Πέτρος Αμπατζόγλου

Ο Πέτρος Αμπατζόγλου γεννήθηκε στην Αθήνα με καταγωγή από το Κέρκαγατς της Μικράς Ασίας από τον πατέρα του και από την Κωνσταντινούπολη από την μητέρα του. Τα πρώτα οχτώ χρόνια της ζωής του τα πέρασε με την οικογένειά του στο Νέο Ηράκλειο και το 1939 η οικογένεια εγκαταστάθηκε στο κέντρο της Αθήνας, όπου ο πατέρας ασχολήθηκε με διαφόρων ειδών επιχειρήσεις (κέντρο διασκέδασης, θέατρο, αργυροχρυσοχοείο), όλες χωρίς επιτυχία και κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής άνοιξε μεταφραστικό και δακτυλογραφικό γραφείο. Ο Αμπατζόγλου κινδύνεψε κατά την περίοδο αυτή να πεθάνει από αβιταμίνωση. Αποφοίτησε από το Γυμνάσιο το 1950 και διορίστηκε μετά από διαγωνισμό στην Ηλεκτρική Εταιρεία Αθηνών - Πειραιώς, από όπου συνταξιοδοτήθηκε πρόωρα λόγω της αδύναμης υγείας του το 1966. Το 1964 παντρεύτηκε την αρχιτέκτονα Καίτη Παπανικολάου. Ασχολήθηκε επίσης με τη σύνταξη κειμένων στη διαφημιστική εταιρεία Έργον και μετά τη συνταξιοδότησή του έφυγε με τη γυναίκα του για το Λονδίνο, όπου πέρασε από τότε μεγάλο μέρος της ζωής του. Το 1969 πήρε χορηγία από το ίδρυμα Φορντ και το 1973 επισκέφτηκε πανεπιστήμια των Η.Π.Α. με υποτροφία του Διεθνούς Προγράμματος Συγγραφέων του Πανεπιστημίου της Αϊόβα. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’60 από τις σελίδες της Νέας Εστίας και το 1962 εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων "Με το Μινώταυρο" και στράφηκε αποκλειστικά στην πεζογραφία με εξαίρεση κάποιες μεταφραστικές απόπειρες σε περιοδικά. Το 1964 τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο για το έργο του "Ισορροπία τρόμου". Ο Πέτρος Αμπατζόγλου ανήκει στους έλληνες πεζογράφους της μεταπολεμικής γενιάς. Βασικό χαρακτηριστικό της γραφής του είναι η απόλυτη κυριαρχία του φαντασιακού στοιχείου και του συνειρμού, σε βαθμό που καταλύει τόσο τις παραδοσιακές αφηγηματικές δομές όσο και την όποια χωροχρονική συνοχή στην εξέλιξη του μύθου. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Πέτρου Αμπατζόγλου βλ. Γιαλουράκης Μανώλης, «Αμπατζόγλου Πέτρος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα, Χάρη Πάτση, 1968, και Ζήρας Αλέξης, «Πέτρος Αμπατζόγλου», στο συλλογικό έργο «Η μεταπολεμική πεζογραφία · από τον πόλεμο του '40 ως τη δικτατορία του '67», Β΄, σ.184-199, Αθήνα, Σοκόλης, 1988. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών γεννημένων από το 19ο αιώνα έως το 1935, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

 

Πέτρος Αμπατζόγλου, «Ο Ακατανόμαστος» (Το ελληνικό φανταστικό διήγημα, τόμος Β΄, Μάκης Πανώριος 1993, Αθήνα, εκδόσεις «ΑΙΟΛΟΣ», σς.14-19). Το διήγημα αρχικά είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό «Τρίτο Μάτι», Απρίλιος 1991.

 

 

 

Ο ΑΚΑΤΑΝΟΜΑΣΤΟΣ

 

Το παραμύθι είναι μια μεταμφίεση της πραγματικότητας, είπε ο τραπεζικός υπάλληλος που ψάρευε δίπλα μου. Γνωριστήκαμε εκεί στο βραχάκι με τη θάλασσα αρυτίδωτη και τα ψάρια αδιάφορα στα δολώματά τους.

            Δεν ξέρω γιατί αισθάνομαι την ανάγκη να σας μιλήσω για την προηγούμενη ζωή μυ, είπε, κάτι που δεν τόλμησα ούτε με τη γυναίκα που αγάπησα και ίσως ακόμα αγαπώ. Μου φαίνεται πως σας γνωρίζω ανέκαθεν, μαντεύω πως είστε αρχαιότερός μου. Μάλλον, ξέρω ποιος είστε, αν και φοβάμαι να το παραδεχθώ. Νομίζω πως ήρθε η ώρα της εξομολόγησης, μια και κοντεύω πάλι να πεθάνω.

            Ο άγνωστός μου τραπεζικός ήταν κάποτε διαχειριστής του αιμοδιψούς Τζένγκις Χαν που έκαψε την Κίνα, την Τρανσκαυκασία, τη Γεωργία και την Αρμενία, εκεί το δέκατο τρίτο αιώνα, τη σκοτεινότερη περίοδο της ανθρωπότητας. Μονολογώντας και χωρίς να γυρίσει ούτε μια φορά να κοιτάξει, μου διηγήθηκε αυτή την απλή ιστορία που για τους ορθολογιστές δεν είναι παρά ένα παιδικό παραμύθι.

 

Εκείνο το βράδυ με το ολόγιομο φεγγάρι να σκεπάζει με νεκρό φως τις έρημες στέπες, αλλά και τα πυκνά δάση, κάτι ασυνήθιστο συνέβη. Μια ψυχρή πνοή διέσχισε το διάστημα απ’ το σημείο του γαλαξία της Ανδρομέδας και σαν εκπνοή ζώου πεντακοσίων χιλιάδων τόνων, ταξιδεύοντας με ταχύτητα μεγαλύτερη απ’ το φως, έφτασε στο δάσος του Ταρμακιστάν. Μια πνοή τόσο παγωμένη που ό,τι άγγιζε το κατέψυχε για πάντα, μεταμορφώνοντάς το σε ξερό πάγο.

            Διασχίζοντας το δάσος η πνοή έσπερνε τρόμο στα ζώα και τα φυτά. Κλαδιά δέντρων στράβωναν για να την αποφύγουν σα να τα λύγιζε ισχυρός άνεμος, μεγάλα αλλά και μικρά ζώα έπεφταν κεραυνοβολημένα από τρόμο, έντομα και ζουζουνάκια κρύβονταν κάτω από πέτρες ή πέθαιναν, όπως η παγωμένη πνοή προειδοποιούσε για τον ερχομό της μ’ έναν ήχο καρδιάς, υπόκωφο και απειλητικό. Τέλος, η πνοή πήρε κατεύθυνση πέρα απ’ το πυκνό δάσος κι έφτασε σ’ ένα φτωχικό σπιτάκι, όπου το κίτρινο φως των κεριών τρεμούλιαζε σαν να πάλευε να ζήσει. Έτσι πάλευε για να ζήσει και το νέο παλικάρι πάνω στο αχυρένιο στρώμα. Το στήθος του δυσκολευόταν να πάρει αναπνοή, τα μάτια του κλειστά με μαύρους κύκλους και δίπλα η μητέρα έκλαιγε βουβά. Τα δάκρυά της έτρεχαν πάνω στην ανοιχτή εγκαταλελειμμένη παλάμη του, μέχρι που ξαφνικά το κουρασμένο στήθος σταμάτησε ν’ ανεβοκατεβαίνει και στο κίτρινο πρόσωπό του απλώθηκε το άσπρο του θανάτου.

            Η μητέρα έβγαλε μια παρατεταμένη φωνή πληγωμένου αρπακτικού πουλιού και λιποθύμησε. Συνήλθε από το δροσερό αεράκι που έμπαινε απ’ το ανοιχτό παράθυρο.

            Το κερί όμως τώρα έκαιγε σταθερά και το νεαρό παλικάρι της χαμογελούσε πονηρά, λες και ο θάνατός του ήταν μια κακόγουστη φάρσα. Πριν η γυναίκα συνέλθει από την έκπληξη και την ευτυχία της, ο νέος πετάχθηκε όρθιος, τεντώθηκε, έκανε ένα πήδο, χασμουρήθηκε κι έβαλε κάτι τρελά γέλια.

            - Θαύμα, είπε, θαύμα, λίγο αδύνατος μου πέφτει, αλλά θα τον παχύνω.

            - Ναι, παιδί μου, θαύμα Κυρίου θαύμα, είπε η γυναίκα και γονάτισε να προσκυνήσει. Θα σου φτιάξω αμέσως, αγόρι μου, μια σουπίτσα να πιεις να συνέλθεις, που μας πέθανες.

            - Πεινώ σα λύκος, μάνα, είπε ο νέος και ξαφνικά η φωνή του έγινε τραχιά και απειλητική.

            - Αμέσως να φέρω την κότα, παιδί μου, είπε η μητέρα.

            Ανυπόμονος την ακολούθησε μέχρι το κοτέτσι, όπου στα τυφλά η μητέρα άρπαξε μια διαμαρτυρόμενη πουλάδα και την έφερε κοντά στην πόρτα με το φως.

            - Κράτα την, παιδί μου, να πάρω το μαχαίρι, είπε και την παρέδωσε.

            - Δεν χρειάζεται μαχαίρι, μάνα, είπε ο νέος γελώντας. Με τρόμο τον είδε να χώνει το κεφάλι του πουλιού στο στόμα του και με μια δαγκωνιά να το κόβει και το φτύνει στο χώμα. Το ακέφαλο σώμα σπάραζε όπως ακόμα μισοζώντανο άρχισε να το ξεπουπουλιάζει.

            - Βάλε νερό στη χύτρα, μάνα, φώναξε. Είμαι έτοιμος. Απ’ το στόμα του έσταζε αίμα.

 

Στο χαμόσπιτο του μάγου, η μητέρα έκλαιγε με λυγμούς.

            - Σοφέ μου, βοήθησε μια δυστυχισμένη. Το παιδί μου έγινε καλά από τον πυρετό, αλλά έχασε το μυαλό του. Με το στυλιάρι σκότωσε το σκύλο που τόσο πολύ αγαπούσε. Τον σκότωσε γιατί το ζωντανό κρυβόταν μόλις τον έβλεπε και του σηκωνόταν η τρίχα. Μια γάτα μας, τη σούβλισε και γελούσε. Τις προάλλες γυρίζει και μου λέει: «Τον θες αυτόν τον πύργο, αν τον θες στον χαρίζω». «Πώς θα μου χαρίσεις, παιδί μου, τον πύργο του Γεντί Χαν», του λέω. «Μπορώ να σου χαρίσω τον κόσμο όλο», μου λέει και γελά. Και ξαφνικά άρχισε να μιλά βραχνά και σαν με ουρλιαχτό και τα μάτια του έγιναν φωσφορικά, και πότε μίλαγε με φωνή βαριά και πότε με ψιλή γυναικεία και βγήκε έξω κι άρπαξε τη βαρέλα με το νερό και τη σήκωσε σαν πούπουλο στον αέρα και την πέταξε δέκα μέτρα, το μικρό αδύνατο αγοράκι μου, που μόλις είχε γλιτώσει απ’ τον πυρετό. Έλα να το γιατρέψεις, σοφέ μου δάσκαλε, και θα σου χαρίσω τη γελάδα μου, είκοσι κότες και πάντα στις προσταγές σου.

            Και προχθές, μεγάλε δάσκαλε, είδαμε τέσσερις καβαλάρηδες του Γεντί Χαν και του είπα, «κρύψου, γιε μου, θα σε στρατέψουν με το ζόρι» κι έβαλε τα γέλια, «κοίτα τι θα πάθουν», είπε κι έφτασαν στο σπίτι μας και λέει ο ένας ο πιο άγριος «έλα μαζί μας, θα γίνεις στρατιώτης του Γεντί Χαν». Κι ο γιος μου γέλασε και τότε οι τέσσερις πολεμιστές έσυραν τα σπαθιά τους και χτυπήθηκαν μεταξύ τους και σκοτώθηκαν μπροστά μας και ο γιος μου πήρε τα τρία άλογα και τα πούλησε και κράτησε το τέταρτο κι έθαψε τα πτώματα στο λάκκο με τον ασβέστη. Βοήθησέ με, δάσκαλε, να σώσω το παιδί μου.

            Ο δάσκαλος φόρεσε το γούνινο καπέλο του κι έβαλε στο ταγάρι του ένα μπουκαλάκι πολτοποιημένο βάτραχο και σκόνη αράχνης, ένα μπουκαλάκι ζουμί βοτάνων και ένα μπουκάλι νερό απ’ την πηγή των πνευμάτων, που για να το μαζέψεις πρέπει να κρεμαστείς με σχοινί είκοσι μέτρων στο καταρράκτη.

            Μπροστά η μητέρα και πίσω ο δάσκαλος έφτασαν στην καλύβα και σ’ ένα συγκλονιστικό θέαμα: ο ασθενικός νέος κρατούσε ένα βαρύ σπαθί όσο το μπόι του και με άγριες φωνές κομμάτιαζε θεόρατο ευκάλυπτο. Το σπαθί έπεφτε κι έκοβε το δέντρο, λες κι ήταν από χαρτί κι ώσπου να συνέλθουν απ’ την κατάπληξη δεν είχε απομείνει τίποτα άλλο εκτός από διάσπαρτα κλαδιά κι ένας διαμελισμένος καρπός.

            Ο δάσκαλος πέταξε το ταγάρι και χωρίς λέξη το έβαλε στα πόδι. Ο γιος γύρισε και κοίταξε τη μητέρα σκεπτικός σα να προσπαθούσε ν’ αποφασίσει κάτι δύσκολο, σαν κάποιος δισταγμός από ανάμνηση του σώματος ν’ αντιστεκόταν, ίσως κάποια κρυφή διαμαρτυρία των κυττάρων να εμπόδιζαν την τελική κίνηση, αλλά ξαφνικά ξυπνώντας απ’ τον λήθαργο σήκωσε το σπαθί και την έσκισε στα δύο. Ύστερα καβάλησε το άλογο κι έφυγε μέσα στο σούρουπο. Στα χωράφια οι χωρικοί σχολίαζαν αργότερα μεταξύ τους για τον τρελό καβαλάρη. Έλεγαν πως έμοιαζε με μαύρο σύννεφο σκόνης που άλλαζε συνεχώς σχήμα και πως τον ακολουθούσε ένα ουρλιαχτό από άνθρωπο σε μεγάλο βάσανο.

            Ακόμα έλεγαν πως το σπίτι του τη νύχτα φωσφόριζε, μπορούσε να το διακρίνει κανείς από πολύ μακριά, αλλά όταν πλησίαζες ο φωσφορισμός χανόταν, μύριζε όμως θειάφι.

            Τι απέγινε όμως ο μητροκτόνος; Φήμες για φοβερά και ακατανόητα είχαν διαδοθεί. Ένα πρωί ο Γεντί Χαν δέχθηκε ένα χλομό και εξασθενημένο νέο τυλιγμένο σε θαυμάσιες γούνες αρκούδας και ζωσμένο με βαρύτατο σπαθί. Ο νέος είπε πως ήταν διακεκριμένος νουκούτ, αλλά από μεγάλη τύχη έμαθε το μυστικό να μετατρέπει το χαλκό σε χρυσάφι. Από το δερμάτινο ταγάρι του παρουσίασε ένα χρυσό μαχαίρι, ένα χρυσό κύπελλο, μια μεγάλη χρυσή κουτάλα και μια χρυσή ζώνη. Ισχυρίσθηκε πως όλα αυτά ήταν πριν χάλκινα και πως τα είχε μετατρέψει με τη μυστική συνταγή σε χρυσά. Με μια περιφρονητική μάλιστα κίνηση, τα χάρισε στο Γεντί Χαν, σαν να ήταν κάποιο ευτελές δώρο.

            Ζήτησε, λοιπόν, να του δώσουν χάλκινα αντικείμενα και να τον κλείσουν τρεις μέρες σε κάποια αίθουσα και βεβαίωνε πως όλα τα αντικείμενα θα τα μετέτρεπε σε χρυσά. Ο άρχοντας τον ρώτησε γιατί αφού είχε αυτή την τρομερή δύναμη στα χέρια του δεν τη χρησιμοποιούσε ο ίδιος για να γίνει πλούσιος και ισχυρός, αλλά ο νέος απάντησε πως προτιμούσε για αμοιβή του, την κόρη του Χαν και του αρκούσε να γίνει γαμπρός του και φυσικά κάποτε διάδοχός του. «Την ιστορία δεν την αγοράζεις, είπε αινιγματικά, την κατακτάς».

            Ο άπληστος Χαν δέχθηκε την πρόταση, γιατί σκέφτηκε πως στο κάτω κάτω δεν είχε τίποτα να χάσει. Αν ο νέος έλεγε την αλήθεια, ασφαλώς ήταν ο καλύτερος γαμπρός που μπορούσε να βρει, αν όχι του έπαιρνε αμέσως το κεφάλι.

            Όταν άνοιξαν τη σφραγισμένη πόρτα, διαπίστωσαν πως όλα τα χάλκινα αντικείμενα είχαν γίνει πράγματι χρυσά. Γρήγορα έγιναν οι γάμοι και το ζευγάρι τον πρώτο καιρό έμοιαζε ευτυχισμένο. Μερικοί, όμως, είχαν προσέξει πως η ωραία νύφη φαινόταν σα χαμένη, σαν να ζούσε σε άλλον κόσμο.

 

Σιγά σιγά η αδιόρατη απειλή άρχισε να γίνεται συγκεκριμένη. Από τα δωμάτια των νεονύμφων ακούγονταν τη νύχτα άγριες φωνές και σπαρακτικές άναρθρες επικλήσεις. Ουρλιαχτό λύκου διαπερνούσε τις μεγάλες αίθουσες κι άλλοτε πάλι μουγκρητά σφαζόμενου ζώου. Η κοπέλα όλο και αδυνάτιζε, τα μάτια της με πυρετό και κάτι το αλλοπαρμένο, λες κι είχε ζήσει ανείπωτη φρίκη. Αλλά και ο Γεντί Χαν παραπονιόταν πως το δωμάτιό του μύριζε θειάφι. Νύχτα και μέρα οι υπηρέτες το έπλεναν και το αρωμάτιζαν, αλλά με το σούρουπο η μυρωδιά του θειαφιού απλωνόταν παντού διαπεραστική και επίμονη.

            Στην αρχή ο άρχοντας ευημερούσε. Πλούτη συσσωρεύτηκαν και μισθοφόροι ενίσχυσαν το στρατό του. όμως, ξαφνικά ήρθε μια αναπάντεχη, ανυπέρβλητη καταστροφή. Οι αγοραστές του χρυσού που έφτιαχνε ο γαμπρός του ξεσηκώθηκαν να τον αφανίσουν. Τον έβριζαν κλέφτη και ψεύτη, το χρυσάφι του γαμπρού του μετά από λίγο καιρό ξαναγινόταν χαλκός. Ο Γεντί Χαν περιφρονημένος, με εχθρούς γύρο από τον πύργο και τους στρατιώτες του να δραπετεύουν, έπεσε από τις επάλξεις και κομματιάστηκε.

            Η ωραία κόρη του απελπισμένη και σχεδόν τρελή από ανεξήγητο τρόμο, κρεμάστηκε στο δωμάτιό της. Τη βρήκαν γυμνή με φρικτά έλκη και βαθιές πληγές σ’ όλο της το σώμα. Το ίδιο πρωί, ο χλομός νέος εξαφανίστηκε με μερικούς πολεμιστές και το ίδιο βράδυ ο πύργος πήρε φωτιά και κάηκε σαν πυροτέχνημα. Για μήνες, η περιοχή μύριζε θειάφι.

 

Στη Μεγάλη Στέπα είχαν συγκεντρωθεί οι φοβερές ορδές των Μογγόλων. Ογδόντα χιλιάδες πολεμιστές νουκούτ, το καλύτερο ιππικό στον κόσμο, που ζούσαν μόνο για τον πόλεμο. Μια θάλασσα από γυναικόπαιδα και από πολύχρωμες σκηνές. Ένα τεράστιο πανηγύρι με βόδια να ψήνονται ολόσωμα και το κρασί να τρέχει ασταμάτητα στα λαρύγγια.

            Είχαν συγκεντρωθεί εδώ οι Χαν για να ανακηρύξουν το Μεγάλο Χαν που θα τους οδηγούσε στην κατάκτηση της Κίνας, της Κεντρικής Ασίας και της Τρανσκαυκασίας. Ο μεγάλος αρχηγός της σφαγής και της λεηλασίας. Όλοι ήξεραν ποιος θα ήταν ο μεγάλος αρχηγός. Ο Τεμουτζίν ο αλύπητος, ο Χαν που κοιμόταν και ζούσε πάνω στο άλογό του, που σκότωνε πριν ακόμα ο αντίπαλός του σηκώσει το σπαθί.

            Εκεί στη μέση του κύκλου με τους χιλιάδες πολεμιστές, στεκόταν ακίνητος στο μαρμαρωμένο άλογό του, με το κράνος με τα κέρα και τον πέλεκυ της εξουσίας. Κανείς δεν αμφισβητούσε την πρωτιά του, όλα είχαν κανονιστεί από την προηγούμενη μέρα. Σε λίγο ο μεγάλος δάσκαλος θα πλησίαζε και θα του έδινε το νερό και το αλάτι και μετά θα φώναζε το καινούργιο του όνομα. «Σε ονομάζω, ταπεινέ Τεμουτζίν, μεγάλο αρχηγό και το όνομά σου θα είναι στους αιώνες Τζένγκις Χαν».

 

Τώρα οι ορδές πύκνωναν και μεγάλη σιωπή απλώθηκε. Ο μεγάλος δάσκαλος προχώρησε, όταν ξαφνικά ένας κατάμαυρος ιππέας πάνω σε μαύρο άλογο τινάχτηκε μέσα απ’ το πλήθος και τυλιγμένος σε σύννεφο σκόνης, στάθηκε μπροστά στον Τεμουτζίν. Εκείνος τον κοίταξε με έκπληξη και με κάποια ειρωνεία, γιατί μια τέτοια πρόκληση ήταν μονομαχία θανάτου. Τα μάτια του Τεμουτζίν και του χλομού νέου αναμετρήθηκαν και ο Τεμουτζίν αισθάνθηκε μια τρεμούλα ν’ απλώνεται σ’ όλο του το σώμα. Μια ανείπωτη φρίκη τον κυρίεψε και μυρωδιά θειαφιού τον τύλιξε.

            - Ήρθες, λοιπόν, είπε χωρίς πικρία, ίσως μάλιστα και με κάποια ανακούφιση. Έβγαλε το κράνος και μαζί με τον πέλεκυ του τα παρέδωσε. Ο χλομός νέος τα πήρε και τα έδειξε στις ορδές που μαγεμένες ζητωκραύγασαν. Ο Τεμουτζίν Χαν, ήρεμος τώρα, χαμογέλασε.

            - Τουλάχιστον, είπε, μας χαρίζεις τ’ όνομά σου;

            - Τζένγκις Χαν, απάντησε ο άλλος.

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA