βουνό;

— Κάθε μέρα σε λογαριάζουνε.

Ο ενικός αριθμός, που μεταχειριζότανε η αφέλεια της χω­ριατοπούλας, έκανε μια παράξενη ευχαρίστηση στον Άλκη.

— Και πώς είναι τώρα το άρρωστο κορίτσι; ρώτησε πάλι, προσπαθώντας να βρίσκει ολοένα νέες ερωτήσεις.

— Καλύτερα! Την ωφέλησε το αέρι.

Ακούσθηκε πάλι το γλυκό κουδούνισμα του μουλαριού. Ο αγωγιάτης ερχότανε να διακόψει μια ομιλία, που ο Άλκης θα ήθελε — κι αυτός δεν ήξερε γιατί — να μην τελείωνε ποτέ.

— Πώς σε λένε; ρώτησε ο Άλκης. Είδες που ξέχασα να σε ρωτήσω το όνομά σου;

— Μαρία! είπε η κοπέλα.

— Ωραίο όνομα.

— Σ’ αρέσει τ’ όνομά μου; είπε, κοκκινίζοντας η κοπέλα.

Ο Άλκης την κοίταξε γλυκά, δίχως να μιλήσει. Και η Μα­ρία κατάλαβε πως αυτή ήτανε η απάντησή του.

Ο Άλκης καβαλίκεψε, αποχαιρέτισε, μ’ ένα εγκάρδιο σάλεμα του χεριού τη μικρή του γνωριμία του βουνού και ξεκίνη­σαν. Ο Γκραφ άνοιγε το δρόμο μπροστά, ενθουσιασμένος πάντα από το ταξίδι του, και ο αγωγιάτης ακολουθούσε στο πλευρό του ζώου, κάνοντας πάντα τα καθήκοντα του «τσιτσερόνου» στον ξένο του.

— Είναι μακριά ακόμα το δάσος; ρώτησε ο Άλκης.

Τίποτε δεν είναι μακριά για ένα χωριάτη στον τόπο του.

— Κανένα - δυο τσιγάρα δρόμο... είπε, μετρώντας την από­σταση με τα τσιγάρα.

— Πάρε λοιπόν το πρώτο! είπε ο Άλκης, βγάζοντας τη σιγαροθήκη του.

Άναψε κι αυτός ένα και προχωρήσανε.

Ανέβαιναν τώρα τις ξερές, τις άδεντρες υπώρειες του βου­νού. Ο ανήφορος φάνηκε στον Άλκη ατέλειωτος. Η σκέψη του γύριζε στο μοναστήρι, στη σκήτη του Αγίου, στην τραγική κα­λόγρια με τα σπασμένα δόντια, στη λιτανεία των μαύρων σκιών, κι έπειτα γλιστρούσε, σα να ήθελε να βγει από τα πυκνά αυτά σκοτάδια, στο φωτολουσμένο τοπίο, με το μεγάλο πλάτανο και το ιερό πηγάδι, όπου μια δροσερή φωνούλα, σα να ’βγαινε από τα μυστηριακά βάθη του αγιασμένου νάματος, του είχε διηγηθεί το ωραίο θαύμα. Και ξανάκουγε τα λόγια της μικρούλας, σαν κύλισμα γάργαρου νερού απάνω στα βότσαλα. «Το νερό ταράζεται, φουσκώνει, ανεβαίνει και φιλεί το σώμα του Αγίου. Και τα κλα­ριά του πλατάνου λυγίζουν, γέρνουν νοητικά...» Έπειτα η ωραία εικόνα σβήστηκε πάλι από τα μάτια του, σαν περαστική οπτασία, και άρχισε να συλλογίζεται αδιάφορα, ξένα πράγματα, σχεδόν τίποτε. Μια νάρκη γλυκιά είχε χυθεί μέσα στην ψυχή του, σα βάλσαμο.

Η κορδέλα του ανηφορικού δρόμου ξετυλιγότανε μπροστά του σε ατέλειωτους μαιάνδρους. Και, σε κάθε βήμα του ζώου, όσο ψήλωναν στα πλευρά του βουνού, ο ορίζοντας απλωνότανε ελεύθερος γύρω και η θάλασσα κάτω λαμπύριζε από τα θερμά φιλή­ματα του ήλιου. Στα γαλανά της, ολόστρωτα νερά βαθυκοιμόνταν τα μακρινά νησιά, κάτω από έναν αέρινο πέπλο ρόδινης κατα­χνιάς.

— Πάρε και το δεύτερο! είπε ο Άλκης, δίνοντας ένα τσι­γάρο στον αγωγιάτη.

Κι άναψε γελώντας άλλο ένα κι ο ίδιος.

Είχανε φτάσει πια στην κορυφή. Ήτανε η τελευταία καμπή του ατέλειωτου μαιάνδρου. Και στην πρώτη στροφή, σαν ξαφνικό πανόραμα, φανερώθηκε μπροστά τους, μαύρος ακόμα όγκος, με βαθυπράσινες νότες, όσο προχωρούσαν, ο μεγάλος δρυμός. Ο ήλιος έκαιγε τώρα δυνατά και φλόγιζε ανθρώπους και ζώα. Ο Γκραφ πήγαινε πάντα μπροστά, με τη γλώσσα κρεμασμένη απ’ το λαχάνιασμα, και το αγαθό μουλάρι, με τεντωμένα τα ρουθού­νια από την αγωνία, προχωρούσε με κόπο.

— Δε σ’ το είπα, αφέντη; είπε ο αγωγιάτης. Με το δεύτερο τσιγάρο φτάσαμε.

Εννοείται, ότι από το πρώτο ως το δεύτερο τσιγάρο ο Άλκης, για να μη ντροπιάσει το παράξενο ρολόγι του αγαθού αν­θρώπου, είχε αφήσει να περάσει μια ολόκληρη ώρα.

Άξαφνα μια πράσινη ακτινοβολία χύθηκε στην ατμοσφαίρα και κάτω από ένα χλοερό θόλο αποκαλύφθηκε το μονοπάτι του δάσους. Προχωρούσανε τώρα σε μια σκιά παραδεισιακή, που ανά­παυε τα μάτια τους, τα κουρασμένα από την τραχιάν αντηλιά των γυμνών βράχων. Το δυστυχισμένο ζώο, που ανάσαινε τώρα βαθιά, σα να ’θελε να ρουφήσει μέσα στα σπλάχνα του όλη τη δροσιά του λόγγου, προχωρούσε τώρα με χαρούμενο καλπασμό, ενώ ο κρότος των οπλών του σβηνότανε γλυκά στο πλούσιο χαλί του βρύου. Ο Γκραφ δε λαχάνιαζε πια. Προχωρούσε, ξαναγύριζε, γαύγιζε χαρούμενα, σα να ήθελε να πει την ευχαρίστηση του και ίσως — γιατί όχι; — και το θαμασμό του για τις ομορφιές του δάσους. Ο Άλκης, κατάκοπος από το δρόμο και τον ήλιο, είχε μισοκλείσει τα μάτια του, σε μια ηδονική νάρκη. Και προχω­ρούσε τώρα, σαν υπνοβάτης καβαλάρης, κάτω από το μαγικό θόλο, που τον έπλεκαν τα γραφικά κλαδιά των ελάτων, το ένα απάνω από το άλλο, σαν άπειρα κινέζικα ριπίδια, απλωμένα εκεί από έναν αγαθό Θεό για τους καλούς ανθρώπους.

Μια συμφωνία πρασίνου είχε χυθεί μέσα στην κουρασμένη ψυχή του Άλκη. Πράσινη η βλάστηση, πράσινη η δροσιά, πρά­σινο το μουρμούρισμα των φύλλων, πράσινο της αύρας το ελαφρόπνοο φύσημα, πράσινα τα κελαηδήματα των πουλιών. Ένα πα­νηγύρι πρασινάδας, μια θάλασσα πρασινάδας, που μέσα της ένοιωθε ν’ αργοπλέει, σα βαρκούλα μ’ ένα λευκό πανάκι, η ψυ­χή του.

Αργότερα είχε σημειώσει την παράξενη αυτή εντύπωση του στο ταξιδιωτικό του καρνέ.

Και, καθώς έπλεε μέσα στην πράσινη αυτή θάλασσα του ονείρου του, μια γλυκιά αναθυμίαση δροσιάς έλουσε το κορμί του, και τον μέθυσε, σα δυνατό κρασί, η αύρα του δάσους, γεμάτη από τα βάλσαμα των ελάτων.

Μπροστά του, σε κάθε βήμα, τριγύρω του, από παντού επρόβαλλαν άσυλα ονειρευτά, κρησφύγετα παραδείσια, θολίες ερά­σμιες. Αγκαλιάσματα και φιλήματα και χάδια κλαριών με κλα­ριά, φύλλων με φύλλα, δροσιάς με δροσιά. Και ανάμεσα από τ’ αγκαλιάσματα αυτά, ανάμεσα από το δίχτυ των ευλύγιστων κλώ­νων, φανερώματα φευγαλέα γαλάζιου ουρανού και γαλάζιου κύ­ματος κι ερωτόπαθα παιγνίδια του φωτός με τη σκιά, των αχτί­δων του ήλιου με το βρύο της γης.

Το βρύο το πυκνό, το βοστρυχωτό, με τα κρόσσια του και τις μεταξωτές κλωστές του, σκορπούσε ένα αίσθημα μαλακότητος και συβαριτικής χλιδής ολόγυρα. Τα σκέπαζε όλα, τη γη, τους κορμούς των δένδρων, τα κλαριά, τις πέτρες, κι απλωνότανε παν­τού, σαν ανάλαφρο πράσινο χιόνι, κι έκανε να μοιάζει ο μαγικός τόπος σαν πλούσιο σαλόνι, με μαλακούς καναπέδες, παχιά προσ­κέφαλα, αναπαυτικά ντιβάνια, ένα σαλόνι βασιλικό, στρωμένο με χνουδωτά χαλιά της Ανατολής. Ποιος σοφός θαλαμοστόλος το είχε στολίσει το σαλόνι αυτό; Χωρίς άλλο θα ήτανε κάποιο εν­διαίτημα των Νυμφών του δάσους, άσυλο ερώτων θερμών φιλοτήτων πρωτογενών, υπαιθρίων «ανεπαίσχυντων», για το θρίαμβο της αναπαραγωγής, για τη νίκη της ζωής κατά του θανάτου.

— Να το Σπίτι της Κυβέρνησης! είπε ο αγωγιάτης.

Ο Άλκης ξύπνησε από το ωραίο του όνειρο. Ανάμεσα από τα πυκνά έλατα είδε να προβάλλει το μοναχικό σπιτάκι, μ’ ένα χαμόγελο φιλοξενίας, απλωμένο στη λευκή του όψη.

Ξεπέζεψαν λίγο μακρύτερα. Ένας ψηλός, ξανθός υπενωμοτάρχης, ο φύλακας του δάσους, έτρεξε να τους δεχτεί.

— Καλώς ορίσατε, γιατρέ! Σας περιμέναμε από τα χτες.

— Ο κύριος Σταλίδης; ρώτησε ο Άλκης.

— Καλά, πολύ καλά! Με την ιδέα πως θ’ αργήσετε ακόμα, πήγανε να κάνουν ένα γύρο με τη δεσποινίδα στο δάσος. Όπου να ’ναι θα ξαναγυρίσουν.

Και οδήγησε τον Άλκη προς το λευκό σπιτάκι, που μια άρρωστη κοπέλα περίμενε τον ερχομό του.

Ο Άλκης χαμογέλασε μια στιγμή. Του φάνηκε παράξενο πως έφθανε σα γιατρός εκεί, που ο ίδιος ερχότανε να γυρέψει τη δική του τη γιατρειά, χωρίς να ξέρει αν θα τη βρει.

 

VIII

 

Η υποδοχή του Άλκη από τον κύριο Σταλίδη και τη δεσποι­νίδα Σταλίδη, όταν γύρισαν, σε λίγο, από την εκδρομή τους στο δάσος, έγινε μ’ ένα τρόπο εγκάρδιο και σχεδόν πανηγυρικό.

— Τόση καλοσύνη από μέρους σας ν’ αφήσετε τις δουλειές σας και να ’ρθείτε να κλεισθείτε μαζί μας εδώ στην ερημιά! του είπε ο κύριος Σταλίδης, σφίγγοντάς του το χέρι.

— θα του κάνει καλό! παρετήρησε, μ’ ένα ύφος χαριτωμένα προστατευτικό, η δεσποινίς. Μη ξεχνάτε, μπαμπά, ότι ο κ. Άλκης είναι περισσότερο ποιητής παρά γιατρός.

— Εμείς τον φέραμε για γιατρό! είπε, με μια προσποιη­μένη σοβαρότητα ο κ. Σταλίδης, θέλοντας να δείξει, ότι ένοιωθε ακέραια την ευγνωμοσύνη για τη θυσία, που είχε επιβάλει στον εαυτό του ο Άλκης για χατίρι τους.

— Ο καλύτερος γιατρός κάποτε είναι ο ποιητής! είπε ο Άλκης. Όταν μάλιστα η γιατρική του δεν πρόκειται να παίξει μεγάλο ρόλο. Δόξα τω θεώ, η δεσποινίς μου φαίνεται λαμπρά στην υγεία της. Δεν είναι έτσι, δεσποινίς;

Η Μίνα δεν είχε καμιά αντίρρηση.

— Ελπίζω κι εγώ, είπε, ότι δε θα χρειασθεί να ενοχληθεί η γιατρική σας. Αισθάνομαι τόσο καλύτερα, από την ημέρα που βρίσκομαι εδώ...

— Αυτό μου είναι εξαιρετικά ευχάριστο! επρόσθεσε ο Άλ­κης. Δεν υπάρχει πιο ευχάριστο πράγμα για ένα γιατρό από το να είναι άχρηστος στους φίλους του.

Ύστερ’ από τα τυπικά αυτά φιλοφρονήματα — ανόητα όπως πάντα — άλλαξαν θέμα ομιλίας. Έβγαλαν ψάθινες πολυ­θρόνες και κάθισαν απ’ έξω από το σπιτάκι, κάτω από τα ριπίδια ενός έλατου, που ο μεσημεριανός ήλιος το είχε φωταγωγήσει σα χριστουγεννιάτικο δέντρο. Μίλησαν για τη ζωή της Αθήνας — ο Άλκης δεν ήξερε και μεγάλα πράγματα από το θέμα αυτό — για τη θεία του, που είχε την ευγενική καλοσύνη να μεσολαβήσει για τον ερχομό του — πάντα καλή και υποχρεωτική η κυ­ρία Καίτη — για την ομορφιά του τοπίου — η Μίνα θα ξενα­γούσε το γιατρό της στη μαγευτική αυτή πράσινη πολιτεία όπου είχε να του δείξει πολλά μικρά θαύματα — και τέλος ο Άλκης έλαβε την υπόσχεση πως δεν θα πλήξει, όσο φοβάται ίσως στο ερημητήριο του δάσους.

Ο κ. Σταλίδης, που με όλη του την ηλικία — πλησίαζε τα εβδομήντα — είχε κρατήσει από τη νεότητά του την ενέργεια ενός παλιού σπόρτσμαν, αναθρεμμένου στην Αγγλία, ζήτησε την άδεια από τον Άλκη ν’ αποσυρθεί μια στιγμή.

— Κάτι μαστορεύω! είπε.

— Ο μπαμπάς, ξέρετε — είπε η Μίνα — αν δεν κόβει ξύλα στο δάσος, όπως έκανε ο Γλάδστων στην ηλικία του, κάνει κάτι ανάλογο. Στις ώρες του, είναι και λιγάκι μαραγκός, και κατα­γίνεται τώρα να επιπλώσει το μικρό μας σπιτάκι.

— Ας είναι! είπε ο κύριος Σταλίδης. Τώρα ετοιμάζω μια έκπληξη για τον κύριο Άλκη. Και είμαι βέβαιος ότι θα εκτιμήσει την προβλεπτικότητά μου.

— Με βάζετε σε δύσκολη θέση, κύριε Σταλίδη. Μου είναι αδύνατο να μαντέψω, για να σας ευχαριστήσω αρκετά από τώρα.

— Καλύτερα! Καλύτερα! φώναξε γελώντας ο κύριος Στα­λίδης. Και μ’ ευλυγισία παιδιού τινάχθηκε από το κάθισμά του και χάθηκε πίσω από το σπιτάκι, όπου είχε στημένο το εργα­στήρι του.

— Ζηλεύω τα νιάτα του πατέρα σας! είπε ο Άλκης.

Η Μίνα χτύπησε με το μικρό της δαχτυλάκι το ξύλο του τραπεζιού.

— Η ωραία του ξενοιασιά! είπε. Η ζωή περνάει από πάνω του χωρίς να τον αγγίζει. Αν μπορούσαμε όλοι να είμαστε έτσι...

Ο Άλκης αναστέναξε.

Ο Γκραφ, που είχε χαθεί αρκετή ώρα μέσα στο δάσος, γυ­ρεύοντας, χωρίς άλλο, να προσανατολισθεί με τη νέα του διαμονή, γύρισε, κουνώντας την ουρά του, να πληροφορήσει τον κύριό του, ότι θα ήτανε ενθουσιασμένος να περάσει εκεί όλη του τη ζωή.

— Τι θαυμάσιο ζώο! είπε η Μίνα, χαϊδεύοντας του το ωραίο, λεονταρίσιο κεφάλι.

— Ήτανε αδιακρισία μου ίσως να τον κουβαλήσω μαζί μου, είπε ο Άλκης. Υποθέτω όμως ότι η θεία μου σας είχε ζητήσει την άδεια. Την είχα παρακαλέσει...

— Δεν ήτανε καμιά ανάγκη για άδεια. Οι φίλοι των φί­λων μας είναι και δικοί μας φίλοι, θα ιδείτε μάλιστα ότι φρον­τίσαμε να υποδεχθούμε το φίλο σας, όσο δε φροντίσαμε για σας. Ο μπαμπάς του ετοιμάζει ένα θαυμάσιο σπιτάκι, που θα στηθεί, ως το βράδυ, εκεί που κάθεσθε.

— Αυτή είναι λοιπόν η έκπληξη που μου ετοιμάζει ο μπαμπάς σας;

Η Μίνα πετάχθηκε στο κάθισμά της.

— Τι ανόητη! Σας μαρτύρησα το μυστικό του. Σας παρα­καλώ να μη με προδώσετε.

Ο Άλκης την καθησύχασε. Γελάσανε κι οι δυο. Η συντρο­φιά της Μίνας, που η αρρώστια της της έδινε μιαν άυλη ομορφιά, σκόρπιζε μια ευχάριστη γαλήνη στην ψυχή του νέου. Κι έβλεπε τώρα σ’ αυτήν το ιδανικό της γυναικείας φιλίας, που κρατεί πάντα από τον έρωτα, όσο της χρειάζεται μόνο για να την ομορφαίνει. Και εξακολουθήσανε να μιλούνε σα δυο καλοί φίλοι, για όλα τα ασήμαντα και ωραία πράγματα του κόσμου τούτου.

— Δε φαντάζεσθε ίσως, δεσποινίς Μίνα — είπε ύστερ’ από μια μικρή σιωπή ο Άλκης — ότι τα νέα σας με πρόφτασαν στο δρόμο, δυο ώρες πριν να φθάσω ο ίδιος στον μικρό σας Παρά­δεισο.

— Με κάποιον άγγελο ίσως του Παραδείσου μας;

— Μαντέψατε.

— Όχι. Δε μάντεψα τίποτε. Δεν μπορούσα όμως να φαντασθώ ότι τα νέα ενός Παραδείσου σας ήρθαν με τον ασύρματο, θα ήτανε πολύ πεζό.

— Τέλος πάντων, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, έμαθα πως είσθε πολύ καλύτερα, ότι ο πατέρας σας κι εσείς μένετε ενθου­σιασμένοι από τη διαμονή σας στο δάσος, ότι με περιμένατε από χθες και, το σπουδαιότερο, ότι η καλοσύνη σας έχει συγκι­νήσει το Μεγάλο Βουνό.

— Η καλοσύνη μου; Αλλά με ποιον; Με τα ωραία αυτά έλατα; Γιατί, σας ορκίζομαι, ότι έξω από τα χαριτωμένα αυτά δένδρα δεν είχα ακόμα την ευκαιρία να ιδώ άλλο πλάσμα εδώ απάνω. Ποιος λοιπόν μπορεί να μιλήσει για την καλοσύνη μου;

Ο Άλκης την άφησε να βασανίσει ακόμη λιγάκι τη μνήμη της κι έπειτα της είπε:

— Αλλά οι μικρές χωριατοπούλες, δεσποινίς, που τους χα­ρίζετε τα μικρά, χρυσά σταυρουλάκια;

Η Μίνα χτύπησε τα χέρια της, σαν παιδάκι, που έλυσε άξαφνα ένα δύσκολο αίνιγμα.

— Καλέ, δε μου λέτε; Η Μαρία λοιπόν σας έκανε όλο αυτό το περίεργο ρεπορτάζ;

— Η Μαρία. Βλέπετε λοιπόν...

— Περίεργο μου φαίνεται. Είναι ένα τέτοιο αγριοκόριτσο, που δε φανταζόμουνα ποτέ, πως θα ’παιρνε αυτό το θάρρος και μάλιστα μ’ ένα νέο κύριο σαν κι εσάς.

— Και όμως, δεσποινίς! Το αγριοκόριτσο αυτό, όχι μόνο μου έδωκε όλες τις ευχάριστες πληροφορίες για σας, αλλά και μου διηγήθηκε με τον πιο χαριτωμένο τρόπο ένα ωραίο θαύμα.

— Ένα θαύμα; Τι λέτε!

— Το θαύμα του νερού στο πηγάδι του Αγίου, που ανεβαί­νει, και τα λοιπά. Αμφιβάλλετε ακόμα;

Η Μίνα άπλωσε το χέρι της.

— Σας συγχαίρω, φίλε μου.

— Γιατί;

— Για την κατάκτησή σας.

— Πρόκειται λοιπόν για κατάκτηση; Αστειεύεσθε...

— Για την οποία πρέπει να είσαστε υπερήφανος.

— Υπερήφανος; Τι λέτε;

— Μα βέβαια, φίλε μου. Για να κάμει αυτή την εξαίρεση αυτό το αγριοκόριτσο, σημαίνει...

— Τι σημαίνει; Τίποτε φοβερό ίσως;

— Ξέρω κι εγώ; Σημαίνει οπωσδήποτε, ότι της κάνατε εξαιρετική εντύπωση.

Ο Άλκης γέλασε με την καρδιά του.

— Να σας πω, δεσποινίς Μίνα — είπε σε λίγο, μ’ ένα ύφος τάχα εμπιστευτικό. Μιλείτε σαν να ζηλεύετε για την εκτίμηση αυτή, που μου ’δειξε η Μαρία σας.

— Δεν έχετε άδικο! Το αγαπώ τόσο πολύ αυτό το περί­εργο αγριολούλουδο, ώστε μου κάνει κακό να φαντάζομαι, ότι μου κάνει απιστίες, έστω και με το γιατρό μου. Σας παρακαλώ λοιπόν να προσέξετε, κύριε Άλκη! Κινδυνεύουμε να γίνουμε οι χειρότεροι εχθροί.

Γελάσανε κι οι δυο.

— Λοιπόν!... ακούστηκε από μακριά η φωνή του κυρίου Σταλίδη. Ετοιμασθείτε, γιατρέ μου, να δεχθείτε τη σουρπρίζ, που σας ετοίμασα.

Σε λίγο φανερώθηκε ο κύριος Σταλίδης, κρατώντας ένα θαυμάσιο, ξύλινο σπιτάκι, χαριτωμένη μικρογραφία ελβετικού σαλέ.

— Βλέπετε, είπε, ότι εννοούμε να καλοδεχόμαστε τους φί­λους των φίλων μας.

Ο Άλκης, χωρίς να δείξει πως είχε την παραμικρή ιδέα, έμεινε εκστατικός μπροστά στο μικρό αριστούργημα της ξυλουρ­γικής τέχνης του κυρίου Σταλίδη.

— Δεν ξέρω, είπε, αν πρέπει να σας συγχαρώ πρώτα για το έργο σας ή να σας ευχαριστήσω από μέρους μου και από μέρους του άφωνου φίλου μου για τη μοναδική σας ευγένεια.

Ο Γκραφ, με χαρούμενα σαλέματα της ουράς του, ένωνε την έκφραση της ευγνωμοσύνης του μαζί με τα ευχαριστήρια του κυρίου του.

— Θέλετε τώρα, γιατρέ, είπε ο κύριος Σταλίδης, στον Άλκη, να ιδείτε και το δωμάτιο το δικό σας; Γι’ αυτό δεν ανα­κατεύομαι. Γι’ αυτό φρόντισε η άρρωστή σας, και ελπίζω, πως με τα φτωχικά μέσα του σπιτιού μας, θα έκαμε το καθήκον της. Σε κάθε περίσταση εύχομαι να μη ζηλέψετε την εγκατάσταση του σκύλου σας.

Ο κ. Σταλίδης ήτανε πάντα περήφανος για τα έργα του.

A la guerre comme a la guerre! είπε η Μίνα. Ο κ. Άλκης δεν πιστεύω να ζητήσει από το βουνό περισσότερα από ό,τι μπορεί να δώσει ένα βουνό.

Και, με μια εύθυμη παρωδία της παροιμίας, επρόσθεσε χα­μογελώντας.

— Το ωραιότερο βουνό του κόσμου δεν μπορεί να δώσει παρά ό,τι έχει.

— Και το ωραιότερο κορίτσι επίσης!... είπε, καμαρώνοντας την κόρη του, που του έριξε ένα αυστηρό βλέμμα, για το αστείο του, ο κ. Σταλίδης.

Ο Άλκης, συγκινημένος από όλη αυτή την εγκάρδια φιλο­ξενία, δεν εύρισκε λόγια να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του. Από μέσα του όμως δεν ήτανε και πολύ ευχαριστημένος. Συλλο­γιζότανε, ότι όλη αυτή η αγάπη, που του έδειχναν οι φίλοι του, θα έκανε δυσκολότερη την αναχώρησή του, έτσι στα καλά κα­θούμενα, και χωρίς καμιά σπουδαία και πιστευτή πρόφαση. Πώς να τους πει μια μέρα ότι φεύγει, ότι αναγκάζεται να τους αφήσει, ενώ είχε φθάσει εκεί με τη συμφωνία να μείνει μαζί τους όλο το καλοκαίρι; Χωρίς άλλο θα έκανε την εντύπωση, πως είναι δυσαρεστημένος από τη διαμονή του στο δάσος, ότι η συν­τροφιά των φίλων του του ήτανε βαρετή και θα έδειχνε μιαν αγνωμοσύνη ή μια προστυχιά, που τον πείραζε και μόνο να τη συλλογίζεται; Και όμως η απόφαση του ήτανε πάντα να μη μείνει περισσότερο από λίγες μέρες στο δάσος, να ξαναγυρίσει στην Αθήνα το γρηγορότερο. Και μετανοούσε πάντα όλη του η ζωή λοιπόν θα ήτανε μια μεταμέλεια; — πως δεν κράτησε την πρώτη απόφασή του να βγει στη Ζάκυνθο, να διακόψει το ταξίδι του και να μη πάει καθόλου στο βουνό.

Επήγαν να ιδούν «τα διαμερίσματα του γιατρού», όπως είπε ο κ. Σταλίδης. Ήταν ένα μικρό δωμάτιο όπως όλα τα άλλα — τρία τέσσαρα όλα — δίπλα στο δωμάτιο του γέρου, και συγκοινωνούσε μ’ αυτό. Από το ανοιχτό του παράθυρο, που έβλεπε προς το δάσος, ένα πλούσιο, δροσερό φως χυνότανε μέσα, γεμίζοντας με χαρά το μικρό εκείνο άσυλο, που με τα λίγα του έπιπλα — ένα κρεβάτι εκστρατείας, ένα τραπεζάκι σκεπασμένο με άσπρο ύφασμα, ένα μικρό ντιβανάκι μπροστά στο παράθυρο και δυο τρία καθίσματα — έδινε ωστόσο μια εντύπωση εξαιρε­τικά πλούσια και συμπαθητική, θα έλεγε κανείς μια εντύπωση πολυτελείας. Έλαμπαν όλα κατακάθαρα και ήτανε με τόσο γούστο βαλμένα τα λίγα πραματάκια του, ώστε να μαντεύει κανείς, πως ένα γυναικείο χέρι είχε περάσει από πάνω τους και τους είχε δώσει τον ευγενικό τους ρυθμό.

— Αυτό είναι το κελί σας, γιατρέ! είπε η Μίνα. Δεν θα μπορούσατε να το ονειρευθείτε χειρότερο.

Ο Άλκης προσπάθησε να πολλαπλασιάσει την έκφραση του θαυμασμού του και της ευγνωμοσύνης του. Και ήταν ειλικρι­νής. Σε άλλες περιστάσεις, ένα ποιητικό ερημητήριο σαν αυτό θα ήτανε το ιδανικό του.

Η Μίνα έβαλε τέλος, μ’ ένα χαριτωμένο τρόπο, στην αν­ταλλαγή των κουραστικών φιλοφρονημάτων.

— Να σας πω όμως, κύριε Άλκη! είπε μ’ ένα ύφος υπερή­φανο τώρα. Αν το δωμάτιο του ύπνου σας δε σας ενθουσιάζει, υποθέτω πως δε θα ’χετε τίποτα να πείτε για τα σαλόνια σας, τα δωμάτια της εργασίας, τα καπνιστήριά σας, όλα τα βασιλικά διαμερίσματα, που βρίσκονται, από τη στιγμή αυτή, στη διάθεσή σας. Το δάσος ολόκληρο σας ανήκει!

— Θα είμαι ευτυχισμένος, είπε ο Άλκης, να με ξεναγή­σετε με την ίδια καλοσύνη και στα άλλα διαμερίσματά μου. Δεν έχω αμφιβολία, πως θα μαντέψω κι εκεί το πέρασμα του χεριού σας.

— Το φτωχό μου το χέρι! αναστέναξε η Μίνα. Μου κάνετε λοιπόν άνοστα κομπλιμέντα, κύριε Άλκη; Τι θέλει το φτωχό μου το χέρι εκεί που πέρασε το χέρι ενός Θεού;

— Και όμως, είπε ο Άλκης, βλέπω ένα γυναικείο χέρι, που πέρασε από το δάσος.

Έδειξε απάνω στο μικρό τραπεζάκι, με το άσπρο κάλυμμα, ένα κρυστάλλινο βάζο, όπου λίγες νεόκοπες ανεμώνες σκόρπιζαν ολόγυρα ένα ντροπαλό τόνο αθωότητας και παρθενίας.

— Αυτά τα ωραία λουλούδια! είπε.

— Είναι το «καλώς όρισες» του δάσους στον ξένο του... είπε η Μίνα. Μην ξεχάσετε να το ευχαριστήσετε!

— Το δάσος, δεσποινίς;

— Όχι βέβαια έμενα. Αν θέλετε μπορείτε να ευχαριστή­σετε και τη μικρή σας χθεσινή γνωριμία, όταν τύχει να την ξαναϊδείτε. Από τότε που είμαστε εδώ, η μικρούλα μου φιλενάδα έχει αναλάβει μόνη της την ωραία αυτή υπηρεσία. Κάθε πρωί λοιπόν θα ’χετε κι εσείς το μικρό σας δώρο. Και βέβαια δε θα ’χετε να ευχαριστήσετε την άρρωστή σας, που δεν είναι ακόμη αρκετά δυνατή για να σκαρφαλώνει στους βράχους και να μαζεύει ανεμώνες. Αλήθεια, τ’ αγαπάτε τα συμπαθητικά αυτά λουλού­δια; Δε σας ρώτησα.

— Αγαπώ όλα τα αγριολούλουδα! είπε ο Άλκης. Είναι τόσο αριστοκρατικότερα μπροστά στα λουλούδια της σέρας. Δε νομίζετε;

— Νομίζω, είπε με μια εύθυμη επέμβαση ο κ. Σταλίδης — ότι κάποιο λατινικό ρητό λέει: Primum vivere deinde philosophari. Τα είπα καλά, γιατρέ; Το τραπέζι μας περιμένει. Και είναι καιρός, νομίζω, να δείξουμε στο γιατρό και την τρα­πεζαρία μας.

Εβγήκαν έξω, όπου το τραπέζι ήτανε στρωμένο στο μικρό πλάτωμα, μπροστά στην είσοδο του σπιτιού, κάτω από τον ήσκιο του ίδιου έλατου, όπου είχαν δεχθεί τον Άλκη λίγο πρωτύτερα. Άλλες ανεμώνες ήσαν σκορπισμένες στο εύθυμο, εξοχικό τρα­πέζι, που τα κρύσταλλά του έλαμπαν πανηγυρικά, από τις κλέ­φτικες αχτίδες του ήλιου, που ξεγλιστρούσαν από τα πυκνά φύλλα του δέντρου, καθώς τ’ αργοσάλευεν η ανάλαφρη αύρα του δάσους.

 

IX

 

Κύριον Κώσταν Καλήν

Αθήνας           

Αγαπητέ μου φίλε,

 

Είναι πέντε μέρες τώρα, που βρίσκομαι στο δάσος. Και η θεία μου, αν την είδες στο μεταξύ, όπως πιστεύω, θα σου εξή­γησε το λόγο της ξαφνικής μου φυγής. Και θα με δικαιολόγησες βέβαια, που έφυγα έτσι, χωρίς να μπορέσω να σ’ αποχαιρετίσω ούτ’ εσένα. Η παρουσία μου όμως εδώ, κοντά σε μια άρρωστη φίλη μας, που κινδύνευε, ήταν απαραίτητη και δεν έπρεπε να χάσω το πρώτο βαπόρι που έφευγε από τον Πειραιά.

Όλα αυτά θα σου τα εξήγησε καλύτερα η θεία μου. Και υποθέτω, ότι δεν είναι ανάγκη να σου δικαιολογήσω κι εγώ τώρα περισσότερο το φέρσιμό μου απέναντί σου και να ζητήσω τη συχώρεσή σου, που φαντάζομαι πως την έχω. Εσύ βέβαια που με ξέρεις καλά, δε θα με παρεξηγήσεις.

Όμως μια άλλη έγνοια με τρώει τώρα και δε μ’ αφήνει να χαρώ τη μαγευτική διαμονή μου στο ωραίο αυτό δάσος. Φεύγον­τας δεν μπόρεσα να ιδώ ούτε τη Στέλλα, που όλη η σκέψη μου και όλη η ψυχή μου είναι τώρα μαζί της. Με τη βιαστική μου αναχώρηση δεν κατόρθωσα να την αποχαιρετίσω ούτε αυτή. Τρεις μέρες έμεινα στη βίλλα της θείας μου κι ένας πυρετός, που μ’ έπιασε άξαφνα εκεί, με κράτησε όλο το διάστημα στο κρεβάτι, ώστε να μη μπορέσω να το κουνήσω από το σπίτι. Ήθελα να της γράψω δυο λόγια. Αλλά πώς; Η θεία μου, κα­θώς ξέρεις, για λόγους που δεν μπορώ να μαντέψω, δεν πολυχωνεύει το δυστυχισμένο αυτό κορίτσι και δε βλέπει με καλό μάτι την ένωσή μου με τη Στέλλα. Με ποιο να στείλω το γράμμα;

Την υπηρεσία της θείας μου δεν μπορούσα να την εμπιστευθώ και δεν ήθελα ένα γράμμα προς τη Στέλλα, που δε θα μπορούσε να της κρατηθεί μυστικό, να γίνει αφορμή ν’ ακούσω πάλι τις συνηθισμένες φλυαρίες της Καίτης.

Για μια στιγμή σκέφθηκα να στείλω να σε καλέσω. Αλλά θα καταντούσε πάλι το ίδιο. Η Καίτη θα υποπτευότανε πάλι την ξαφνική εμφάνισή σου, γιατί, όπως ξέρεις, έχει πάντοτε την ιδέα ότι έχεις κι εσύ την ουρά σου, αθώε άνθρωπε, σ’ αυτή την υπό­θεση, που της πειράζει τα νεύρα. Είχα αποφασίσει λοιπόν, φεύ­γοντας, να περάσω μια στιγμή κι από σένα κι από τη Στέλλα και να σας εξηγήσω, τι μου συμβαίνει. Ήρθαν όμως ανάποδα τα πράματα. Ο αδελφός της θείας μου, που είχε αναλάβει να φροντίσει για το βαπόρι, ήρθε άξαφνα, κάποιο απόγεμα, μ’ ένα αγο­ραίο αυτοκίνητο, και μας ειδοποίησε, ότι το βαπόρι, που είχε αναβάλει την αναχώρηση του ένεκα της απεργίας των ναυτοθερμαστών, θα ’φευγε σε λίγες ώρες, ύστερ’ από ένα συμβιβασμό των απεργών. Κι έπρεπε να ξεκινήσω αμέσως. Με πήρε λοιπόν άρον άρον και είχε την ευγένεια, το θηρίο, να με συνοδέψει κι ως τον Πειραιά! Αδύνατο να του ξεφύγω.

Σκέφτηκα να σου τηλεγραφήσω από το πρώτο λιμάνι, που πιάσαμε. Αλλά πώς να σου τα εξηγήσω όλα αυτά μ’ ένα τηλε­γράφημα; Μπορούσε να γίνει καμιά παρεξήγηση χειρότερη από τη Στέλλα, που είναι τόσο εύθικτη απέναντί μου. Κι έφθασα με την αγωνία αυτή ως την Κεφαλλονιά.

Να τώρα η μεγάλη εκδούλευση που ζητώ από τη φιλία σου. Μόλις λάβεις το γράμμα μου, να πας να συναντήσεις αμέσως — μα αμέσως, καημένε — τη Στέλλα, να της δώσεις, αν το κρίνεις αναγκαίο, να διαβάσει το γράμμα μου αυτό. Μπορείς να της πεις ακόμα, ότι θα ήμουν απαρηγόρητος για ό,τι έγινε, χωρίς τη θέ­λησή μου, αν δεν είχα μπροστά μου και την ανεξήγητη αδιαφο­ρία τη δική της. Τέσσερες μέρες είχε να με ιδεί, εμένα που δεν πέρασε ημέρα, από τότε που τη γνώρισα, χωρίς να ζητήσω να τη συναντήσω, με κάθε τρόπο, στο σπίτι της ή αλλού. Και δε σκοτίσθηκε να μάθει, αν ζω ή πέθανα. Επί τέλους ήξερε, πως αν δεν είμαι στο σπίτι μου, θα είμαι η στο δικό σου ή στης θείας μου. Μπορούσε να στείλει να ρωτήσει απλώς για την υγεία μου. Αυτό θα μου ήτανε αρκετό. Έκτος αν διασκέδαζε αρκετά, όλες αυτές τις μέρες, ώστε να ξεχάσει, πως υπάρχει και κάποιος άνθρωπος, που την αγαπάει με όλη του την καρδιά και με όλη του τη σκέψη.

Όπως και να ’ναι, θα περιμένω ανυπόμονα την απάντησή σου, για να ξέρω, αν πρέπει να πετάξω στην Αθήνα, όσο μπορώ γρηγορότερα, ή να μείνω εδώ, θλιβερός αυτοεξόριστος, όλη μου τη ζωή.

Σε φιλώ

Άλκης

 

Χ

 

Με το γράμμα, που έστειλε ο Άλκης στο φίλο του, ένοιωθε κάποιο βάρος να σηκώνεται από το στήθος του.

Είχε δικαιολογήσει αρκετά πειστικά, αν όχι και με όλη την ειλικρίνεια που θα χρωστούσε σ’ έναν παιδικό του φίλο, που γνώ­ριζε όλα του τα μυστικά, τη διαγωγή του και, προπάντων, έδινε να καταλάβει στη Στέλλα ότι δεν έπρεπε να παρεξηγήσει την εξαφάνισή του. Βέβαια θα είχε υποφέρει όλες αυτές τις ημέρες, το καημένο το κορίτσι, από ένα σωρό κακές υποψίες, που λίγο έλειψε ν’ αληθέψουν. Αλλά τώρα θα τα είχε ξεχάσει όλα θα τον συχωρούσε και θα ήτανε πάλι ευτυχισμένη. Έβλεπε με την φαντασία του τον Κώστα να παίρνει το γράμμα του, χωρίς να το καλοδιαβάσει ακόμα, και να τρέχει στο σπίτι της Στέλλας να της φέρει τη χαρά και την ευτυχία. Βέβαια δε θα είχε χάσει ούτε δευτερόλεπτο ο καλός Κώστας για την αγαθή αυτή πράξη. Και θα διάβαζαν μαζί με τη Στέλλα το γράμμα του, κι εκείνος που ήξερε την καρδιά του, θα της εξηγούσε προφορικά όσα δεν έγραφε μέσα στο γράμμα. Και θα το συμπλήρωνε με τα αισθη­ματικά του σχόλια.

— Δε σας το ’λεγα εγώ, δεσποινίς Στέλλα; Ο Άλκης θα ήταν ανίκανος για μια κακή πράξη απέναντί σας. Είχατε άδικο να βάλετε κακό στο νου σας.

Και η Στέλλα θα συμφωνούσε — γι’ αυτό ήτανε βέβαιος — θα μετανοούσε για τις κακές της υποψίες, θα ζητούσε από μα­κριά συχώρεση από το φίλο της, γιατί μπόρεσε μια στιγμή να φαντασθεί γι’ αυτόν ένα πράμα, που θα τον ατίμαζε. Και θα ’κλαιγε ίσως από χαρά τώρα. Με τη φαντασία του ο Άλκης, ξαπλωμένος στη ρίζα ενός ελάτου, μονάχος, ολομόναχος με τη σκέψη του, έκανε και ξανάκανε τη φανταστική αναπαράσταση της σκηνής αυτής, που τον παρηγορούσε και ανάπαυε τη συνεί­δησή του και του ’δινε θάρρος να χαρεί τις ομορφιές του δάσους, χωρίς τύψεις και νοσταλγίες.

Έπειτα συλλογίσθηκε τον τελευταίο παράγραφο της επι­στολής του. Στην αρχή του φάνηκε σα μια κακία από μέρος του ο πικρός του εκείνος υπαινιγμός. Δεν ήτανε γενναίο, ένοχος ο ίδιος, να θέλει να ενοχοποιήσει τη γυναίκα, που είχε πληγώσει με τη διαγωγή του. Γιατί να της προξενήσει μια λύπη, χωρίς να είναι βέβαιος για τον κακό του υπαινιγμό; Και μετανοούσε τώρα, που είχε γράψει τις γραμμές εκείνες. Ύστερα όμως — με την επιθυμία που είχε να μείνει ήσυχος και ευχαριστημένος, ύστερ’ από την αγωνία τόσων ημερών — βρήκε τρόπο να παρηγορηθεί. Τα πικρά του αυτά λόγια — σκέφθηκε — δε θα μπορούσανε να προξενήσουν καμιά λύπη στη Στέλλα. Απεναντίας, θα της έδειχναν πως τη ζηλεύει πάντα και, για να τη ζηλεύει, πως εξακολουθεί να την αγαπά σαν και πρώτα. Ίσως θα θύμωνε στην αρχή, για την κακή του υποψία, για την έλλειψη εμπιστο­σύνης που της έδειχνε, αλλά στο τέλος η υποψία του θα της έκανε καλό και θα της σκόρπιζε και την τελευταία αμφιβολία για την αγάπη του.

Έτσι, μ’ έναν ευχάριστο ψυχικό αναμηρυκασμό, ξανάφερε στη μνήμη του, δυο και τρεις φορές, ολόκληρο το γράμμα του. Και το βρήκε της τελείας αρεσκείας του. Η Στέλλα δεν μπορούσε, αυτή τη στιγμή, παρά να είναι ευχαριστημένη και χα­ρούμενη. Και καθώς την ένοιωθε ευχαριστημένη — δεν μπορούσε να είναι διαφορετικά, — έδινε και στον εαυτό του την άδεια να χαρεί για τις λίγες μέρες που θα ’μενε ακόμα στο δάσος.

Τινάχθηκε ζωηρός από τη χλόη, χτύπησε με χαρά τη ράχη του Γκραφ, που ήτανε ξαπλωμένος κοντά του, και του είπε:

— Έλα λοιπόν, τεμπέλη! Αρκετά τον πήρες! Πάμε να ιδούμε και τους φίλους μας.

Το πιστό και νοητικό ζώο κατάλαβε, πως ο κύριος του ήτανε στις καλές του. Κι έτρεξε μπροστά, στο σκιερό μονοπάτι, κουνώντας την ουρά του. Ύστερ’ από ενός τετάρτου δρόμο, στο σκιερό, ήσυχο μονοπάτι, φθάσανε στο φιλόξενο σπιτάκι, που τους είχε χάσει ώρες ολόκληρες.

Έξω από το λευκό σπιτάκι, στη συνηθισμένη της θέση, η Μίνα, ξαπλωμένη σε μια ψάθινη πολυθρόνα, ήτανε βυθισμένη στην ανάγνωση κάποιου συμπαθητικού της βιβλίου, που την έκανε να μην προσέξει αμέσως την εμφάνιση του γιατρού της. Ο Γκραφ, που δεν είχε αργήσει να πάρει θάρρος με τους νέους του φίλους, υψώθηκε μ’ ένα πήδημα, όχι και πολύ ιπποτικό, στα γόνατα της δεσποινίδος και της έκλεισε το βιβλίο, με περι­φρόνηση αδικαιολόγητη για τον συγγραφέα.

Η Μίνα σήκωσε τα μάτια της, ξαφνιασμένη από την ανέλ­πιστη επέμβαση, και είδε τον Άλκη να προχωρεί απαρηγόρητος για τη διαγωγή του σκύλου του.

— Μην τον μαλώσετε, κύριε Άλκη! Αν η διαγωγή του δεν ήτανε πολύ κορέκτ, η κριτική του όμως είναι αλάνθαστη. Και συμφωνούμε απολύτως.

Πέταξε το βιβλίο της απάνω στο τραπεζάκι και πήρε ένα ύφος αυστηρό απέναντι του Άλκη.

— Γιατρέ μου — ο Άλκης από την ιδιαίτερη αυτή προ­σφώνηση ετοιμάσθηκε να περιμένει κάποια φιλική επίπληξη — είναι η σειρά μου τώρα να κάνω την κριτική της διαγωγής σας. Έχετε εγκαταλείψει την άρρωστή σας από το πρωί. Τι κατά­σταση είναι αυτή; Για μια στιγμή είχα υποθέσει, ότι αποπλα­νηθήκατε μέσα στο δάσος.

— Ίσως δεν μαντέψατε άσχημα, δεσποινίς! είπε ο Άλκης, παίρνοντας ένα κάθισμα, για να καθίσει κοντά στην άρρωστή του. Είχα αποπλανηθεί πράγματι στο δάσος. Όχι όμως στα ωραίο σας αυτό δάσος, που σε λίγες μέρες έμαθα όλα του τα μονοπάτια. Έπειτα για το δάσος αυτό είχα οδηγό μου και τον κακομαθημένο αυτό σύντροφό μου, που νομίζει κανείς πως γεννήθηκε εδώ μέσα. Είχα αποπλανηθεί σ’ ένα δάσος, που συχνά χάνω τα μονοπάτια του και όπου ούτε ο καλός μου αυτός σύν­τροφος μπορεί να με βοηθήσει, για να βρω το δρόμο μου. Αν ξέρατε, δεσποινίς, τι δάσος! Ούτε τα παρθένα δάση της Αφρι­κής...

Μιλούσε με μελαγχολικά τόνο, αλλά με εύθυμη διάθεση.

Η Μίνα, που είχε μαντέψει τη σκοτεινή αλληγορία του φίλου της, του είπε με το προστατευτικό ύφος, που έπαιρνε κάποτε μαζί του:

— Ακούστε, γιατρέ! Γι’ αυτό το δάσος να κάνετε ό,τι κά­νουν οι βοσκοί μας.

— Τι κάνουν οι βοσκοί; ρώτησε αφηρημένος ο Άλκης.

— Τι κάνουν οι βοσκοί; Αλλ’ από πού φτάνετε, κύριε Άλκη! Τα καίνε απλούστατα, φίλε μου, για να φυτρώσει χορτάρι στη θέση τους να βοσκήσουν τα πρόβατά τους.

— Λοιπόν;

— Να το κάψετε κι εσείς το δάσος σας. Έτσι θα φυτρώσει μέσα σας χαρούμενο χορταράκι και, αντίς από τα άγρια θηρία, θα βοσκούνε απάνω του μόνο τα ήμερα προβατάκια της σκέψης σας.

Ο Άλκης βρήκε την παρομοίωση θελκτική.

— Ακούστε! του είπε η Μίνα. Ας μιλήσουμε τώρα σοβαρά! Ελάτε πιο κοντά μου. Κανένας δε θα μας παρεξηγήσει. Θέλετε να ψηλαφήσετε το σφυγμό μου;

Ο Άλκης έσυρε σιμότερα το κάθισμά του.

— Μήπως θέλετε να ψηλαφήσετε εσείς το δικό μου;

— Απάνω κάτω! Ας μιλήσομε όμως σοβαρά. Από την ημέρα που βρίσκεσθε μαζί μας, καταλαβαίνω πως κάτι σοβαρό σας απασχολεί. Δεν είσαστε εντελώς στα καλά σας. Συχνά σας βλέπω αφηρημένο, στενοχωρημένο. Η σκέψη σας φαίνεται να πετά διαρκώς κάπου. Προσπαθείτε να διατηρήσετε την ψυχική παρουσία σας εδώ, μ’ ευγενικές προσπάθειες, οδυνηρές όμως για σας. Και σας βεβαιώνω, ότι κάποιες στιγμές αισθάνομαι τύψεις στη συνείδησή μου, που σας κρατούμε εδώ.

Ο Άλκης προσπάθησε να δικαιολογηθεί.

— Μη με παρεξηγείτε, δεσποινίς Μίνα! Είμαι τόσο ευχαρι­στημένος εδώ. Μου είναι τόσο πολύτιμη η συντροφιά σας.

— Όχι, κύριε Άλκη, όχι! Μην προσπαθείτε να μου κρύ­ψετε τη σκέψη σας!

Μιλούσε μ’ ένα τόσο θερμό ενδιαφέρον, ώστε ο Άλκης, μια στιγμή, αποφάσισε να εξομολογηθεί την κατάστασή του, να τα πει όλα.

— Βεβαιωθείτε — εξακολούθησε στον ίδιο θερμό και ανυπό­κριτο τόνο η Μίνα — ότι δεν έχω καμιά περιέργεια να μάθω τα μυστικά σας. Δεν είμαι καθόλου γυναίκα αυτή τη στιγμή. Η κατάστασή μου, η αρρώστια μου, η ζωή που είμαι καταδικασμέ­νη να κάνω όσο ζω, έχουν αλλάξει εντελώς την ψυχολογία μου. Ίσως δεν είμαι πια καθόλου γυναίκα. Ίσως δεν πρέπει να είμαι.

Μιλούσε με θάρρος τώρα και χωρίς σκιά παραπόνου, σαν να είχε πάρει, μια δυνατή απόφαση ζωής.

— Καλέ, τι ιδέες είναι αυτές, δεσποινίς Μίνα! είπε ο Άλ­κης με συμπάθεια.

— Μην προσπαθείτε να με παρηγορήσετε, κύριε Άλκη. Θα μου κάνατε κακό. Σας ορκίζομαι. Αν δεν είμαι πια γυναίκα, θα μπορούσα όμως να είμαι ένας καλός φίλος για τους ανθρώ­πους, που εκτιμώ και αγαπώ. Και θα το ήθελα, αυτή τη στιγ­μή, να γίνω ο καλύτερος φίλος σας. Δεν μ’ εμπιστεύεσθε;

Είχε στον τόνο της φωνής της η Μίνα έναν τόνο από εγκαρ­διότητα, ειλικρίνεια και συμπάθεια μαζί, που έκαμε τον Άλκη να συγκινηθεί βαθιά. Ένας φίλος στην ερημιά! Ένας φίλος, που να μπορεί να του εμπιστευθεί τον πόνο του, τις ανησυχίες του, τα μικρά μυστικά του, να του ανοίξει την καρδιά του, να ζητήσει απ’ αυτόν μια συμβουλή και μια εγκαρδίωση, ήτανε γι’ αυτόν σαν ένα ανέλπιστο δώρο, που του ’στελνε κάποια σπλαχνική Πρό­νοια μέσα στην αγαθή γαλήνη του δάσους.

— Σας ευχαριστώ, δεσποινίς Μίνα, σας ευχαριστώ πολύ! είπε. Αν ξέρατε πόση ανάγκη έχω από τη φιλία, που μου προσ­φέρετε! Τη δέχομαι σαν το πολυτιμότερο δώρο, που θα μπορούσε άνθρωπος να μου χαρίσει, αυτή τη στιγμή.

Και, χωρίς δισταγμό, με την εμπιστοσύνη που του γεννούσε η καλοσύνη της άρρωστης κόρης, ο Άλκης διηγήθηκε την ιστο­ρία του.

 

XI

 

— Πώς είναι ο γιατρός; ρώτησε ο κ. Σταλίδης την κόρη του, με σιγαλή φωνή, πλησιάζοντας με τις μύτες των ποδιών του το τραπεζάκι, όπου η Μίνα ετοίμαζε με σοφές φροντίδες μια λεμονάδα.

— Κοιμάται, ψιθύρισε η Μίνα. Ευτυχώς κοιμάται από το πρωί. Αυτό ελπίζω να του κάμει καλό...

— Ύστερ’ από την τρομερή νύχτα που πέρασε... είπε με την ίδια ψιθυριστή φωνή ο κ. Σταλίδης. Όλη τη νύχτα τον άκουγα από την κάμαρά μου να βηματίζει απάνω κάτω. Και δε σταματούσε παρά για να ξεσπάσει σε λυγμούς. Το καημένο το παιδί!

— Ήτανε φρικτό αυτό που συνέβη... είπε με αληθινό πόνο η Μίνα.

Ο κ. Σταλίδης έκαμε στην κόρη του ένα σημείο, πως φεύγει.

— Καλύτερα, πατέρα! Καλύτερα να μη δει κανέναν άλλον από μένα, όταν ξυπνήσει. Εσείς δεν πρέπει να ξέρετε τίποτε απ’ την ιστορία αυτή.

Η προσφορά της αδελφικής φιλίας της Μίνας προς τον Άλκη είχε γίνει σε μια κρίσιμη στιγμή και σαν από κάποιο θέ­λημα αγαθής Μοίρας.

Την άλλη μέρα ο Άλκης είχε δεχθεί κατάστηθα τον κε­ραυνό από τον πιο αίθριο ουρανό της ζωής του. Ευχαριστημένος από το γράμμα που είχε γράψει στον φίλο του, ευτυχισμένος από τη φιλία της Μίνας, που του είχε φανερωθεί με τόση καλοσύνη, ελαφρός από την εξομολόγηση της ερωτικής του περιπέτειας σε μια ψυχή τόσο διαφορετική από την ψυχή της θείας του, μια ψυχή που τον εννοούσε και τον είχε ενθαρρύνει για την τίμια απόφασή του, είχε πάρει τις εφημερίδες των Αθηνών, που είχαν φθάσει τη στιγμή εκείνη στο βουνό και πήγε στο δωμάτιό του να διαβάσει. Σε λίγο η Μίνα, που τακτοποιούσε κάτι στο διπλα­νό δωμάτιο του πατέρα της, άκουσε μια σπαρακτική κραυγή. Έτρεξε στο δωμάτιο του Άλκη και τον είδε πεσμένον στο κρε­βάτι του, να κρύβει το πρόσωπο του στο μαξιλάρι του και ν’ ανα­τινάζεται από λυγμούς. Απάνω στο τραπεζάκι ήταν ανοιχτή μια εφημερίδα στο μέρος, που είχε διαβάσει ο Άλκης. Βέβαια κάτι τρομερό είχε διαβάσει. Η Μίνα έριξε ένα γρήγορο βλέμμα στην εφημερίδα και διάβασε το μικρό αυτό παραγραφάκι:

Σήμερον την πρωίαν, εις την επί της οδού Σίνα οικίαν της ευρέθη νεκρά η δεκαεπταέτις νεάνις Στέλλα Α. Εκ των διεξαχθεισών ανακρίσεων προκύπτει, ότι δεν πρόκειται περί εγκλή­ματος. Η ατυχής κόρη φαίνεται ότι υπέκυψεν εις ισχυράν δόσιν ναρκωτικού, το όποιον, ως εξηκριβώθη, είχε προμηθευθεί αφ' εσπέρας εκ του γειτονικού φαρμακείου. Οι λόγοι της αυτοκτο­νίας παραμένουν άγνωστοι. Επί της τραπέζης του δωματίου ευ­ρέθη το εξής παράδοξον ιδιόγραφον σημείωμα της αυτόχειρος: «Δεν υπάρχει απάντησις». Ο αρμόδιος αστυνόμος επελή­φθη κ.τ.λ..

Η Μίνα, που γνώριζε πια όλες τις λεπτομέρειες της ερω­τικής ιστορίας του Άλκη, είδε μπροστά της όλη τη φρικτή τραγωδία, που ο θλιβερός της ήρως σπάραζε μπροστά της. Κι ένοιωθε βαθιά στην ψυχή της πως σ’ αυτήν είχε λάχει ο μοιραίος κλήρος να γίνει ο καλός και παρήγορος άγγελος του δυστυχισμένου φίλου της. Αλλά πώς; Ήτανε τόσο δύσκολη η θέση της. Χωρίς να σκεφθεί, τι έπρεπε να κάμει και πώς να φερθεί την τρομερή αυτή στιγμή, εμπιστεύθηκε στο γυναικείο της ένστικτο και άφησε την αγάπη της να την οδηγήσει.

Πλησίασε και κάθισε αθόρυβα, σα σκιά, σε μια καρέκλα, που βρισκότανε προς το μέρος της κεφαλής του κρεβατιού. Χω­ρίς να βγάλει λέξη, άπλωσε το χέρι της και το ακούμπησ’ ελα­φρά στο κεφάλι του νέου. Εκείνος γύρισε σαν εκστατικός και κοίταξε με τα μάτια ανοιχτά από φρίκη, κατακόκκινα από τα δάκρυα. Σε λίγες στιγμές το πρόσωπό του είχε αλλοιωθεί, σαν ύστερα από μακριά αρρώστια. Της έκαμε τρόμο.

— Θάρρος, φίλε μου, θάρρος! του είπε εκείνη περνώντας ελαφρά την παλάμη της απάνω στα μαλλιά του, με το γλυκό χάδι νέας μητέρας στο άρρωστο παιδάκι της.

Εκείνος ξανάπεσε απάνω στο μαξιλάρι, χωρίς να προφέρει λέξη. Φαινότανε σαν άνθρωπος που είχε χάσει την αίσθησή του, που δεν ένοιωθε τίποτε από ό,τι γινότανε τριγύρω του. Από καιρό σε καιρό, ένας σπασμός ανατίναζε το σώμα του. Η Μίνα τον άφησε να κλάψει, κρατώντας πάντα ελαφρά με το χέρι της το μέτωπό του, που έβγαζε φλόγες. Μια σιωπή νεκρική ήτανε χυμένη μέσα στο δωμάτιο, που την έκοβαν, πού και πού, οι λυγμοί του δυστυχισμένου του νέου. Ο Γκραφ, ακίνητος στα πόδια του κρεβατιού, με τα κεφάλι ανάμεσα στα δυο μπροστινά πόδια, με τα μάτια υψωμένα περίλυπα προς τη Μίνα, φαινό­τανε σα να την ευχαριστούσε για κάτι καλό, που ένοιωθε, με τη σύντομη σκέψη του, πως έκανε στον κύριό του αυτή τη στιγμή. Και σα να την παρακαλούσε να μείνει εκεί κοντά του, να μένει ακόμα, να βοηθήσει τον καλόν του κύριο, που αυτός, ένας σκύλος, ήθελε, μα δεν ήξερε, δεν μπορούσε να τον βοηθήσει.

Ο Άλκης σε λίγο, ανακουφισμένος από τα δάκρυα, που με το στοργικό της χάδι τα είχε ευκολύνει να χυθούν η καλή κόρη, ανασήκωσε μια στιγμή το κεφάλι του από το μαξιλάρι. Το βλέμμα του ήτανε πιο ήμερο τώρα και το πρόσωπό του, κουρασμένο πάντα, χωρίς τον άγριο εκείνο σπασμό, που είχε κάμει φρίκη λίγο πρωτύτερα στη Μίνα.

Άπλωσε τα χέρι του με κόπο κι έπιασε το χέρι της Μίνας και το κράτησε μ’ ευγνωμοσύνη στο δικό του.

— Τι καλή που είσαστε, δεσποινίς Μίνα, τι καλή που εί­σαστε σ’ εμένα... είπε. Χωρίς εσάς...

Και σε λίγο:

— Να πεθάνω, δεσποινίς Μίνα, θέλω να πεθάνω. Δεν μπο­ρώ πια να ζήσω, το καταλαβαίνω, πως δεν μπορώ να ζήσω.

— Τα ξέρω όλα, δυστυχισμένε μου φίλε, τα ξέρω· του είπε με σταθερό τόνο φωνής η Μίνα, κρατώντας πάντα το χέρι του. Είδα αυτή την εφημερίδα. Γνωρίζω την ιστορία σας. Λοι­πόν! Αν μπορούσατε με το θάνατό σας να διορθώσετε τίποτε, αν μπορούσατε τουλάχιστον να δώσετε μια ευχαρίστηση στην ψυχή αυτή, που βλέπει τώρα όλη την αλήθεια, που αντικρίζει από ψηλά τον πόνο σας και το σπαραγμό σας, θα σας έλεγα να πεθάνετε. Αλλά πώς μπορείτε να είσθε βέβαιος, ότι με αυτό που μελετάτε να κάμετε, δε θα δίνατε στη φτωχή αυτή ψυχούλα μια λύπη μεγαλύτερη από κείνη που της δώκατε στη ζωή, χωρίς να το θέλετε;

Ο τρόπος αυτός που είχε μεταχειρισθεί η Μίνα, η προσ­ποιημένη τόσο τεχνικά ψυχρή λογική, που προσπαθούσε μ’ αυτήν να κερδίσει περισσότερο τη σκέψη του, που υπακούει ευκολότερα, παρά το τρικυμισμένο αίσθημά του, που καμιά αισθηματική παρηγοριά δεν θα μπορούσε να το γαληνέψει, είχε φέρει το ευεργετικό του αποτέλεσμα. Ο Άλκης, με το χέρι του πάντα μέσα στο δικό της, που το ένοιωθε δροσερό και παρήγορο στον πυρετό που τον έκαιγε, παρακολουθούσε τη λογική ανάπτυξη των επιχειρημάτων της Μίνας με μια συγκινημένη προσοχή, που της έδωκε το θάρρος να εξακολουθήσει.

— Ναι, δυστυχισμένε μου φίλε. Έχετε υποχρέωση να ζή­σετε, θα ήτανε ανανδρία από μέρος σας, για να γλυτώσετε εσείς από μια τύψη, που δεν είναι επί τέλους δικαιολογημένη...

— Δεν είναι δικαιολογημένη είπατε, δεσποινίς Μίνα; Αλλοίμονο! Αλλά ποιος άλλος τη σκότωσε τη δυστυχισμένη μου, ποιος;...

Τον έπνιξαν πάλι οι λυγμοί.

— Όχι, μην το λέτε αυτό! Εσείς δεν μπορούσατε να φαντασθείτε, ποτέ, ότι μια μικρή σας απουσία...

— Αλλά δεν ξέρετε λοιπόν, δεσποινίς Μίνα;

Τράβηξε από το μαξιλάρι του ένα γράμμα του Καλή, που είχε βρει μέσα στην ίδια εφημερίδα, που του έφερε την τρομερή είδηση και το ’δωκε στη Μίνα να διαβάσει. Ο Κώστας, με λίγες βιαστικές γραμμές, τρομερά ταραγμένος, του έδινε την εξήγηση του σημειώματος, που είχε αφήσει η δυστυχισμένη Στέλλα στα τραπέζι της. «Δεν υπάρχει απάντηση». Και τα σκληρά αυτά λό­για, που είχε πει η θεία του, η κ. Κράλη, στον μικρόν υπηρέτη του ξενοδοχείου, από μέρος τάχα του Άλκη, γι’ απάντηση στο ικετευτικό εκείνο γράμμα της Στέλλας, τα σκληρά αυτά και ανά­ξια λόγια, που έγιναν αφορμή του θανάτου της Στέλλας, ο φίλος του πίστευε, ως κι εκείνος ακόμα, πως τα είχε προφέρει ο ίδιος ο Άλκης.

— Ποιος τα είπε τα λόγια αυτά; ρώτησε η Μίνα.

— Εγώ δεν έλαβα κανένα γράμμα, δεν έδωκα καμιά απάν­τηση. Ήμουν ανίκανος για τέτοια προστυχιά. Ποιος άλλος; Η θεία μου, η καλή αυτή γυναίκα, βέβαια! Και όμως το δυστυχισμένο το κορίτσι έφυγε από τον κόσμο με την ιδέα πως εγώ, σ’ ένα γράμμα, που, αν δεν μου το ’χανε κρύψει με μια τέτοια ατιμία, θα μ’ έκανε να τρέξω να πέσω στα πόδια της και να μείνω πάντα εκεί, είχα τη σκληρότητα, την προστυχιά να απαν­τήσω μ’ έναν υπηρέτη, πως «δεν υπάρχει απάντηση»! Α! είναι πολύ αυτό. Είναι αδύνατο να το υποφέρω!

Η φωνή του έτρεμε, από τα μάτια του έτρεχαν ποτάμι τα δάκρυα.

Η Μίνα του είπε μ’ ένα ύφος κατηγορηματικό, γεμάτο πε­ποίθηση και μ’ έναν τόνο αποκαλυπτικό, που της έδινε μια έκ­φραση οραματιζομένης Σίβυλλας:

— Η Στέλλα ξέρει τώρα όλη την αλήθεια. Και είναι ευτυ­χισμένη. Η προσωρινή ευτυχία που ονειρευθήκατε να της δώ­σετε στον κόσμον αυτό, έγινε γι’ αυτήν η αιώνια ευτυχία, που κανένας πια δεν μπορεί να της αφαιρέσει. Η αγάπη σας της αποκαλύφθηκε μπροστά στο θρόνο του Θεού. Ποια αγάπη δε θα ζήλευε την άφθαστη αυτή τύχη;

Ο Άλκης έγειρε το κεφάλι του στο στήθος της κόρης, όπως γέρνει ένα παιδάκι το κεφάλι του στους κόλπους της μητέρας του. Κι εκείνη έπλεξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του, σαν καλή μανούλα. Ο πόνος είχε κάμει τον άνδρα βρέφος και την κόρη μητέρα. Και η σκιά μιας νεκρής ευλογούσε κι εξαγίαζε έναν εναγκαλισμό, που ενώ θα μπορούσε να είναι ερωτικός, δεν είχε από τον έρωτα παρά μόνο την άυλη ομορφιά του.

— Καλή μου αδερφούλα! ψιθύρισε ο Άλκης. Ποιος καλός Θεός σας έστειλε κοντά μου στη φριχτή αυτή στιγμή;

— Μ’ έστειλε εκείνη, που εξακολουθεί να σας αγαπά, όπως την αγαπάτε! είπε η Μίνα. Το αισθάνομαι πως μ’ έστειλ’ εκείνη.

Και δεν τον άφησε, παρά όταν της υποσχέθηκε, ότι θα ζήσει για την αγάπη της καλής του νεκρής.

Το άλλο πρωί τον είχε βρει κάπως ησυχότερο. Την νύχτα δεν είχε μπορέσει να κοιμηθεί. Και αισθανότανε τον εαυτό του πολύ κουρασμένο.

— Αισθάνομαι πως θ’ αρρωστήσω σοβαρά· είπε. Καλύτερα!

Η Μίνα πήγε να του φέρει το γάλα του. Όταν ξαναγύρισε τον βρήκε αποκοιμισμένο. Αλλά ο ύπνος του ήτανε ήσυχος και κανονικός. Έκλεισε σιγά την πόρτα και παράγγειλε να κάμουν ησυχία. Είχαν περάσει πολλές ώρες από τότε και η Μίνα τώρα ετοίμαζε μια λεμονάδα για το άρρωστο παιδί της, μπροστά στο μικρό τραπεζάκι, που τη βρήκε ο πατέρας της.

 

ΧΙΙ

 

Οι νεκροί είναι αγαθοί. Δεν επεμβαίνουν συνήθως στη ζωή μας και μας βοηθούν να τους λησμονούμε. Ο Άλκης ύστερ’ από την τρομερή κρίση των νεύρων του, που λίγο έλειψε να του στοιχίσει τη ζωή ή το λογικό του, άρχισε να περνά στην ψυχική εκείνη ανάρρωση, που τόσο μοιάζει με τη φυσική. Μια γαλήνη ευεργετική είχε χυθεί μέσα του, όμοια με τη γαλήνη των τάφων που πρασινίζει απάνω τους η χλόη. Έτσι συχνά οι τάφοι χαρί­ζουν τη γαλήνη τους στους ανθρώπους, που πολύ έκλαψαν απά­νω τους.

Η Στέλλα δεν τυραννούσε πια τη σκέψη του. Δεν του ζη­τούσε τίποτε, κι εκείνος δεν είχε τίποτε να της δώσει έκτος από μια ήσυχη κι ευλαβητική λατρεία. Και όταν, στις ώρες της μο­ναξιάς του, την καλούσε σιμά του, η αγαπημένη νεκρή ερχότανε πάντα σαν ένα φάντασμα αγαθό και γεμάτο καλοσύνη, που του έφερνε τα μυστικά δώρα του μακάριου κόσμου, όπου κατοικούσε, την παρηγοριά, την εγκαρτέρηση και την ελπίδα. Ακόμα και ελπίδα. Και όμοια με τον άνθρωπο, που ύστερ’ από μια βαριά αρρώστια, σαν να ’χει ξαναγεννηθεί, βρίσκει ωραιότερη τη ζωή και νοιώθει πιο βαθιά μέσα του την επιθυμία να ζήσει, ο Άλκης ένοιωθε μια νέα και δυνατή αγάπη να τον δένει με τον ωραίον κόσμο, που τον ευλογεί το φως του ήλιου. Και η αγάπη του αυτή ήτανε — το καταλάβαινε βαθιά μέσα του — σα μια νέα αγάπη ωραιότερη, απαλότερη, πιο ευγενική, πιο σύμφωνη με την αριστοκρατική φύση του ανθρώπου.

Ο Άλκης έκανε τώρα μακρινούς περιπάτους στο δάσος, πότε μόνος του με τον πιστό του σύντροφο, το Γκραφ, πότε συντροφεμένος από την καλή του αδερφή, τη Μίνα, που παρακο­λουθούσε με τις πιο γλυκές φροντίδες την ανάρρωσή του, βαθιά ικανοποιημένη για το ωραίο έργο της αγάπης της.

— Και να συλλογίζομαι, δεσποινίς Μίνα — της είπε κά­ποτε ο Άλκης — πως ήρθα εγώ να σας γιατρέψω. Και γίνατε εσείς ο γιατρός μου, ο γλυκύτερος γιατρός που γνώρισε ποτέ ένας άρρωστος στον κόσμο αυτό. Φαντάζομαι ότι μόνο ο καλός Ιησούς γιάτρευε τους ασθενείς, που του ’φερναν τα πλήθη, με το γλυκύτατο αυτό τρόπο. Γι’ αυτό η σωτηρία μου, δεσποινίς Μίνα, μου φαίνεται συχνά σαν ένα ωραίο θαύμα.

— Και όμως, γιατρεύοντάς σας, κύριε Άλκη — του είπε η Μίνα — ένοιωθα πως γιατρεύομαι η ίδια. Και βλέπετε πόσο κα­λύτερα είμαι. Δεν είναι τάχα αυτό το δεύτερο θαύμα;

Μια φιλία στενή, αδελφική, η σπάνια, αλλά γι’ αυτό και η πιο θαυμαστή φιλία, μεταξύ ανδρός και γυναικός, ένωνε τους δύο νέους. Ο Άλκης δεν είχε μυστικά για την καλή μου αδερφούλα κι εκείνη του είχε εξομολογηθεί όλα τα μελαγχολικά της μυστικά.

Ύστερ’ από τους περιπάτους και τους μικρούς των σταθμούς στα δροσερά άσυλα του δάσους, ξαναγύριζαν στο λευκό σπιτάκι. Η Μίνα έπαιρνε τη θέση της στην μακριά ψάθινη πολυθρόνα, τυλίγοντας γύρω από το εύθραυστο στήθος της ένα μαλακό μετα­ξωτό σαλάκι, λευκό σαν όλη τη φορεσιά της — το λευκό ήτανε το αγαπημένο της χρώμα, χειμώνα καλοκαίρι — ο Άλκης καθό­τανε κοντά της, ο Γκραφ ξαπλωνότανε πάντα μεταξύ στα πόδια και των δυο και ο κ. Σταλίδης, αεικίνητος, με όλα του τα γερά­ματα, πηγαινοερχότανε από το εργαστήρι του, όπου δεν του ’λειπε η δουλειά. Έτσι περνούσε με μια ευχάριστη μονοτονία η ζωή της οικογενείας — ο Άλκης και ο Γκραφ δεν ήσαν πια ξένοι — με τα εύθυμα διαλείμματα των γευμάτων, του απογευματινού τσαγιού και καμιά ξαφνική επίσκεψη κάποιου περαστικού χω­ρικού ή των χωροφυλάκων του δάσους, που είχαν να διηγηθούν πάντα τα άθλα τους με τους παράνομους υλοτόμους, που τους έστελναν αυτοί στη φυλακή και τους ξανάστελναν πίσω οι βου­λευτές της επαρχίας.

Η Μαρία είχε καιρό να φανερωθεί στο δάσος. Σχεδόν από την ημέρα της τραγωδίας του Άλκη δεν είχε ξαναφανερωθεί κα­θόλου. Η Μίνα δεν είχε προσέξει την εξαφάνισή της. Τώρα όμως άρχισε να τη συλλογίζεται συχνά.

— Χωρίς άλλο, η μικρή μου φιλενάδα θα είναι άρρωστη... έλεγε συχνά. Έπρεπε να πάτε, γιατρέ, να τη δείτε! είπε μια ημέρα στον Άλκη.

— Πιστεύετε ακόμα στη γιατρική μου; της είπ’ εκείνος.

Ένας καλός άνθρωπος είναι πάντα ένας καλός γιατρός. Θα ’λεγα καλύτερα, ότι μόνο ένας καλός άνθρωπος μπορεί να είναι ένας καλός γιατρός.

Ο Άλκης είχε αποφασίσει να πάρει ένα ζώο και να πεταχθεί ως το χωριό, που απείχε ως μια ώρα από το δάσος. Την ίδια μέρα φανερώθηκε άξαφνα η Μαρία. Μα δεν ήτανε το εύθυμο και ξένοιαστο πλάσμα του βουνού, που είχε γνωρίσει ο Άλκης μπροστά στο θαυματουργό πηγάδι του Αγίου. Έσερνε με κόπο τα πόδια της, το πρόσωπό της ήτανε χλωμό και τα ωραία, με­γάλα μάτια της χωρίς λάμψη. Στη Μίνα έκανε εντύπωση η απί­στευτη αυτή αλλαγή της μικρούλας.

— Τι έγινες, Μαρία; της φώναξε από μακριά. Άρρωστη ήσουνα, παιδί μου;

— Όχι, κυρία Μίνα! μουρμούρισε θλιβερά η Μαρία. Εγώ καλά είμαι. Η μάνα μου είναι άρρωστη βαριά.

— Και γιατί δεν ήρθες να ζητήσεις το γιατρό μας; Δεν τον γνωρίζεις το γιατρό; ρώτησε η Μίνα δείχνοντας τον Άλκη.

— Πώς δεν τον γνωρίζω; είπε η μικρούλα σηκώνοντας τα μάτια της, δακρυσμένα, μ’ ένα βλέμμα γλυκιάς ικεσίας προς τον Άλκη. Τον γνώρισα στο μοναστήρι.

Γύρισε ύστερα προς τον Γκραφ.

— Γκραφ, τι κάνεις, Γκραφ; Με θυμάσαι εμένα;

Ο Γκραφ κούνησε την ουρά του. Πώς μπορούσε να ξεχάσει την καλή του φιλενάδα, σε λίγες μέρες μέσα;

— Γι’ αυτό ήρθα! ξαναείπε η Μαρία. Αν ήθελε ο κύριος γιατρός να μας κάνει τη χάρη... Έφερα και το ζώο μαζί.

— Με μεγάλη μου ευχαρίστηση, παιδί μου! είπε ο Άλκης. Γιατί δεν ήρθες να μου το πεις από την πρώτη μέρα;

— Για να μη σου δώσουμε βάρος, κύριε γιατρέ! μουρμούρισε δειλά η Μαρία και ένα κύμα αίματος χύθηκε στο χλωμό πρόσωπό της. Μα τώρα βάρυνε η μάνα μου.

— Τι έχει η μάνα σου;

— Πουντιασμένη είναι.

— Έχει ζέστη;

— Έχει. Ψήνεται.

Σήκωσε πάλι τα μάτια στο γιατρό.

— Θα γίνει καλά, γιατρέ;

Η αθώα ερώτηση της μικρούλας, που περίμενε να μαντέψει από μακριά ο γιατρός την αρρώστια της μητέρας της και του ζητούσε μια παρήγορη λέξη, τον συγκίνησε βαθιά.

— Μη φοβάσαι παιδί μου! Θα γίνει καλά η μητέρα σου. Θα την κάνουμε καλά, πρώτα ο θεός!

Η Μαρία σήκωσε την ποδιά της και σκούπισε δυο δάκρυα στα ωραία της μάτια, που η θλίψη τα ’κανε ωραιότερα.

Σε λίγο ο Άλκης, αφού πήρε μαζί του τη σύριγγά του και λίγες αμπούλες, ακολούθησε τη Μαρία.

— Πού πάει ο γιατρός; ρώτησε ο Σταλίδης, που είχε φθά­σει εκείνη τη στιγμή από τον περίπατό του.

— Πηγαίνει ως το χωριό να ιδεί τη μητέρα της Μαρίας· τον πληροφόρησε η Μίνα. Είναι, φαίνεται, βαριά άρρωστη, η καη­μένη.

— Ώστε αρχίζει να γίνεται και γιατρός του χωριού ο Άλκης;

— Τον παρακάλεσα κι εγώ. Όταν μπορεί να κάνει κανείς το καλό. Έπειτα φαντάζομαι ότι θα τον ωφελήσει μια ενασχόληση με την επιστήμη του. θα του αποσπάσει λιγάκι τη σκέψη του από τη θλιβερή περιπέτειά του.

Ο κ. Σταλίδης βρέθηκε εντελώς σύμφωνος με την κόρη του.

Κάθισε κοντά της, στη θέση ακριβώς που καθότανε πριν ο Άλκης. Και κοίταζαν τον Άλκη, που προχωρούσε μαζί με τη Μαρία προς το δάσος.

— Τι χαριτωμένη κοπέλα! είπε ο κ. Σταλίδης με τη βαρυ­σήμαντη κριτική της ηλικίας του.

— Φαντάζομαι, είπε η Μίνα, ότι οι συνομήλικοί σας της αρχαίας Σπάρτης θα σηκώνονταν στο πέρασμά της, όπως όταν πέρασε μπροστά τους η Ελένη του Μενελάου.

— Τα γερατειά είναι σοφά! είπε γελώντας ο κ. Σταλίδης. Η κομψή σιλουέτα της Μαρίας, μέσα στο απλό χωριάτικο

φόρεμά της, που θύμιζε αρχαίο χιτώνα, χανότανε μέσα στο σκιε­ρό μονοπάτι, σαν ελληνική οπτασία. Καθώς περπατούσε στο πλάι του νέου, το ευλύγιστο κορμί της σάλευε με τον απαλό κυματισμό των κλαριών των ελάτων, που της άνοιγαν τόπο να περάσει, ενώ κάποιες αχτίδες, που ξεγλιστρούσαν από τα πυκνά φυλλώματα, φορούσαν, πότε πότε, ένα βασιλικό διάδημα στο ξανθό της κε­φάλι. Ο Άλκης βάδιζε κοντά της, σκυφτός, με τα χέρια στις τσέπες, ακούοντας ίσως τις μικρές, συμπαθητικές ανησυχίες της κόρης για την άρρωστη μητέρα της.

— Εκείνο, που μου κάνει εντύπωση — ξαναείπε η Μίνα, όταν οι δυο νέοι είχαν χαθεί στη στροφή του μονοπατιού — είναι η ντιστενξιόν αυτουνού του κοριτσιού, θα ’λεγε κανείς πως είναι πριγκιποπούλα. Είναι κάποια περίεργα πράγματα...

— Καθόλου περίεργα! εξήγησε ο κ. Σταλίδης. Η ευγένεια είναι στο αίμα. Και μέσα στις φλέβες ενός χωριάτη μπορεί να κυκλοφορεί ένα αίμα βασιλικό, όπως στις φλέβες ενός βασιλιά μπορεί να κυκλοφορεί ένα αίμα βαστάζου. Δεν σου κάνουν εντύ­πωση οι τρόποι του αγράμματου αυτού κοριτσιού; Θα ’λεγε κανείς πως μεγάλωσε κοντά σε μια Αγγλίδα νάρσα και πως έκανε την ανατροφή του μέσα στο αριστοκρατικότερο λύκειο της Λόντρας. Φαντάζομαι, με τέτοια ομορφιά και τέτοια χάρη, τι εντύπωση θα ’κανε, ντυμένη από μια εκλεχτή μοδίστρα, στα σαλόνια των Αθηνών. Θα ήτανε το ζήτημα της ημέρας στους κοσμικούς κύ­κλους. Ορισμένως η Αθήνα δεν έχει να δείξει πολλά γυναικεία θαύματα σαν αυτό.

Ο ενθουσιασμός του κ. Σταλίδη — ένας ενθουσιασμός της ηλικίας του για τα μικρά τρυφερά πλάσματα — τον είχε παραφέρει σε κάποιες υπερβολές, που ήτανε ο φόρος, που πληρώνει και η πιο σοφή κριτική στον ένστικτο θαυμασμό.

— Μην το λέτε αυτό, πατέρα! είπε η Μίνα. Είμαι η πρώτη που έχει γοητευθεί από το μικρό αυτό ζωντανό θαύμα του δάσους. Δεν πρέπει όμως να κρίνουμε να πράγματα χωριστά από το πε­ριβάλλον τους. Η θαυμαστή αυτή ευγένεια, που παρατηρούμε στο κορίτσι αυτό, όπως κάθε ευγένεια, δεν είναι παρά ένας τέ­λειος εναρμονισμός με το περιβάλλον. Και δεν ξέρω τι θα γίνει, αν βγάλει κανείς το μικρό αυτό χρυσό ψαράκι από τα νερά του. Θυμόσαστε το στίχο του ποιητή για τα ψαράκια, που όταν τα βγά­λουν στη στεριά, σπαρταρούνε τραγικά μαζί και κωμικά.

Απάνω στην περίεργη αυτή συζήτηση φανερώθηκε ο υπενωμοτάρχης του δάσους. Εύθυμος και διαχυτικός σαν πάντα, χαιρέτισε τους ξένους του, που κοντά τους είχε γνωρίσει μια εξαιρετική καλοπέραση.

— Τώρα είδα και το γιατρό, με τη Μαρία· είπε.

Η Μίνα του εξήγησε ότι ο γιατρός πήγαινε να ιδεί τη μη­τέρα της Μαρίας.

— Φαίνεται πως είναι βαριά άρρωστη η καημένη...

— Γι’ αυτό λοιπόν — είπε ο υπενωμοτάρχης — την είχαμε χαμένη τόσες ημέρες τη Μαρία. Έλεγα κι εγώ!

Η Μαρία ήτανε το χαϊδεμένο παιδί του δάσους. Δεν περ­νούσε ημέρα χωρίς να την ιδούν οι χωροφύλακες και οι υλοτόμοι, πότε να μαζεύει «πετίνια», με άλλα κορίτσια, πότε να γυρεύει ανεμώνες για την αγαπημένη της κυρία του Σπιτιού της Κυβέρ­νησης, που ήτανε τ’ αγαπημένα της λουλούδια.

— Τι αγριοκόριτσο! ξαναείπε ο υπενωμοτάρχης.

— Δε φοβάται, αλήθεια, να τριγυρίζει κορίτσι μονάχο μέσα στα δάσος; ρώτησε η Μίνα, περισσότερο για ν’ ακούσει κανένα καινούργιο άθλο της προστατευμένης της, παρά γιατί είχε δι­σταγμούς για το ωραίο και αθώο της θάρρος.

— Αυτή να φοβηθεί! είπε ο υπενωμοτάρχης. Πού κοτάει άνθρωπος να της μιλήσει; Μια ημέρα κάτι πήγε να της πει ο Κώστας ο χωροφύλακας και ορκίσθηκε πως δε θα το ξανακάνει. Του κατέβασε όλα τα πετίνια, που ήτανε φορτωμένη, στο κεφάλι!

Και τα εγκώμια της μικρούλας χαϊδεμένης του δάσους εξακολουθήσανε, ως την ώρα που ξαναγύρισε ο Άλκης.

 

XIII

 

Ο Άλκης ξαναγύρισε ευχαριστημένος από τη γιατρική του εκστρατεία.

— Πώς είναι η άρρωστή σας; τον ρώτησε με ανησυχία η Μίνα, ανησυχία περισσότερο για τη μικρή της φιλενάδα, παρά για την άρρωστη μητέρα της, που δεν την είχε ιδεί ποτέ της.

— Ευτυχώς τη γλύτωσε! είπε ο Άλκης. Θα μου ήτανε πολύ δυσάρεστο ο πρώτος μου άρρωστος, που βλέπω στο χωριό, να μου φύγει από τα χέρια μου. Φαντασθείτε τι υπόληψη θα κέρ­διζε ο περίφημος γιατρός, που φέρατε από την Αθήνα!

Εξήγησε ύστερα, ότι η άρρωστή του είχε πνευμονία, ότι τη βρήκε ακριβώς απάνω στην κρίση της αρρώστιας και ότι είχε όλες τις ελπίδες πως θα πάρει πια τον καλό δρόμο.

— Εννοείται — πρόσθεσε — ότι η γιατρική μου δεν έχει να παίξει πια σπουδαίο ρόλο. Η φύση, όπως πάντα, θα κάνει ό,τι πρέπει. Οπωσδήποτε, θα περάσω για καλοπόδαρος. Και αυτό για ένα γιατρό έχει κάποτε περισσότερη σημασία από την επι­στήμη του.

Ο Άλκης μιλούσε μ’ ενδιαφέρον για τη γιατρική του και η Μίνα συλλογιζότανε, πόσο δίκιο είχε όταν έλεγε στον πατέρα της, ότι η ενασχόληση του φίλου του με την επιστήμη του θα τον ωφελούσε να ξεχάσει τις μαύρες του ιδέες.

— Το βέβαιο είναι, του είπε η Μίνα, ότι κοντά μου κινδυ­νέψατε να ξεχάσετε τη γιατρική σας. Από τότε που ήρθατε φρόντισα να μη σας δώσω αφορμή να ενασχοληθείτε με την αρ­ρώστια μου.

Και πρόσθεσε μελαγχολική.

— Μια τόσο κοινή αρρώστια!

Εκείνος χωρίς να προσέξει στα τελευταία λόγια της Μίνας της απάντησε στα πρώτα.

— Σας έδωκα όμως αφορμή εγώ, είπε, να ενασχοληθείτε με τη δική μου την αρρώστια και να γίνετε ο γιατρός του γιατρού σας. Και αν κινδύνεψα να ξεχάσω τη γιατρική μου, έμαθα όμως πως υπάρχει μια άλλη γιατρική, ανώτερη από τη δική μου, που θεραπεύει με την αγάπη και την καλοσύνη.

— Τέλος πάντων, δεν μπορείτε να ’χετε παράπονα, γιατρέ — είπε εύθυμα ο κ. Σταλίδης — για το ταξίδι σας στο βουνό. Με την πρώτη επιτυχία σας στη μητέρα της Μαρίας, η φήμη σας θα φουντώσει στο χωριό. Δε θα προφθαίνετε να βλέπετε αρρώ­στους. Και έχετε όλες τις ελπίδες να γίνετε ένας θαυμάσιος για­τρός του χωριού, άξιος ν’ απαθανατισθεί από έναν Μπαλζάκ.

Σα να μετανοούσε όμως για το αστείο του, πρόσθεσε χαϊ­δεύοντας τον Άλκη στις πλάτες:

— Σας αστειεύομαι, καλέ μου φίλε, σας αστειεύομαι.

— Βεβαιωθείτε, κύριε Σταλίδη — είπε γελώντας ο Άλκης — ότι μου προφητέψατε ένα μέλλον που μ’ ενθουσιάζει. Δεν ξέρω τι θα έλεγε η θεία μου, που έχει τη φιλοδοξία να με κάνει καθηγητή του Πανεπιστημίου. Εγώ σας ορκίζομαι, ότι θα προτιμούσα χί­λιες φορές να είμαι ένας ειρηνικός γιατρός του χωριού και να σκορπίζω τα δώρα της επιστήμης μου στους καλούς αυτούς αν­θρώπους, που η ζωή τους έχει τόσο μεγαλύτερη αξία από τη ζωή των ανθρώπων της πολιτείας.

— Βρίσκετε πως έχει μεγαλύτερη αξία; ρώτησε η Μίνα.

— Πώς να μην έχει, δεσποινίς Μίνα; Έχει την αξία της ομορφιάς. Είναι μια ζωή αφιερωμένη σε όλους τους αγαθούς σκο­πούς της δημιουργίας. Δεν είσθε σύμφωνη;

— Αυτό ακριβώς ήθελα να μου πείτε! είπε η Μίνα. Και είμαι πολύ ευχαριστημένη, ότι ακόμα μια φορά βρεθήκαμε σύμ­φωνοι. Η ζωή ενός γεωργού αξίζει περισσότερο από τη ζωή ενός σοφού.

— Και μια όμορφη χωριατοπούλα — επρόσθεσε ο κ. Σταλί­δης — περισσότερο από μια μεγάλη κυρία.

Κάθισαν στο τραπέζι, πλούσιο σαν πάντα, χάρη στο μάγειρο, που είχε φέρει μαζί του στο βουνό ο κ. Σταλίδης, μεγάλος φίλος του εκλεκτού φαγητού, της εκλεκτής συντροφιάς και όλων των εκλεκτών πραγμάτων του κόσμου τούτου. Και η συνομιλία εξακολούθησε, χωρίς ν’ αλλάξει, με τον εύθυμο τώρα τόνο, που δί­νει και στη σοφότερη συζήτηση το πνεύμα του στομάχου.

— Ο πατέρας, ξέρετε, κύριε Άλκη — είπε η Μίνα — εί­ναι ερωτευμένος με τη μικρή μου φιλενάδα. Είναι δυο ώρες τώρα που μας πλέκει το εγκώμιό της.

Ο κ. Σταλίδης δεν αρνήθηκε, ότι όλα τα ωραία πράματα εξακολουθούν να τον ενθουσιάζουν. Ο Άλκης βρέθηκε σύμφωνος, αλλά χωρίς να προσθέσει τη δική του γνώμη. Η ομιλία αυτή για τη Μαρία φαινότανε να τον στενοχωρεί κάπως. Και η Μίνα διέκρινε κάποιο ελαφρό κοκκινάδι στο χλωμό πρόσωπό του.

— Αλήθεια — είπε αδιάφορα — δεν μου είπατε τίποτε, γιατρέ, για τη Μαρία, θα είναι ενθουσιασμένη βέβαια για την καλυτέρεψη της μητέρας της.

— Φαντάζεσθε!... είπε με μια λέξη ο Άλκης.

— Πόση ευγνωμοσύνη θα σας έχει, γιατρέ!

— Η αλήθεια είναι, πως το καημένο το κορίτσι δεν ξέρει πως να δείξει τη χαρά του.

Προσπάθησε όμως ν’ αλλάξει θέμα ομιλίας.

— Πώς ζουν, αλήθεια, αυτοί οι χωρικοί! είπε. Η ζωή τους μοιάζει τόσο πολύ με τα παραμύθια. Ο φανταστικός κόσμος είναι τόσο στενά δεμένος στη ζωή τους με τον πραγματικό, ώστε να μη μπορεί κανείς να ξεχωρίσει, πού τελειώνει ο ένας και πού αρχίζει ο άλλος.

— Ένας γιατρός — είπε η Μίνα — βρίσκεται περισσότερο από κάθε άλλον σε θέση να εκτιμήσει αυτή την ωραία κατάσταση που περιγράφετε, κύριε Άλκη. Η ζωή του αποκαλύπτεται σε όλα τα μυστικά της.

— Ίσως δεν έχετε άδικο, δεσποινίς Μίνα. Ακριβώς κοντά στην άρρωστη αυτή είχα την ευκαιρία να ιδώ μερικά πράματα τόσο συμπαθητικά. Ο φόβος του θανάτου φέρνει πλησιέστερα την απλή και αθώα ζωή προς το μυστήριο. Και ο γιατρός, που μπαί­νει στο χωριάτικο σπίτι, που το τριγυρίζει ο θάνατος, βλέπει πό­σους ανέλπιστους συνεργάτες έχει για το έργο του, το έργο της σωτηρίας. Να ένα πράμα που δεν το απαντά ο γιατρός στα δικά μας τα σπίτια! Σ’ αυτά ο γιατρός είναι ο μόνος κύριος της κα­ταστάσεως. Σ’ αυτόν γυρίζουν όλα τα βλέμματα. Απ’ αυτόν περιμένουν όλοι, και πρώτα ο άρρωστος τη σωτηρία του. Στο χωριάτικο όμως σπίτι...

— Φαντάζομαι τι θέλετε να πείτε... τον διάκοψε η Μίνα, που παρακολουθούσε με συγκινημένη φωνή τα λόγια του.

— Στο χωριάτικο όμως σπίτι — εξακολούθησε ο Άλκης — ο ρόλος του γιατρού είναι δεύτερος και τρίτος ρόλος. Πρώτα εί­ναι η εικόνα, τα ξεραμένα λουλούδια του Επιταφίου, ο παπάς, ο αντιπρόσωπος της θείας Χάριτος, το καλό όνειρο που είδε μια ανήσυχη ψυχή για τον αγαπημένο της άρρωστο — μήνυμα μυ­στικών στοιχείων για τη σωτηρία του — τόσα άλλα, τόσα άλλα! Και φαντασθείτε, ότι εγώ έφθασα στο κρεβάτι της άρρωστης μαζί με το θαυματουργό νερό... από το πηγάδι του Αγίου.

— Η Μαρία βέβαια θα έφερε το θαυματουργό νερό... τον διά­κοψε πάλι η Μίνα.

Ο Άλκης βεβαίωσε το πράμα μ’ ένα στενοχωρημένο κί­νημα. Φάνηκε όμως ευχαριστημένος που είχε μαντευθεί.

— Μεταξύ λοιπόν του θαυματουργού νερού — εξακολούθησε ο Άλκης — και της φτωχής μου γιατρικής, σε ποιο από τα δυο θέλετε ν’ αποδοθεί το θαύμα;

— Ένα μέρος του θαύματος θα το έχει πάντα η γιατρική σας, κύριε Άλκη.

— Ένα μικρό μέρος ακριβώς, δεσποινίς Μίνα. Αλλά μήπως, για να είμαστε ειλικρινείς, αξίζει και περισσότερο; Βεβαιωθείτε ότι η πίστη θεραπεύει καλύτερα και ασφαλέστερα από τα φάρ­μακα.

— Πώς το εξηγείτε αυτό, γιατρέ; ρώτησε ο κ. Σταλίδης, καθαρίζοντας το πορτοκάλι του.

— Γιατί η πίστη, κύριε Σταλίδη, βοηθεί τις φυσικές δυνά­μεις να φανερωθούν και να ενεργήσουν απάνω στον άρρωστο.

Ο εύθυμος γέρος, που τον κούραζαν οι σοβαρές συζητήσεις, ένοιωσε την ανάγκη να δώσει στην ομιλία ευθυμότερο τόνο.

— Το συμπέρασμα είναι, κύριε Άλκη — είπε — ότι, όπως σας έλεγα και πρωτύτερα, είσθε πλασμένος για γιατρός του χωριού. Σας αρέσει να κάνετε συμβούλια στους άρρωστους σας με τους Αγίους και με τα ωραία προληπτικά κορίτσια. Αν αποφα­σίσετε καμιά φορά να γίνετε οριστικώς ο γιατρός του χωριού, θα σας παρακαλέσω να με πάρετε βοηθό σας.

Ο Άλκης ενοχλήθηκε λιγάκι από τον υπαινιγμό, αλλά προσπάθησε να μην το δείξει.

— Πολύ ευχαρίστως, κύριε Σταλίδη! είπε γελώντας.

— Πρέπει όμως να σκεφθείτε, πατέρα, ότι δεν θα είναι πάν­τα άρρωστη η μητέρα της καημένης της Μαρίας και ότι δεν θα είναι πάντα η Μαρία που θα φέρνει το αγίασμα από το πηγάδι του Αγίου.

Γέλασαν όλοι.

— Τι να πεις, τέλος πάντων, να περάσει η ώρα! είπε ο κ. Σταλίδης κι άρχισε να ξεφλουδίζει δεύτερο πορτοκάλι.

 

XIV

 

Η μητέρα της Μαρίας έγινε καλά.

Ο Άλκης, που η φήμη του στο χωριό είχε φουντώσει, όπως του είχε προφητέψει ο κ. Σταλίδης, ήτανε εξαιρετικά ευχα­ριστημένος για την επιτυχία του, όσο κι αν αναγνώριζε μέσα του, πως η γιατρική του δεν είχε προσφέρει και μεγάλα πρά­ματα στην άρρωστή του. Δεν ήταν όμως η φήμη του που τον ευ­χαριστούσε. Ήτανε το χαμόγελο εκείνο της ευγνωμοσύνης, που ανθούσε γι’ αυτόν στα χείλη της Μαρίας και που την έκανε ακό­μα ωραιότερη στα μάτια του.

Εννοείται, ότι ο Άλκης δεν είχε διακόψει τις εκδρομές του στο χωριό. Είχε να παρακολουθήσει τη δύσκολη ανάρρωση της άρρωστής του. Και, για πολλές ημέρες, εξακολουθούσε τις τακτικές του επισκέψεις, για τις οποίες πληρωνότανε πλουσιο­πάροχα από το γλυκό χαμόγελο της Μαρίας και τις ευχές του γέρου.

— Γιατρέ, να μην την αφήσεις έτσι — πάντα ο χαριτωμένος ενικός αριθμός τη μάνα μου! του ’λεγε κάθε φορά που έφευγε από το προσκέφαλο της. Αν ξανακυλίσει, τι θα γίνουμε;

Και η λαχτάρα της κόρης για τη σωτηρία της μητέρας της άνοιγε τα μεγάλα της μάτια μ’ έναν τόσο εκφραστικό τρόπο, που ο Άλκης νόμιζε πως διακρίνει στα βάθη τους το λευκό φτεροσάλεμα της ανήσυχης ψυχούλας της.

— Έννοια σου, παιδί μου!... της έλεγε. Δε θα την αφήσω τη μανούλα σου... θα ξανάρθω. Και θα ξανάρχομαι όσο είναι ανάγκη.

Από μέσα του ρωτούσε τον εαυτό του: θα τελειώσει τάχα ποτέ η ανάγκη αυτή; Και ξαναπήγαινε.

Οι φίλοι του του δάσους τον έχαναν συχνά τώρα. Η μητέρα της Μαρίας είχε σηκωθεί από το στρώμα, ήτανε εντελώς καλά, δεν είχε πια την ανάγκη του. Αν δεν είχε όμως την ανάγκη του η μητέρα της Μαρίας, άλλοι χωριάτες τον ζητούσανε να ιδεί τους αρρώστους των. Είχε γίνει πια και στ’ αλήθεια ο γιατρός του χωριού. Και ποτέ δεν αρνήθηκε σε κανέναν την επιστήμη του. Πηγαίνοντας να κοιτάξει τους άλλους άρρωστους, περνούσε πάντα και από το συμπαθητικό σπιτάκι, που ήτανε πάντα καλο­δεχούμενος. Η γριά του ’ψηνε καφέ, ο γέρος του ανιστορούσε τα βάσανα της ζωής του αθώα, μικρά βάσανα — και, όταν έφευγε, η μοναχοκόρη τους τον ξεπροβόδιζε πάντα, αρκετή ώρα, στο δρόμο του χωριού, που του φαινότανε πάντα λίγη.

— Μαρία, σύρε να ξεβγάλεις το γιατρό μας! της έλεγε η μητέρα της.

Και η Μαρία δεν περίμενε την προσταγή της μητέρας της για να κάνει εκείνο, που την πρόσταζε πρώτα η καρ­διά της.

Ο Γκραφ πήγαινε πάντα μπροστά με τη χαρά των πιστών ζώων, που μοιράζονται πάντα — γιατί τη μαντεύουν — τη χαρά των ανθρώπων που αγαπούν.

Σε κάποιο σημείο του δρόμου, που ήτανε κάθε φορά μακρινότερο, η Μαρία σταματούσε για να ξαναγυρίσει στο χωριό.

— Να πας, Μαρία! της έλεγε με καλοσύνη ο Άλκης. Σ’ ευχαριστώ για τη συντροφιά σου. Μάκρυνες όμως πολύ από το χωριό και είναι αργά...

— Θα ’ρθεις αύριο, γιατρέ; τον ρωτούσε η Μαρία.

— Θα ’ρθω, Μαρία. Μπορώ ν’ αφήσω έτσι τους αρρώ­στους μου;

— Καληνύχτα.

— Καληνύχτα.

Και χωρίζανε ευχαριστημένοι και οι δυο. Ο Άλκης γύριζε πίσω του συχνά και κοίταζε τη χαριτωμένη σιλουέτα της Μα­ρίας, που πήγαινε σκυφτή, στο μονοπάτι. Και συχνά την έβλεπε να γυρίζει κι αυτή δειλά πίσω της, ώσπου την έχανε στο γύρι­σμα του δρόμου.

Όταν δεν κατέβαινε ο Άλκης στο χωριό, ήξερε πως πάντα κάπου θα συναντήσει τη Μαρία. Και τα τυχαία αυτά συναπαντή­ματά τους, πότε στο δάσος και πότε στο σπιτάκι με το βαρύ όνομα όπου ερχότανε η Μαρία πότε πότε να χαιρετίσει την καλή της προστάτρια, είχαν γίνει συχνά, καθημερινά.

Ο Άλκης ένοιωθε ότι κάτι του έλειπε την ημέρα που περνούσε χωρίς το χαμόγελο της μικρής του φιλενάδας. Ήτανε γι’ αυτόν σα μια μέρα χωρίς ήλιο. Δεν ήθελε όμως, δεν προσπα­θούσε να ιδεί τίποτε σοβαρότερο στη μικρή του αυτή αδυναμία. Του προξενούσε μάλιστα φόβο η ιδέα, ότι μπορούσε ν’ αγαπήσει τη μικρή χωριατοπούλα, που, αργά ή γρήγορα, θα έπρεπε να φύγει μακριά της και να μην την ξαναϊδεί ποτέ πια. Θ’ άνοιγε λοιπόν με τα χέρια του μια νέα πληγή απάνω στην παλιά του, που μόλις είχε κλείσει, με τα σοφά βάλσαμα της φιλίας της Μί­νας; Έπειτα και κάποια τύψη... Μια νέα αγάπη δεν θα ήτανε τάχα μια σκληρή απιστία στη μνήμη της αγαπημένης του νε­κρής; Και μονάχα η σκέψη αυτή ήτανε αρκετή να τον τρομάξει. Και την έδιωχνε από το νου του με βία, για να συλλογισθεί τίποτε ξένο, αδιάφορο. Επιτέλους, όσο βρισκότανε στο δά­σος, η Μαρία θα ήτανε γι’ αυτόν μία αθώα ακόμα χαρά του βουνού, μαζί με τους χαρούμενους ήσκιους, τα άγρια λουλουδά­κια, που φύτρωναν στις ρίζες των ελάτων, και τα τρεχούμενα νερά, που τόσο τον μάγευε η γλυκιά μουσική τους.

Εύρισκε μάλιστα στη φωνή της Μαρίας κάτι τι που έμοιαζε με τη μυστική αυτή μουσική. Ένα δροσερό ρυάκι κι η μικρή του φιλενάδα, που πέρασε μια στιγμή μπροστά του — σκέφθηκε κάποτε — που του δρόσισε τα χείλη του και ακολούθησε το δρόμο του απάνω στη φωτεινή του κοίτη. Τίποτε περισσότερο.

Και άφηνε τις ημέρες να περνούν με τα ωραία τους δώρα.

Μια ημέρα, που δεν είχε ιδεί καθόλου τη Μαρία — και είχε περπατήσει τόσες ώρες με την ελπίδα αυτή στο δάσος — αισθάνθηκε μέσα του κάτι που τον ανησύχησε. Φοβήθηκε μήπως, χωρίς να το καταλάβει, είχε δώσει άλλη μια φορά την καρδιά του, και μήπως ήτανε αργά πια για να την πάρει πίσω. Έφυγε γρήγορα από το δάσος και πήρε το μονοπάτι του σπιτιού, για να βρει κάποιον να μιλήσει, να διώξει τους ανήσυχους αυτούς λο­γισμούς από το μυαλό του. Ήξερε πως θα βρει αυτή την ώρα στη θέση της, την ίδια πάντα θέση, τη Μίνα που είχε γίνει γι’ αυτόν η σοφή και ψυχρή Αθηνά στις δύσκολες στιγμές της ζωής του.

Καθώς πήγαινε, θυμήθηκε με κάποια ντροπή την αδυναμία του, στις ημέρες της νευρικής του κρίσης, από το θάνατο της Στέλλας, που λίγο έλειψε ν’ αγαπήσει τη γλυκιά νοσοκόμα, που είχε γίνει στον πόνο του η Μίνα.

Η σκηνή της ημέρας εκείνης πέρασε μπροστά στα μάτια του. Η Μίνα έσκυβε απάνω του, σαν καλή μητερούλα και του χάιδευε το μέτωπό του, πυρωμένο από τον πυρετό. Τότε η ψυχή του, που είχε χάσει μιαν αγάπη και διψούσε για μιαν άλλη, στράφηκε ολόκληρη, σαν τα λουλούδια που ακολουθούν τον ήλιο, προς τη γλυκιά του παρηγορήτρα. Και χωρίς να το καταλάβει, το χέρι του πλέχθηκε γύρω από τη μέση της νέας κόρης και τα δάκρυα του χύθηκαν απάνω στα γόνατά της.

— Όχι, καλέ μου φίλε! του είχε πει εκείνη, μ’ έναν τόνο γλυκό και αυστηρό μαζί, που τον έκανε να συλλογισθεί αυτό που έκανε σε μια στιγμή παραφοράς. Αυτό που κάνετε δεν είναι ούτε σωστό ούτε φρόνιμο. Βλέπετε πως δε σας μαλώνω. Αλλά σκεφθείτε λιγάκι! Εγώ δεν μπορώ να σας αγαπήσω ποτέ πια στη ζωή μου. Κι εσείς δεν πρέπει ν’ αγαπήσετε μια γυναίκα, που γρήγορα θα σας δώσει έναν άλλο πόνο, φεύγοντας για πάντα από κοντά σας. Αφήστε να είμαι πάντα η καλή σας φιλενάδα. Θα ιδείτε πόσο καλύτερα είναι...

Η ψυχρή και συμπαθητική μαζί λογική της Μίνας είχε κάμει τον Άλκη να καταλάβει το λάθος του. Της είχε ζητήσει συχώρεση και η κρίσιμη αυτή στιγμή πέρασε χωρίς αποτέλεσμα. Από τότε η Μίνα έμεινε για τον Άλκη η καλή του πάντα φιλενάδα, που βιαζότανε και τώρα να αισθανθεί, στην ταραχή της ψυχής του, την απαλή, ειρηνική και παρήγορη επιρροή της φιλίας της.

Η Μίνα τον υποδέχθηκε, σαν πάντα, με το ύφος των αν­θρώπων, που μας αγαπούν και μας περιμένουν

— Τι γινήκατε πάλι στο άλλο εκείνο δάσος;

Του έκανε κάποιον υπαινιγμό για τη μεταφορά, που είχε μεταχειρισθεί ο ίδιος, λίγες μέρες πριν, θέλοντας να παραστήσει τους αδιέξοδους λογισμούς του. Και όπως ήξερε καλά τον Άλκη και μάντευε πάντα από την έκφρασή του την ψυχική του κατά­σταση, δεν είχε κάνει λάθος. Πράγματι, ο Άλκης είχε αποπλα­νηθεί πάλι στο βαθύ, το παρθένο δάσος των λογισμών του. Δε θέλησε όμως να πει τίποτε στη Μίνα.

— Φαίνεσθε μελαγχολικός, κύριε Άλκη... του είπε σε λίγο. Τι έχετε;

— Τίποτε, απολύτως τίποτε, δεσποινίς Μίνα. Ίσως είμαι λιγάκι κουρασμένος.

Ο Γκραφ σήκωσε τα μάτια προς τη Μίνα, σα να της έλεγε:

— Μην τον πιστεύετε, δεσποινίς Μίνα, μην τον πιστεύετε! Δεν είναι καθόλου κουρασμένος. Δεν περπατήσαμε καθόλου σήμερα. Κάτι άλλο έχει, κάτι άλλο. Τέλος πάντων, μονάχα εσείς κι εγώ τον καταλαβαίνομε, δεσποινίς Μίνα. Δεν είν’ έτσι;

Στην έκφραση του πιστού ζώου καθρεφτιζότανε τόσο πιστά πάντα η ψυχική διάθεση του κυρίου του, ώστε η Μίνα είχε αρ­χίσει να καταλαβαίνει την άφωνη γλώσσα του Γκραφ και να συνεννοείται μαζί του.

Του χάιδεψε το ωραίο, λεονταρίσιο κεφάλι, σαν να του ’λεγε:

— Έχεις δίκιο, καλέ μου Γκραφ, έχεις δίκιο. Κι εγώ το κατάλαβα.

Ο Άλκης έμεινε σιωπηλός, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος.

— Μαντεύω, φίλε μου, μαντεύω! του είπε μ’ έναν εύθυμο τόνο η Μίνα. Μη θέλετε να μου κρυφθείτε. Δεν είδατε, φαίνε­ται, σήμερα τη μικρή σας φιλενάδα.

— Με πειράζετε, δεσποινίς Μίνα; της είπε ο Άλκης.

— Γιατί σας πειράζω; Είναι τόσο φυσικό αυτό που σας συμβαίνει.

Ο Άλκης, χωρίς να θέλει να προκαλέσει μόνος του μια ομι­λία για το αντικείμενο της μελαγχολίας του ένοιωθε μέσα του την ανάγκη να μην του μιλούν για τίποτε άλλο απ’ αυτό. Και άφησε με τη σιωπή του τη Μίνα να εξακολουθήσει.

— Προσοχή όμως, καλέ μου φίλε, προσοχή! εξακολούθησε η Μίνα. Αν ξανακυλήσετε, χωρίς να είμαι γιατρός, δεν σας εγ­γυούμαι τίποτε.

— Λέτε να είναι φόβος, δεσποινίς Μίνα; έκαμε αδιάφορα ο Άλκης.

— Ξέρω κι εγώ, φίλε μου; θυμόσαστε ένα φαινόμενο της επιστήμης σας, που μου εξηγήσατε κάποτε, με την ενέργεια κά­ποιων δηλητηρίων. Τα ίδια δηλητήρια, που σε μεγάλη δόση μπορούν να μη φέρουν δυσάρεστα αποτελέσματα, αν δοθούν κα­τόπι σε μικρή, σε ελάχιστη δόση, στο ίδιο άτομο, που τα ανέ­χθηκε την πρώτη φορά, μπορούν να φέρουν τρομερά αποτελέ­σματα. Πώς το είπατε το φαινόμενο αυτό;

— Αναφυλαξία... είπε ο Άλκης. Είναι δηλαδή το αν­τίθετο του μιθριδατισμού, δηλαδή της συνήθειας του οργανισμού σ’ ένα δηλητήριο, από τις μικρές δόσεις ως τις μεγαλύτερες.

— Δεν νομίζετε — ρώτησε μ’ ένα ύφος ακαδημαϊκό η Μίνα — ότι με το ερωτικό δηλητήριο, το θελκτικό αυτό δηλητήριο, το φαινόμενο της αναφυλαξίας είναι συχνότερο από το φαινόμενο του μιθριδατισμού;

— Πολύ φοβούμαι πως έτσι είναι... είπε σιγά, μ’ έναν μι­κρόν αναστεναγμό, ο Άλκης.

— Είπατε πως το φοβείσθε, κύριε Άλκη;

— Το φοβούμαι.

Η Μίνα τον κοίταξε στα μάτια.

— Λοιπόν;

Ο Άλκης έσκυψε απάνω της, της πήρε το χέρι μέσα στις δυο του παλάμες και ψιθύρισε δακρυσμένος:

— Αχ! δεσποινίς Μίνα! Γιατί να μου συμβαίνουν εμένα πάντα αυτά τα πράματα; Σας βεβαιώνω, πως είμαι δυστυχισμέ­νος, πολύ δυστυχισμένος.

Η Μίνα έσυρε απαλά το ωχρό, το διάφανο από την αρρώ­στια χέρι της, απάνω στα μαλλιά του Άλκη.

— Καημένο παιδί! Καημένο ανόητο παιδί!

Άξαφνα η Μίνα, καθώς έριξε τα μάτια της προς το δάσος, νόμισε πως είχε διακρίνει, ανάμεσα στα πυκνά έλατα, τη σιλουέτα της Μαρίας.

— Η Μαρία! είπε.

Ο Άλκης σήκωσε το κεφάλι του.

— Παίζετε μαζί μου, δεσποινίς Μίνα;

Η Μίνα διαμαρτυρήθηκε.

— Μα για τι με παίρνετε; Τώρα την είδα, σας λέω, να περνά εκεί κάτω.

Έδειξε με το χέρι.

— Δε βλέπω τίποτε... είπε ο Άλκης. Φαντασία σας θα ήτανε, δεσποινίς Μίνα.

— Δεν πιστεύω να ονειρεύομαι ξύπνια. Σας λέω, την είδα.

Μου φάνηκε μάλιστα, πως μας είδε κι αυτή — είμαι βεβαία πως μας είδε — και πως ερχότανε προς τα εδώ. Άξαφνα την έχασα από τα μάτια μου. Μου φαίνεται πως έστριψε αριστερά.

— Περίεργο! είπε ο Άλκης.

— Για να βρεθεί προς τα μέρη αυτά, τόσο κοντά στο σπίτι, δεν μπορεί παρά να έρχεται εδώ — εξήγησε η Μίνα. Ίσως να λο­ξοδρόμησε κάπου. Πάντα όμως θα περάσει αποδώ. Δε γίνεται...

Στάθηκαν και οι δυο, με τα μάτια γυρισμένα προς το μονο­πάτι.

— Δε θέλετε να πεταχθείτε μια στιγμή ως εκεί να ιδείτε; ρώτησε η Μίνα.

Ο Άλκης είχε όλη τη διάθεση να πεταχθεί, να τρέξει, να γυρίσει όλο το δάσος, για να βρει το μικρό αγρίμι. Κρατήθηκε όμως.

— Αν ήτανε αυτή — είπε με προσποιημένη αδιαφορία — δεν μπορεί παρά να παρουσιασθεί. Έκτος αν δεν είδατε καλά.

— Όπως σας βλέπω! Είμαι βέβαιη ακόμα, πως μας είδε. Τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν μια στιγμή. Τώρα θα ιδείτε!

Περίμεναν αρκετή ώρα, με τα μάτια καρφωμένα στο μονο­πάτι, η Μαρία όμως δεν ξαναφάνηκε.

 

XV

 

Ούτε την άλλη μέρα φάνηκε πουθενά η Μαρία. Το άλλο πρωί ο Άλκης αποφάσισε να κατεβεί ως το χωριό. Με την πρό­φαση, πως είχε να ιδεί κάποιο άρρωστο παιδάκι, ξεκίνησε πρωί πρωί και πήρε το δρόμο του χωριού, περπατώντας. Γιατί τάχα — συλλογιζόταν — η Μαρία, μια κι έφθασε ως το σπίτι του δά­σους, ν’ αλλάξει άξαφνα δρόμο και να μη φανερωθεί καθόλου; Αυτό του φαινόταν εντελώς ανεξήγητο. Πολλές φορές, στις σχέ­σεις του με τις γυναίκες, βρέθηκε μπροστά σε τέτοια μικρά και τόσο βασανιστικά, άλυτα προβλήματα. Αλλά τότε είχε να κάνει με σοφά και περίπλοκα πλάσματα, γεμάτα μυστήρια και αντιφά­σεις. Η Μαρία όμως; Ήτανε δυνατό ποτέ η απλή αυτή ψυχού­λα να κρύβει μέσα της τις ψυχικές φιλαρέσκειες και τις σοφές μαγγανείες, που καλλιεργεί η ζωή των πόλεων και το διάβασμα των μυθιστορημάτων;

Τι έτρεχε λοιπόν; Προσπαθούσε να θυμηθεί, αν την τελευ­ταία φορά, που είχε ιδεί τη Μαρία, την είχε δυσαρεστήσει ίσως με κάποιο λόγο του ή με άλλον τρόπο, χωρίς να το καταλάβει. Δε βρήκε τίποτε. Είχανε χωρισθεί σαν πάντα στο δρόμο του χωριού και, όταν γύρισε εκείνος μια στιγμή να την ακολουθήσει με το βλέμμα του, την είδε να κάνει το ίδιο, με δειλά και ντροπαλά γυρίσματα του κεφαλιού, και ν’ ακολουθεί έπειτα το δρόμο της, σα ντροπιασμένη για το πάθημά της.

Δεν ήτανε λοιπόν αυτή, που είδε η Μίνα στο μονοπάτι του δάσους; Αυτό του φάνηκε πιθανότερο. Μπορεί να ήτανε κανένα άλλο κορίτσι της ηλικίας της, που βρέθηκε τυχαία στα μέρος αυτό και τράβηξε το δρόμο του, χωρίς να σταματήσει. Αλλά πάλι, τι είχε γίνει δυο μέρες η Μαρία; Δεν είχε φανεί πουθενά στα μέρη, που τύχαινε να συναπαντιούνται. Μήπως ήταν άρρω­στη; Αυτό τον ανησύχησε ακόμα περισσότερο κι εβίασε το βήμα του να φθάσει μια ώρα αρχύτερα στο χωριό.

Ήταν ακόμα πρωί και στην πόλη οι άρρωστοι δε δέχονται βέβαια τους γιατρούς των τέτοια ώρα. Αλλά στο χωριό είχανε μεσημέρι. Οι χωρικοί είχανε σκορπίσει πια στα χωράφια, και τα σπιτάκια των εργατικών ανθρώπων είχαν ανοιχτά πόρτες και παράθυρα. Στο δρόμο, οι λίγοι διαβάτες χαιρετούσαν εγκάρδια το γιατρό, που ήτανε γνωστός πια και στα μικρά παιδάκια, και από τα παράθυρα οι γυναικούλες τον καλημερίζανε, περίεργες να μάθουν, ποιος ήτανε πάλι άρρωστος στο χωριό, για να φανερωθεί πρωί πρωί ο καλός τους γιατρός. Ο Άλκης τις καθησύχαζε.

— Δεν είναι τίποτα! Είπα να ’ρθω με τη δροσιά να ιδώ το παιδάκι της παπαδιάς. Όχι και πως έχει πια ανάγκη, αλλά για καλό και για κακό, ένας γιατρός, βλέπετε...

Αισθανότανε την ανάγκη να δικαιολογηθεί για τη γιατρική του προθυμία, με την ανησυχία του ανθρώπου, που φαντάζεται πως οι άλλοι μαντεύουν τους πιο απόκρυφους διαλογισμούς του. Και ίσως ο τρόπος του αυτός ίσια ίσια να ’κανε τις πονηρές γυναικούλες, που δεν είχαν προσέξει τις συχνές επισκέψεις του στο σπίτι της Μαρίας, να βάλουν κακό στο νου τους.

Ο Άλκης πράγματι πήγε στο σπίτι της παπαδιάς, όπου το άρρωστο παιδάκι, σηκωμένο εδώ και τρεις μέρες από τα κρεβάτι, τον δέχτηκε παίζοντας όξω στο δρόμο.

— Μεγάλη σου καλοσύνη, γιατρέ, να μας θυμηθείς! του είπε η παπαδιά. Γεια στα χεράκια σου, το παιδί είναι καλά!

Και τον προσκάλεσε να περάσει μέσα να ξεκουρασθεί. Μολο­νότι όμως η παπαδιά του είχε μιλήσει με όλη της την καρδιά, ο Άλκης νόμισε πως είδε κάποιο πονηρό χαμόγελο να χαράζει στα χείλη της. Ο Άλκης μπήκε στο σπίτι, κάθισε λιγάκι, έδωκε μερικές παραγγελίες ακόμη για το παιδί, που έπρεπε να το φυ­λάξουν λίγες μέρες — είπε — από κρύο και από φαγί, ώσπου να δυναμώσει καλά, κι έφυγε αποφασισμένος να μη ξαναγυρίσει πια στο χωριό, αν δεν τον φωνάξουν σε άλλον άρρωστο. Επί τέλους τη Μαρία έπρεπε να βρει τρόπο να τη βλέπει συχνότερα κάπου αλλού, πριν αρχίσει να υποψιάζεται το χωριό τη γιατρική του και την καλοσύνη του.

Συλλογίσθηκε μια στιγμή να φύγει, να γυρίσει στο δάσος, χωρίς να περάσει από το σπίτι της. Αν ήτανε άρρωστη η Μαρία — όπως είχε φοβηθεί — θα τα είχε μάθει από την παπαδιά, που ήτανε γειτόνισσα με τη μητέρα της. Η Μαρία λοιπόν ήτανε καλά. Αλλά γιατί πάλι να μη φανερωθεί δυο μέρες τώρα; Ο Άλκης δεν μπόρεσε να κρατηθεί. Και, χωρίς να το καταλάβει, βρέθηκε μπροστά στην πόρτα της. Η γριά, που έτυχε να τον δει από το παράθυρο, βγήκε στον δρόμο να τον δεχθεί.

— Πώς αυτό το καλό, γιατρέ μου; Πέρασε από μέσα!

— Ήρθα να ιδώ εκείνο το παιδάκι της παπαδιάς... μουρ­μούρισε ο Άλκης, σα να ντρεπότανε πάλι για την αστεία του φράση.

— Άδικα έλαβες τον κόπο, γιατρέ μου! του είπε η γριά. Αυτό το διαβολάκι πήρε τους δρόμους.

Ο Άλκης μπήκε μέσα στο σπίτι. Καθώς ήτανε θαμπωμέ­νος από τον ήλιο, δεν είδε τη Μαρία. Δεν θέλησε όμως να ρωτήσει τη μητέρα της.

— Καλέ Μαρία, δεν τον είδες το γιατρό μας; είπε η μη­τέρα της.

Ο Άλκης γύρισε προς το μέρος, που είχε πει το λόγο της η γριά, και είδε τη Μαρία σκυμμένη απάνω σ’ ένα εργόχειρο, χλωμή και με τα μάτια χαμηλωμένα στη βελονιά της.

— Δεν τον κατάλαβα! είπε.

Και σε λίγο ψυχρά:

— Καλημέρα, κυρ-γιατρέ!

Κι έσκυψε πάλι στο εργόχειρό της.

— Τι έπαθες παιδί μου; της είπε η μητέρα της. Σήκω να ψήσεις καφέ του γιατρού μας.

— Δεν μπορώ, μητέρα! είπε. Με πονάει το κεφάλι μου...

— Ε! Στην ώρα απάνω που ήρθε κι ο γιατρός. Τυχερή ήσουνα! Να σου δώσει κανένα γιατρικό...

— Δε θέλω γιατρικά, θα μου περάσει έτσι! μουρμούρισε η Μαρία.

— Να πάω λοιπόν εγώ να του τον ψήσω... είπε η γριά. Ο Άλκης βιάσθηκε να πει, πως δεν είναι ανάγκη για

καφέ, πως θα ’φευγε σε λίγο και να μη πειράζονται, αλλά η γριά εννοούσε να περιποιηθεί το σωτήρα της.

— Τι λες, γιατρέ μου! Έτσι θα σ’ αφήσουμε να φύγεις;

Και βγήκε όξω να ψήσει τον καφέ.

Όταν έμεινε μονάχος του ο Άλκης με τη Μαρία, που είχε σκύψει περισσότερο στο κέντημά της, τη ρώτησε με μια ανησυ­χία, που είχε δώσει στη φωνή του ένα βαθύτατο, συμπαθητικό παλμό.

— Τι έχεις, Μαρία;

— Τίποτα! είπε ξερά εκείνη χωρίς να σηκώσει τα μάτια της.

— Είσαι άρρωστη;

— Κι αν είμαι, έχω τη μάνα μου να με κοιτάξει.

— Δε θέλεις λοιπόν να σε κοιτάξω εγώ;

Καμιά απάντηση.

— Δώσε μου να ιδώ το χέρι σου. Έχεις ζέστη;

Η Μαρία δεν κούνησε από τη θέση της.

— Θέλεις να φύγω, λοιπόν, Μαρία;

Καμιά απάντηση.

— Δε μιλάς, Μαρία;

Καμιά απάντηση πάλι.

Απάνω στην ώρα, μπήκε μέσα η γριά, φέρνοντας τον καφέ με γλυκό και με παξιμαδάκια.

— Ευχαριστώ! είπε ο Άλκης, θα πάρω μονάχα τον καφέ. Δεν έχω διάθεση για τίποτε άλλο.

Πήρε τον καφέ του, ενώ η γριά ήτανε απαρηγόρητη, που δεν είχε τιμήσει το γλυκό και τα παξιμαδάκια της, τον ρούφηξε βιαστικά και σηκώθηκε να φύγει.

— Τόσο βιαστικός, γιατρέ;

— Ναι! είπε. Βιάζομαι να γυρίσω στα σπίτι. Είναι λίγο κακοδιάθετη η κοπέλα που γιατρεύω.

Ήτανε μια πρόφαση που βρήκε την τελευταία στιγμή.

— Άκουσες, Μαρία; είπε η γριά. Η καλή σου η κυρία είναι ανήμπορη. Να πας να τήνε ιδείς!

Η Μαρία δεν είπε λέξη.

Ο Άλκης, αποχαιρετώντας να φύγει, έριξε μια λοξή μα­τιά στη Μαρία. Είχε πιστέψει πως η βιαστική του αναχώρηση θα της έκανε κάποια εντύπωση. Και περίμενε πως θα σηκωνόταν ίσως να του δείξει μ’ έναν καλό λόγο, πως δεν έπρεπε να φύγει τόσο γρήγορα. Εκείνη δεν είχε σηκώσει καθόλου το κεφάλι από τη δουλειά της, ούτε για να τον χαιρετίσει.

— Έλα, παιδί μου — της είπε η μητέρα της — σήκω να συνεβγάλεις λιγάκι το γιατρό μας. Πώς είσαι έτσι σήμερα; Σε καλό σου!

Η Μαρία έριξε ένα βλέμμα στη μητέρα της, που ήτανε σαν να της έλεγε να την αφήσει ήσυχη.

— Δεν μπορώ, σου είπα. Με πονάει το κεφάλι μου.

Ο Άλκης έσφιξε το χέρι της γριάς και βγήκε από την πόστα. Στο δρόμο του γύρισε δυο τρεις φορές να κοιτάξει πίσω του. Είχε πάντα την ιδέα, ότι η Μαρία, μετανοημένη για τον τρόπο της, θα πήγαινε να τον προφτάσει, να του πει να μη φύγει κακιωμένος, να τον συντροφέψει σαν πάντα λίγο δρόμο.

Η Μαρία δε φάνηκε καθόλου.

Οι μέρες περνούσαν και η Μαρία δε φαινότανε πουθενά. Ο Άλκης δεν μπορούσε να εξηγήσει την ξαφνική αυτή μεταβολή. Η πιθανότερη εξήγηση του φαινότανε αυτή: Στο χωριό είχαν αρ­χίσει να μιλούν ίσως για τις συχνές επισκέψεις του στο σπίτι της Μαρίας. Πολλοί χωριάτες έτυχε να τον ιδούν στο δάσος μαζί της. Και η χωριάτικη πονηρία δε θ’ άργησε να βγάλει το λογάκι της. Κάποιος ίσως θα πέταξε κανένα πειραχτικό λόγο στην κο­πέλα. Κι εκείνη θ’ αποφάσισε να κόψει κάθε σχέση μαζί του, σα φρόνιμο κορίτσι, που δεν ήθελε να σέρνεται το όνομά της στα στόματα του ενός και του άλλου. Για μια στιγμή ο Άλκης σκέ­φθηκε, πως κι αυτό θα ήτανε μια λύση, επιτέλους. Ως πού μπορούσε να πάει αυτή η ιστορία του με τη Μαρία; Καλύτερα θα ήτανε να τελειώσει μιαν ώρα αρχύτερα. Αλλά, μολονότι εύρι­σκε τόσο αναγκαία τη λύση αυτή, άρχισε να καταλαβαίνει, πως δεν ήτανε πια άξιος να την υποφέρει. Οι μέρες που περνούσανε χωρίς τη Μαρία ήτανε γι’ αυτόν μαύρες και σκοτεινές. Οι ομορφιές του δάσους, οι μακρινοί του περίπατοι μέσα στον παράδεισο των ελάτων, η συντροφιά της Μίνας, που του είχε γίνει τόσο πολύτιμη τώρα τελευταία, τα βιβλία του, που περνούσε μ’ αυτά τις ήσυχες ώρες της μοναξιάς του, είχαν χάσει πια γι’ αυτόν κάθε ομορφιά. Όλα τον ενοχλούσαν. Ακόμα κι ο αγαπημένος του ο σκύλος του φαινότανε ένας σύντροφος ανυπόφορος. Και τότε άρ­χισε να καταλαβαίνει ότι, αν είχε ομορφιές το δάσος και χαρές το βουνό, ήταν η Μαρία που τους τις χάριζε. Και, φεύγοντας, τις είχε πάρει μαζί της. Το ολόδροσο δάσος είχε γίνει γι’ αυτόν μια ξερή Σαχάρα, όπου έβλεπε τον εαυτό του να προχωρεί κου­ρασμένος οδοιπόρος, χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει, ακολουθώντας το θλιβερό καραβάνι των λογισμών του.

Κάθε μέρα, στα πρωινά του ξυπνήματα — οι νύχτες του ήτα­νε γεμάτες από εφιάλτες — όταν έβλεπε τον ήλιο ν’ ανατέλλει από την κορυφή του Μεγάλου Σωρού, τον χαιρετούσε με την ελ­πίδα πως δε θα βασιλέψει χωρίς να του ξαναφέρει τη μικρή του αγάπη. Και ο ήλιος έβγαινε και βασίλευε — τι θλιβερά που ήτα­νε τα βασιλέματά του — χωρίς να του φέρνει τίποτε, τίποτε...

Η Μίνα δεν είχε αργήσει να καταλάβει τη βαθιά μετα­βολή, που είχε γίνει πάλι στη ζωή του φίλου της. Στην αρχή είχε υποθέσει, ότι ο ίδιος είχε βάλει ένα τραγικό, αλλ’ απαραί­τητο τέλος στο ειδύλλιό του. Και δε θέλησε να του κάνει ποτέ λόγο, με την ιδέα, ότι θα ήτανε φρονιμότερο να τον αφήσει να αποτελειώσει μόνος του, με τα μέσα της ίδιας του ψυχής, τη θε­ραπεία, που είχε επιβάλει στον εαυτό του. Δεν μπορούσε όμως να εξηγήσει και την εξαφάνιση της Μαρίας.

— Κύριε Άλκη — του είπε ένα δειλινό, ύστερ’ από κάποιο διάβασμα στίχων στο μικρό τους υπαίθριο σαλονάκι, κάτω από τον ήσκιο του μεγάλου έλατου — δε μου λέτε, τι έγινε αυτό το αγριοκόριτσο; Είναι τόσες ημέρες που δεν ήρθε να με ιδεί η Μαρία.

Ο Άλκης ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του, χωρίς να μπορέσει να κρύψει μια πτυχή πόνου στο κάτω του χείλι.

— Αν δε μου είχατε πει, πως την είδατε την τελευταία φορά, που πήγατε στο χωριό, θα ’λεγα πως κάτι έπαθε. Δεν έτυχε, αλήθεια, να την ξαναϊδείτε από τότε;

— Όχι, δεσποινίς Μίνα, δεν έτυχε να την ξαναϊδώ· είπε, ξαναλέγοντας σχεδόν τα λόγια της Μίνας, ο Άλκης.

— Περίεργο!

— Σας λείπει λοιπόν τόσο πολύ, δεσποινίς Μίνα, η μικρή σας φιλενάδα;

Η Μίνα τον κοίταξε πονηρά.

— Εσάς;

— Ίσως... δεν ξέρω... Μπορεί...

— Μήπως της φερθήκατε άσχημα; θα ήτανε κρίμα!

— Μ’ έχετε άξιο, δεσποινίς Μίνα, για μια χοντροκοπιά;

— Και οι πιο ευγενικοί άνδρες είναι άξιοι για μια χοντρο­κοπιά, όταν αγαπούν. Πέστε μου ειλικρινώς. Μήπως της κακοφερθήκατε;

Ο Άλκης σκέφθηκε λιγάκι, αν έπρεπε να δώσει την απάν­τηση που του ήρθε στα χείλη και, επιτέλους, την έδωκε.

— Αφού θέλετε να είμαι ειλικρινής, δεσποινίς Μίνα, θα σας πω όλη την αλήθεια. Μου κακοφέρθηκε αυτή.

Η Μίνα έγινε άξαφνα σκεπτική.

— Πώς;

Ο Άλκης διηγήθηκε όλη τη σκηνή που έγινε στο σπίτι της Μαρίας.

— Και δεν μπορείτε να εξηγήσετε τη διαγωγή της βέβαια. Η Μίνα έκαμ’ ένα βιασμένο γέλιο.

— Τι άνδρας που είσαστε!

— Δηλαδή;

— Δεν καταλαβαίνετε απολύτως τίποτε από κάποια πράγ­ματα.

Ο Άλκης την κοίταξε στα μάτια, σαν να περίμενε ένα χρησμό από τα χείλη της.

— Εσείς λοιπόν καταλαβαίνετε;

— Μα βεβαιότατα, φίλε μου. Είμαι γυναίκα. Προσπαθήστε λιγάκι και σεις και θα καταλάβετε.

— Αδύνατο, δεσποινίς Μίνα!

— Για θυμηθείτε κάτι...

— Τι;

— Χοντροκέφαλος μαθητής που είσαστε! Δεν θυμόσαστε λοιπόν το βράδυ, που πέρασε η Μαρία από το μονοπάτι;

— Την είχατε δει εσείς.

— Και είμαι βέβαιη πως μας είδε κι εκείνη. Θυμόσαστε τώρα τη στάση, που είχατε κοντά μου τη στιγμή εκείνη;

— Ποια στάση;

— Θα σας τη θυμίσω. Μου είχατε πιάσει το χέρι με τα δυο σας χέρια και είχατε σκύψει στα γόνατά μου. Είσαστε πολύ λυ­πημένος εκείνο το βράδυ και μοιάζατε σαν ερωτευμένος.

— Λοιπόν;

— Αυτή τη στιγμή ακριβώς πέρασε η Μαρία από το μονο­πάτι. Στάθηκε μια στιγμή. Ύστερα άλλαξε δρόμο και δεν ξαναφάνηκε πια.

— θέλετε να πείτε λοιπόν, δεσποινίς Μίνα;...

Η Μίνα έσκυψε κάτω χωρίς ν’ απαντήσει.

...Ένα πρωί, εκεί που περπατούσε ξένοιαστος ο Άλκης στο δάσος, είδε να περνά μακριά του, ανάμεσα στα δέντρα μια γυ­ναικεία σιλουέτα, που του θύμισε ζωηρά το απαλό κι ανάλα­φρο γλίστρημα της Μαρίας. Ήτανε τάχα αυτή ή την είχε πλά­σει ο λογισμός του, από την αδιάκοπη προσήλωση της ψυχής του στη γλυκιά της εικόνα; Πριν προφτάσει να καλοκοιτάξει όμως, η σιλουέτα είχε σβήσει ανάμεσα στις σκιές, σα φάντασμα, που φανερώνεται και σβήνει μπροστά στα μάτια του αλαφροΐσκιωτου ανθρώπου.

Ένας παράξενος φόβος πέρασε μέσα του. Νόμισε πως είχε χάσει τα λογικά του.

Ο Γκραφ όμως άρχισε να τρέχει, μυρίζοντας το χώμα, σα να φερμάριζε κάποιο αγρίμι προς το μέρος που είχε φανεί η σι­λουέτα. Βλέπει λοιπόν φαντάσματα κι ο Γκραφ; σκέφθηκε μια στιγμή ο Άλκης. Και τάχυνε το βήμα του, ακολουθώντας τα χνά­ρια του νοητικού ζώου.

Σε λίγο βρέθηκε μπροστά στη Μαρία, που προσπαθούσε να κρυφθεί, σα φοβισμένο ζαρκάδι, πίσω από τον κορμό ενός ελάτου. Ο Γκραφ όμως με μικρά, χαρούμενα γαυγίσματα, έτρεξε κατα­πάνω της κι άρχισε να πηδάει.

— Όξω!... ακούσθηκε θυμωμένη η φωνή της Μαρίας, που προσπαθούσε να τον διώξει από σιμά της, σαν να ήτανε ξένο σκυλί.

Ο Άλκης είχε πλησιάσει πια, και λίγα βήματα τον χώρι­ζαν από τη Μαρία. Η πρώτη του σκέψη ήτανε να ορμήσει απά­νω της, να τη σφίξει στην αγκαλιά του και να μη χωρισθεί ποτέ πια απ’ αυτήν. Αλλά πώς; Ποτέ δεν της είχε πει ένα λόγο αγά­πης, ποτέ δεν της είχε σφίξει το χέρι αλλιώτικα από έναν αθώο χαιρετισμό και όσο κι αν είχαν πάρει στα χείλη τους τα κοινά και ασήμαντα λόγια της καθημερινής ομιλίας το νόημα και τον παλμό της αγάπης το καταλάβαιναν και οι δυο τους το νόημα αυτό — ένα τέτοιο απότομο κίνημα, που του είχε υπαγορέψει η ερωτικιά του ορμή, σκέφθηκε πως μπορούσε να είναι καταστρεπτικό. Η σωστή αυτή σκέψη, που τον κράτησε, πέρασε σαν αστραπή απ’ το μυαλό του. Και σταμάτησε στη θέση του.

— Μαρία! είπε.

Η φωνή του πνιγότανε στο λαιμό του. Το πρόσωπό της Μα­ρίας, το γλυκό εκείνο πρόσωπο, που το φώτιζε πάντα ένα άσβηστο χαμόγελο, ήτανε τώρα άγριο και σχεδόν τρομερό. Τα μάτια της, κουρασμένα και βαριά, σαν ύστερ’ από αρρώστια ή από μεγάλο κλάμα, κοίταζαν ασάλευτα, εκστατικά. Τα μαλλιά της έπεφταν στο λευκό, το πλατύ μέτωπό της και στα κατακόκκινα, πυρωμένα αυτιά, ανακατωμένα, άγρια, σαν να είχε μέρες να περάσει απάνω τους το χτένι ή σα να τα είχε μπερδέψει το άγριο πέρασμα ενός σίφουνα, τα χείλια, που θύμιζαν πάντα στον Άλκη την παλιά και ασύγκριτη παρομοίωση του σκασμένου ρο­διού, κάτασπρα σαν το πανί, ήσαν σφιγμένα απάνω στα μαργα­ριτάρια των δοντιών της, με μια πτυχή πόνου μαζί και θυμού. Ακίνητη στεκότανε μπροστά του η Μαρία, σα να ήθελε να ξεφύγει και σα να μη μπορούσε να σαλέψει από τη θέση της, όπως το δειλό πουλάκι, το μαγνητισμένο από τη ματιά του φιδιού.

— Μαρία! ξαναείπε.

— Τι θέλεις; του είπε εκείνη με μια φωνή που έτρεμε πα­ράξενα, άγρια και γλυκιά μαζί. Τι θέλεις από μένα πια;

— Πια!... ξαναείπε ο Άλκης. Γιατί πια;

Η Μαρία σήκωσε την ποδιά της και σκέπασε τα μάτια της. Έκλαιγε. Το στήθος της ανεβοκατέβαινε με το ρυθμό του κύμα­τος, που το φουσκώνει αλαφρά ο καλοκαιρινός μπάτης.

Το κλάμα της κόρης έδωκε το θάρρος στον Άλκη να πλησιάσει.

— Τι έχεις, Μαρία!

Ακούμπησε απαλά το χέρι του στον ώμο της.

— Πες μου τι έχεις; Γιατί δε θέλεις να μου το πεις; Η Μαρία έκαν’ ένα γέλιο πένθιμο.

— Τι είμαι εγώ για σένα; Τι σε μέλει για μένα;

Η φωνή της, ύστερ’ από το κλάμα, είχε πάρει έναν τόνο γλυκό και παραπονιάρικο.

— Αν δεν ήσουνα τίποτα για μένα — είπε ο Άλκης — δε θα γύριζα σαν τρελός, τόσες μέρες, μέσα στις ερημιές.

Η Μαρία σήκωσε τα μάτια της, μουσκεμένα από τα δάκρυα και τον κοίταξε παράξενα, σα να ήθελε να βεβαιωθεί για τα λό­για που της έλεγε.

— Ξέρετε και μιλάτε — είπε σε λίγο — εσείς που διαβά­ζετε τα βιβλία. Ξέρετε και τα λέτε τα ψέματα!

Μιλούσε για τα βιβλία μ’ έναν τόνο παράξενο, σα να μιλούσε για πράματα διαβολικά.

— Δε με πιστεύεις λοιπόν, Μαρία; ρώτησε ο Άλκης, σκύ­βοντας στο πρόσωπό της.

— Πώς να σε πιστέψω; του είπε.

Θέλησε να πει κάτι ακόμα, μα σταμάτησε. Ο Άλκης ήθελε να βεβαιωθεί, αν η υποψία της Μίνας ήτανε σωστή. Δεν ήθελε όμως να πει πρώτος τίποτε της Μαρίας για τη στάση του, εκείνο το βράδυ, κοντά στη Μίνα, με την ιδέα ακόμα πως μπορούσε να ήτανε άλλη η αφορμή, που είχε φέρει σ’ αυτή την κατάσταση τη Μαρία. Και τότε δε θα ήτανε φρόνιμο να της βάλει αυτός στο νου της ένα πράμα, που δεν το είχε φαντασθεί. Έβλεπε όμως πως η Μαρία απόφευγε να πει τίποτε ορισμένο. Και, ανυπόμο­νος να μάθει την αλήθεια, μολονότι τη μάντευε πια, από κάποια πείρα του στερεότυπου τρόπου, που φανερώνεται η ζήλεια των γυναικών — γιατί τάχα η γυναίκα του βουνού να διαφέρει από τη γυναίκα της πολιτείας; — αποφάσισε να τη βοηθήσει να μιλήσει χωρίς να πειραχθεί η περηφάνια της.

— Δε μου λες, Μαρία, είπε, γιατί εκείνο το βράδυ που ήρ­θες κοντά στο σπίτι και μας είδες με την κυρία Μίνα, σηκώθη­κες κι έφυγες, χωρίς να μας καλησπερίσεις;

Η Μαρία κοκκίνισε σα να της έκλεβαν το μυστικό της.

— Γιατί να ’ρθω; είπε και η φωνή της έτρεμε. Μπορεί να μη με θέλατε...

— Γιατί να μη σε θέλουμε;

— Έτσι...

Ο Άλκης είχε βεβαιωθεί πια, ότι η Μίνα είχε μαντέψει σωστά. Κι αυτό τον ευχαρίστησε. Πρώτα, γιατί το μυστήριο, που τον τυραννούσε τόσες ημέρες, είχ’ εξηγηθεί και ύστερα, γιατί η ιδέα πως το αθώο εκείνο παιδί βασανιζότανε γι’ αυτόν του έδινε μια γλυκιά ικανοποίηση.

— Ζήλεψες, λοιπόν, Μαρία — της είπε γελώντας — γιατί με είδες σκυμμένο στα γόνατα της κυρίας Μίνας;

Η Μαρία έκανε ένα μικρό χαμόγελο.

— Γιατί να ζηλέψω; είπε. Τι είσαι εσύ για μένα; Δεν το καταλαβαίνω τάχα; Αυτή που θα την πάρεις, αυτή να σε ζηλέψει!

Βαστούσε με κόπο τα δάκρυα που την έπνιγαν και προσπα­θούσε να φαίνεται γελαστή.

— Να πάρω την κυρία Μίνα, είπες, Μαρία; Τι λόγια είναι αυτά, παιδί μου; Μια άρρωστη κοπέλα, που μ’ έφερε εδώ για γιατρό της;

— Τώρα δεν είναι άρρωστη! είπε με καλοσύνη η Μαρία. Τώρα έγινε καλά. Ο Θεός να της δώσει την υγειά της. Εγώ το παρακαλώ κάθε βράδυ στα εικονίσματα. Γιατί είναι καλή η κυρία και την αγαπώ. Κι άμα την πάρεις, θα την αγαπώ ακόμα...

Τα μάτια της έτρεχαν δάκρυα καθώς μιλούσε.

— Εμένα δεν θα μ’ αγαπάς, Μαρία; της είπε ο Άλκης, κρατώντας την πάντα απαλά τον ώμο με το χέρι.

— Τι να την κάνεις τη δική μου την αγάπη; είπε με λυγ­μούς. Άσε με να φύγω, άσε με! Γιατί με κρατάς;

Και όρμησε να του ξεφύγει από τα χέρια του.

— Άκουσε να σου πω, Μαρία! της είπε. Ούτε εγώ θα την πάρω την κυρία Μίνα, ούτε κανένας άλλος. Η κυρία Μίνα δε θα παντρευτεί ποτέ. Με την αρρώστια που έχει, δεν κάνει να παντρευτεί, δεν το θέλει η ίδια. Κι αν εκείνο το βράδυ με είδες σκυμμένο στα γόνατα της, μάθε να το ξέρεις, πως για σένα έκλαιγα, για σένα, Μαρία. Κι εκείνη για σένα με παρηγορούσε, για σένα, Μαρία. Δεν το ’χεις καταλάβει λοιπόν, δεν το ’χεις κα­ταλάβει τόσον καιρό;

Η Μαρία όσο μιλούσε ο Άλκης, άρχισε να χλωμαίνει, να τρέμει απάνω στα πόδια της και, με την τελευταία λέξη του, αποκαμωμένη από πόνο κι από χαρά, έγειρε το λυγερό κορμί της σαν καλαμιά που τη σαλεύει ο άνεμος, κι έπεσε λιγοθυμισμένη πάνω στο στήθος του. Ο Άλκης τη βοήθησε να καθίσει στον κορμό ενός ανεμοριμένου έλατου, κάθισε κι αυτός κοντά της και πήρε το κεφάλι της, με τα κλειστά ωραία μάτια, σαν να τα είχε σφραγίσει ένας ωραίος θάνατος, στην αγκαλιά του.

Έσκυψε τότε και τη φίλησε για πρώτη φορά στο στόμα.

 

XVI

 

Ο Άλκης δεν έκανε καθόλου λόγο στη Μίνα για τη συνάντησή του με τη μικρή του φιλενάδα του δάσους. Την άφηνε να υποθέσει πως το πράμα τραβούσε έτσι. Και η Μίνα πάλι απόφυγε να τον ρωτήσει. Φανταζότανε, ότι ο Άλκης το είχε πάρει πια απόφαση και ότι άρχισε να ξεχνά το μικρό ειδύλλιο, που δε μπορούσε βέ­βαια να εξακολουθήσει και πολύ. Στο μεταξύ αυτό ο Άλκης βλε­πότανε τακτικά τώρα με τη Μαρία και το ειδύλλιό τους, ύστερ’ από το μικρό, το τραγικό και για τους δυο τους διάλειμμα, είχε γεμίσει με ευτυχίες το δάσος.

Σε λίγες μέρες, ένα γράμμα που ήρθε από την Αθήνα στον κύριο Σταλίδη, άλλαξε εντελώς την κατάσταση. Κάποια σπου­δαία υπόθεση του τον προσκαλούσε στην πρωτεύουσα. Και η Μίνα, που τριών μηνών διαμονή μέσα στα έλατα την είχε ξαναγεννήσει, είχε αποφασίσει ν’ ακολουθήσει τον πατέρα της. Όπως και να ήτανε, ύστερ’ από ένα μήνα θα έφευγε πάντα, γιατί ήτανε να περάσει τον χειμώνα της σε μια θεία της στο Κάιρο και δεν ήθελε να τη βρει το φθινόπωρο μέσα στο υγρό δάσος, θα έμενε λοιπόν λίγον καιρό στην Αθήνα — είχε αποθυμήσει λιγάκι και τον κόσμο της — και ύστερα θα έφευγε για την Αίγυπτο. Πατέ­ρας και κόρη τα είπαν το βράδυ, συμφώνησαν και αποφάσισαν να φύγουν με το πρώτο βαπόρι, που θα περνούσε από το Αργοστόλι ύστερ’ από δυο ημέρες.

— Ο γιατρός; είπε ο κύριος Σταλίδης.

— Φαντάζομαι — είπε η Μίνα — πως θα ’ρθει μαζί μας. Τι θα κάνει μοναχός του εδώ στην ερημιά;

Το άλλο πρωί, στο τσάι, η Μίνα έκανε την ανακοίνωση του ξαφνικού σχεδίου στον Άλκη.

— Κύριε Άλκη, σε δυο μέρες τελειώνουν τα βάσανά σας.

— Δηλαδή;

— Φεύγουμε!

— Τόσο γρήγορα;

— Ο μπαμπάς είχε ένα γράμμα από την Αθήνα, που τον υποχρεώνει να βρεθεί το ταχύτερο εκεί, για μια σπουδαία του υπόθεση. Εγώ είμαι τόσο καλύτερα, ώστε φαντάζομαι πως μπο­ρώ να διακόψω την κούρα μου. Έπειτα, έτσι η αλλιώς, ύστερ’ από ένα μήνα, θα ήμουν υποχρεωμένη να φύγω. Κι εσείς, καλέ μου γιατρέ, υποθέτω ότι αρκετά υποφέρατε για το χατίρι μου, εδώ στην ερημιά.

Ο Άλκης άκουγε σιωπηλός.

— Δεν μ’ ευχαριστείτε λοιπόν, που σας δίνω μια τόσο καλή είδηση;

— Θα ήθελα πολύ να μπορούσα να σας ευχαριστήσω — είπε στενοχωρημένος ο Άλκης — και θα ήθελα πολύ να μπορούσα να ’ρθω μαζί σας...

— Δεν έρχεσθε λοιπόν μαζί μας; είπε, ανοίγοντας εκστα­τικά τα μάτια της η Μίνα, σαν να μην περίμενε ν’ ακούσει ό,τι άκουγε.

Μια ανήσυχη σκέψη πέρασε σαν αστραπή απ’ το μυαλό της.

— Φαίνεται πως ξεχνάτε, δεσποινίς Μίνα, — άρχισε να μιλεί σιγά ο Άλκης, σα να ζητούσε αυτή τη στιγμή να κατασκευάσει την απολογία του — μερικά πράματα, που έγιναν στη ζωή μου από τη στιγμή που βρίσκομαι μαζί σας. Ξεχνάτε την τραγωδία της δυστυχισμένης εκείνης κόρης και το ρόλο που έπαιξε η θεία μου στην τραγωδία αυτή.

— Δεν ξεχνώ καθόλου ούτε το ένα , ούτε το άλλο, είπε η Μίνα. Δε βλέπω όμως...

— Ακούστε με, δεσποινίς Μίνα! εξακολούθησε ο Άλκης. Εσείς μπορείτε να καταλάβετε κάποια πράματα, όπως κατα­λαβαίνετε και την ψυχή μου. Μου λέτε, να γυρίσω στην Αθήνα. Αλλά φαντασθήκατε ποτέ σας, τι είναι για μένα, αυτή τη στιγμή, η Αθήνα; Είναι ο τόπος που μια γυναίκα πέθανε για μένα και από μένα.

— Για σας, όχι από σας! τον διάκοψε η Μίνα.

— Και από μένα! Δεν είμαι εντελώς αθώος, δεσποινίς Μίνα. Ο τόπος λοιπόν αυτός είναι γεμάτος από τη δυστυχισμένη μου νεκρή. Σε κάθε βήμα, που θα κάνω στην πόλη και στην εξοχή, στα δρόμο και στο σπίτι, στα βουνό και στο περι­γιάλι, παντού, παντού, παντού θα φανερώνεται μπροστά μου για να μου θυμίζει το έγκλημά μου. Πώς θέλετε πια να ζήσω στον τόπο αυτό; Κι έπειτα...

— Έπειτα;

— Έπειτα πως μπορώ ν’ αντικρίσω πια, κι από μακριά ακόμα, τη γυναίκα, που η περηφάνια της έγινε τόσο ολέθρια για την κόρη, που αγαπούσα και για μένα; Ξέρετε πολύ καλά πως ύστερ’ από την τρομερή εκείνη μέρα έκοψα κάθε σχέση, κάθε αλληλογραφία μαζί της. Σας είχα παρακαλέσει μάλιστα κι εσάς και τον πατέρα σας, αν τύχει και της γράφατε, να μην αναφέρετε ποτέ το όνομά μου, έκτος αν είναι για να της πείτε, ότι εγώ σας ζήτησα τη μεγάλη αυτή χάρη. Πώς θέλετε λοιπόν να ζήσω στον ίδιο τόπο μαζί της, να την αντικρίσω άξαφνα στο δρόμο μου, να την απαντήσω ίσως μέσα σ’ ένα ξένο σπίτι; Αδύνατο, δεσποινίς Μίνα, αδύνατο!

Μια νεκρική σιωπή ακολούθησε τα λόγια αυτά. Ο Άλκης είχε πει, ό,τι είχε να πει και η Μίνα δεν εύρισκε τα λόγια που της χρειάζονταν για να ντύσει την ταραγμένη σκέψη της.

— Και τι σκέπτεσθε να κάμετε, κύριε Άλκη; είπε σε λίγο.

— Πέστε μου εσείς τι σκέπτομαι! Μήπως ξέρω κι εγώ τι σκέπτομαι; Τα μόνο που σκέπτομαι αυτή τη στιγμή, είναι ότι δεν μπορώ να γυρίσω στην Αθήνα. Πέρα από τη σκέψη αυτή δεν μπορώ να σκεφθώ τίποτε άλλο. Έπειτα δε μου δόθηκε και καιρός να σκεφθώ. Η απόφασή σας να φύγετε μου πέφτει σαν κεραυνός. Είχα πάντα την ιδέα, πως θα μείνετε ένα δυο μήνες ακόμα εδώ. Ύστερα θα σκεπτόμουν κι εγώ, τι πρέπει να κάνω. Σε κάθε περίσταση θα προετοίμαζα τα πράγματά μου, για να ξαναφύγω στην Ευρώπη, ίσως μακρύτερα ακόμα, στην Αμερική. Τώρα το μόνο που μου μένει να κάνω, είναι να μείνω μόνος μου εδώ στο δάσος, με τα βιβλία μου, το σκύλο μου και τον καλόν αυτόν χωροφύλακα και να θυμούμαι πόσο καλή είσα­στε για μένα, δεσποινίς Μίνα! Πώς θα μπορέσω να σας πλη­ρώσω ποτέ;...

Η Μίνα τον διάκοψε συγκινημένη.

— Καλέ, αφήστε τα τώρα αυτά.

Μολονότι σε όλη την απολογία του Άλκη μάντευε, πως κάτι άλλο ακόμα κρυβότανε πίσω από τους λόγους, που είχε επικαλεσθεί για να δικαιολογήσει την περίεργη απόφασή του, έβλεπε στην έκφραση και στον τόνο της φωνής του έναν πόνο αληθινό για το χωρισμό τους. Και του συγχωρούσε από μέσα της τις μικρές ανειλικρίνειες, που υποψιαζότανε στα λό­για του.

Τη στιγμή αυτή έφθασε, καθυστερημένος πάντα για το τσάι, σαν πάντα, ο κύριος Σταλίδης.

— Αυτή η πρωινή τουαλέτα σας, μπαμπά — του είπε η Μίνα, θέλοντας να δώσει έναν εύθυμο τόνο στις μελαγχολικές στιγμές των χωρισμών — σας τρώει, τέλος πάντων, τη μισή σας ημέρα. Ούτε η πιο φιλάρεσκη κυρία να είσαστε!

— Παιδί μου — τη διάκοψε ο πατέρας της — η κοκεταρία είναι υποχρέωση των γυναικών και των γέρων. Των γυναικών για να συμπληρώνουν τη φύση και των γέρων για να την ανα­πληρώνουν. Δεν ξέρω αν εξηγούμαι!

Χαιρέτισε τον Άλκη και κάθισε στο τραπέζι.

— Δεν ξέρετε τα νέα, μπαμπά, είπε η Μίνα.

— Ποια νέα; Αν είναι δυσάρεστα, σε παρακαλώ να μου τα πεις, αφού πάρω τα τσάι μου. Αν είναι ευχάριστα, τ’ ακούω αμέσως τώρα.

Η Μίνα έριξε μια ματιά στον Άλκη.

— Επειδή είναι και ευχάριστα και δυσάρεστα — είπε — ευχάριστα για τον κύριο και δυσάρεστα για μας, θα σας τα πω ενόσω θα παίρνετε το τσάι σας.

Και ενώ ο Άλκης προσπαθούσε ν’ αναιρέσει τη διατύπωση της Μίνας, εκείνη ετοίμαζε το τσάι του πατέρα της, που προσπα­θούσε να μαντέψει, τι τάχα να τρέχει.

— Λοιπόν, μπαμπά, ο κύριος Άλκης δεν έρχεται μαζί μας.

— Μπορούσα να το πάρω όρκο! είπε φέρνοντας το φλιτζάνι στα χείλη του ο κ. Σταλίδης.

— Ξέρετε λοιπόν, μπαμπά, τίποτε περισσότερο από μένα;

— Βεβαιότατα ξέρω! Ο κύριος Άλκης αποφάσισε να γίνει ο γιατρός του χωριού. Δεν σας το είπα και άλλοτε;

— Αφήστε τ’ αστεία σας, μπαμπά. Ο κύριος Άλκης έχει πραγματικούς λόγους να μη μπορεί να γυρίσει αμέσως στην Αθήνα. Λυπηρό για μας βέβαια, αλλά...

— Αλλά ευχάριστο γι’ αυτόν. Αυτό δεν ήθελες να πεις;

Η Μίνα, βλέποντας τον Άλκη, στενοχωρημένο από την ανέλπιστη τροπή, που είχε πάρει η ομιλία, βιάσθηκε να μιλήσει στον πατέρα της.

— Όχι, μπαμπά! Θέλησα να πειράξω τον κύριο Άλκη. Είμαι βέβαιη, ότι για τον καλό μας φίλο δεν μπορεί ποτέ να είναι ευχάριστο να μας χάσει. Δεν είν’ έτσι, κύριε Άλκη;

— Σας ορκίζομαι, κύριε Σταλίδη, είπε ο Άλκης, ότι θα είμαι πολύ δυστυχισμένος χωρίς τη συντροφιά σας. Μια ανάγκη όμως μας χωρίζει. Για σας η ανάγκη να φύγετε, για μένα η ανάγκη να μείνω. Ας ελπίσουμε πως θα ξαναϊδωθούμε γρή­γορα.

Σηκώθηκαν όλοι μαζί να κάνουν ένα γύρο στο δάσος, όπως συνήθιζαν κάθε πρωί. Η ατμόσφαιρα ήτανε βαριά και από την κορυφή του Μεγάλου Σωρού μεγάλα, στρογγυλά σύννεφα ανέβαιναν προς τον ουρανό, σαν πυκνοί καπνοί από κρατήρα ηφαιστείου.

— Νομίζω πως θα ’χουμε βροχή... είπε ο Άλκης.

— Όλο το καλοκαίρι δεν έβρεξε καθόλου! είπε ο κύριος Σταλίδης. Μια βροχούλα τώρα είναι μάλαμα για τα σπαρτά.

— Ο Αίνος μας διώχνει, μπαμπά! είπε μελαγχολικά η Μίνα.

Προχωρήσανε προς το μονοπάτι, στο μέρος ακριβώς που είχε δει η Μίνα, εδώ και λίγες μέρες, τη Μαρία να περνά και να χάνεται.

— Θυμόσαστε; είπε η Μίνα στον Άλκη. Σ’ αυτή ακριβώς τη θέση...

— Δεν αφήνετε πια αυτή την ιστορία; είπε αδιάφορα τάχα ο Άλκης.

— Τι τρέχει παιδιά; ρώτησε ο κύριος Σταλίδης.

— Τίποτε, μπαμπά! Έλεγα στον κύριο Άλκη για τη Μα­ρία, που την είδαμε να περνάει ένα βράδυ...

— Αλήθεια! είπε ο κ. Σταλίδης, σα να θυμήθηκε κάτι. Και ήθελα να σας ρωτήσω, γιατρέ. Προχθές μου είπε ο Κώστας ο χωροφύλακας πως είδε τη Μαρία να σας μιλάει στο δά­σος. Δεν τη ρωτήσατε γιατί μας έπιασε τέτοια κάκια; Έχει τόσες μέρες να φανεί από το σπίτι το αγριοκόριτσο!

Ο Άλκης μάσησε τα λόγια του.

— Πράγματι, δε συλλογίσθηκα να ρωτήσω. Την είδα μια στιγμή...

Και άλλαξε θέμα.

— Αυτοί οι χωριάτες, τέλος πάντων! είπε. Φαντασθείτε, κύριε Σταλίδη, ότι γκρεμίζουν ένα ωραίο έλατο και το αφήνουν στη θέση του, να περάσει για ανεμοριμένο και να πάρουν έπειτα την άδεια να ξυλευθούν. Για μια σκάφη κάποτε θυσιάζε­ται ένα θεόρατο δένδρο!

Είχ’ ελπίσει για μια στιγμή, ότι η Μίνα, που βάδιζε λίγα βήματα μπροστά, δεν είχε ακούσει την ομιλία του πατέρα της για τη Μαρία. Και, για να βεβαιωθεί, την πλησίασε να της δεί­ξει το ανεμοριμένο δένδρο, που είχε μιλήσει γι’ αυτό στον πα­τέρα της.

— Βλέπετε, δεσποινίς Μίνα... άρχισε.

Η Μίνα δε γύρισε καθόλου να κοιτάξει.

— Ώστε την είδατε λοιπόν από τότε... του είπε, χωρίς να σταματήσει, σκαλίζοντας το βρύο με το μπαστουνάκι της.

— Θα σας πω, δεσποινίς Μίνα... μουρμούρισε ντροπιασμέ­νος εκείνος.

Μετανοούσε πικρά για την ανειλικρίνεια του απέναντι της Μίνας και σιχαινότανε τον εαυτό του.

Abies Reginae Amaliae... είπε ο κ. Σταλίδης, πλησιάζον­τας, σα να μονολογούσε.

— Λατινικά μιλάτε, μπαμπά; του είπε προσπαθώντας να φανεί εύθυμη η Μίνα. Πού τα βρήκατε;

— Τα βρήκα στο δρόμο, παιδί μου.

— Ίσως να τα ’χασε ο γιατρός! είπε μ’ ένα κακό γέλιο η Μίνα. Γιατρέ, μήπως «χάσατε τα λατινικά σας»;

Ο Άλκης, κατακίτρινος, έκαμε πως δεν πρόσεξε.

— Δεν αστειεύομαι! εξακολούθησε ο κ. Σταλίδης. Στην Αμπατζία κάποτε, περπατώντας μέσα στο δάσος, διάβασα σε μια άσπρη πινακίδα, καρφωμένη στο χώμα, κοντά στη ρίζα ένας έλα­του τη λατινική αυτή επιγραφή: Ελάτη της Βασιλίσσης Αμα­