Α. ΡΙΖΑΡΗΣ

 

ΕΝΑΣ ΑΝΕΡΓΟΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ

 

 

Εξαντλημένος ο πεζοπόρος κάθισε στον ίσκιο του μεγάλου πλάτανου, που απάντησε στο δρόμο του. Είχεν αποκάμει. Ατέλειωτος δρόμος. Κι οι δυνάμεις του τον άφηναν ολοένα. Πόσες φορές ξημέρωσε και πόσες είχε νυχτώσει στη διάρκεια του ταξιδιού του δεν το θυμάται…

Σε λίγο σηκώνεται, σκουπίζει το πρόσωπό του και συνεχίζει. Τα μάτια του έχουν θολώσει, τ’ αυτιά του βουίζουν. Καίει το μέτωπό του.

Πού και πού γυρίζει πίσω τρομαγμένος.

Φαντάζεται πως τον κυνηγούν, οραματίζεται μαύρες, γιγάντιες φρικιαστικές ανθρώπινες φάτσες, περίεργα όντα με μακριά χέρια και μακρύτερα πόδια, τα χάνει για μια στιγμή και τα ξαναβλέπει σε λίγο.

Έναν καιρό έμεινε άναυδος: ένα φως δυνατό, τυφλωτικό πετάχθηκε ξαφνικά μπροστά του και τον έκανε να σταματήσει. Όταν συνήλθε, προσπάθησε να παρατηρήσει μέσα απ’ τις παλάμες του. Και είδε: Τι ήταν εκείνο! Μια απέραντη λάμψη είχε σκεπάσει τον ουρανό. Δεν μπορούσε να διακρίνει τι έτρεχε. Μήπως καμιά τεράστια φλέβα χρυσάφι; Μήπως χωρίς να το ξέρει βρέθηκε στην παραμυθένια χώρα του ήλιου; Τι να βάλει με το νου του! Ούτε δέντρα ούτε λιβάδια ούτε βουνοπλαγιές τριγύρω του… Μόνο τη χρυσή λάμψη την ανεξήγητη.

Έκαμε να τεντώσει το δεξί του ποδάρι κι ένιωσε πως κάπου σκόνταψε. Έπεσε ζαλισμένος, ενώ δισεκατομμύρια σπίθες λαμπύριζαν στα μάτια του και δισεκατομμύρια ηλεχτρικά κουδούνια πλημμύρισαν με τον ήχο τους το ακουστικό του τύμπανο… Μια πόρτα σιδερένια, θεόρατη φάνηκε μπροστά του, όταν συνήλθε. Τα γεγονότα όμως τον πρόλαβαν, γιατί πριν κάμνει τον παραμικρό συλλογισμό, η πόρτα έτριξε στους σιδερένιους αρμούς της κι άνοιξε… Φάνηκε στο κατώφλι η μορφή ενός κάποιου σεβάσμιου ασπρομάλλη γέροντα, με μακριά ολόασπρη γενειάδα. Κρατούσε ένα μάτσο κλειδιά λογής λογής μικρά μεγάλα στο χέρι του, ένα χέρι ρικνό, σκελετωμένο.

Ο πεζοπόρος σάστισε, αλλά σχεδόν αμέσως μια ιδέα κόλλησε στο μυαλό του και η καρδιά του άρχισε να χτυπά δυνατά, σαν να ήθελε να διαρρήξει τα τοιχώματά της.

Για ένα δευτερόλεπτο θυμήθηκε το πολύ μικρά του χρόνια, ξαναέφερε στο νου του τα παραμύθια της γιαγιάς και της μάνας του, του παπά, του δάσκαλου, του πλούσιου αφέντη στο χωριό και του ειρηνοδίκη. Συμφωνούσαν όλες.

Ο Άγιος Πέτρος, ο κλειδοκράτορας του Παραδείσου! Ναι, αυτός έπρεπε να ’ναι το δίχως άλλο. Βρισκόταν λοιπόν στον Παράδεισο. Ήταν γεγονός!

Από τη συγκίνηση δεν μπόρεσε ν’ αρθρώσει λέξη. Όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις μεγάλης χαράς και μεγάλου φόβου, οι λέξεις κολλούσαν στο λαρύγγι του.

- Περιττό, είπε ο Αγ. Πέτρος, που φυσικά είχε νιώσει τις σκέψεις του πεζοπόρου.

Άρχισαν να βαδίζουν μαζί. Ήταν αληθινά στον Παράδεισο. Τι ευτυχία! Έβανε με το νου του. Τώρα θα ιδείτε! Θα ξεπληρωθούν όλοι οι εκκρεμείς λογαριασμοί! Όταν βρισκόταν στη γη, πήγαινε πότε πότε στα ιερά κηρύγματα και κάρφωνε καλά μέσα του ορισμένα λόγια, που θα του χρειάζονταν αργότερα. Και να που ήρθε η ώρα. Εργάτης ήταν στη γη και δούλευε ολημερίς στο υφαντήριο…

«Μακάριοι οι πεινώντες ότι αυτοί χορτασθήσονται…» Εφώναζαν από τους άμβωνες. Και να που η ώρα εσήμανε! Θα φάει, θα την κάμει ταβούλι. Και ο αφεντικός του, ο κύριος Πλούσιος θα είναι σίγουρα στην Κόλαση. Εκεί ο καταραμένος, να τσιτσιρίζεται… να μάθει πως είχε τις εκατοντάδες τα κοριτσόπουλα εργάτριες με δυο άθλια τάλιρα μεροκάματο, και πως τις έβαζε να δουλεύουν δεκάωρο και δωδεκάωρο και πως… και πως… Όλα είναι γραμμένα και θα πληρωθούν. Ας είναι καλά ο Θεός που θα έχει κάτι αγγελούδια ξεφτέρια στη διπλογραφία… Θα ζητάει ο αφεντικός από το φτωχό και τον ταπεινό Γιάννη να βρέξει το δάχτυλό του και να δροσίσει τη γλώσσα του… Και ο Γιάννης θα ζητήσει πρώτα την άδεια του γενικού νεροκράτη, του Αβραάμ. Τι ωραία! Μα να είναι αληθινά; ο πεζοπόρος και ο Άγ. Πέτρος προχωρούσαν μέσα από λογής λογής δέντρα και πρασινάδες. Ήταν λίγο μακρύς ο δρόμος της εισόδου. Ο πεζοπόρος, ο εργάτης Γιάννης, που δεν είχε αποβάλει τις ανθρώπινες ιδιότητες, γρήγορα κουράστηκε και σταμάτησε μισοστρατίς…

- Δεν μπορώ άλλο.

- Έχεις δίκιο, δεν το ’χα σκεφθεί πρωτύτερα.

Ο Άγ. Πέτρος σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών του και φώναξε μερικές ακατάληπτες λέξεις.

Σε λίγο ένας άνθρωπος μ’ ένα πράγμα στην πλάτη σαν σαμάρι παρουσιάστηκε…

- Ανέβα, είπε στον άνθρωπο από τη γη. Εκείνος εδίσταζε.

- Τι συμβαίνει; ρώτησε. Αυτού του είδους τους χαμάληδες τους είχαμε κι εμείς στη γη και τους καταργήσαμε. Στην Κίνα έχουν μείνει καμπόσοι… Τι γίνεται δω πέρα;

- Ανέβα. Παραξενεύεσαι; Ε, φιλαράκο, είναι η παραδεισιακή πραγματικότητα, θα τα μάθεις κι εσύ πιο ύστερα, δικός μας αφού φαίνεσαι…

- Καλά, τι είσαι συ;

- Εγώ τι είμαι; Ένας πολίτης κολασμένος στην υπηρεσία των πολιτών του Παραδείσου. Και το επάγγελμά μου το βλέπεις: μισθωτός της εταιρίας Μεαφορών…

- Μα καλά… οι κολασμένοι και οι άγιοι μένουν μαζί;

- Αμέ;

- Και τότε πώς γίνεται αυτό. Δεν υπάρχουν καζάνια με κατράμι;

- Πώς, υπάρχουν. Γίνονται τα νέα έργα οδοποιίας με την άσφαλτο, θα ξέρεις γιατί έχετε και σεις εκεί κάτω…

- Και τα περιβόλια των αγίων και ευσεβών, οι χλοεροί τόποι της αναψύξεως υπάρχουν κι αυτοί;

- Υπάρχουν. Μπορεί να λείψουν;

- Καλά, δε μου λες ένα πράγμα, εσύ τι είσαι;

- Κολασμένος, σου είπα.

- Δηλαδή ήσουν πλούσιος στη γη; Και πώς γίνεται… σας βρέχουν με σταλαγματιές νερό το λαρύγγι σας οι άλλοι;

Ο άγνωστος κολασμένος με το σαμάρι στην πλάτη αναστέναξε… Ο Άγιος Πέτρος σκεφτικός είχε παραμερίσει και άφηνε τη συζήτηση ελεύθερη. Ποιος να ξέρει τι να σκεφτόταν κι αυτός…

Ο άγνωστος με το σαμάρι αναστέναξε και πάλι και είπε:

- Αχ, καημένε, δεν ξέρεις ακόμη τίποτε. Καλύτερα να μην εμάθαινες. Εμείς οι κολασμένοι, κι αν εβράζαμε στα κατράμια, κι αν το λαρύγγι μας εστέγνωνε, κι αν μας κρεμούσαν από τη γλώσσα, τι το όφελος για τους ευσεβείς; Μήπως είχαν να ωφεληθούν; Μια αιμοβορία μόνο. Εσκέφθηκαν πραχτικότερα κι έτσι ιδρύθηκε η συμπολιτεία μας. Τα μαρτύρια εμάς των κολασμένων συνεχίζονται, αλλά δίνουν και κάποιο κέρδος. Έχουμε αναλάβει υπηρεσία… Εγώ που με βλέπεις, όχι, δεν είμαι πλούσιος… Είμαι ένας φτωχός εργάτης οικοδόμος, αλλά επειδή υπάρχει ανεργία εδώ στον κλάδο, με βάλανε χαμάλη, με αυτό το σαμάρι. Ανέβα τώρα να σε πάω.

Ο Γιάννης εδίσταζε:

- Δεν είναι σωστό να σε καβαλήσω, αφού είσαι αδερφός μου…

- Πάψε, κουτέ! καβάλα και δώσε μου και καμουτσικιές. Εμάς η ταπεινοσύνη και η αγάπη στον πλησίον μάς έφαγαν. Βάναμε με το νου μας τα πιλάφια στον παράδεισο και τώρα βλέπουμε τους άλλους να τα τρώνε κι αυτά. Αν είχαμε μυαλό από τότε, με μια γροθιά γερή θα διορθώναμε την κατάσταση…

Ο Γιάννης καβάλησε και ξεκίνησαν. Έτσι καβάλα σ’ αυτόν το παραδείσιο κούλη, προχώρησε μέσ’ από ανθόσπαρτα λιβάδια, από μαγευτικές τοποθεσίες, είδε, είδε, ώσπου το αχόρταγο μάτι του κορέστηκε.

- Να, εκεί πέρα κάπου κάνουν μπεν-μιξτ, θα ’ναι ο Ιορδάνης ποταμός που τρέχει γάλα.

Έξαφνα από το μέρος εκείνο ακούγονται κραυγές τρόμου και αμέσως κατόπι ακράτητα γέλια. Τι είχε συμβεί; Απλούστατα ο Ύψιστος θέλησε να κάμει στους λουόμενους μια ωραία ατραξιόν κι ενώ βρίσκονταν γυμνοί μέσα στο ποτάμι, διάταξε να τρέξει αναλυμένη σοκολάτα αντίς για γάλα και – φαντάζεστε – σε μια και μόνη στιγμή γίνηκαν όλοι Σενεγαλέζοι!

Σε λίγο το ποτάμι έτρεξε χλιαρή σαπουνάδα και καθαρίστηκαν. Α! τι ωραία έμπνευση αυτή! ομολογουμένως ο Ύψιστος έπρεπε να είναι πάνσοφος και πανάγαθος για να φροντίζει κάθε λεπτό για την ευτυχία και διασκέδαση του ποιμνίου του.

- Να, πιο πέρα οι αρχιτεμπελχανάδες του Παραδείσου. Ξαπλωμένοι ανάσκελα, σε όμορφες πρασινάδες, ακόμη και τα μάτια τους βαριούνται να κλείσουν που τους τα ενοχλεί ο ήλιος… Τριγύρω περίεργα δέντρα, που στα κλαδιά τους φύτρωναν αντίς για καρποί μπουκάλια. Σε ορισμένα διαστήματα άνοιγαν και χύναν το νέκταρ τους κατευθείαν στ’ ανοιχτά στόματα της πελατείας τους.

Πιο πέρα άλλα δέντρα έβγαζαν παλτά ολόμαλλα Βιγκόνια, αδιάβροχα, αγροί από ραδίκια, (δηλαδή σαν ραδίκια, ενώ ήταν απλώς φιογκάκια, παπιγιόν (εννοήσατε;) πιο μακριά πελώριες λίμνες κρασί, βουνά πιλάφι (ατζέμ) και… και… ως ουκ έστι τέλος.

Ο άνθρωπος από τη Γη θάμπωσε.

Σε λίγο είχαν φτάσει στα γραφεία του Παντοδύναμου Βασιλέα.

- Στάσου, είπε ο  Άγ. Πέτρος. Περίμενε να σε γράψω στην αναφορά.

Ο Γιάννης κατέβηκε από το σαμαρωμένο κολασμένο κι εκείνος έφυγε φωνάζοντας αυτά τα λόγια:

- Θυμήσου με καμιά φορά!

Τι θέλαν να ειπούν αυτά τα λόγια; Δεν πρόφτασε να συναρμολογήσει τη σκέψη του για όσα είχε ιδεί και ακούσει. Ο Άγ. Πέτρος βγήκε από τα γραφεία του Υψίστου με κατεβασμένα μούτρα. Ο Γιάννης φοβήθηκε. Τι, θα τον βάλουν κι αυτόν με τους κολασμένους; Μήπως είχε βρίσει ποτέ το αφεντικό του; Ποτέ! Μήπως είχε ζητήσει αύξηση; Ούτε! Ίσα ίσα ο αφεντικός τον είχε διώξει με πολλούς άλλους, «ένεκα η κρίσις». Εξάλλου μήπως δεν ενήστευε; Με το παραπάνω. Τετάρτη και Παρασκευή ποτέ λάδι δε δοκίμαζε. Ούτε Δευτέρα και Πέμπτη. Ούτε Τρίτη και Σάββατο. Μια Κυριακή μονάχα…

Ο Άγ. Πέτρος κούνησε θλιβερά το κεφάλι του και είπε:

- Εγώ, παιδί μου, ένιωσα πως είσαι καλός και πειθαρχικός και προσπάθησα να σε δεχτεί ο Πανάγαθος. Έχουμε τόση ανάγκη ανθρώπους σαν κι εσένα για να χτυπήσουμε τους επαναστάτες που μας γίνονται τσιμπούρι, αλλά…

- Αλλά;

- Θα σε βάζαμε σε μια καλή δουλειά και ναι μεν θα υπόφερες κι εσύ σαν τους άλλους, αλλά θα είχες τουλάχιστο εξασφαλίσει την ευτυχία στην άλλη ζωή, απάνω στον αστερισμό του Ηρακλέους… Εμείς βλέπεις εδώ κιντυνεύουμε να πέσουμε… Απ’ όλα τα μέρη της Γης μάς χτυπούν. Αλλά…

- Αλλά… τι συμβαίνει;

- Να, δε γίνεσαι δεκτός. Είσαι λαθραίος.

- Τι θα ειπεί αυτό;

- Ω! αγαπημένη αθώα ψυχή. Συ θα κερδίσεις τη βασιλεία του Ηρακλέους. Δεν ξέρεις ότι κι εμείς εδώ αντιμετωπίζουμε τρομερή κρίση; Έχουμε λοιπόν καθορίσει το ποσό των μεταναστεύσεων από τη Γη και ο γενικός μας πράκτορας, ο Χάρος, έλαβε εντολή να δίνει ορισμένο ποσό διαβατηρίων για τον Παράδεισο. Δε γίνεσαι δεκτός. Γιατί δεν εκανόνιζες τα χαρτιά σου;

Κουβεντιάζοντας και περπατώντας έφτασαν στην πόρτα του Παραδείσου. Ο Γιάννης αποχαιρέτησε τον Άγ. Πέτρο και βγήκε.

Σαν βρέθηκε έξω από τον Παράδεισο, δεν μπορούσε να πιστέψει τη σκληρή πραγματικότητα. Ώστε δεν επρόκειτο να ξαναϊδεί τα θεσπέσια εκείνα πράγματα, να ζήσει την υπερκόσμια εκείνη ζωή, έστω και με τους κολασμένους! Είναι δυνατό; Αλλά όχι! θα κάμει τ’ αδύνατα δυνατά και θα μπει στη συμπολιτεία των ευσεβών και κολασμένων. Μακάρι ας τον έβαζαν όχι σε κύκλους και σε σάκους, αλλά και σε ασκιά ακόμα!

Το πήρε απόφαση κι έβαλε σ’ ενέργεια το σχέδιό του. Σκαρφάλωσε σβέλτα τη μάντρα που τριγύριζε τη συμπολιτεία και με αρκετό κόπο έφτασε στην κορφή. Εκεί στηρίχθηκε για να γυρίσει στο άλλο μέρος – αλλά ω! της πανσοφίας σου, δημιουργέ, και της παντογνωσίας σου! - στο επάνω μέρος της μάντρας είχε τοποθετηθεί άφθονο παχύ στρώμα ψαρόκολλας προληπτικά για κείνους που τυχόν θα ήθελαν να δραπετεύσουν από μέσα, και ήταν άφθονοι αυτοί.

Προσπάθησε να ξεκολλήσει. Αδύνατο. Κρύος ιδρώτας τον περιέλουσε. Από το ένα δευτερόλεπτο στο άλλο περίμενε την ανακάλυψή του, σύλληψη και φρικιαστική τιμωρία…

 

Σε λίγα λεπτά της ώρας αισθάνθηκε κάποιον να τον τραβάει από τον ώμο.

Αμέσως εξαφανίστηκαν από μπροστά του και μάντρα και ψαρόκολλα και συμπολιτεία. Και… ξύπνησε!

- Ε! πατριώτη! ωραίο ξενοδοχείο διάλεξες, βλέπω. Γκραν Βρετάνια! Άκουσε πάνω του μια φωνή.

Έτριψε τα μάτια του, έξυσε ερωτηματικά το κεφάλι του. Είδε γύρω του τη Λαχαναγορά, που ξυπνούσε κι αυτή γεμάτη κοφίνια. Και μέσα σ’ ένα απ’ αυτά τα κοφίνια, σ’ ένα μεγάλο άδειο κοφίνι ο ίδιος. Τότες θυμήθηκε;

- Μωρ’ καλά λες!... Χτες μου ’καμαν την έξωση!...

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA