Τάκης Αδάμος

 

Ο Τάκης Αδάμος γεννήθηκε το 1914 στο χωριό Πυρσόγιαννη της Ηπείρου. Τέλειωσε την Παιδαγωγική Ακαδημία, αλλά ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία. Δημοσίευσε σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες διηγήματα και μελέτες για λογοτεχνικά ζητήματα. Στα 1957 τύπωσε τη συλλογή διηγημάτων «Απλοί Άνθρωποι». Το 1965 κυκλοφόρησε η μελέτη: «Το λαϊκό Τραγούδι της Αντίστασης» Το διήγημα που δημοσιεύουμε περιλαμβάνεται στη συλλογή «Οι δρόμοι της ζωής». Πέθανε παραμονές Χριστουγέννων του1991.

 

 

ΤΑ ΤΗΛΕΓΡΑΦΟΞΥΛΑ

Η φάλαγγα προχωρούσε αγκομαχώντας στην ανηφοριά. Μπροστά, το βαρύ τανκς θρυμμάτιζε με τις ερπύστριες τα σκόρπια λιθαράκια του δρόμου κι ανάσκαβε δω και κει τον τόπο, σημαδεύοντας το διάβα του. Καθώς έγερνε δεξιά-ζερβά γυάλιζαν στον ήλιο πότε τα πλευρά και πότε το καπάκι του με τους σταυρούς. Ξοπίσω του, κρατώντας πάντα την κανονική απόσταση, ακολούθαγαν τα δυο μεγάλα φορτηγά με το στρατό, που ξεσήκωναν τρομερό θόρυβο και σύγνεφα από σκόνη.

Ξαπλωμένος αναπαυτικά στο πίσω κάθισμα μιας λαδόχρωμης «μερσεντές», ο κύριος Παπαχαρίσης, αφήνει λεύτερα το μάτι του να χαίρεται τη φθινοπωριάτικη ομορφιά του τοπίου.

Η μέρα είναι γλυκιά και μια θαλπωρή ανοιξιάτικη ξεχύνεται παντού.

Άλλες χρονιές ο Νοέμβρης έμπαινε φορτωμένος αγέρηδες και χιονόβροχα. Μα τούτη τη χρονιά η καλοκαιριά τράβαγε σε μάκρος ασυνήθιστο. Ο ήλιος περέχυνε τον τόπο με τη θερμή του ανασεμιά και πολλά αγριολούλουδα θάμνοι, ξεγελασμένοι από την καλωσύνη του πέταξαν φύλλα χρωματιστά κι ανοιξιάτικες πρασινάδες. Μονάχα οι γέρικες βελανιδιές δε λέγανε ν’ αφήσουνε τη φρονιμάδα τους. Ολόγυμνες και ξερές, στέκονταν δεξιά-ζερβά του δρόμου σαν άνθρωποι που ’χαν μπουχτίσει τη ζωή και τώρα αδιάφοροι φιλοσοφούν για τη… «ματαιότητα των εγκοσμίων».

Κι ο κύριος Παπαχαρίσης θα μπορούσε τώρα να ’ναι σαν τις γέρικες βελανιδιές. Χορτάτος από ζωή, μ’ αναπαυμένη τη συνείδηση πώς ξεπλήρωσε το χρέος του σαν άνθρωπος, να διάβαινε τις μέρες του ειρηνικά…

― Άτιμοι καιροί! Αναστέναξε βαθιά και τσαλάκωσε νευρικά με τα δάχτυλα το μαλακό κάθισμα της λιμουζίνας. Ανασηκώθηκε αλαφρά, ξέσφιξε τη ζώνη της γκρι-μπεζ καμπαρτίνας του και φοβέριξε με τη γροθιά κάποιον αόρατο εχτρό:

― Σπορά του σατανά!...

Στο νου του ξανάρθε η χθεσινή κουβέντα με το Δεσπότη.

― «Η πατρίς, κύριε Ταγματάρχα, έχει την ανάγκη σας!»

Είχε δώσει στη φωνή του τόνο επίσημο και τον προσφώνησε «κύριε ταγματάρχα». Κι όχι «Παπαχαρίση» όπως τόσα χρόνια τώρα. Του ’ρθε να μπήξει τις φωνές.

― Η πατρίς;… χμ! βέβαια… Τόνε θυμότανε όλοι τους κάθε φορά που ’χαν την ανάγκη του. Τον πετάξανε τότε από το στρατό «επειδή και ξεσηκώθηκε κείνος ο θόρυβος γύρω από τ’ όνομά του» ― του δώσανε το βαθμό και τη σύνταξη του ταγματάρχη, έτσι για να του φράξουνε το στόμα και τον αποξέχασαν ύστερα στα κατσάβραχα του χωριού του, τριανταπέντε χρονών άντρακλα να σκεβρώνει από την αχρηστία. Θαρρείς και δεν υπήρχανε τόσες και τόσες δουλειές που του ταιριάζανε…

Κι όμως είχε κι αυτός τα όνειρά του. Κάποτε ξεκίνησε να καταχτήσει τη ζωή. Κι όποτε χρειάστηκε έπεσε με τα μούτρα στη φωτιά. Κέρδισε με μόχτο και με αίμα τα γαλόνια του. Δεν μπορεί ο πασαένας από «δεκανέας εθελοντής» να φτάσει στο βαθμό του λοχαγού!... Στα στερνά όμως― όταν τους χρειάστηκε κι αυτός― όλοι τόνε παράτησαν. Και πρώτος και καλύτερος τούτος δω ο τράγος, ο Δεσπότης. Του ’ρθε να του τα φωνάξει όλα κατάμουτρα και να σηκωθεί να φύγει από το γραφείο του. Μα δεν έκανε τίποτα από αυτά. Είπε μόνο απλά:

― Θα κάνω το καθήκον μου, Σεβασμιότατε!...

Στα πονηρά μάτια του Δεσπότη άστραψε μια σπίθα. Έμπλεξε τα χοντρά, σαν μαστορίτικα, δάχτυλά του στη γκριζόλευκη γενειάδα του κι άρχισε να μιλάει για το σχέδιό του…

Αυτό που χρειαζότανε τώρα, κατά τη γνώμη του Σεβασμιότατου, ήταν η οργάνωση. Μια οργάνωση όμως γερή, σφιχτοδεμένη και μυστική, μέσα στην ίδια την καρδιά των «κόκκινων σατανάδων». Ν’ απλώνει τα πλοκάμια της αργά, με σιγουριά και να χτυπήσει τότε που θα χρειαστεί.

Ο Σεβασμιότατος έχει μια διαβολεμένη πειστικότητα που παραλύει κάθε αντίρρηση. Ο Παπαχαρίσης τον κοιτάζει σαν υπνωτισμένος. Και μόνο εκεί στο τέλος της κουβέντας τους προβάλλει δειλά-δειλά κάποιο δισταγμό.

― Και πώς φτάνουμε ίσαμε κει, Σεβασμιότατε;

Ο Δεσπότης χαμογελάει ειρωνικά.

― Μπα! Φοβάται κι ο Παπαχαρίσης τώρα;

Δαγκώθηκε. Ο βρωμοκαλόγερος τόνε πάτησε κει που πόναγε πιο πολύ, στο φιλότιμο.

― Τι λόγος, Άγιε Δεσπότα! Μα, να… ο δρόμος δεν είναι κοντινός. Εβδομήντα τόσα χιλιόμετρα― και όλα μπορούνε να συμβούν. Κι όχι για μέναν προσωπικά― αυτό ούτε που το σκέφτομαι― αλλά για την αποστολή…

Μα ο Δεσπότης δεν απαντά. Γυρίζει δίπλα του και ανοίγει το μεγάλο χρηματοκιβώτιο. Τραβάει ένα σακουλάκι από φίνο μεταξωτό κι αρχίζει να χωρίζει αργά-αργά τρακόσιες χρυσές εγγλέζικες.

― Για τα πρώτα σου έξοδα, λέει χαμηλόφωνα και σπρώχνει μαλακά τις λίρες προς το μέρος του. Ούτε απόδειξη  του γύρεψε, ούτε άλλο τίποτε. Σήκωσε μόνο το τηλέφωνο και πρόσταξε να τον συνδέσουν με τον Ανώτατο Διοικητή, την Αυτού Εξοχότητα, τον αντιστράτηγο Φον Λανς…

…Ο κύριος Παπαχαρίσης χώνει νευρικά το χέρι του στη μυστική τσέπη της φανέλας του και χαϊδεύει το κομπόδεμα με τις λίρες και τα συστατικά γράμματα του Δεσπότη. Ένα χαμόγελο ευτυχίας φωτίζει το πρόσωπό του. Γιατί όχι; Η ζωή είναι ακόμα μπροστά κι ο τροχός γυρίζει…

― Αλήθεια, πως τη βάφτισε την οργάνωση ο Σεβασμιότατος; «Σφίγγα»… Ο Παπαχαρίσης χαμογελάει. Χμ! περισσότερο μοιάζει του Σατανά και λιγότερο του θεού ο Δεσπότης!...

Η φάλαγγα έφτασε πια στην κορυφή. Άφησε δεξιά το στενόμακρο δασωμένο αντέρισμα και κύλισε στο μικρό καρπερό κάμπο.

― Το Καλπάκι! Λέει ψιθυριστά κι ένα ρίγος τον αγκαλιάζει σύγκορμα. Κοιτάζει τους ήμερους χωματολόφους, τις αμπελοφυτεμένες πλαγιές, το ποτάμι που κυλάει αργά σαν το χορτάτο φίδι. Οι αναμνήσεις χυμούνε μέσα του φρέσκιες κι ολοζώντανες σαν να ’ναι χτεσινές.

Πόσα χρόνια!... Και τι χρόνια!...

Ήτανε τότες υπολοχαγός. Κι από τους πεντακόσιους τόσους αξιωματικούς της Μεραρχίας του αυτόν διαλέξανε για την «τιμητική αποστολή». Θυμάται που τόνε κάλεσε ο ίδιος ο Μέραρχος στο γραφείο του.

― «Υπολοχαγέ Παπαχαρίση! Η πατρίς σάς εμπιστεύεται την Διοίκησιν του Πειθαρχικού Ουλαμού Καλπακίου!... Η αποστολή είναι εμπιστευτική και τιμητική», είπε ο Μέραρχος χαϊδεύοντας το στριμμένο μουστάκι του. Κι ύστερα είχε προσθέσει εμφαντικά: «Ή κάντε τους ανθρώπους, ή…»

Στάθηκε σε άψογη προσοχή κι έσφιξε με σεβασμό το χέρι που του ’δωσε ο Μέραρχος. Θα ‘κανε το καθήκον του όσο δεν έπαιρνε άλλο. Τέτοιες ευκαιρίες μια φορά έρχονται στη ζωή. Κάπου εκεί στα κατάβαθα της ψυχής του θαμπόφεγγε ο μεγάλος στόχος της ζωής του: οι χρυσές επωμίδες του ανώτερου αξιωματικού. Αυτές που θα του άνοιγαν ύστερα όλες τις πόρτες της κοινωνίας. Άλλωστε τούτη η δουλειά ήτανε στο αίμα του. Από μικρός λαχταρούσε ν’ αποχτήσει εξουσία πάνω  στους ανθρώπους, να δείχνει τη δύναμή του στην κάθε περίσταση. Δεν είναι μικρή η ευτυχία να βλέπεις τους ανθρώπους να χαμηλώνουνε τα μάτια τους και να χαμογελούνε ταπεινά μόλις σ’ αντικρύζουνε!... Κι όσο τούτο τον ανέβαζε στους εφτά ουρανούς, άλλο τόσο τόνε φρένιαζαν τα μάτια που θωρούσαν θαρρετά, κατάφατσα…

«…Πειθαρχικός Ουλαμός Καλπακίου… Ημερήσια Διαταγή της 1ης Μαΐου 1930… Τον στρατιώτην Μαύρον Ανδρέαν του Νικολάου, τιμωρούμεν με πενθήμερον φυλάκισιν εν τω ‘Αναρρωτηρίω’ του Ουλαμού».

Χαμογέλασε. Αυτό το «Αναρρωτήριον» ήτανε δική του έμπνευση. Μια από τις πετυχημένες μέθοδές του… Έσκυψε από το παραθυράκι της «μερσεντές» και κοίταξε. Α, να! Εδώ ακριβώς. Κάτω από τούτο το γεφυράκι είχε τοποθετήσει τότε ένα κρεβάτι. Τα κρύα νερά της ρεματιάς, καθώς κυλούσαν πηδηχτά, μούσκευαν ολάκερο το αχερόστρωμα. Κι απάνω κει έπρεπε να μένει ξαπλωμένος μερόνυχτα, χειμώνα-καλοκαίρι, ο τιμωρημένος.

«…Τον στρατιώτην Μαύρον Ανδρέαν του Νικολάου, τιμωρούμεν με πενθήμερον φυλάκισιν εν τω Αναρρωτήριω του Ουλαμού…» ξανάρθανε στο νου του τα λόγια της «Ημερήσιας Διαταγής»…

Μαύρος Ανδρέας!... ένας κοντόχοντρος σκληροκέφαλος σιδεράς από τη Σαλονίκη. Μια κομμούνα ―παναθεμάτονε― από τις λίγες. Ο δαίμονας του Ουλαμού!... Κάποτε ― φαντάσου θράσος― τόλμησε να κάνει και στον ίδιο προπαγάνδα:

― Κρίμα, κύριε Υπολοχαγέ! Κρίμα να ’στε τόσο σκληρός. Κι εσείς παιδί του λαού είστε!...

― Τ’ είπες μωρέ;

― Άδικα παιδεύεστε κύριε Υπολοχαγέ! Η ζωή τραβάει το δρόμο της και κανείς δεν μπορεί να τη στρίψει προς τα πίσω… Θα ‘ρθει η ώρα που θα ντρέπεστε για όλα τούτα που μας κάνετε εδώ…

Έγινε θηρίο. Διάταξε τους δύο «νταήδες» της φρουράς και τον σακάτεψαν στο ξύλο. Κι ύστερα, κατευθείαν στο «Αναρρωτήριον». Πήγαινε και τον έβλεπε καθημερινά. Και πάντα εκείνα τα μαύρα μάτια του τόνε κοίταζαν θαρρετά, κατάφατσα. Και πάντα του έλεγε με τη βαθιά ήρεμη φωνή του:

― Άσχημο δρόμο πήρατε στη ζωή κύριε υπολοχαγέ. Και θα ’ρθει η ώρα που θα ντρέπεστε γι’ αυτό. Θα ’ρθει. Να μου το θυμάστε!...

Του τα ’λεγε με τέτοια πίστη και σιγουριά που τον φρένιαζε. Μια μέρα δεν κρατήθηκε. Τον άρπαξε από το γιακά και τον ανέβασε στη γέφυρα.

― Τα βλέπεις, ρε συ, τούτα τα τηλεγραφόξυλα; Τα βλέπεις; Ε. Άμα βγάλουνε λουλούδια και κλαριά, τότε θα γίνει κομμούνα στην Ελλάδα!...

Από κείνη την ημέρα τους έπαιρνε όλους πρωί, μεσημέρι, βράδυ και τους έβαζε να ποτίζουν τα τηλεγραφόξυλα. Κι αυτός καθόταν από πάνω από τα κεφάλια τους και τους φώναζε γελώντας κοροϊδευτικά:

― Αν ανθίσουνε, ρε σεις, τούτα τα τηλεγραφόξυλα, θα γίνει τότε κομμούνα και στην Ελλάδα!...

Η αλήθεια είναι πως το ‘χε παρακάνει στο Καλπάκι. Θυμήθηκε το «Ημερήσιον Πρόγραμμα Σωματικής Αγωγής» που ’χε σκαρώσει για τους κομμουνιστές φαντάρους του Καλπακιού. Δεκαπέντε ώρες την ημέρα να σκάβουνε, να κουβαλάνε και να σπάζουν λιθάρι. Το χειμώνα τους έβγαζε μόνο με το σώβρακο να κόβουνε και να μεταφέρουν ξύλα. Τότες έφτιαξε και του Σεβασμιότατου τον αυτοκινητόδρομο για το αγρόκτημα του γειτονικού μοναστηριού κι από τότε χρονολογούνταν και η «φιλία» τους.

Είχε συρματοπλέξει κι ένα τετράγωνο κατακαμπίς και τους μάντρωνε μέσα για «ανάπαυση» με τις βροχές και τα λιοπύρια. Δουλειά και νηστικομάρα αδιάκοπη, που να τους φέρει το κεφάλι σβούρα! Κι όταν κάποτε θελήσανε ν’ αντισταθούν, έριξε στο ψαχνό. Μα κει στο στρατοδικείο που έστειλε καμιά δεκαριά για «στάση», τα μούσκεψαν οι «μάρτυρες κατηγορίας» ― εκείνοι οι δυο χασικλήδες της φρουράς― και βγήκανε κάμποσα στη φόρα. Βούηξε τότες ο κόσμος για δαύτονε και για τον «Ουλαμό» του και τον παραμέρισαν στα γρήγορα. Αυτός όμως είχε κάνει τον καθήκον του!...

Γύρισε και κοίταξε τα τηλεγραφόξυλα. Καθώς τ’ αυτοκίνητο τα προσπερνούσε με ταχύτητα τα ‘βλεπε να στέκουνται κατάξερα και γυμνά σαν ακατάλυτα ορόσημα της πίστης του, σαν αδιάψευστοι μάρτυρες της προφητείας που ‘χει κάνει δέκα-δώδεκα χρόνια νωρίτερα:

― «Αν ανθίσουνε, ρε σεις, τούτα τα τηλεγραφόξυλα…»

Αλήθεια, μπορούσανε τάχα ν’ ανθίσουν ποτέ τα τηλεγραφόξυλα; Χαμογέλασε κι απλώθηκε πιο βολικά στη θέση του.

Η φάλαγγα έστριψε τώρα δεξιά, αφήνοντας πίσω το Καλπάκι με το μικρό καρπερό κάμπο του. Στην πρώτη πλατωσιά το ένα καμιόνι έκοψε ταχύτητα και παραμέρισε να περάσει η «μερσεντές». Ήτανε φανερό πως από δω και μπρος ο δρόμος γινόταν επικίνδυνος και παίρνανε τα μέτρα τους. Η διαταγή του στρατηγού Φον Λανς, που την έδωσε μπροστά του ήταν κατηγορηματική:

― «Ο χερ Παπαχαρίσης πρέπει να φτάσει οπωσδήποτε γερός στον προορισμό του!».

Η «μερσεντές» έτρεχε τώρα ανάμεσα στα δυο καμιόνια με το στρατό, ενώ το τανκς «άνοιγε δρόμο» κάμποσα μέτρα πιο μπροστά.

Ο Παπαχαρίσης κοίταζε τους χιτλερικούς φαντάρους που στέκονταν ατσαλάκωτοι σαν αγάλματα απάνω στα καμιόνια. Σοβαροί, με μια μάσκα δίχως έκφραση στο πρόσωπο, με τα βαθυπράσινα κράνη στο κεφάλι τους, έσφιγγαν στην αγκαλιά τ’ αυτόματα, έτοιμοι στο κάθε δευτερόλεπτο να τιναχτούν σαν ελατήρια και να τσακίσουν τον αντίπαλο.

― Στρατός μια φορά! Ψιθύρισε με θαυμασμό, ανάμεσα στα δόντια του. Σαν έχεις τέτοια στρατό, στην άκρη του κόσμου πας.

Καθώς τον νανούριζε το τραμπάλισμα τ’ αυτοκίνητου απάνω στο μισοχαλασμένο δρόμο, ένιωσε ένα νάρκωμα και μισόκλεισε τα μάτια του. Άκουγε τα καμιόνια να μαρσάρουν ρυθμικά, ξεχώριζε πότε-πότε τις ερπύστριες του τανκς να τριζοβολάνε απάνω στα χαλίκια και τόνε πήρε αλαφρά, αφήνοντας ένα χαμόγελο ξεγνοιασιάς να πλανιέται απάνω στο ψαλιδισμένο μουστάκι του.

Ξαφνικά μια έκρηξη τρομαχτική τον έκανε να τιναχτεί αλαφιασμένος. Η «μερσεντές» φρενάρισε απότομα κι ο χιτλερικός σωφέρ ρίχτηκε έξω σαν βολίδα φωνάζοντας ξέφρενος:

― Μπαντίτ! Καπούτ! Άλες καπούτ!...

Μπροστά το μεγάλο τανκς με σπασμένη την ερπύστρια, στριφογύριζε βουρλισμένο στον τόπο του. Καπνοί και φλόγες το ’χαν τυλίξει από παντού. Τα δυο καμιόνια― μπρος και πίσω του― παρατημένα μεσοστρατίς, γαζώνονταν αλύπητα από τις σφαίρες που έρχονταν βροχή από τα τριγυρινά υψώματα.

Όλα γίνανε τόσο ανεπάντεχα, που μόλις βρήκε τον καιρό να τρυπώσει κάτω από τη «μερσεντές» και να βγάλει το πιστόλι του. Είχε χάσει το καπέλο του, η καμπαρντίνα σκίστηκε και στο πρόσωπό του έτρεχε λίγο αίμα από μια σφαίρα που τόνε πήρε ξυστά στο μάγουλο. Το μυαλό του όμως δούλευε ψύχραιμα και προσπαθούσε να εκτιμήσει την κατάσταση.

Δίπλα στα καμιόνια κείτονταν τρεις χιτλερικοί νεκροί. Πιο κει, κάποιος άλλος, τραυματισμένος φαίνεται βαριά, βογγούσε και κάτι φώναζε στη γλώσσα του. Οι υπόλοιποι είχαν εξαφανιστεί.

― Στρατός μωρέ!... φτου, να χαθείτε μασκαράδες. Κρίμα στο τουπέ και το νταηλίκι σας. Μια χούφτα κατσαπλιάδες και τα κάνατε απάνω σας!...

Από τα γύρω υψώματα άρχισαν να κινούνται τώρα οι «άλλοι». Αραιωμένοι κανονικά, βάδιζαν με προφύλαξη και «χτένιζαν» τον τόπο. Στο πρώτο χαντάκι ξετρύπωσαν κάμποσους χιτλερικούς. Ένας από δαύτους άρχισε κάτι να λέει με μισοσπασμένα ελληνικά και κάθε τόσο φώναζε με μια φωνή φάλτσα και σουβλερή, παραμορφωμένη από το φόβο:

― Γκουτ παρτιζάν! Χίτλερ καπούτ! Άλες καπούτ!

Οι «άλλοι» τον έκαναν χάζι, χαμογελώντας με συγκατάβαση.

Ο Παπαχαρίσης άρχισε να σέρνεται σιγά, ελπίζοντας να φτάσει απαρατήρητος στην αντικρινή μεριά του δρόμου και ναι λουφάξει στα χαμόκλαδα. Ήταν η μόνη πιθανότητα να ξέφευγε. Μα δεν πρόλαβε να καλοβγεί και του ’ρθε μια γερή κλωτσιά στο μεσονέφρι του. Απάνω απ’ το κεφάλι του βούηξε άγρια μια φωνή:

― Ψηλά τα χέρια ρε!...

Πέταξε το «παραμπέλ» κι ανασηκώθηκε.

― Μη ρίχνεις. Παραδίνουμαι…

― Έλληνας είσαι μωρέ κερατά;…

Κοίταξε τον αντίπαλο. Ένα δεκαοχτάχρονο αμούστακο, με όψη αγριεμένη, ξάμωνε με το αυτόματο έτοιμο να ρίξει στο ψαχνό. Τα μάτια του δείχνανε τόσο μίσος και οργή, που άθελά του ανατρίχιασε.

― Έλληνας είσαι βρε κερατά; δευτέρωσε ο μικρός.

Ο Παπαχαρίσης τον ξανακοίταξε από τα πόδια ως την κορφή και σταμάτησε το μάτι του στο στραβοφορεμένο δίκωχο του αντάρτη: ― «ΕΛΑΣ», διάβασε τα τέσσερα κεντημένα γράμματα απάνω στο μακρουλό εθνόσημο. «ΕΛΑΣ» ― ξανάπε μέσα του. Θεομπαίχτες! Και την Ελλάδα, μωρέ, μ’ ένα «λάμδα» τήνε κάνατε!... και ξαφνικά ρίχτηκε απάνω στο μικρό:

― Έλληνας είμαι, τη μάνα σου! Έλληνας είμ’ εγώ! Μα Έλληνας με δύο «λάμδα»!...

Πέσαν απάνω του καμιά δεκαριά και τόνε πήραν σβαρνιστά ως το αντικρινό ανάχωμα. Εκεί του βρήκανε τις λίρες και τα χαρτιά. Τον έβαλαν ύστερα ανάμεσα στους χιτλερικούς αιχμαλώτους και ξεκινήσαν.

Στο χωριό φτάσαν την άλλη μέρα τ’ απομεσήμερο. Όλη τη νύχτα βάδιζαν μέσα από χαράδρες και μέρη απάτητα κι ο Παπαχαρίσης απορούσε με την τάξη που είχαν στην πορεία τους. Περάσανε δυο φορές και το δημόσιο δρόμο κοντά στα φυλάκια του εχτρού και τα μέτρα που πήρανε δείχνανε τμήμα εκπαιδευμένο στην εντέλεια.

Ο Παπαχαρίσης ζούσε σε μια κατάσταση εφιαλτική. Φορές-φορές θαρρούσε πως βρισκότανε με το τμήμα του σε νυχτερινή άσκηση και ανέβαιναν στα χείλη του διάφορα παραγγέλματα. Ύστερα συνέρχονταν. Κοίταζε τα δεμένα χέρια του, έβλεπε δεξιά-ζερβά του τους χιτλερικους, παρακολουθούσε τους αντάρτες που περπάταγαν σοβαροί και αμίλητοι και τον περέχυνε κρύος ιδρώς. Η θέση του και η τύχη του δεν προμηνούσαν τίποτε το καλό. Σε τέτοιες στιγμές σκέφτηκε να το σκάσει. Μια-δυο φορές δοκίμασε να μιλήσει στους διπλανούς του χιτλερικούς, μα εκείνοι τον κοιτάξανε γεμάτοι υποψία.

Περπάταγε μηχανικά, χαμένος στο φόβο και ξαναμμένος από θυμό.

― «Και ποιοι ήτανε τούτοι οι ξυπόλυτοι, οι παλιορεμπεσκέδες, που τόνε σέρνανε δεμένον πιστάγκωνα;… Από πού το πήρανε το δικαίωμα να πομπεύουνε τους πατριώτες;…».

Ήθελε να τους τα φωνάξει όλ’ αυτά, μ’ όλη του τη δύναμη, μα τ’ ανάβαλε για την αυγή. Θα τους τα ‘λεγε κει που τον πηγαίνανε. Θα τους μίλαγε μ’ όλο το κύρος του βαθμού του και της θέσης του στην κοινωνία. Αυτός, δεν ήτανε ο πρώτος τυχόντας. Ήταν ο Παπαχαρίσης. Μάλιστα. Ο ταγματάρχης κύριος Παπαχαρίσης με τ’ όνομα. Και θ’ απαιτούσε να τον αφήσουν αμέσως ελεύθερο. Να τον συνοδέψουνε κιόλας για ασφάλεια ως την άκρη της πολιτείας…

Το χωριό είχε μιαν όψη τρομαχτική. Κάτω από τις πελώριες καστανιές, με τα κιτρινοκόκκινα φθινοπωριάτικα φύλλα τους, στέκονταν οι μισογκρεμισμένοι τοίχοι των σπιτιών, δοκάρια ανασκελωμένα σαν μυθικοί σκελετοί, πορτοπαράθυρα ρημαγμένα, αποκαΐδια πεταγμένα στους δρόμους δείχναν πως από δω διάβηκε ο φασισμός. Μια ησυχία απέραντη βασίλευε και μόνο τ’ άρβυλα των ανταρτών βρόνταγαν ανάκατα, χωρίς ρυθμό, απάνω στο καλντερίμι. Ο Παπαχαρίσης ένιωσε σφίξιμο στην καρδιά. Ποτέ του δεν είχε φανταστεί την τρομερή όψη ενός ρημαγμένου χωριού.

Από μια παράγκα, στηριγμένη στον τοίχο του καμένου σπιτιού, σκεπασμένη με τενεκέδες και παλιοσάνιδα, πρόβαλε μια γριούλα καμπουριαστή και κοίταξε τη συνοδεία. Μόλις αντίκρισε τους χιτλερικούς, τα γέρικα μάτια της άστραψαν από το μίσος.

― Αφορεσμένοι! Φώναξε και κινήθηκε κατά πάνω τους, σηκώνοντας τα σκεβρωμένα χέρια της. Μας κάψατε, που να καείτε όλοι σας!... Στάχτη και κουρνιαχτός να γίνετε…

Ο Παπαχαρίσης κοιτάζει τη γριά, ρίχνει μια λοξή ματιά στους χιτλερικούς κι αναλογίζεται τη θέση του.

― Ο Ιησούς εν μέσω των ληστών! σκέφτεται.

Η γριούλα κοντοζυγώνει τη φάλαγγα κουτσαίνοντας. Καθώς βλέπει τώρα από κοντά το ρυτιδωμένο της πρόσωπο, το σκαμμένο από τις μπόρες της ζωής, θυμάται τη μάνα του.

― Κι αυτός εδώ στη μέση γιόκα μου; Αυτός με τα πολιτικά; Ρωτάει τους αντάρτες η γριά.

―Αυτός μανούλα δεν είναι γερμανός, μα δεν είναι καλύτερός τους…

Η γριούλα κάνει μερικά βήματα ακόμα και στέκεται μπροστά του. Τον κοιτάζει με τ’ ασπρουλιάρικα μάτια της και μαζεύοντας όλη τη δύναμή της, τόνε φτύνει κατάμουτρα.

― Φτου σου, Γιούδα! Την κατάρα μου να ‘χεις!...

Στην πλατεία του χωριού που φτάσανε σε λίγο ο κόσμος είχε πήξει. Χωριάτες με τα καλά τους ρούχα, κοπέλες ντυμένες γιορτινά, αντάρτες με τα φυσεκλίκια σταυρωτά και τα ντουφέκια ακουμπισμένα στα γόνατα, κάθονταν κατάχαμα κι άκουγαν τον ομιλητή. Δίπλα στους μαυρισμένους τοίχους του καμένου σχολειού, ήτανε στημένη μια πρόχειρη εξέδρα, στολισμένη μ’ ελατόκλαρα και χρυσάνθεμα. Καταμεσίς, με μια ταινία από κόκκινο πανί, φάνταζε από μακριά με τ’ άσπρα του γράμματα το σύνθημα:

«ΖΗΤΩ ΤΑ 25ΧΡΟΝΑ ΤΟΥ ΚΚΕ»

Ο Παπαχαρίσης σκίρτησε. Η φωνή, η φωνή του ομιλητή, του φάνηκε γνωστή. Μα πού την είχε ακούσει άραγε; Κοίταξε στην εξέδρα προσεχτικά.

― Κύριε των δυνάμεων! Είναι δυνατό;

Κι όμως ήταν αυτός. Ο Μαύρος. Ο Μαύρος Ανδρέας, ο παλιός φαντάρος του Καλπακιού. Το ίδιο κοντός και χοντρός, μόνο πιο χλωμός τώρα. Τα μαλλιά του ήταν γκριζόλευκα και δυο μεγάλες χαραγματιές αυλάκωναν βαθιά το πρόσωπο. Η φωνή του όμως ήταν όπως τότε, ήρεμη και βαριά.

Ο Παπαχαρίσης έχασε το χρώμα του. Μια έκφραση ζωώδικου τρόμου απλώθηκε στο πρόσωπο και κρύος ιδρώς έλουσε όλο του το κορμί. Του ’ρθε σκοτοδίνη. Τίναξε το κεφάλι του, σαν να ’θελε να διώξει κάποια σκέψη φριχτή κι έστρεψε τα μάτια του πέρα στην πλαγιά με τις καστανιές. Τα κιτρινοκόκκινα φθινοπωριάτικα φύλλα τους, καθώς τα περέχυνε ο ήλιος του δειλινού, είχανε πάρει τώρα ένα χρώμα άλικο, βαθύ. Η ματιά του, θαμπωμένη από το δυνατό χρωματισμό έπεσε στο δρόμο. Και ξαφνικά… είδε τα τηλεγραφόξυλα ν’ ανθίζουν!... κάτι λουλούδια πελώρια, κατακόκκινα, ίδιες παπαρούνες, είχαν τυλίξει τα κατάξερα κορμιά τους. Ένιωσε το μυαλό του να σαλεύει. Έμπηξε μια κραυγή ξέφρενη, κάτι σαν μουγκρητό βουβαλιού που το σφάζανε. Μα δεν ακούστηκε. Εκείνη τη στιγμή, απάνω από την πλατεία του χωριού, αντηχούσε θριαμβευτικά, από εκατοντάδες στόματα, η «Διεθνής»:

«Ορθοί της γης οι κολασμένοι,

              της πείνας σκλάβοι εμπρός, εμπρός…»

 

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Επιστροφή στην Ανθολογία Αντιστασιακής Πεζογραφίας

Αρχική σελίδα KEIMENA