Ι. ΑΓΓΕΛΟΥ

 

ΤΑ ΤΡΟΜΠΟΝΙΑ

 

Τα είχανε φέρει μαζί τους οι καινούργιοι που είχανε έρθει τον τελευταίο ετούτο καιρό. Περίεργα όπλα που δεν είχαν ξαναδεί ποτές τους παρόμοια, με κάνες σαν ένα τρομπόνι, καλούπι αλλόκοτο, σα φουσκωμένη κολοκύθα στο πίσω τους μέρος και που έβγαζαν ένα παράξενο κρότο, άλλοτε συνεχή κι άλλοτε κομμένο, απαράλλαχτα σαν ένα τρομπόνι, την ώρα που ο μαέστρος με την μπαγκέτα του γνέφει να κάνουν στα κάτω με φορτίσιμα απότομα.

Το ίδιο γινόταν και μέσα στη μάχη όταν όλα τα όπλα χτυπούσαν μαζί, βαριοί όλμοι, μυδράλια και αυτόματα, σαν αμερικάνικια τζαζ που είχε φορτσάρει. Ερχόταν η διαταγή ξαφνικά και χτυπούσαν και τα τρομπόνια.

- Ε, φώναζαν τότε, σταματήστε ν’ ακούσουμε.

Οι άλλοι δεν ήξεραν τι έβαζαν μέσα ούτε πώς λειτουργούσαν ούτε ακόμα και πως εσκότωναν τους αντιπάλους τους. Δεν άφηναν να πλησιάσει κανένας. Είχανε φέρει επί τούτου στρατιώτες, που ήξεραν το χειρισμό τους, μερικούς κλειδωμένους ανθρώπους. Κοιμόσαντε ξεχωριστά απ’ τους άλλους κι ούτε κουβέντιαζαν μαζί τους ποτέ. Μα κι αν ήθελαν να μιλήσουν ακόμα, δε θα τα κατάφερναν πάλι γιατί όλοι τους ήσαν μουγγοί.

Δεν τους έβλεπαν παρά μόνο την ώρα της μάχης, σκεπασμένους από μαύρα κράνη που τους έκρυβαν το κεφάλι και σχεδόν όλο το πρόσωπο. Φορούσαν πράσινα γυαλιά στα μάτια, και στα χέρια χοντρά κετσεδένια γάντια. Δεν άφηναν κανένα μέρος του κορμιού τους γυμνό.

Επλησίαζαν αργά την ώρα της μάχης, σκυφτοί και στεγνοί κι άρχιζαν να χτυπούν με τα τρομπόνια τους και δεν έβλεπες τίποτα, παρά μόνο κάτι σαν ένα τρεμούλιασμα μακριά στο χορτάρι και στην καμένη τη γη.

Τους προξενούσαν φόβο και τους μισούσαν τους τρόμπες, όπως εφώναζαν τους μουγγούς, γιατί τους κοίταζαν πάντα με υποψία, γιατί είχανε έρθει από μακριά, για να φέρουν ένα θάνατο αλλόκοτο, ένα θάνατο φοβερό κι ακατάλληλο. Τους έβλεπαν σαν ένα εχτελεστικό απόσπασμα που πήγαινε να ντουφεκίσει αθώους ή πατριώτες τον καιρό της σκλαβιάς.

Καταλάβαινες πως ο θάνατος που σκόρπιζαν οι μουγγοί δεν ήταν ένας θάνατος που σκόρπιζαν τα ντουφέκια ή οι οβίδες, ένας θάνατος από σφαίρα παλικαρίσιος, που ο μαχητής πέφτει χτυπημένος και το αίμα του ζωγραφίζει πάνω στο στήθος του μια παπαρούνα, ποτίζει το χορτάρι στο πεδίο της μάχης.

Μα ο θάνατος που σκόρπιζαν οι μουγγοί ήταν ένας καινούργιος θάνατος, που δεν μπορούσαν να τον δουν ούτε να τον ζωγραφίσουν στη σκέψη τους.

Ήτανε ακριβώς όπως με τα τρομπόνια μιας ορχήστρας. Μες στα βιολιά και τις βιόλες, τ’ αυτόματα και τα μυδράλια, τα ταμπούρλα και την γκραν-κάσα, το βαρύ και το ορειβατικό, τα τρομπόνια παράμεναν τα τρομπόνια της τζαζ, που κάποιος νέγρος, γεννημένος στο Μιντγουέι τα έπαιζε.

Απίστευτο κι όμως δεν υπήρχε ένα μικρό σημαδάκι να δείχνει πού τέλειωνε ή πού άρχιζε το δικό τους το μέρος, μια χοντρή, κομμένη γραμμή, όπως στους χάρτες, που όριζε τις δικές τους τις θέσεις και τις θέσεις των άλλων. Ο τόπος ήταν ο ίδιος, φύτρωνε το ίδιο χορτάρι, όσο δεν είχε καεί απ’ τα φλογοβόλα, τις οβίδες και τα τρομπόνια.

- Εκεί πέρα είναι οι κόκκινοι! τους είχανε πει.

Και περίμεναν πως θα ’βλεπαν ένα τόπο σκοτεινό, σα σκεπασμένο με ομίχλη και σύννεφα, απ’ όπου θα ’βγαιναν κόκκινες γλώσσες φωτιάς.

Μα, πράμα περίεργο, κάθε πρωί μόλις εφώτιζε ο ήλιος έπαιρνε ο τόπος αντίκρυ μια ζωηρή πορτοκαλένια απόχρωση, χρύσιζε κάτω το καμένο χορτάρι. Ένα σκυλί ερχόταν και έγλειφε τα πεταμένα αποφάγια, κουνούσε την ουρά του και γάβγιζε και μετά πήγαινε και αντικρινά, έγλειφε κι εκεί τα κόκαλα, κουνούσε κι εκεί την ουρά του και γάβγιζε.

 

Η επίθεση που θα γινόταν αυτή την ημέρα θα ήταν μια επίθεση που θα χτυπούσανε μόνα τους τα τρομπόνια. Μέχρι την ώρα αυτή δεν είχανε βρει ένα σκοτωμένο από τρομπόνι έτσι που χειροπιαστά να έχουνε μίαν απόδειξη πως τα τρομπόνια σκοτώνουν και πως ο θάνατος ήταν αυτός που είχανε φανταστεί, σιχαμερός και βασανιστικός.

Είχανε αλλάξει θέσεις και στις γραμμές τους είχανε έρθει οι τρόμπες. Είχανε σκεπάσει τα όπλα τους, για να μην τα βλέπει κανείς κι έτσι δε μπορούσαν να ικανοποιήσουν την περιέργειά τους, να δουν τα αλλόκοτα εκείνα ντουφέκια.

- Θέλω ένα νεκρό, είπε ένας αξιωματικός σε ξένη γλώσσα. Ένα νεκρό που να ’χει σκοτωθεί από τρομπόνι. Θέλω οπωσδήποτε έναν σκοτωμένο από τους κόκκινους.

Μετά οι τρόμπες σηκώθηκαν κι άρχισαν να προχωρούν. Περπατούσαν σκυφτοί κι όταν έφτασαν σε μιαν απόσταση όχι πολύ μακρινή, κατέβασαν τα γυαλιά τους στα μάτια τους κι άρχισαν να χτυπούν.

Ακουγόταν ο αλλόκοτος κρότος τους, άλλες φορές συνεχής κι άλλες φορές ένα κροτάλισμα, ενώ άλλοι μουγγοί τους πλησίαζαν και τους τροφοδοτούσαν με μαύρες μικρές σιδερόφουσκες.

Πίσω, στις πίσω γραμμές, είχανε μαζευτεί πολλοί γαλονάδες με κόκκινα σιρίτια κι αστέρια χρυσά μ’ αετούς κεντημένους στις στολές τους, που είχαν μεγάλες μύτες γαμψές και σουβλερά, αρπαχτικά σιδερόνυχα, πάνω σε σαράντα εννιά αστεράκια.

Παρατήρησαν με τα κιάλια τους, τους τρόμπες και συζητούσαν. Φαινόταν πως  η επίθεση αυτή είχε πολλή σπουδαιότητα.

Η πρωινή τούτη μάχη δεν ήταν η συναυλία των περασμένων ημερών, μα μια συναυλία τρομπονιών που ο μαέστρος σήμερα έγνεφε μόνο σ’ αυτά να παίξουν με σφορτσάτα απότομα ή με ντιμινουέτα απαλά.

Δεν έβλεπες τίποτα, μα ένιωθες το τρεμούλιασμα πάνω στη γης, πάνω στο χόρτο. Ένα πουλί, που σηκώθηκε τρομαγμένο, έκλεισε τις φτερούγες του κι έπεσε κεραυνοβολημένο κάτω στο χώμα, σα να δέχτηκε πάνω του μια φοβερή εκκένωση μιας δυνατής ηλεχτρικής συστοιχίας.

Είχε έρθει πάλι εκείνος ο κρύος και βρόμικος θάνατος και σάρωνε τον απέναντι τόπο. Κι έμοιαζαν τα δέντρα και το χορτάρι, τα φύλλα στους θάμνους ν’ ανακατεύονται, να ψαχουλεύει ο θάνατος τις πυκνές φυλλωσιές να βρει τη ζωή, να τη στραγγαλίσει, να βρει ένα μικρό ζωντανό πλασματάκι να του πάρει την πνοή και να του σφαλίσει τα μάτια.

Απ’ την αντικρινή μεριά κανένας δεν αποκρίθηκε στην πρωινή τούτη πρόκληση μάχης.

Έτσι τα τρομπόνια έπαιξαν μόνα τους όπως ήθελαν αυτά ή όπως ήθελε ο μαέστρος τους και η μπαγκέτα του.

Έμοιαζε η σιωπή των αντικρινών σαν μια προσβλητική ακαταδεξία, σαν τη σιωπή του περήφανου μικρού σκυλιού, μπροστά στο προκλητικό γάβγισμα του μαντρόσκυλου. Κι η σιωπή αυτή έφερνε μια νευρικότητα, περισσότερο τους γαλονάδες, που με τα κιάλια τους παρακολουθούσαν, γιατί έδειχνε αποφασιστικότητα και ήταν σαν να μην ελογάριαζαν τα φοβερά τους όπλα.

Ήρθε η ώρα που τα τρομπόνια σταμάτησαν γιατί οι νότες στην πάρτα είχαν τελειώσει. Οι τρόμπες εγύρισαν πίσω και ένα κύμα από φαντάρους, με προτεταμένα τ’ αυτόματα προχώρησαν σκυφτοί, προσπαθώντας να φυλαχτούν πίσω από βράχους και υψώματα γης.

Η επίθεση αυτή δεν έμοιαζε με τις επιθέσεις των άλλων ημερών, γιατί σήμερα κανένας δεν κοίταζε να προχωρήσει και να κερδίσει έδαφος, γιατί δεν τους χτυπούσαν οι κόκκινοι κι αυτοί κοιτούσαν κάτω στο χώμα και έψαχναν.

Έψαχναν χάμω, σ’ όλη αυτή την έρημη γη, που υπάρχει πάντα ανάμεσα σε δυο αντιπάλους στη μάχη, να βρούνε ένα νεκρό.

Ερεύνησαν όλο τον τόπο. Μπουσούλησαν και χώθηκαν μέσα σε τρύπες που είχαν ανοίξει οι οβίδες, ξεσκίστηκαν από αγκαθερούς αγριόθαμνους, έψαξαν μέσα σε ρεματιές, πίσω απ’ τους βράχους, προχώρησαν μακριά, χωρίς να βρουν ένα κόκκινο σκοτωμένο.

Έφτασαν και μέχρις τι γραμμές τους ακόμα, όπου σταμάτησαν μ’ έκπληξη μπροστά σ’ ένα μπογιατισμένο πανί.

Έδειχνε ένα φουσκωμένο φαντάρο να φυσάει με δύναμη μέσα σ’ ένα τρομπόνι που δεν έβγαζε ήχο. Μπροστά του, ένας γαλονάς αναστατωμένος, στο αναλόγιο του μαέστρου, να σηκώνει τη μπαγκέτα και να του τη χτυπάει στο κεφάλι με δύναμη, ουρλιάζοντας «πιο δυνατά! πιο δυνατά!»

Αυτή ήταν η απάντηση στην πρωινή συναυλία των τρομπονιών και τώρα εξηγιότανε η σιωπή στο προκλητικό γάβγισμα των μουγγών.

Οι γαλονάδες στις πίσω γραμμές, ανησυχούσαν κι έδειχναν την ανησυχία τους αυτή με νευρικές και παρατεταμένες  κραυγές. Όταν οι φαντάροι εγύρισαν χωρίς να κουβαλάνε ένα πτώμα, η νευρικότητα τους έγινε οξύτερη και περισσότερο απ’ όλους ξεφώνιζε ένας γιατρός, όπως φαινόταν απ’ το χρώμα των σιριτιών και των διακριτικών της στολής του.

Αυτός ξεφώνιζε πως ήθελε οπωσδήποτε ένα σκοτωμένο, ένα σκοτωμένο από τρομπόνι κι ό,τι διάβολο ήθελε ας ήταν ο σκοτωμένος αυτός.

Ήθελε ένα πτώμα, ένα πτώμα δικό του. Ήθελε τη ζωή ενός ανθρώπου, ήθελε παιδιά ορφανά και μια χήρα γυναίκα, μια γριά μάνα να κλαίει, το μονάκριβο της παιδί, για να έχει το πτώμα του αυτός.

Ένα πτώμα δικό του που δεν θα ’ταν κανενός αλλουνού, να το σκίσει, να του ανοίξει την κοιλιά και τα σπλάχνα, να τρυπανίσει τον εγκέφαλό του, να του τραβήξει υγρά, να το κομματιάσει το πτώμα, να του βγάλει τα άντερα, να τ’ αφήσει πετσοκομμένο πάνω στο μάρμαρο του χειρουργικού τραπεζιού του, για να παρακολουθήσει τη σήψη του. Το τρυφερό κορμί ενός εικοσάχρονου παλικαριού που μια μητέρα τ’ ανάθρεψε δίνοντάς του να βυζάξει το γάλα της, που του ’χε δώσει τη δική της ζωή.

Οι γαλονάδες ούρλιαζαν κι ο γιατρός είχε θυμώσει πάρα πολύ.

- Το πτώμα μου, στρίγγλιζε, τον σκοτωμένο.

Αποφασίστηκε να ξαναγίνει η επίθεση.

Οι τρόμπες να προχωρήσουν περισσότερο ακόμα, να φτάσουν ως τις γραμμές των κόκκινων, να μπουν  μέσα σ’ αυτές και να τους χτυπήσουν με τα τρομπόνια.

Η γκραν κάσα άρχισε να χτυπάει βαρύγδουπα για να υποστηρίξει τους μουγγούς να πλησιάσουν. Μετά τα βιολιά και οι βιόλες κροτάλισαν και σε λίγο ολόκληρη η αμερικάνικη τζαζ άρχισε πάλι να φορτσάρει.

Οι μουγγοί επροχώρησαν περισσότερο αυτή τη φορά. Μα τα μυδράλια των κόκκινων τους εσταμάτησαν καθώς πήγαιναν να πλησιάσουν τις γραμμές τους.

Έμειναν σε μια μακρινή απόσταση απ’ αυτές κι απέναντί τους αντίκριζαν τις θέσεις των άλλων και ζωγραφισμένο σ’ ένα πανό ένα σιδερόφραχτο γαμψονύχη αετό να έχει σπαράξει, μπροστά σ’ έναν έκπληχτο Νώε, το περιστέρι του κατακλυσμού που γύριζε φέρνοντας ένα κλωνάρι ελιάς. Πάνω στις φτερούγες του αετού ήσαν ζωγραφισμένα σαράντα εννιά αστεράκια.

Καθηλωμένοι εκεί φύσηξαν τα τρομπόνια τους κι άρχισαν να παίρνουν μέρος κι αυτοί στη συναυλία, έτσι που σε λίγο σταμάτησαν όλα και βιόλες και βιολιά κι η γκραν κάσα και δεν απέμειναν παρά τα τρομπόνια που έπαιζαν μόνα τους.

Μα και πάλι φαινόταν καθαρά πως δεν είχαν κατορθώσει να ξεκάνουν κανένα απ’ τους καταραμένους εκείνους τους κόκκινους των αντικρινών γραμμών, για να τον φέρουν να τον κάνουν δώρο στους γαλονάδες των πίσω γραμμών.

Αυτοί με τα κιάλια στα μάτια παρακολουθούσαν και ξεφώνιζαν, κουνούσαν την μπαγκέτα έτσι που σε μια στιγμή δεν απόμεινε παρά ένα μόνο τρομπόνι να παίζει σόλο τις θλιβερές του τρίλιες και οι υπόλοιποι χωρίς να τους καταλάβει κανείς οπισθοχώρησαν.

Το τρομπόνι είχε απομείνει μοναχό του, τονίζοντας το θλιβερό του σκοπό. Ξαφνικά, ένα άλλο κελάηδησε, πιο πίσω απ’ το πρώτο κι απότομα και τούτο σταμάτησε. Ο μουγγός του πρώτου άνοιξε τα χέρια του μ’ έκπληξη, το τρομπόνι του ξέφυγε, στριφογύρισε κι έπεσε έπειτα κάτω στο χώμα. Τίναζε χέρια και πόδια με αγωνία κι απόμεινε με τα χέρια ψηλά, με τα δάχτυλα ανοιχτά, μουντζώνοντας τον ουρανό και τον ήλιο.

Το δεύτερο τρομπόνι σταμάτησε τότε κι εκείνο κι αμέσως μερικοί φαντάροι πετάχτηκαν, έτρεμαν κι έσουραν το σκοτωμένο μουγγό. Του μάζεψαν προσεχτικά το τρομπόνι και τον ετράβηξαν στους γαλονάδες.

Οι υπόλοιποι μουγγοί πέρασαν αθόρυβα γυρίζοντας πίσω, με το κρύο, γυάλινο γεμάτο μίσος βλέμμα τους κι ετράβηξαν για τις σκηνές τους.

Επιτέλους οι γαλονάδες είχαν έναν σκοτωμένον, αδιάφορο αν ο σκοτωμένος αυτός ήταν ένας μουγγός, ένας τρόμπας και δεν ήταν ένας κόκκινος.

Ο γιατρός είχε το πτώμα του, το δικό του το πτώμα. Έναν σφαγμένο, ένα δολοφονημένο μουγγό.

Οι γαλονάδες γελούσαν με ευχαρίστηση γιατί τα τρομπόνια τους σκότωναν, σκότωναν χωρίς οίκτο και είχαν μπροστά τους τώρα το σκοτωμένο. Ο θάνατος ήταν βάρβαρος, τραχύς κι οδυνηρός. Ένα θάνατος βρόμικος και ακατάληπτος.

Τον έφεραν μέσα στο χειρουργείο. Ο σκοτωμένος ήταν φριχτά παραμορφωμένος. Ένας νοσοκόμος τον έγδυσε. Τον έβαλαν πάνω σ’ ένα τραπέζι. Το πρόσωπό του είχε μια τρομερή σύσπαση. Τα μάτια του είχαν γυρίσει, οι κόρες ήσαν πράσινες προς τα μέσα και δεν έβλεπες παρά μόνο τους άσπρους βολβούς. Η γλώσσα του ήταν κομμένη απ’ τα δόντια του που είχαν σφίξει απότομα. Τα τύμπανα των αυτιών του είχανε σπάσει κι ένα πηχτό κίτρινο υγρό είχε τρέξει. Η μύτη του είχε ανοίξει και το μαύρο αίμα, σε χοντρούς θρόμβους, του είχε φράξει τα ρουθούνια. Το σώμα του ολόκληρο είχε μαύρες κηλίδες όπως ενός μαστιγωμένου ανθρώπου.

Ο γιατρός τον εξέτασε και φάνηκε πολύ ευχαριστημένος απ’ αυτή την εξέταση. Τον αναποδογύρισε, τον ψαχούλεψε σ’ όλο του το κορμί. Η ραχοκοκαλιά του είχε σπάσει στα δύο κι όταν προσπάθησε να τον σηκώσει και να τον στήσει όρθιο, εκείνος ετσάκισε και δίπλωσε κομμένος στη μέση.

Το αίμα του είχε χαθεί απ’ τις φλέβες του  και ήταν ένα πτώμα κίτρινο και ωχροπράσινο σαν κακοφορμισμένη, γαγγραινιασμένη πληγή. Δεν υπήρχε απ’ το πολύτιμο αυτό υγρό ούτε στάλα στις φλέβες και στις αρτηρίες του, στα μικρά αιμοφόρα αγγεία του είχαν πάψει να γαλαζώνουν κάτω απ’ το δέρμα.

Πήρε ένα νυστέρι μετά και τον έσκισε απ’ το λαιμό μέχρι κάτω τη φύση του. Με τα χέρια του άνοιξε τον θώρακά του στα δύο, σπάζοντας τα παΐδια του κι έχωσε το μούτρο του οσμίζοντας τα σπλάχνα του. Τον άνοιξε περισσότερο και χώνοντας το χέρι του τράβηξε την καρδιά του και την ξερίζωσε. Νομίζεις πως όλο το αίμα του είχε μαζευτεί εκεί. Πήρε μια σύριγγα και τράβηξε υγρό απ’ τη σπασμένη ραχοκοκαλιά του. Τρυπάνισε το κρανίο του και πήρε λίγο απ’ την εγκεφαλική του ουσία. Ανακάτωσε τα άντερα, άνοιξε το στομάχι, τράβηξε με μιαν άλλη σύριγγα κι άλλα υγρά, που τα ’βαλε μέσα σε μπουκαλάκια.

Έμοιαζε το πτώμα μ’ ένα σφαχτό, μ’ ένα σφαχτό χωρίς  αίμα. Έκοψε το συκώτι και τη σπλήνα και τα ’βαλε μέσα σ’ ένα δοχείο.

Έπειτα, αφού μάζεψε τα μπουκαλάκια, την καρδιά, τη σπλήνα και το συκώτι, τα πήρε και έφυγε.

Το πτώμα ήταν ξαπλωμένο πάνω στο μάρμαρο με τα μάτια γυρισμένα, με τους άσπρους βολβούς να κοιτάζουν παράξενα.

Ανοιγμένο με ανακατωμένα τα άντερα, χωρίς καρδιά και συκώτι, σφαχτάρι, είχε χάσει την ανθρώπινή του υπόσταση. Μόνο οι άσπροι βολβοί των ματιών του εκοίταζαν, σαν να εχλεύαζαν, εκοίταζαν σαν να ρωτούσαν το νοσοκόμο που είχε σταλθεί από πάνω του.

Τότε εκείνος εσκέφτηκε πως το πτώμα θα είχε μητέρα, ίσως πατέρα και ίσως μικρό αδερφό.

Έψαξε μέσα στις τσέπες του, παντού, να βρει ένα όνομα μια ταυτότητα, ένα γράμμα, για να τους γράψει να μην τον περιμένουνε πια.

Έψαξε μέσα σ’ όλες τις τσέπες του, σ’ όλα τα ρούχα του, μα δε βρήκε τίποτε άλλο, εκτός από ένα νούμερο, έναν αριθμό, πάνω στο χιτώνιό του, στιγματισμένο πάνω στο δέρμα του ένα νούμερο, 3312. Και με κλωστή στη φανέλα του, στο πουκάμισό του και στο παντελόνι του, 3312. Παντού ο ίδιος αυτός ο αριθμός 3312. Παντού 3312. Στις αρβύλες του και στις κάλτσες του, στα κετσεδένια του γάντια, πάνω στο κράνος του 3312. και στους γυρισμένους βολβούς του έγραψε 3312 και με την κομμένη του γλώσσα, σα να τον χλεύαζε του ‘λεγε 3312. Είμαι ο 3312.

Οι βολβοί του τον κοίταζαν και νόμισε πως έγινε κι εκείνος ένα νούμερο, το ίδιο το 3311 και το 3313. Και οι άλλοι φαντάροι, όλοι τους είχαμε γίνει ένα νούμερο για τους γαλονάδες, για το γιατρό που ξεφώνιζε ένα σκοτωμένο.

Και το πτώμα τον κοίταζε με τα αναποδογυρισμένα του μάτια.

Και τότε κι εκείνος το πήρε και το γύρισε μπρούμυτα. Του ανασήκωσε τη σπασμένη μέση, που σχημάτιζε μια γωνία και το ’στησε με το κεφάλι και τα πόδια στο τραπέζι έτσι που να δείχνει τα πισινά του στο γιατρό καθώς θα ’μπαινε παρά να δείχνει το φριχτό του μούτρο.

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Επιστροφή στην Ανθολογία από τα Ελεύθερα Γράμματα

Αρχική σελίδα KEIMENA