Καημοί

του Μιχάλη Ράπτη

 

 

            Τα λίγα μου γράμματα τάμαθα στα είκοσι χρόνια απάνω.

 

            Το σκολειό μου φέρνει τ΄ όνομα «Αγροτική Σωφρονιστική Φυλακή», κι είναι μονάχα τώρα τελευταία π΄ ένιωσα αυτές τις λέξεις. Δεν ξέρω τι θα πει κανείς, μα μολογάω χίλιες φορές την αλήθεια κείνου που μ΄ έλεγε ο πρώτος μου δάσκαλος, ο συγκατάδικος Λάζαρος, διπλό φως γεννιέται στο γραμματισμένον άνθρωπο. Και γω π΄ έζησα και τις δυο ζωές, τ΄ αγαθού χωριάτη του υποταχτικού της σκοτεινής του μοίρας – ένας ραγιάς δίχως ψυχή μα την αλήθεια – κι ύστερα ξύπνησα απ΄ τον βαθύ κείνο σκιασμένον ύπνο σε καινούργια ζωή ολοφώτιστη κι απέραντη, έμοιασα – κι έτσι τόνιωσα – του τυφλού που ανάβλεψε.

 

            Πρωτοδιάβασα στο βιβλίο των «Ψαλμών» γραμμένο σε μια όμορφη γλώσσα, και κάθε φορά π΄ ανανοηθώ τις ώρες αυτές, είν΄ αδύνατο να μη σκαλώσω για καιρό τους στοχασμούς μου στα δίχτυα κείνων των αναμνήσεων.

 

            Σαν το μικρό παιδί και την ψυχή μου τότε τη συνέπαιρναν τα ήσυχα λόγια του νέου δάσκαλου καθώς μιλούσε.

 

            Τρεις, τέσσερις ομαδιαστά καθισμένοι, για σε μια κάμαρη, για στις πεζούλες των αλτάνων ή κάτω απ΄ τα δέντρα τα σκιερά, τον γροικούσαμε. Ο φτωχός ο Λάζαρος, παιδί κι αυτός ως εμείς, ένας χλωμός άνθρωπος με μακριά διάφανα βλέφαρα και μάτια ολόγλυκα στο ρεμβικό τους μυστήριο.

 

            Η φωνή του ρυθμική, όλο χάδι, μας απονάρκωνε σαν τα φίδια και τον ολοβλέπαμε μαρμαρωμένοι στα μάτια.

 

            Ο δάσκαλος διάβαζε πιο δυνατά κι ένα ελαφρό κόκκινο χρώμα πρόδινε να είχε αίμα κείνη η κιτρινόλευκη ψεύτικη σάρκα.

 

            «Στους όχτους των ποταμών της Βαβυλώνος, εκεί καθήσαμε και μικροκλάψαμε καθώς ανανοηθήκαμε τη μακρυνή Σιών.

            «Πάνω στις ιτιές κρεμάσαμε τις κιθάρες μας οκνοί. Γιατί οι αφέντες μας εκεί βαλθήκανε να τους τραγουδήσουμε και μας ειπαν: Ψάλτε μας ένα απ΄ τα τραγούδια της Σιών!

            «Α! πώς να τραγουδήσουμε το θεϊκό άσμα σε ξένη γης;»

 

            Έφτανε στο τέλος : «Θυγατέρα της Βαβυλώνος, π΄ έχεις γραφτό την καταστροφή, μακαρισμένος κειός που θα σου ξεχρεώσει τα βάσανά μας. Μακαρισμένος κειός που θα συντρίψει τα κεφάλια των μικρών σου παιδιών πάνω στις πέτρες».

 

            Χαμογελούσε τότες αχνά και μας σιγόλεγε: «Ε! παιδιά, κάπως ταιριάζει και σε μας το τραγούδι. – Ξεροκαταπίναμε μπούφοι, μεις, τα λόγια του και θάταν άσφαλτα ηλίθιο τ΄ άκακο βλέμμα μας για να σκύβει με τόσο οίχτο το κεφάλι ο Λάζαρος...

           

            Ξόδεψα τρία χρόνια στο διάβασμα. Ο Λάζαρος – καλή του ώρα – δε μ΄ απαράτησε στιγμή. Είδε πως είχα τη θέληση και καθώς μ΄ αγάπαγε κιόλας, βάλθηκε σε χίλιους κόπους, ίδρωσε, ώσπου με κατάντησε, ως είπε, άνθρωπο στοχασμένο.

 

            «Το κρίμα – και δεν ήταν – μ΄ έριξε πριν αρχίσω τη δουλειά, στη φυλακή. Δεν πρόλαβα ούτε το άλφα να δείξω στα παιδιά. Είσαι το πρώτο μου γέννημα το πνευματικό, το πιο καλό ίσως και το πιο συμπαθητικό». Έτσι μου λάλησε ο Λάζαρος δυο μέρες πριν φύγει. Σιγόκλαιε, και γω χλώμιασα, θόλωσαν τα μάτια μου και σκύβοντας του θερμοφίλησα το μικρό κείνο λεπτό του χέρι το βλογημένο.

 

            Μια βδομάδα πριν, ο διευθυντής μ΄ ειδοποίησε πως η ποινή μου τέλειωνε κι έπρεπε να τοιμασθώ. Μούρθε σαν κόλπος. Να φύγω, και πού να πάω; Στη μακρινή μου πατρίδα συντρίμια και λείψανα που δε θάλιωσαν ακόμα μ΄ ανάμεναν μια κολασμένη συντροφιά που θα την αρνιόμουν ως το θάνατο.

 

            Αλλού; Σε κάθε μεριά ξένος θάμουνα, κατάμονος, σαν το «δεντρί στον κάμπο». Κι ακόμα οι άνθρωποι τώρα πια με φόβιζαν όσο και τα θεριά κι η φρίκη τους ποτέ δε μου ξεπάγωσε τις σάρκες. Έμοιασα, κείνη τη βδομάδα, του λαβωμένου ζώου. Τριγύριζα συρτός έξω στα χωράφια, ακαμάτης κι άραχλος μέσα στα πρασινισμένα στάχια και τα ξανοιγμένα αμπέλια. Άλλαξα, σ΄ έξι μέρες έμεινα ο μισός, και μου ξανάρθε πάλι κείνο το σταμάτισμα, κάθε τόσο, της καρδιάς π΄ από δυο χρόνια τώρα είχε χαθεί. Χώνεψα σαν τα ξερόφυλλα, κι έσβυνα, ώρα με την ώρα. Απίστευτο.

 

            Τα μάτια μου αργοβασίλευαν ανήμπορα και δεν είχα τη δύναμη να ξεσύρω τα πόδια μου.

 

            Οι σύντροφοί μου ξεστάθηκαν σ΄ ένα τέτοιο μαρασμό, μου μίλησαν να τους ξιστορήσω το ντέρτι μου και πάντα γω αρνιόμουν κάθε λόγο κι αποσφάλισα το στόμα σα μουγκός. Τα πράματα έδειξαν να κουβέντιασαν για μένα στον Διευθυντή.

 

            Δυο μέρες πριν τελειώσει η προθεσμία έστειλε και με κάλεσε στο γραφείο του. Σφάλισε, ως μπήκα, την πόρτα και κουβεντιάσαμε ως φίλοι ώρα πολλή. Του τα ξιστόρησα όλα. Έλεγα κι όλο τον ξάνοιγα στα μάτια, βαθιά, κι έκλαιγα κι εγελούσα αντάμα, ώσπου του πήρα το λόγο πως θα με κράταγε.

 

            Έτσι κι έγινε. Κι όλα έμειναν τα ίδια και τίποτε δεν άλλαξε εξόν από τα ρούχα μου, π΄ αποφόρεσα κείνα τα ριγωτά του κατάδικου. Ζυγώνω πια τα 40 χρόνια. Έχω υγεία καλή, ίσιο κορμί, μπράτσα δυναμωμένα απ΄ τη δουλειά κι ύπνο το βράδυ το γλυκότερο. Με λεν επιστάτη στα χτήματα της φυλακής κι είμαι ακόμα δάσκαλος τους νέους, απόκληρος και μάστορας στην τέχνη των φυτών.

 

            Ζωή δικαίου, κι η φροντίδα δε μου ζάρωσε ακόμη το μέτωπο. Ευτυχισμένος!

 

            Ωϊμένα, ας μας έλειπε, Θε μου, ο νους π΄ ανασκαλεύει παλιές θλιβερές ιστορίες.

 

 

 

.....

           

            «Όι Μελισσηνέ, Κοκκινή όι». Χαρούμενη η φωνή μου σκορπίστηκε στην ησυχία του δειλινού. τα βόδια βιάστηκαν τότε και το χωμένο υνί ανασκάλεψε βαθιά τη σβωλιασμένη γης.

 

            «Ας τελειώσουμε πια», συλλογίστηκα ανυπόμονος, ξανοίγοντας το λίγο χωράφι που μ΄ έμενε ακόμα.

 

            Η βουκέντρα σπαρτάρησε στο νευριασμένο μου χέρι κι ήταν στενόχωρο πια το σανίδι που μ΄ έσερνε.

 

            Σαββατόβραδο! Μιας βδομάδας ολάκερης κόποι αποξεχάστηκαν την όμορφη τούτην ώρα.

 

            Γλυκό ρόδινο φως είχε απλωθεί ολοτρόγυρα στον κάμπο που γαλήνευε, κι εξόν από τις μακρινές ξεψυχισμένες φωνές των ζωντανών που γυρνούσαν, τίποτα δεν αντίσκοφτε την ησυχία.

 

            Ξάνοιγα, με την καρδιά αναπάντεχα λαφρωμένη από κάθε θλίψη, χαρούμενη, σαν του παιδιού θα πω, όλην εκείνη την ομορφιά από τον κάμπο ως τις κορφές των βουνών π΄ ασπρολογούσαν κιόλας απ΄ το χιόνι.

 

            Αποξεχάστηκα.

 

            «Ακόμα; Σε πήρε η νύχτα, Γαβρίλη», μ΄ έκραξε αλαργινά μια φωνή.

           

            Τινάχτηκα. «Έφταξα ααα» απάντησα, και σύγκαιρα έσπρωξα με βιάση τα καματερά. «Όι...Όι...Όι...»

 

            Κι ωστόσο το ζερβί ζω ο Μελισσηνός δε σάλεψε. Στοχάστηκα πως κάπου θα σκάλωσε το υνί κι έκαμα να στρίψω δεξιότερα. Το βόδι δεν κούνησε πάλε. Ένας κρύος ιδρός με περίχυσε. Πετάχτηκα κι ήρθα δίπλα του. «Μελισσηνέ», σιγόπα και το χάιδεψα, «Μελισσηνέ».

 

            Είχε ριγμένο το κεφάλι βαριά μπρος, σφαλιστά τα μάτια κι αλύγιστα σα ξυλιασμένα τα πόδια. Βούρκωσαν τα μάτια μου. Στάθηκα δυο στιγμές σαστισμένος κι ύστερα βάλθηκα γοργά να ξεζέψω τα ζώα. Δεν πρόφταξα. Ο Μελισσηνός αναταράχτηκε σαν από ρίγος, το στόμα του ξέχυσε ματωμένο αφρό και βγάζοντας απ΄ τα σφιγμένα σαγόνια θρηνώδικο μουγκαλητό, λύγισε στα γόνατα και σωριάστηκε χάμω νεκρός.

 

            Ρίχτηκα σε μια πέτρα αφανισμένος, χλωμός, κι έπιασα με τα χέρια το κεφάλι μου.

 

            Σαν ανάγειρα κάποτε τα μάτια μου, αντίκρυσα ένα κύκλο απ΄ ανθρώπους τρίγυρά μου να με ξανοίγουν απορημένοι.

 

            Κανείς δε μου μίλησε. Φάνηκαν να με λυπούνται, ή ίσως κι άλλο τίποτα τους σφάλισε το στόμα.

 

            Ξαφνικά, μανιασμένος ένας φωνάζοντας με λύσσα, έσκισε τον κύκλο κι ήρθε καταπάνω μου άγριος, μ΄ όλο αίμα τα μικρά μαύρα του μάτια.

 

            Ήταν τ΄ αφεντικό. Η αμαρτία νωρίς τούχε αφανίσει την ψυχή, κι όσο για το κορμί του, ζαρωμένο κι άναιμο, ήταν δώρο της ακόλαστης ζωής του.

 

            «Σκύλε», μούπε, τρίζοντας τα σαθρωμένα του δόντια, «σκύλε, μ΄ αφάνισες το ζω». Μόλις μπόραγε να μιλήσει, κι έκανε σαν πνιγμένος.

 

            Εγώ ούτε και σάλεψα καν. Άναψε. Μ΄ άδραξε απ΄ το πουκάμισο και βάλθηκε να με σείσει. «Να σε πνίξει το ψωμί μου, φονιά, θα δεις μωρέ κανάγια, θα δεις. Βασίλη, ο σκύλος δε θα πληρωθεί τη βδομάδα που δούλεψε. Ούτε πεντάρα. Το ζω έκαμνε τρίδιπλα, κι ακόμα περισσότερα. Ούτε πεντάρα Βασίλη, ακούς;» Μ’ απαράτησε, κι άρχισε να ξεμακραίνει βλαστημώντας. Συλλογίστηκα μια δυο στιγμές κι ύστερα, τρέχοντας, τον πήρα ξοπίσω. Οι σύντροφοι μ΄ ακολούθησαν δειλά, περίεργοι. Έφταξα τ΄ αφεντικό. Στάθηκε ξαφνισμένος κι ίσως ακόμα να φοβήθηκε θωρώντας με.

 

            «Δε μπορείς να μη με πληρώσεις, είπα – σιγανά έχοντας σκυμένο το κεφάλι. Εγώ δούλεψα. Το ζω θάταν άρρωστο και ψόφησε».

 

            Γέλασε ψεύτικα, όλο χολή: «Άρρωστο! Χα! χα! χα! Τι λέρα! Τράβα από δω» μούπε και μ΄ έσπρωξε μ΄ αηδία.

 

            Ετρικύμισεν η ψυχή μου. Ένιωσα κάτι σα ζάλη μέσ’ στο μυαλό μου, το αίμα μ΄ έπνιγε κι αρπάζοντας από το λαιμό το σκουλήκι τον έσφιγγα, τον έσφιγγα πνίγοντάς  τον.

 

            Μια στιγμή, καθώς το φως της μέρας είχε θολώσει πια, αντίκρυσα τα μάτια μου μ΄ αναγυρισμένους τους βολβούς να ξεπετιούνται, κι είχε πάρει η όψη του τού θανάτου χλωμάδα. Μ΄ έπιασε φρίκη. Τα χέρια μου ξέσφιξαν ευτύς και αλαλιασμένος επήρα τρέχοντας, ίσως φονιάς, το δρόμο του χωριού...

 

 

 

 

 

            Μ΄ άκουσε, αμίλητη σκυφτή, μ΄ έναν ανύποπτο τρόμο στα μεγάλα της δακρυσμένα μάτια.

 

            «Δε φταίω» της είπα, «δε φταίω μα τον θεό».

 

            Αναστέναξε. «Τώρα» ψιθύρισε σιγανά, «τώρα;»

 

            Δεν της απάντησα. Έχοντας γερμένο το κεφάλι πάνω στη στρωμένη τάβλα, συλλογιόμουν.

 

            Κανείς δεν δείπνησε τη νύχτα κείνη. Στου λύχνου το κίτρινο φως, τα χλωμά παιδικά μας πρόσωπα είχαν πάρει μια άπειρη λύπη. Διάβηκε κάμποση ώρα, κι ένας ύπνος, σα νάρκη, μ΄ είχε βυθίσει καθώς ήμουν γυρμένος.

 

            Θυμάμαι να τινάχτηκα ξαφνικά κάποτε, σ΄ όνειρο μέσα, άγριος, κράζοντας βροντερά «Ποιος είναι;»

 

            Η Μαρία, απ΄ την άκρη, ψήλωσε τα μάτια της θωρώντας με τρομαγμένα, έκαμε το σταυρό της και μούπε «Δεν είναι τίποτα, Γαβρίλη, σου φάνηκε». Χαμογέλασα πικρά και ξανακάθησα. «Ο ύπνος ο έρμος με πήρε, ο ύπνος, Μαρία» είπα.

 

            Για πολλή ώρα κανείς μας δε μίλησε. Έκανε ένα βαρύ κρύο τη νύχτα εκείνη, και η φωτιά στο παραγώνι ήταν σβυστή.

 

            «Μπορεί να σε πιάσουν κι απόψε», σιγοψιθύρισε κάποτε η Μαρία.

 

            Γύρισα και την κοίταξα κάμποσο κατάματα. «Μπορεί», είπα στο τέλος κι έσκυψα πάλι. Γροίκισα δυο τρεις φορές τα ζωντανά να βελάζουν ανήσυχα στ΄ αχούρι, κι ο λύχνος φώτιζε όλο και θαμπότερα, σβύνοντας.

 

            «Ξέρεις», είπα ξαφνικά μ΄ ορμή κι ωστόσο όλο μου το κουράγιο έσβυσε με την πρώτη λέξη, «ξέρεις, θάπρεπε να μην πιαστώ απόψε». Ένα αίμα ντροπής κοκκίνισε τα μάγουλά μου κι η φωνή μου μόλις ακουγόταν πια. «Αχ! ας ήταν αύριο κι όλα θα σιάζονταν. Μ΄ απόψε...»

 

            Ήρθ΄ η σειρά της να με κοιτάξει στα μάτια. Χαμογέλασε αχνά και ξεστόμισε. «Κι αν έπαιρνε άλλος τον τόπο σου;»

 

            Σήκωσα το κεφάλι και την αντίκρυσα με τρόμο. Μάντεψα τη σκέψη της. «Δε γίνεται αυτό... όχι» λάλησα συντριμμένος. Δε μ΄ αποκρίθη. Σηκώθηκε σιγανά μόνο κι ανέβηκε γοργά στ΄ ανώι. Ένιωσα την καρδιά μου να χτυπά κι ωστόσο μ΄ είχε λείψει κάθε θέληση. Όταν ξανακατέβηκε η Μαρία ήταν ντυμένη στ΄ αντρίκεια. Ήρθε και στάθηκε ομπρός μου χαμογελαστή. Δεν την ξανάειδα πιο όμορφη.

 

            «Μαρία», ξεστόμισα σβυσμένα.

 

            «Κανείς δε θα με νιώσει, μη γνοιάζεσαι. Μέσ΄ στο καπότο θα κρυφτώ ολάκερη... και το φως ύστερα μόλις φέγγει».

 

            Έβγαλα ένα στεναγμό κι άρχισα να κλαίω. Ένιωσα το χέρι της να με χαϊδεύει, κι ακούστηκε παρήγορη η φωνή της. «Να μη ντρέπεσαι, Γαβρίλη. Ύστερα, μόν΄ απόψε θα με κρατήσουν». Κι ήταν τότε π΄ αγροικήσαμεν όξω στο καλντερίμι βαριά πολλά βήματα κι ευτύς δυο χτύπους στην πόρτα.

 

            «Κρύψου», μου σφύριξε και μ΄ έσπρωξε βιασμένη. Σύρθηκα και σωριάστηκα στη σκοτεινή γωνία τ΄ αργαλειού. Στ΄ άνοιγμα της πόρτας, τρεις σταυρωτήδες πέρασαν μέσα ξανοίγοντας ύποπτα τριγύρω.

 

            Η Μαρία τους ανάμενε καθιστή, έχοντας σκυμμένο το κεφάλι.

 

            Τη ζύγωσε ο πρώτος, άντρας ψηλός και περήφανος, με παχύ καλοστριμμένο μουστάκι. «Γαβρίλη, σε λεν;» ρώτησε η τραχιά φωνή του.

 

            Η Μαρία ένεψε λαφριά.

 

            «Λέω πως μας περίμενες άσφαλτα» ξανάπε γελώντας. «Πάμε», πρόσταξε κατόπιν.

 

            Εκείνη σηκώθηκε, κοίταξε κρυφά κατά το μέρος μου και ρίχνοντας ύστερα ασίκικα το καπότο στη ράχη της τους ακολούθησε και πέρασε πρώτη το κατώφλι.

 

            Πίσω τους σφαλίστηκε βροντηχτά η πόρτα.

 

            Χαράματα ακόμα κάποιος με σκούντηξε βαριά στον ώμο. Τινάχτηκα πάνω στην καρέκλα πούχα αποκοιμηθεί, έτριψα τα μάτια μου κι αντίκρυσα δυο από τους βραδυνούς να με παραστέκουν.

 

            «Κρίμα στα νιάτα σου λαγέ» μ΄ είπε ο ένας τους. «Άφησες τον τόπο σου σε μια γυναίκα».

 

            Έσκυψα το κεφάλι ντροπιασμένος και δε μίλησα.

 

            «Σε μια γυναίκα και την πέθανες» ξανάπε ο ίδιος.

 

            Έριξα μια σπαραχτική κραυγή και τον άρπαξα σφιχτά απ΄ το χέρι: «Πες μου, να χαρείς, πες μου τι στάθηκε;» είπα, κι είχα τα μάτια ολάνοιχτα από φρίκη και χαμένο το χρώμα της ζωής.

 

            «Χιόνισε βαριά τη νύχτα και δεν άντεξε», μίλησε λυπημένα ο άλλος. Μούγκρισα κι έσυρα λυσσασμένος τα νύχια πάνω στις σάρκες του προσώπου μου. «Μαρία... Μαρία», έκραξα σπαραγμένος.

 

            Κι ωστόσο οι δυο άντρες με τσελέκωσαν...

 

. . . . . . . . . . . . . . . . . . .

 

 

            Δικάστηκα μια Μαρτιάτικη μέρα στο δικαστήριο της Χώρας... Απ΄ το πρωί με τραβόσυραν ως το σκαμνί, άθλιο, ρημαγμένον. Είχα κρεμάσει το κεφάλι στα στήθια, τ΄ ακούρευτο κι αξύριστο μήνες κεφάλι, και μηδ΄ άκουα μηδ΄ έβλεπα διόλου. Έτρεμα λαφριά σαν από ρίγος, κι ωστόσο δεν ήταν από φόβο, καθώς είχε σβύσει κάθε τι απ΄ το μυαλό μου. Κάποτε, ένας από τους σταυρωτήδες που με παράστεκαν, με σκούντηξε. «Σε ρωτάν» είπε. Σήκωσα τους ώμους αδιάφορος, μη νιώθοντας τον σκοπό. Μισογέλασε και μ΄ έσυρε απ΄ το χέρι. «Άσε με», τούπα βραχνά. «Δε σε πειράζω». «Το όνομά σου κατηγορούμενε, τ΄ όνομά σου» έκραξε απ΄ το βάθος μια νευριασμένη ξερή φωνή.

 

            Τότες ψήλωσα τα μάτια πια. Ξαφνιάστηκα αντικρύζοντας τόσο κόσμο, τόσα μάτια νιώθοντας να με ξανοίγουν περίεργα, και συμμαζεύτηκα πιότερο. «Τ΄ όνομά σου, λοιπόν» ξανάπε η φωνή. «Μας έσκασες». – «Γαβρίλης» αποκρίθηκα δειλά. «Γαβρίλης Ίσκος». – «Ο πατέρας σου;» Σάστισα κι έμοιασα σα να ξεχνούσα τ΄ όνομά του. Πίσω μου χασκογέλασαν κάποιοι. – «Δημήτρης», ε΄πα σιγανά και πρόστεσα ευτύς δυνατότερα: «Βέβαια, Δημήτρης». Τι στάθηκε κατόπι δεν το θυμάμαι έτσι και καλά. Φαίνεται να μ΄ είχε πάρει πάλι ο ύπνος του Δράκου, ο ύπνος μ΄ ορθάνοιχτα μάτια. Κι ωστόσο δεν έμεινα ως το τέλος έτσι. «Νικόλαος Δελής», κράξανε κι ήταν τότε που πετάχτηκα σα στο κακό όνειρο. Κοίταξα. Ω, δεν τα πίστεψα τα μάτια μου, δεν τα πίστεψα, και στοχάστηκα πως μ΄ έσβυσε και το φως, πια. Μα δε γελιόμουν. Ολόρθος μπροστά απ΄ τους κριτάδες, στεκόταν ο Δελής, τ΄ αφεντικό.

 

            Οι ματιές μας συντύχανε σύγκαιρα, χλώμιασε λίγο και στράφηκε αλλού γοργά. Απόμεινα, σπαραγμένος, άλαλος και θωρώντας τα χέρια μου δεμένα, έπνιξα τη λύσσα μου σ΄ ένα βουβό κλάμα.

 

            Ο Δελής μίλησε κι ακούστηκε σε μια βαθιά σιωπή. Κανείς δεν αντίσκοψε το λόγο του, καθώς εβάλθηκε ο άνθρωπος να ξιστορήσει το πράμα όπως έχει. Θυμάμαι ακόμα τα στερνά του λόγια: «Το ζώο, κύριοι, ήταν αδύνατο να είχε το παραμικρό. Μπορεί ο καθείς της δουλειάς μου να σας το βεβαιώσει. Ωστόσο ο κατηγορούμενος, ψυχή βάναυση αγρίων ενστίκτων, θέλετε από φυσικού του, θέλετε από χωριάτικη βάρβαρη συνήθεια, εκούρασε και καταβασάνισε το ταλαίπωρο ζώο μέχρι θανάτου. Μιλώντας, κύριοι, έχω ζωντανήν, ολοζώντανη την εικόνα του νεκρού τυρανισμένου εκείνου ζώου και δεν σας κρύβω την ελαφρά φρίκη που αισθάνομαι. Θ΄ αρκούσε έτσι μόνον η θέα του για να σας πείσει εντελώς για ό,τι ίσως αμφιβάλλετε ακόμα. Ήταν ένας φριχτός θάνατος...»

 

            Κι ήρθε στο τέλος η σειρά μου ό,τι είχα να πω. Δεν έτρεμε πια η φωνή μου μήτε και το βλέμμα μου χαμηλωμένο ήταν. Μέσα μου το αίμα έβραζε, μ΄ έπνιγε και αν δεν ήταν δεμένη η γλώσσα μου απ΄ του νου το σκοτάδι, ώρες θα μίλαγα, ώρες ολόκληρες, λαφρώνοντας την καρδιά μου. – «Αφέντες», είπα. Είμαι ένας φτωχός, χωριάτης άνθρωπος κι ούτε το δίκιο μου να στηρίξω μπορώ. Μ΄ ωστόσο, αφέντες, ο άνθρωπος ετούτος μίλησε ψέματα, έτσι που μ΄ ορθώνεται η τρίχα. Το ζω, βέβαια, ήταν άρρωστο και ψόφησε. Κι ύστερα γω το λίγνεψα, γω τ΄ αφάνισα; Ψέματα, αφέντες, ψέματα. Από την πρώτη μέρα που μου τόδωσε τούπα: «Αφεντικό, δεν είναι το ζω να οργώσει. Σκέψου και του λόγου σου». Γέλασε και μ΄ αποκρίθη: «Μη γνοιάζεσαι συ. Το βόδι έχει κουράγιο όλο τον κάμπο ν΄ αυλακώσει». Κι άμ΄ δεν έχει; Δεν τον τυράνησα εγώ, αφέντες, τον Μελισσηνό. Η δουλειά τόφαε και πάει... κι ησύχασε... Μακάρι όλοι μας την ίδια τύχη νάχουμε».

 

            Τέλειωσε κι έπεσα αφανισμένος στο σκαμνί. Είχα δρώσει τα λίγα κείνα λόγια να πω!

 

            Το δειλινό βγάλανε την απόφαση πια! Μου δίκασαν πέντε ολάκερα χρόνια φυλακή «γιατί πολλά κρίματα» βρήκανε στον «πονηρό», υποκριτή χωριάτη.

 

            Δε βάσταξα τότες. Στυλώθηκα ατράνταχτα στα πόδια μου, έσφιξα το γρόθο μου κατά το μέρος των κριτάδων κι ανοίγοντας ύστερα τα σφιγμένα μου δάχτυλα, τους φασκέλωσα: «Όρσε» είπα.

 

            Ας μ΄ είχε λείψει, Θε μου, ο νους π΄ ανασκαλεύει παλιές θλιβερές ιστορίες.-

 

 

 

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Νέα Επιθεώρηση» το 1928.

 

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA