Λευτέρης Αλεξίου

 

Ο Λευτέρης Αλεξίου γεννήθηκε το 1890 στο Ηράκλειο Κρήτης. Σπούδασε στη Φιλολογική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών και μετεκπαιδεύτηκε στο Πανεπιστήμιο Βερολίνου ως υπότροφος του κράτους. Υπηρέτησε σαν καθηγητής και Γυμνασιάρχης Μέσης Εκπαίδευσης από το 1915 μέχρι το 1954. Έχει εκδώσει τα βιβλία: «Ανάμεσα στη φύση και στο θάνατο», πεζογράφημα, 1910, «Uers Francais», ποιήματα, 1913, «Σονέτα», πρώτο βιβλίο 1914, «Σονέτα», δύο βιβλία 1916, «Οι λύκοι», δράμα μονόπρακτο, 1917, «Σονέτα», 1926. «Η Γένεση», ποιητικό, 1928, «Ηρακλής και Ομφάλη», δραματικός διάλογος, 1928, «Μπαγκατέλλες», ποιήματα και πεζά, 1930, το περιοδικό «Κάστρο», 1934-1939, «Ανάγλυφα και Σύμβολα», ποιήματα, 1940, «Έργο Ζωής», ποιήματα, 1951, «Οίκοι Κατανυκτικοί»,ποιήματα, 1952, «Αποχαιρετισμός», ποιήματα, 1955, «Αξέχαστοι Καιροί», χρονικό της νιότης, 1957, «Χρονικό των δυο πολέμων», 1960. Μεταφράσεις Λατίνων, Άγγλων και Γάλλων ποιητών. Πέθανε το 1966 στο Ηράκλειο.

 

«ΑΝΕΒΛΗΘΗ ΕΠ’ ΑΟΡΙΣΤΟΝ»

Τον υπολοχαγό Τζοβάννη Σαβιόττη, πρώτο μελανοχίτωνα του στρατού των Ιταλών στη Νεάπολη της Κρήτης, τον έδειχναν οι δικοί μας με το δάχτυλο, γιατί συνήθιζε να δέρνει τους Έλληνες εργάτες, που δουλεύανε στις υπηρεσίες τους. Αλλά και τους πολίτες έδερνε, σαν του φαίνονταν, πως δεν έδειχναν τον απαιτούμενο σεβασμό κατά τις τελετές της σημαίας.

Ένα βράδυ γιόρταζαν σ’ ένα φιλόξενο σπίτι κι ήταν εκεί, μ’ άλλους Ιταλούς αξιωματικούς, κι ο σπάνιος αυτός τζέντλεμαν. Οι δικοί μας δεν τους εκαλούσαν, επειδή δεν τους εσυμπαθούσαν, αλλά, με το να μένουν στα σπίτια τους, δεν μπορούσαν να κάμουν αλλιώς.

Υπηρετούσε τότε στο Πρωτοδικείο ως Πρόεδρος ένας πολύ σχετικός μου. Ζούσε κει με την κοσμική γυναίκα του, που καταγόταν από την Κέρκυρα και μιλούσε λεύτερα την ιταλική.

Στη γιορτή περίμεναν από στιγμή σε στιγμή την κυρία Προέδρου, που με την ομορφιά της και τη χάρη της θα ’δινε τον τόνο στη συντροφιά. Μιλούσαν, αστειεύονταν, χαριτολογούσαν, μα μετρημένα. Η παρουσία των Ιταλών εμπόδιζε τις εγκαρδιότητες, ήταν όμως υποχρεωτική, καθώς είπαμε.

Σαν η κυρία Προέδρου μπήκε, το κορίτσι της οικογένειας ανάλαβε να κάμει τις σύστασες. Η κυρία Προέδρου χαμογελά σ’ όλους με την αράδα και τους δίνει το χέρι. Σκύβουν αυτοί σαν ιππότες εξασκημένοι στις ρεβερέντζες.

Έρχεται κι η σειρά του Τζοβάννη Σαβιόττη, που περιμένει. Μα μόλις η κυρία Προέδρου γροίκησε τ’ όνομά του, τινάχτηκε. Τράβηξε το απλωμένο χέρι της και το ’κρυψε πίσω της.

― Εσάς δε σας δίνω το χέρι μου, γιατί κακομεταχειρίζεστε τους συμπατριώτες μου.

Προκλήθηκ’ αίστηση κι ο μελανοχίτωνας εκοκκίνησε.

― Κυρία, με προσβάλλετε!

― Δε μ’ ενδιαφέρει.

― Τον άντρα σας όμως τον ενδιαφέρει.

― Δεν το πιστεύω!

― Θα το πιστοποιήσετε γρήγορα.

― Σας παρακαλώ, ν’ αφήσετε τον άντρα μου στην ησυχία του!

― Μόνο σα μ’ ικανοποιήσει!

― Τι λέτε καλέ; Πού; Πότε; Πως θα γίνει;

― Στο πεδίο της τιμής!

Αυτός ο διάλογος έγινε στα γρήγορα κι όλοι παρακολουθούσαν. Η τελευταία φράση του Ιταλού φάνηκε πολύ κωμική στην κυρία Προέδρου.

Την έπιασε νευρικό γέλιο και ξεκαρδιζότανε συνέχεια.

― Γελάτε, της λέει κείνος, αλλά θα δούμε ποιος θα γελάσει τελευταίος!

Ένα σκοτεινό συναίσθημα πλάκωσε τις καρδιές και δεν ακουγότανε τσιμουδιά. Οι συνάδελφοι του Σαβιόττη, σ’ ένδειξη της αλληλεγγύης τους με τον προσβεβλημένο, φύγανε μαζί του. Διαλύθηκαν κι οι ντόπιοι. Δεν είχε κανένας κέφι για συνέχεια της γιορτής.

Άμα ξημέρωσε, κάθε κάτοικος της Νεάπολης, από τον πιο μικρό ως τον πιο μεγάλο, μιλούσανε για την άδηλης έκβασης ιστορία.

Καθόμουνα στο γραφείο του Γυμνασίου και φυλλομετρούσα βιβλία, και ξάφνου μπαίνουνε δυο καραμπινιέροι, μου παραδίνουν ένα φάκελο κλειστό και φεύγουνε. Τον ανοίγω και διαβάζω μ’ έκπληξη, πως στις τέσσερες ακριβώς έπρεπε να βρίσκομαι στο σπίτι του κυρίου Προέδρου για κάποια σοβαρή κι επείγουσαν υπόθεση.

Πήγα χωρίς αναβολή στου Προέδρου. Τον βρήκα να πηγαίνει ταραγμένος απάνω κάτω. Με πληροφόρησε, πως μαζί μ’ ένα Πρωτοδίκη μας είχε διορίσει μάρτυρές του, κι έπρεπε να συναντηθούμε σε λίγο με τους μάρτυρες τού μελανοχίτωνα, για να συμφωνήσουμε πότε θα γίνει, πού και πώς η μονομαχία.

― Θέλεις κι άλλα, γυμνασιάρχα; Δεν της είναι δυνατό μήτε τα συναισθήματά της να κρύψει, μήτε τα νεύρα της να δαμάσει! Τούτα κάνει διαρκώς!

Έπειτα σταμάτησε το άμε - κι έλα του και μου ‘πε:

― Μη θαρρείς πως είν’ η πρώτη τέτοια ιστορία που μου σκαρώνει! Μα τώρα τα πράγματα δεν είν’ όπως πριν. Είμαστε στη διάκριση των τυράννων. Αδύνατο να το καταλάβει και να βάλει νερό στο κρασί της!

Η κυρία Προέδρου στο μεταξύ, κλεισμένη στο δωμάτιό της, έκανε, φαίνεται, την τουαλέτα της, για να μας παρουσιαστεί. Και σε λίγο πραγματικά μας ήρθε μυρισμένη, περιποιημένη στην εντέλεια. Κάλτσα, παπούτσι, στην πένα.

― Μην τον παρεξηγείτε, μου συσταίνει. Παραδέχτηκε το ρόλο του κατεχόμενου και του σκλάβου κι ησύχασε.

― Θα προτιμούσες κυρία μου, να κάνω τον αφέντη; Κι εγώ θα το ’θελα. Μα δε θ’ άλλαζεν η κατάσταση.

Κατάφτασε κι ο δεύτερος μάρτυρας του Προέδρου κι όλοι περιμέναμε πια τους Ιταλούς.

― Α να δούμε ποιας λογής ικανοποίηση θα μας γυρέψουν, είπεν ο Πρόεδρος. Δεν πιστεύω ναι και καλά ν’ απαιτούνε μονομαχία. Τί λέτε και σεις;

Ο νεοερχόμενος, νομικός και τριμμένος στα δικανικά, προθυμοποιήθηκε ν’ απαντήσει:

― Το πραχτικότερο που ’χομε να κάμουμε, θα ’τανε να καταφύγουμε στο ακαταλόγιστο. Φαντάζομαι, πως έχει παντού τη θέση του.

― Θα το δεχτούν άραγε το ακαταλόγιστο; τον αντίσκοψεν ο Πρόεδρος.

― Κι αυτοί να μην το δεχτούν, εγώ ξέρω, λε’ η Προεδρίνα, πως τα ’χω τετρακόσα κι έκαμα το χρέος μου, τέλειωσε!

― Ποιο σου χρέος, έκαμες, αγάπη μου; Να βάλεις αυτό το ρεμάλι να με σκοτώσει;

― Μη φοβάσαι! Δε θ’ αφήσω να σε πειράξουν.

― Είναι στο χέρι σου, θαρρείς; Έχεις την ιδέα γι’ αυτά τα πράματα, πως είναι παίξε-γέλασε; Στην παλιάν Ελλάδα ξεκάνουνε κόσμο κάθε μέρα!

― Τους προσκυνημένους δεν τους πειράζουν. Ησύχασε, Πρόεδρε!

Κι η Προεδρίνα γέλασε πικρά και προστατευτικά.

Χτύπησαν. Άνοιξ’ η πόρτα και μπήκανε δυο λοχαγοί φασίστες. Φορούσανε κράνη που λαμποκοπούσαν. Εξάρτυσες, σπαθιά, περίστροφα. Μπότες ως απάνω γυαλισμένες σαν καθρέφτες. Ήρθανε, μ’ όλη τη φοβερή ζέστη, με τη μεγάλη φασιστική τους στολή, για να μας θαμπώσουνε. Τα πρόσωπά τους έδειχναν σοβαρότητα και λύπη. Πείστηκα, πως δεν ήταν όσο κωμικά φαίνονταν όλ’ αυτά. Κι ένα συναίστημα κατάθλιψης με γέμισε και μ’ αρρώστησε.

Κάθισαν και σύστησαν τον Πρόεδρο και την κυρία Προέδρου να μας αφήσουν. Έτσι μείναμε μόνο μεις οι τέσσερες μάρτυρες. Ένας Ιταλός από τους δυο, μ’ ευχάριστο πρόσωπο και καλούς τρόπους, άρχισε να μας μιλά για τη σοβαρότητα της περίπτωσης.

Είπε πως ο προσβεβλημένος είναι λαμπρός νέος κι άριστης οικογένειας. Τύπος και υπογραμμός στα καθήκοντά του. Κι είναι λυπηρό, λέει, πως ένας τέτοιος αξιωματικός έπεσε θύμα συκοφαντίας, ότι τάχα δέρνει και κακομεταχειρίζεται τους Έλληνες!

Είπα και γω, πως κι η κυρία Προέδρου δεν ήθελε με κανένα τρόπο να προσβάλει τον κύριον αυτόν.

Εσηκώθηκαν, αφού μας παράδωκαν ένα πολυσέλιδο ντοκουμέντο, γραμμένο στη γραφομηχανή σ’ ιταλική γλώσσα.

Την επαύριο, στις δέκα το πρωί, χρειαζότανε, λέει, να βρεθούμε στην κατοικία τους, για να συνεδριάσουμε και να συμφωνήσουμε για το πού, πότε και πώς ο πελάτης τους θα ’παιρνε την ικανοποίηση, που του ταίριαζε.

― Θα βοηθούσε στο σκοπό μας, είπε εκείνος που ’χε το λόγο, μια προσεχτική μελέτη τούτου δω του ντοκουμέντου. Κι επειδής είναι πιθανό να μην ξέρετε τους «κανόνες της ιπποσύνης», σας αφήνομε το σχετικό κώδικα, για να τον συμβουλευτείτε!

Δεν είχαν οι κακόμοιροι δουλειά, κι αδιαφορούσαν, αν εμείς επνιγόμαστε στα μαθήματα, στην αλληλογραφία του σκολειού, στις ντάνες των τετραδίων και των διαγωνισμάτων.

Σηκώθηκαν έπειτα, χαιρέτησαν φασιστικά σ’ επίσημο τόνο, κι έφυγαν. Είχανε τελειώσει την αποστολή τους.

Διάβασα μερικές παράγραφες του μακρότατου ντοκουμέντου.

Άσφαλτα θα ξενύχτησε κείνος που το σύνταξε. Χρειαζότανε τώρα, και γω να ξενυχτήσω, για να το διαβάσω!

― Τι μου κάνεις! Είδες τι μου κάνεις αγάπη μου;

Ο Πρόεδρος υπόφερνε πολύ. Της Προεδρίνας δεν της καιγότανε καρφί.

Διαβάζοντας στο σπίτι μου με προσοχή τ’ ατέλειωτο χαρτί, παρατήρησα με ξαλάφρωμα, πως εγινότανε λόγος και για την περίπτωση του μη καταλογίσιμου μιας ενέργειας, όταν αυτός που την έκαμε, δεν έχει τον έλεγχο των πράξεών του. Δε διάβασα παρακάτω, παρά ξανάτρεξα στου Προέδρου.

Τους είπα πως η δικλείδα βρέθηκε στ’ ακαταλόγιστο. Κι αυτό θα μας απάλλασσεν από παραπέρα φασαρίες. Εχρειάζονταν όμως απαραίτητα, πρώτον: ο σύζυγος να ζητήσει συγνώμη, μπροστά σ’ όλη την ομάδα, που παραβρίσκονταν, άμα γίνηκεν η προσβολή. Δεύτερον: οι μάρτυρες του συζύγου κι ο σύζυγος έπρεπε να διακηρύξουνε σ’ επίσημο πρακτικό, καθαρά και κατηγορηματικά, πως η κυρία Προέδρου δεν έχει ευθύνη των πράξεων και των λόγων της.

Ο Πρόεδρος αποδέχτηκε τους όρους και στράφηκε στη γυναίκα του:

― Μη δίνεις σημασία, να χαρείς! Κοίταζε να περνούμε τις μαύρες μέρες και τίποτ’ άλλο. Μην απαιτείς όλα να γίνουνται σα μια φορά, γιατί θα σου κοστίζει περισσότερο το πώς βρισκόμαστε στην κατάσταση που βρισκόμαστε. Δεν το παραδέχεσαι;

Σταμάτησε και περίμενε την απάντησή της όλος αγωνία. Για να τον λυπάσαι πραγματικώς! Αλλά της κυρίας Προέδρου το μένος όλο ξεχείλιζε:

― Δεν παραδέχομαι τίποτ’ άλλο, παρά πως έκαμα το χρέος μου σαν Ελληνίδα κι είμαι περήφανη γι’ αυτό. Σου το ξανάπα προ ολίγου. Μακάρι και να με τουφέκιζαν.

― Αι, δεν είσαι λοιπόν σε θέση να λογικευτείς και το πράμα γίνεται λυπηρό, δραματικό. Φοβούμαι, πως σε λίγο θα ’ναι κι ανεπανόρθωτο.

Σηκώθηκε γεμάτος αγωνία και κοίταξε ψηλά:

― Τι βραχνάς, Θεέ μου, τι βραχνάς!

― Είναι ντροπή, Πρόεδρε, τον αντίσκοψε κείνη, να ‘σαι τόσο φοβιτσιάρης. Έχεις ανάγκη κανέναν; Ο κόσμος όλος γκρεμίζεται και μεις το τομαράκι μας! Άνοιξε μια φορά το στόμα σου να πεις και συ κάτι τολμηρό! Βαρέθηκα τις φρόνησες και τις δειλίες σου! Να μην έχεις αντρειοσύνη! Και να μ’ αφήνεις εκτεθειμένη στα μάτια του κόσμου κι αυτών των γελοίων!

― Οι περίστασες είναι τέτοιες, αγαπημένη μου. Κατάλαβέ το μια για πάντα. Δεν είσαι παιδί! Δεν είναι καιρός πια για τέτοια! Κατάλαβέ το!

Μίλησε σε μας η Προεδρίνα:

― Κατάλαβα κάτι άλλο πολύ πιο χρήσιμο. Πως δε ζητούν από μένα τίποτα. Στράφηκε στον άντρα της. Γι’ αυτό να χαίρεσαι, Πρόεδρε! Πήγαινε να ζητήσεις γονατιστός συγνώμη να τελειώνουμε! Δε θα καλοπερνούσες, αν ζητούσαν από μένα το παραμικρό. Τα γουρούνια, τους γελοίους, τους γυναικάκηδες! Έπρεπε να ’ναι αλλιώς τα πράματα και θα ’βλεπαν!...

Αλλά τι πρωτόφαντα πράματα παρουσιάζουν οι πρωτόφαντες περίστασες! Αν η ζωή τρέχει στον κανονικό της δρόμο, τα γεγονότα δεν έχουνε καμιά πρωτοτυπία. Μπορείς εύκολα να τα προβλέψεις. Αντίθετα, σαν ο δρόμος μιναριστεί κι ανατιναχτεί, δεν ξέρεις πια πού πας. Απ’ αλλού ξεκινάς, αλλού φτάνεις.

Άμα πήγαμε την επαύριο στο σπίτι που μέναν οι δυο γνωστοί μας αξιωματικοί, κι ανεβήκαμε τις σκάλες, ακολουθώντας τις ορντινάντζες που μας έδειχναν το δρόμο, παραξενευτήκαμε να τους βρούμε γελαστούς, ευχάριστους, ευπροσήγορους. Άλλους ανθρώπους τέλος πάντων από εκείνους που γνωρίζαμε και περιμέναμε να ξαναντικρίσουμε. Χαμογελούσαν και δεν εβιάζονταν να ’ρθούμε στο θέμα. Σα να ’μαστε σε φιλοφρονητική βίζιτα. Μας πρόσφεραν καφέ και βουτήματα, που τους έστειλαν οι δικοί τους από την Ιταλία.

Σαν εθίξαμε πρώτοι εμείς το θέμα της ικανοποίησης του πελάτη τους, για να τελειώνουμε και να βγούμε από την αγωνία, εκείνοι μας εδήλωσαν, πως η προσβολή, κι η μονομαχία κι η συγνώμη δεν ήτανε ζητήματα, που ζητούσαν άμεση διευθέτηση. Θα τα συζητούσαμε μιαν άλλη φορά. Δεν αμφιβάλλανε καθόλου πως η καλή κι ευγενικιά κυρία Προέδρου, δεν είχε πρόθεση να προσβάλει κανένα.

Τι γίνηκε, που προκάλεσε την απίστευτη τούτη μεταβολή στην κατάσταση; Τίποτα μ’ άμεση σχέση προς την αγένεια της κυρίας Προέδρου στον ευγενικό μελανοχίτωνα!

Χτύπησαν αιφνιδιαστικά κείνη τη νύχτα τη Σοβιετικήν Ένωση τα τάγματα της Εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας.

Ήτανε χιλιάδες τα μίλια που χώριζαν από τα καινούργια μέτωπα την Ιταλία και τους Ιταλούς της Κρήτης. Όμως είχαν φαίνεται δοκιμάσει τέτοιο σοκ, ώστε τα ’χασαν. Εξύπνησαν από το λήθαργό τους άξαφνα και δεν μπορούσανε να συνέρθουνε.  

Εφοβόντανε τώρα, πως ο Ντούτσε, πιστός του Φύρερ οπαδός, φίλος και θαυμαστής, θα ’στελνε, πάνω στην έξαψη της γενναιοδωρίας του, φασιστικά σώματα στρατού, για να βοηθήσουνε στην… οικοδόμηση της καινούργιας τάξης!

Οι καταχιόνιστες της ρούσικης στέππας κι εφιαλτικές έκτασες, με τους είκοσι και σαράντα βαθμούς υπό το μηδέν, έκαμαν ώστε να φανούνε μικρολογήματα οι προσβολές της Προεδρίνας κι οι συγνώμες του Προέδρου καθώς και του συναδέλφου τους η φιλότιμη προσπάθεια να ταπεινώσει ναι και καλά μια περήφανη γυναίκα.

Τι πολύτιμο, τι σπάνιο πράμα θα ’ταν αν είχαμε μαγνητοφωνημένες όλες τις ομιλίες, που γίνηκαν από τους Ιταλούς της Νεάπολης της Κρήτης κατά τη νύχτα της εικοστής προς την εικοστή πρώτη του Γιούνη 1941!

Κατάλαβαν άψε-σβήσε πως δεν ήτανε φρόνιμο να προκαλούνε την έχτρα των ντόπιων ας ήταν ακόμα και των πιο φιλήσυχων.

― Αι στο καλό, λέγανε, πως θα πάμε να τους γυρεύουμε και ρέστα! Δε φτάνει, πως τους εταράξαμε μέσα στα σπίτια τους; Είχε δίκιο, να μη δώσει το χέρι της η Προέδρου στο Σαβιόττη!

 

 

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Επιστροφή στην Ανθολογία Αντιστασιακής Πεζογραφίας

Αρχική σελίδα KEIMENA