Στην Αίγινα

 

   Μάρτης-Μάης, τρεις μήνες μαθήματα κι εξετάσεις. Και με τον Ιούνιο μπήκαμε στις θερινές διακοπές. Άρχισα να ζητώ ένα μικρό νησί, ένα ψαρομέρι με την ήσυχη θάλασσά του ν’ απομονωθώ εκεί άγνωστος ανάμεσα σε άγνωστους κι απλοϊκούς ανθρώπους, να συγκεντρωθώ και να … συγγράψω. Ένιωθα μέσα μου να σαλεύει, ν’ αναδεύεται και να ζητάει να λάβει μορφή και σχήμα και να έβγει να σταθεί αντίκρυ στον ήλιο ένα καινούριο έργο, που ακόμα δεν ήξερα τ’ όνομά του: «Το φως, που καίει».

   Μου είχε περάσει η παλιά μυστικόπαθη πίστη μου στην ηγεμονία του πνεύματος απάνου στη ζωή. Μου φαινότανε κωμικό να μιλούμε για πολιτισμό, όταν η τύχη του βρίσκεται στα χέρια των μεγάλων ληστών της γης και μπορούνε να τον καταστρέψουνε, όποτε τους καπνίσει. Θεωρούσα, πως είναι έσχατη ανανδρία του πνεύματος να θέλει να στέκει πάνου από τους ποταμούς των αιμάτων διατηρώντας άγγιχτη από το βούρκο τους τη θεϊκιά του ουσία…

   Πίστευα πως ο Λόγος, αν δε μπορεί να μεταμορφώσει τον κόσμο, όπως είναι θεμελιωμένος στην αδικία, και να καλύψει τα πάντα, ενόσω οι μάζες μένουν έξω από την άμεση περιοχή του, όμως μπορεί να ξυπνήσει τις συνειδήσεις στην αρχή λιγοστών και αργότερα περισσότερων σκλάβων, ν’ ανοίξει ένα φωτεινό ρήγμα στο ατράνταχτο μέτωπο της ψευτιάς και να ετοιμάσει το έδαφος για τη Μεγάλη Πράξη, για την Ημέρα της Κρίσεως.

 

***

 

   Ένα απόγεμα πήρα το βαποράκι στον Περαία, την περίφημη «Χρυσώ», και πήγα πρώτα στην Αίγινα. Είχα σκοπό, αρχίζοντας από την Αίγινα, να ψάξω γύρω γύρω το Σαρωνικό όσο να εύρω το κατάλληλο μέρος για να κουρνιάσω οριστικά. Ήθελα να είμαι πάντα κοντά στην Αθήνα. Γιατί δεν είχα και πολλήν εμπιστοσύνη στον εαυτό μου. Ήξερα πως εύκολα με πιάνει ο κόρος και η πλήξη. Έπρεπε λοιπόν να μπορώ να παίρνω εύκολα το βαπόρι και να έρχομαι στην πόλη των Θεών, για να μετανιώνω και να φεύγω από την κάμινο του πυρός και της καβαλίνας πίσου στη δροσιά και την ησυχία του πελάου.

   Στην Αίγινα που πρωτοπήγα, εκεί και έριξα άγκυρα για πάντα. Ο βραδινός περίπατος, που έκανα γιαλό γιαλό από την «κολόνα» ίσαμε τον Αϊ-Βασίλη, μου άρεσε πολύ. Νοίκιασα το απάνου πάτωμα (δυο καμαρούλες) σ’ ένα ήσυχο σπιτάκι και ξαναγύρισα στην Αθήνα για να φέρω τα πράματά μου.

   Σ’ ένα τραπεζάκι τοποθέτησα μερικά αγαπημένα βιβλία. Κάρφωσα στους τοίχους γύρω γύρω ένα σωρό φωτογραφίες από έργα του Γκρέκο, του Πωτουρίτσιο, του Μποτιτσέλι, του Νταβίντσι, του Μιχαήλ Αγγέλου κ.λ.π., αγορασμένες από το Μουσείο του Λούβρου και την Πινακοθήκη του Βατικανού. Χαράματα σηκωνόμουνα, έσκυβα από το παράθυρο στην αυλή και κοίταγα πέρα τον ουρανό και κάτωθέ μου κληματαριές, αμυγδαλιές, φιστικιές, ένα πηγάδι, μια γίδα με το κουδούνι της, ένα κοπάδι όρνιθες… Κι ύστερα η νοικοκυρά μου έφερνε γάλα και καφέ κι εγώ καθόμουνα στο γράψιμο ευτυχισμένος κι αισιόδοξος ή έφερνα βόλτες μέσα στο δωμάτιο χειρονομώντας ζωηρά, καθώς απάγγελνα τους στίχους, που είχα γράψει, δοκιμάζοντας τον ήχο τους με τ’ αυτί.

 

***

 

   Αντίκρα στ’ ανατολικά παράθυρα της κάμαράς μου στο στενοσόκακο, ήτανε το σπίτι, όπου συνεδρίαζε ο φιλανθρωπικός σύλλογος των γυναικών – όλο ωραία κορίτσια. Κι εκεί δέντρα στην αυλή, μια πυκνή κληματαριά στον τοίχο, περιστέρια στα κεραμίδια του πλυσταριού, απάνου στο ανώφλι της οξώπορτας μια «ρολογιά» (πασσιφλόρα ή κυανή ή παθανθές) είδος κληματίδας, που τ’ άχρωμα κι αντιπαθητικά σαν από κερί λουλούδια της θυμίζανε στη φαντασία των κοριτσιών του συλλόγου τα … πάθη του Χριστού! Μέσα στη σάλα, όταν συνεδριάζανε οι φιλάνθρωπες γυναικείες καρδιές, έπαιρνε το μάτι μου καμιά φορά λίγην άκρη από το ράσο του ιεροκήρυκα Παντελή Φεστίνη, που ήτανε πρόεδρος του συλλόγου κι όταν μιλούσε, τρέχανε ποτάμι τα δάκρυα των γυναικών. Κι όταν καμιά φορά πήγαινε και στο Αγκίστρι, κήρυττε στους χωριάτες, που ονομάζουνε τα πεύκα… γελάδες, το λόγο του Θεού αρβανίτικα.

   Καμιά φορά τα κορίτσια, όταν έλειπα εγώ από το σπίτι, ανεβαίνανε στην κάμαρά μου μαζί με την κόρη της σπιτονοικοκεράς, που ήτανε κι αυτή μέλος του συλλόγου, και κοιτάζανε με περιέργεια στον τοίχο τον Αδάμ και την Εύα, τον Άγιο Ιερώνυμο, την Αγία Βαρβάρα κ.τ.λ., και σχηματίζανε την ιδέα πως είμαι κι εγώ από το ίδιο σινάφι των καλών χριστιανών.

 

***

 

   Μπορεί τα κορίτσια της Αίγινας να έρχονται κάθε καλοκαίρι, πριν αρχίσει η σαιζόν, στην Αθήνα για να ράψουνε τις καλοκαιρινές τουαλέτες τους (πολύς κόσμος παραθερίζει στο νησί από την πρωτεύουσα και τον Περαία και πρέπει να είμαστε εντάξει!)· μπορεί να περιποιούνται και να μεγαλώνουνε τη φυσική τους ομορφιά με όλα τα τεχνητά μέσα της καλλυντικής επιστήμης, από τα λογής κραγιόνια ίσαμε την τσιμπίδα των φρυδιών· όμως η ψυχή τους είναι γεμάτη Θεό. Δεν έχω συναντήσει σε κανένα άλλο μέρος της Ελλάδας τόση θρησκευτική μυστικοπάθεια, όση στο γυναικόκοσμο της Αίγινας. Κι έτσι από απλή χρονογραφική περιέργεια σημειώνω πως στην Αίγινα υπάρχουνε δύο μοναστήρια (των γυναικών είναι από τα μεγαλύτερα της χώρας) και επί τουρκοκρατίας η Παλιοχώρα, η τοτεσινή πρωτεύουσα του νησιού, είχε τόσες εκκλησίες, όπως λέει η παράδοση, όσες ημέρες έχει ο χρόνος!

   Είπα πως ο Αδάμ κι η Εύα με το φίδι του πειρασμού στη μέση (έργο του Ραφαήλου), ο Άγιος Ιερώνυμος (Σαν Τζιρόλαμο, έργο του Νταβίντσι) κ.λ.π. είχανε πείσει τα κορίτσια πως είμαι κι εγώ άνθρωπος του Θεού! Γι’ αυτό μου κάνανε την εξαιρετική τιμή να με καλέσουν ένα απόγεμα στον εσπερινό, που θα κάνανε σε μιαν απόμερη εκκλησούλα, στην «Παναγία τη Μυρτιδιώτισσα». Θα ήτανε καμιά τριανταριά κορίτσια, μοναχά κορίτσια κι ούτε μισός αρσενικός, εξόν από μένα, τον άνθρωπο του Θεού!

   Όλα αυτά τα κορίτσια και μερικές άλλες γυναικούλες που ήρθανε από τη γειτονιά, ξέρανε τη λειτουργία του εσπερινού απέξω και ψάλλανε χωρίς βιβλίο όλα τα τροπάρια «εν χορώ». Λεπτές κρουσταλλένιες φωνές, δροσάτες σαν το κρύο νερό της βρύσης, αγγελικές και υπερκόσμιες (όλα τότες ήτανε κρουσταλλένια, δροσάτα, αγγελικά, υπερκόσμια!) στέλνανε όλο το πάθος της τρυφερής τους καρδιάς, όλα τ’ ανικανοποίητα συναισθήματα της ζωής, όλα τα θερμά τους νιάτα στον άγνωστο Κύριο, που μένει στους ουρανούς!

   Μετά τον εσπερινό όλες μαζί οι κοπέλες, αφού με αποχαιρετήσανε (δε θέλανε να τις δει μαζί μου η κοινωνία και τις παρεξηγήσει) κατεβήκανε από τα ύψη της θρησκευτικής τους έκστασης στο πεζότατο «Κόρτε», τον καθημερινό περίπατο των βέβηλων ανθρώπων, για ν’ αναπνεύσουνε λιγάκι πελαγήσιον αέρα. Άνθρωποι είμαστε!

 

***

 

   «Κόρτε» είναι παρατσούκλι. Από παρατσούκλια οι Αιγινήτες  άλλο τίποτα! Με τη θυμοσοφία των φυσικών ανθρώπων, με τη μεγάλη πείρα και γνώση των εγκοσμίων, που έχουνε οι θαλασσινοί και κυρίως με την «αφ’ υψηλού» εποπτεία και περιφρόνηση των πάντων, που έχουνε οι … μπεκρήδες, αρπάζουνε το πιο χτυπητό στοιχείο των προσώπων και των πραγμάτων και τους φοραίνουνε γάντι το μοιραίο παρατσούκλι, που εκφράζει ολοζώντανη και σπαρταριστήν τη βαθύτερην υπόστασή τους, ενώ τα συνηθισμένα προσηγορικά και βαφτιστικά ονόματα δε λένε τίποτα, είναι ουδέτερα, δε φιξάρουνε την ατομικότητα των όντων!

   «Κόρτε» ονομάσανε πειραχτικά οι Αιγινήτες το μόλο του Αϊ-Νικόλα, όπου γίνεται ο ταχτικός περίπατος τα απογέματα και μάλιστα τα Σαββατοκύριακα. Μετά το ηλιοβασίλεμα ο συνωστισμός μεγαλώνει κι η φασαρία κι ερωτική περιπάθεια των νέων.

 

***

 

   Ο μόλος του Αϊ-Νικόλα είναι το δεξιό μπράτσο του λιμανιού της Αίγινας. Αρκετά φαρδύ, για ν’ ανεβοκατεβαίνουν οι άνθρωποι και μ’ ένα παραπέτο ίσαμε ένα μέτρο προς το μέρος της θάλασσας. Εκεί, που σπάζει ο αγκώνας του μπράτσου σχηματίζεται μια μικρή πλατεία. Στη μια της άκρη είναι το παρεκκλήσι του Αϊ-Νικόλα, που μοιάζει με … καμίνι του ασβέστη και που κάθε άνοιξη το ασπρίζουνε (αυτός είναι όλος του ο στολισμός)· κι αντίκρα στο παρεκκλήσι είναι το καφενείο με το υπόστεγό του, τις καρέκλες του, τα σιδερένια του τραπέζια και το φωνόγραφό του ή το πιάνο του. Γιατί κάθε Σαββατοκύριακο (τα καλοκαίρια, φυσικά), ανάβει ο χορός. Τα ευτυχισμένα ζευγάρια, στόμα με στόμα, δεν έχουνε καιρό να προσέχουνε τα ακάλτσωτα ποδάρια τους. Αυτά τα προσέχουνε και τα τρώνε με τα μάτια τους οι χαζοί της γαλαρίας!…

   Κείνη τη χρονιά, που πρωτοπήγα στην Αίγινα (1921) δεν υπήρχε ακόμα χορός, ούτε ηλεχτρικό φως, ούτε μπαιν-μιξτ. Το καφενείο είχε μια και μοναχή λάμπα ασετιλίνης, που βρώμιζε τη μυρωδιά της άρμης και των φυκιών και που, άμα φυσούσε μπουνέντης, έσβηνε κάθε τόσο. Και τότες τα μάτια συνηθίζοντας στο σκοτάδι βλέπανε καλύτερα ολόγυρά τους. Γιατί στο σκοτάδι κοιτάει άφοβα ο άλλος. Δε φυλάγεται να μην τον ιδούνε, που βλέπει αχόρταγα, γιατί δε φαίνεται!

   Α! Τότες ήτανε μεγάλη ανάγκη να βλέπει κανείς καλά. Η νεότης ζούσε με τα μάτια μονάχα. Και τα μάτια ήτανε τόσο γυμνασμένα στην αναζήτηση των περαστικών, σαν την αστραπή, οραμάτων, που από γενιά σε γενιά αυτά τα μάτια γινότανε μεγαλύτερα και λάμπανε περισσότερο. Κι οι «φιλέλληνες» ξένοι, που κοιτάγανε αυτά τα περίεργα μάτια, βγάζανε το επιπόλαιο συμπέρασμα πως είμαστε λαός ευφυής. Ενώ είμαστε λαός λιμασμένος για όλα, γιατί τα στερούμεθα όλα!

   Τότες οι μπανιέρες των γυναικών ήταν ένα μίλι μακριά από τις μπανιέρες των αντρών. Πώς η φαντασία με τ’ αχαλίνωτα σκιρτήματά της να μη συμπληρώνει τα κενά της φτωχής, της μίζερης, της εχθρικής πραγματικότητας!

 

***

 

   Από το καφενείο και πέρα ίσαμε την άκρη του μόλου ήτανε και είναι καναπέδες κολλητοί στο παραπέτο, για να ξεκουράζεται όχι όποιος θέλει μα όποιος προλάβει να καθίσει. Και χιλιάδες δόντια δώσ’ του και τσακίζουνε και μασουλάνε ώρες ολόκληρες πασατέμπο· και δώσ’ του τα στόματα φτυούνε στα πόδια τους τα τσόφλια. Τόση μεγάλη θραύση γίνεται κάθε καλοκαίρι από κολοκυθόσπορο, που όλο το χειμώνα με τις φοβερές του φουρτούνες, με όλους τους μπουνέντηδες, τους σορόκους και τους γαρμπήδες, τα κύματα, που καβαλάνε και σαρώνουνε το μόλο, δε μπορούνε να τόνε καθαρίζουνε από τα τσόφλια.

 

***

 

   Εδώ λοιπόν στο «Κόρτε» ερχόμουνα κι εγώ κάθε απόγεμα να πάρω αέρα. Καθόμουνα στο καφενείο κι έγραφα, όσο ν’ αρχίσει να μαζεύεται κόσμος. Εκεί ζωσμένος ολούθε από τη θάλασσα αφηνόμουνα στο μπάτη, στο μαΐστρο και στο μελτέμι να με παίρνουνε και να με πηγαίνουνε όπου θέλανε· και μεθυσμένος από ψυχικήν κι οργανικήν υγεία, ένιωθα να ενώνομαι με το … Σύμπαν! Αυτός ο φυσιολογικός πανθεϊσμός, αυτό το μέγα «άλλοθι» μου έκαμνε «γλυκιά τη ζωή και το θάνατο μαυρίλα». (Βαστούσε ακόμα η μικρασιατική εκστρατεία!)

 

***

 

   Σαν τους ανθρώπους χαιρόντανε τον αέρα, τις δροσιές και τα παιχνίδια του, κι οι βάρκες, που περνούσανε με τα πανιά γεμάτα μπροστά από το μόλο, κάτου από τη μύτη μας. Βγαίνανε να κάνουνε βόλτες, έτσι για το δικό τους γούστο –η τέχνη για την τέχνη. Poésie pure! Η «Πτερωτή» (γεια σου, κουμπάρε!), ο «Άρης», ο «Άγιος Κωνσταντίνος», η «Αγία Βαρβάρα» κ.λ.π. Ήτανε αληθινή ευφροσύνη να βλέπει κανείς όλα αυτά τα εμψυχωμένα πλεούμενα να ξουρίζουνε πλαγιαστά με την κουπαστή τους το νερό και να πηγαινοέρχουνται όλο σκέρτσο και καμώματα στο υγρό τους… «Κόρτε!»

 

***

 

   Τότες δεν υπήρχανε στην Αίγινα «γριγριά», ούτε και μπενζίνες (=βενζινόπλοια), εξόν από την περίφημη «Ξυλάρα», που χρωστούσε το «νενομισμένον» της παρατσούκλι στην αντένα της, που ήτανε… ατέλειωτη. Αυτή η «Ξυλάρα» μας καθότανε στο στομάχι όλο το καλοκαίρι. Έκαμνε μεγάλο ταβατούρι με το δαιμονισμένο θόρυβο της μηχανής της και βρώμιζε όλην την περιοχή, απ’ όπου περνούσε. Γυρίζοντας κάθε βράδυ αδειανή από τον Πειραιά, πριν ακόμα στρίψει από τ’ ακρωτήρι τα Πλακάκια και μας δείξει την άγαρμπη σιλουέτα της, μας έστελνε τ’ αστραπόβροντά της, εκείνο το απαίσιο πατ πατ πατ, κοφτό, ρυθμικό, μονότονο, λες και το έκαμνε πεισματικά για να μας νευριάσει.

   Ενώ οι ψαροπούλες, οι σκούνες, τα μπρίκια, οι γολέτες, οι μπρατσέρες, τι ομορφιά, τι ευγένεια και τι μεγάλη ψυχή! Δεν είναι μονάχα η αρμονία και η ισορροπία κι η απόλυτη σκοπιμότητα όλων τους των στοιχείων, που τα κάμνει όλα αυτά τα πλεούμενα να φαίνονται σαν πλάσματα της δημιουργικής φαντασίας. Η σιωπή τους η πλούσια είναι η πιο μεγάλη τους αρετή. Αυτή δείχνει με πόσην ηρωϊκήν περηφάνεια αντικρύζουνε τη μοίρα τους και πόσο εσωτερικά ζούνε όλα τα μυστικά της ζωής τους.

   Τα βράδια έχει τη συνήθεια ο αέρας σχεδόν πάντοτε να καλμάρει. Με τα τελευταία πορτοκαλιά αντιφεγγίσματα της δύσης απάνου στα αεροκρεμασμένα συννεφάκια ή πίσου από τις κορφές των βουνών, γίνεται μπουνάτσα. Η θάλασσα ακίνητη και πηχτή σα λάδι. Τέτοιαν ώρα τύχαινε συχνά να γυρίζουνε από το ταξίδι τους τα μεγάλα καΐκια. Μαύρο σκαρί, μαύρα ξάρτια, κανελιά πανιά ανοιγμένα διάπλατα δίχως ριπή ανέμου να τα χαϊδεύει. Κάνανε μισήν ώρα όσο να μπούνε στο λιμάνι, λίγα μέτρα διάστημα, με τα βαριά τους τα κουπιά. Έτσι ακίνητα, σαν πετρωμένα, σα μαγεμένα φαντάσματα άλλου κόσμου, γεμίζανε το σκοτεινόν ουρανό με το μεγαλείο τους.

 

***

 

   Και να ξαφνικά ένα μεγάλο ψαροκάικο χωρίς κατάρτι, χωρίς ξάρτια, με τα πανέρια του, με τα δίχτυα του, με τους γάντζους του και με τον καπετάνιο ολόρθο στην πλώρη περνούσε γρήγορα με τις δυο σειρές τα κουπιά του. Οι κουπηλάτες βυθίζανε την πλάτη του κουπιού λοξά μέσα στο νερό όλοι μαζί, σαν ένας άνθρωπος, ύστερα σηκωνόντανε όρθιοι όλοι μαζί, στηρίζανε τη μια τους γυμνή πατούσα στον αντικρινό μπάγκο και βάζοντας όλη τους τη φόρα ρίχνανε πίσου το βάρος του κορμιού και τραβούσανε προς το στήθος το χερούλι του κουπιού· κι όταν το κουπί έβγαινε από το νερό, αυτοί πέφτανε και καθόντανε όλοι μαζί στον μπάγκο τους, για να ξαναρχίσουνε τα ίδια, ενώ το καΐκι πετιότανε μπροστά σαν το πουλί. Όταν φτάνανε δίπλα στον Αϊ-Νικόλα, τον προστάτη των θαλασσινών, στεκόντανε μια στιγμή όρθιοι με τα κουπιά τεντωμένα ίσα δεξιά κι αριστερά του καϊκιού σα φτερά, κάνανε το σταυρό τους κι ύστερα πάλι όλοι τους μαζί δίνανε μια δυο κουπιές ακόμα και μπαίνανε στο λιμάνι –κι η ξάστερη νύχτα μαζί τους.

 

***

 

   Κάτου στην προκυμαία, στην Αίγινα, ανάβανε οι λάμπες του πετρελαίου  και της ασετιλίνης. Η θάλασσα αστροβολούσε. Λατέρνες και λαλούμενα ακουγότανε από μακριά. Καθισμένοι έξω στο μισοσκόταδο οι μπεκρήδες κόβανε τη ντομάτα στα τέσσερα, την πασπαλίζανε με ρίγανη και αδειάζανε τα κατοσταράκια με τέμπο και κατάνυξη. Η Κοραλία (παρατσούκλι κάποιου παλιού μπεκρή, που το μεθύσι του βάσταε ολόκληρες μέρες), ξυπόλυτη, αξούριστη, άρχιζε τα παραμιλητά μοναχή της, σκοντουφλούσε από ντουβάρι σε ντουβάρι κι η πρόγκα και τα γέλια την ακολουθούσανε παντού.

   Στου Βουτέρη το καφενείο κάθε Σαββατοκύριακο παίζανε τα όργανα: ένα βιολί, ένα μπουζούκι, ένα σαντούρι. Τα παιδιά κι οι κουμπάροι ερχόντανε να σπάσουνε κέφι πίνοντας ούζο ή μπύρα. Ο καλαματιανός, ο τσάμικος, ο καρσιλαμάς έστρωνε με τέτοιαν αβίαστη χάρη, με τέτοια συνείδηση του ρυθμού και του χρόνου, με τόση πείρα και προσωπική έμπνευση μαζί, που κανενού ο χορός (σκέρτσα και τσαλιμάκια κι αναστεναγμοί) δεν έμοιαζε με του αλλουνού.

   - Άιντε, Θωμά[1]. Χόρεψε κι εσύ.

   Ο Θωμάς μπορεί να είναι φτωχός σε όλα, όπως και στο πνεύμα, όμως έχει μερακλίδικη ψυχή. Στην αρχή κάμνει νάζια. Θέλει, μα ντρέπεται. Ύστερα όμως, αφού όλοι φωνάζουνε και χτυπάνε ρυθμικά τα παλαμάκια, πηδάει στη μέση του καφενείου με τα μαύρα του τα ποδάρια, με τα μαύρα του τα δόντια, με το τρύπιο του το βρακί και με το αιώνιο χαμόγελό του, είτε φράγκο του δίνεις, είτε σβερκιά. Κι ο Θωμάς λυγώντας τη μέση, ζυγιάζοντας το κορμί του στον αέρα χορεύει με τόση τάξη και σοφία και αίσθημα, που λες: η τέχνη δεν έχει έδρα της το λογικό.

   - Άιντε, Θωμά, κάνε και δυο τούμπες.

   Ο Θωμάς κάνει τρεις. Δε θέλει να χαλάσει το χατίρι κανενού. Κι ύστερα με τα «ζήτω» και με τα «μπράβο» της κοινής γνώμης φεύγει τρεχάτος και σκυμμένος από τη διπλανή πόρτα, για να ξανάρθει και ν’ ακουμπήσει πάλι στον παραστάτη της μεγάλης μπροστινής πόρτας, για να γελά και να καμαρώνει τους άλλους. Ο Θωμάς βυθισμένος στα «άδυτα της θεϊκής ανυπαρξίας», ζώντας πέρα από το καλό και το κακό, στο δικό του κόσμο, δίχως νόμους και δίχως ανομίες, έχει καταφέρει να νικήσει την κακία των ανθρώπων με το τολστοϊκό δόγμα «της μη αντιστάσεως εναντίον του κακού».

 

***

 

   Κι όταν αργά τα μεσάνυχτα ησύχαζε η πολιτεία και κλείνανε τα μαγαζιά κι άρχισε η βασιλεία της Σιωπής, ε τότε ο περίφημος εκείνος γεροψαράς με το … ενάμισι πόδι (ο καλός πολίτης πρέπει να έχει τέσσερα για να κυβερνιέται καλά και να μπορεί να ατενίζει τα υψηλά ιδεώδη), ο τρομερός κυνηγάρης των χταποδιών, τύφλα στο μεθύσι άρχιζε το διάλογό του με το φεγγάρι μεσ’ από τη βάρκα του, τη δεμένη στο μουράγιο, και το υβρεολόγιο ενάντια σε όσους περνώντας απέξω τόνε πειράζανε.

   Η Αίγινα έχει πολλούς ευτυχισμένους ανθρώπους.

 

***

 

   Οι γλεντζέδες του Σαββατοκύριακου, αυτοί, που χορεύουνε στο καφενείο με τα όργανα και με τη γαλαρία γύρω, είναι οι ερασιτέχνες του κρασιού. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς είναι περαστικοί απ’ εδώ: ναυτάκια αμούστακα, που κάνουνε τη θητεία τους στον Πόρο και στο Ναύσταθμο ή ψημένοι της θάλασσας μούτσοι, λοστρόμοι, καπετανέοι στα βαπόρια των εσωτερικών γραμμών, που έρχονται στο χωριό τους κάθε φορά, που έχουνε άδεια ή τους δίνεται ευκαιρία να ιδούνε τη φαμίλια τους. Και τότες το ρίχνουνε όξω μαζί με τους άλλους. Πρέπει να πληροφορηθεί η υφήλιος, πως ήρθανε και πως ξέρουνε τι θα πει ζωή.

   Οι άλλοι, που γίνονται κάθε τόσο τύφλα, που το μεθύσι τους βαστάει μέρες, που κυλιούνται στους δρόμους, που τρώνε πρόγκα, χουγιαχτά και σάπιες ντομάτες, αυτοί είναι οι αλκολικοί, που χάσανε κάθε συναίσθηση του ανθρωπισμού τους, που δε θυμούνται κατόπι τι έτρεξε και δε βαστάνε κακία κανενού… Αυτοί είναι οι νικημένοι του κρασιού. Αυτοί δεν το πίνουνε, τους πίνει. Το πάθος τους έχει καβάλα. Το στόμα τους είναι γανιασμένο. Δε νιώθουνε ούτε την ουσία, ούτε την μυρουδιά του κρασιού. Ξεπέφτοντας στην τάξη των χτηνών απλουστεύουνε τη σχέση τους με τη ζωή και με το θάνατο, βυθισμένοι ως το λαιμό στην αιώνια λήθη των πάντων.

 

***  

 

   Η Αίγινα δε μπορεί να στηρίξει τη δόξα της ούτε στους περαστικούς ερασιτέχνες των κρασιών της, ούτε στους παντοτινά ναυαγισμένους «διψομανείς». Κι έχει το νησί περίφημα κρασιά, ρετσίνες και κοκκινέλια. Δε θα μπορούσε να μην έχει και αληθινούς μπεκρήδες στο ύψος των κρασιών της, άξιους καλλιτέχνες του ποτηριού με όλο τους το είναι και με όλους τους κανόνες της τέχνης. Γι’ αυτούς είναι περήφανη η Αίγινα κι ολάκερος ο ανθρώπινος πολιτισμός!…

   Αυτοί δε θεατρίζουνε στα μάτια του κόσμου ό,τι ιερότερο χάρισε ο Θεός στους εκλεχτούς του εδώ στην Κοιλάδα του Κλαυθμώνος: τη μυστική χαρά του πιοτού. Δε θα τους ιδείς να κάθουνται ανοιχτά στις ταβέρνες της πιάτσας, για να τους ταράζουνε τα μάτια των βέβηλων την τελετουργία τους. Δε θορυβούνε, δε γελούνε φωναχτά, δεν τραγουδάνε, δε χορεύουνε, ούτε μιλάνε. Η ρωμαίικη παρεξήγηση δεν έχει τόπο στο θυσιαστήριό τους.

   Γνώρισα μια μικρή παρέα από δαύτους. Με το σούρουπο, μετά τη δουλειά τους, πριν πάνε στα σπίτια τους να φάνε, μαζεύονται ένας ένας στο καφενείο. Άμα συμπληρωθεί ο αριθμός τους, συμπληρώνεται κι η προσωπικότητα του καθενού. Από τότες αρχίζει ο καθένας τους να αισθάνεται ολοκληρωμένον τον εαυτό του. Στα μουγγά, χωρίς να πει κανένας: «πάμε», σα να τους οδηγεί άγγελος Κυρίου, σηκώνονται και τραβάνε σε μιαν απόμερη ταβέρνα.

   Στην ταβέρνα του Γληγόρη του Μαλτέζου πιάνουνε ένα τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά. Κάθονται ακίνητοι, σαν συγκλητικοί, και αφοσιωμένοι. Δε βγάζουνε μιλιά, δεν παραγγέλνουνε τίποτα. Ο Γληγόρης φέρνει μόνος του το κατοσταράκι, βάζοντας από πάνου το δάχτυλό του για να μη φαίνεται το … ύψος του κρασιού. Κάποιος από την παρέα βγάζει από την τσέπη μια φούχτα στραγάλια ή πασατέμπο· καμιά φορά μισή γαλέτα ή κανένα σπιτίσιο κουλούρι από κριθαρένιο αλεύρι. Αυτός είναι ο μεζές. Έτσι μοναχά καταλαβαίνουνε την ουσία και το άρωμα του κρασιού, έτσι νιώθουνε να γλιστράει από το λαρύγγι στο βάθος της ψυχής η παρθενιά του αμόλευτη.

   Ο πρόσφυγας παπάς, που έκανε μερικά χρόνια στην Αίγινα, άμα του πρόσφερνες ένα ποτήρι κρασί κι ένα μεζέ στο πιρούνι, έπαιρνε το ποτήρι και έσπρωχνε πίσου το πιρούνι:

   - Να γιατί οι Γενήτες (Αιγινήτες) με βγάλανε πως είμαι μπεκρής. Γιατί όταν πίνω το κρασί, δε βάζω τίποτες άλλο στο στόμα μου. Θέλω, βρε αδερφέ, να καταλαβαίνω τι πίνω. Ορίστε! Λογαριασμό θα σου δώσω…

   Οι ερασιτέχνες όμως, οι τυχάρπαστοι του κρασιού, τρώνε τον περίδρομο. Γιατί δεν είναι πραγματικοί πότες. Το κρασί έρχεται δεύτερο. Και πίνουνε και περισσότερο απ’ όσο πρέπει και βαστάει το στομάχι τους. Γιατί δεν έχουνε ρέγουλα, δεν ξέρουνε πού έγκειται η αξία του πιοτού. Οι αληθινοί συναντώνται από άλλο δρόμο με την ποιήτρια Ελισαβάτα Μπράουνιγκ. Ο καημός της μεγάλης αυτής γυναίκας ήτανε να μπορούσε να έπινε όλην την ποίηση των αρχαίων Ελλήνων μέσα στο ποτήρι, αλλά λίγο λίγο σαν τη μύγα!… Αυτό κάνουνε οι αληθινοί ποιητές του ποτηριού!

 

***

 

   Η Αίγινα, η πατρίδα του καλύτερου δικαστή άλλοτες, του Αιακού, και των καλύτερων ελληνικών σκόρδων, σήμερα, έγινε με τον καιρό το αγαπημένο νησί των ποιητών, των λογίων και των καλλιτεχνών. Γιατί έχει πολλές φυσικές ομορφιές: βουνά, πλαγιές, ακρογιάλια· γιατί η ζωή εκεί είναι πολύ φθηνότερη απ’ όσο είναι στις Σπέτσες και στον Πόρο· και γιατί δεν απέχει πολύ από τον Πειραιά – μιάμιση ως δυο ώρες ταξίδι. Στην εποχή του Περικλή στεκότανε μέσα στα μάτια του Περαία σαν τσίμπλα· σήμερα λαμποκοπά σαν ερωτικός πειρασμός.

   Τραβώντας ο ένας τον άλλονε ήρθανε στην Αίγινα και περάσανε ένα ή περισσότερα καλοκαίρια ο Πικρός, ο Γιώργος ο Πολίτης, η Λιλή Ιακωβίδη, ο γερο-Φωτιάδης. Μερικοί χτίσανε ή αγοράσανε δικές τους βίλες και δεν εννοούνε να το κουνήσουνε από δω: ο Πωπ, το ζεύγος Περσάκη, ο Καζαντζάκης. Και μια χρονιά ανεβήκαν και κουρνιάσανε σαν κιρκινέζια απάνου στο βουνό της Παλιοχώρας μέσα στα χαλάσματα μιας ερημοκκλησιάς ο ζωγράφος ο Βασιλείου με τη μποέμικη φτωχοπαρέα του: το Μαρτζουβάνωφ και τον Παπαλουκά. Έρημοι εκεί απάνου ζωγραφίζανε από το πρωί ως το βράδυ τις ατέλειωτες ποικιλίες του τοπίου. Κι είχαν εμέσα σε μια καλαθένια βαλίτσα λίγα ξεροκόμματα ψωμιού, δυο τρεις τσίρους, μερικά σκόρδα κι ένα κομμάτι ασβεστοποιημένο τυρί· και κρεμασμένην από ένα καρφί του τοίχου μιαν κιθάρα. Κι από κει ψηλά κατεβαίνανε κι ανεβαίνανε μιάμιση ώρα ανηφοροκατήφορο για να κουβαλήσουνε νερό μέσα στη στάμνα τους από κάποιο πηγάδι πέρα στ’ αμπέλια. Καμιά φορά ερχόντανε και τους βρίσκανε άλλοι μποέμηδες συνάδερφοι: ο Ρέντζος, ο Πολυκαντριώτης, ο Κόκκινος, μαζί με μερικές συμμαθήτριες της Σχολής Καλών Τεχνών και τότες παίρνανε την κιθάρα, την αισθηματική τους καρδιά και τις καλές φωνές τους και κατεβαίνανε στην πόλη. Περασμένα μεσάνυχτα παρελαύνανε σε μια μακρινή γραμμή μπροστά σ’ όλην την προκυμαία ίσαμε το «Κόρτε» τραγουδώντας παθητικά με τ’ ακομπανιαμέντο της κιθάρας, ενώ ο κόσμος, που τους έβλεπε, έλεγε: «Να! οι… αβράκωτοι!» -γιατί φορούσανε κοντά πανταλόνια από χακί πάνου από το γόνατο, σα Σκωτσέζοι.

 

***

 

   Ο Πικρός ήρθε ένα χρόνο μετά από μένα. Με τα μανίκια του πουκαμισιού του ανασκουμπωμένα, με κάτι άσπρα πάνινα παπούτσια δίχως τακούνι και δίχως… σόλες, ροβολούσε πηδηχτός στα νύχια κάθε πρωί στο «Κόρτε», έπιανε ένα τραπεζάκι κι έγραφε τον «Πιτσιρίκο» του. Εγώ σ’ ένα διπλανό τραπέζι έγραφα το «Λαό των Μουνούχων». Και δώσ’ του κάπνιζε ο Πικρός κι άμα έβλεπε να περνά καμιά όμορφη γυναίκα σούφρωνε τα φρύδια του, τρέμανε τα γυαλιά του στη μύτη και του πέφτανε, όσο να έρθει η ώρα να σηκωθούμε να πάμε για μπάνιο: η μεγάλη ώρα της βουτιάς από τα βράχια στα κρυσταλλένια νερά και του τσιτσιδαριού στον ήλιο και στον αέρα! Κι ύστερα ίσα στο φούρνο να πάρουμε το γκιουβέτσι καυτό ακόμα και να τραβήξουμε στην ταβέρνα, όπου δε λείπαν ποτές οι σελέμηδες να μας κάνουνε συντροφιά.

 

***  

 

   Ο Καστανάκης ήρθε στα 1923. Νοίκιασε ένα δωμάτιο απάνου από του Βουτέρη το καφενείο αντίκρα στο λιμάνι. Από κει καμάρωνε τα καΐκια, τα νησιά, τα μωραΐτικα  βουνά και τη θάλασσα. Κάτου από τα παράθυρά του ξεμπαρκαρίστηκε στα 1828 ο Καποδίστριας στην πρώτη του έδρα του λεύτερου ελληνικού κράτους. Πρωί βράδυ έγραφε (μπράβο στην όρεξη) το έργο του «Φυλή των ανθρώπων». Κι όπως έγραφε με πολλήν όρεξη, έτρωγε κι έπινε με πολύ περισσότερη! Και μαγείρευε και μερακλίδικα (πιτσούνια πιλάφι με μικρά τσιγαριστά κρεμμυδάκια μέσα ίσαμε φουντούκια!)

 

***

 

   Όσο περνούσανε τα χρόνια, τόσο ο ευρωπαϊκός πολιτισμός απλωνότανε στα ήθη του μικρού νησιού. Και πέφτανε ο ένας μετά τον άλλονε οι παλιοί φραγμοί, που η φεουδαρχική παράδοση του πολιτισμού μας είχε υψώσει ανάμεσα στα φύλα. Μετά τον παγκόσμιο πόλεμο, που όλα τα ωραία «δυτικά ψέματα» χάσανε τη μάσκα τους, οι λαοί βγαίνοντας μέσα από την κόλαση της ανθρωποσφαγής, θέλανε να ζήσουν χωρίς πολλά προσχήματα. Έτσι ένα πρωί, χωρίς να το καταλάβουμε, γδυθήκαμε στην αμμουδιά πλάι στα φουστάνια ενός κοριτσιού, βουτήσαμε στο ίδιο νερό μαζί του κι ύστερα ξαπλωθήκαμε κοντά κοντά στον ήλιο για να λιαστούμε. Τα μπαιν-μιξτ ήτανε πια θεσμός. Και το βράδυ χορέψαμε στο «Κόρτε». Κι ο κόσμος δε χάλασε!

 

Ο Φιλιππουπόλεως Φώτιος

 

   Το τρίτο καλοκαίρι, που πήγα να νοικιάσω σης κυρίας Όλγας τα δυο συνηθισμένα δωμάτια, αντίκρισα, μόλις μπήκα την πόρτα της αυλής, ένα γέρο παπά με κάτασπρα γένια και κάτασπρα μαλλιά να κάθεται ακίνητος κι αμίλητος σε μια καρέκλα και να έχει στυλωμένα τα μάτια του στο άπειρο. Εκεί στην ίδια θέση και στην ίδια στάση τον έβλεπα να μένει ολημερίς δίχως να βγει ποτές όξω στο δρόμο, παρά μια μοναχά φορά, που ήτανε κι η τελευταία του.

   Απάνου στην κέρινη όψη του ήτανε πάντα διάχυτο ένα πνευματικό αντιφέγγισμα. Δεν έβλεπε καλά. Κι έπασχε κι από αμνησία και γεροντικήν άνοια. Σωματικό και ψυχικό ερείπιο, ήτανε πάντα βυθισμένος σ’ ένα ατελείωτο χάος. Αντίκρα του η κυρία Όλγα με την κόρη της, καθισμένες στα ξύλινα σκαμνάκια, του κρατούσανε συντροφιά, θεοφοβούμενες γυναίκες, και τον ακούγανε με σεβασμό κάθε φορά που ο γέροντας προσπαθούσε ν’ αφηγηθεί μ’ ασυναρτησίες πολλές τα μεγαλεία της περασμένης του ζωής.

 

***

 

   Στο σπίτι της κυρίας Όλγας είχε νοικιασμένο από το χειμώνα ένα ισόγειο δωμάτιο. Στην αρχή νόμισα πως είναι κανένας συγγενής της νοικοκεράς. Όταν ρώτησα τέλος πάντων και μου εξηγήσανε ποιος είναι, ξαφνιάστηκα πολύ και λυπήθηκα. Γιατί τον ήξερα. Ήτανε ο πρώην Φιλιππουπόλεως Φώτιος, θείος του σημερινού οικουμενικού πατριάρχου Φωτίου Β΄. Ο θείος ήτανε ο προστάτης του ανεψιού και χορηγός για τις σπουδές του. Είχε τελειώσει κι αυτός πριν ολίγα χρόνια τα Ζαρίφεια – και τόνε θυμάμαι, φοιτητήν ακόμα, όταν το καλοκαίρι γύριζε από την Αθήνα στη Φιλιππούπολη, ν’ ανεμίζει στο λαιμό του μια φλοτάν γραβάτα σύμφωνα με τη μόδα της εποχής!…

   Αυτός λοιπόν ήτανε ο πολύς Φώτιος, ο παντοδύναμος πνευματικός αρχηγός μιας πλούσιας επαρχίας, που κήρυττε με τόση θέρμη και σε γλώσσα μισοδημοτική στην εκκλησία, που του φιλούσε το χέρι σκύβοντας ταπεινά ο περήφανος Φερδινάνδος; Πώς είχε καταντήσει έτσι;

   Μετά τους ανθελληνικούς διωγμούς του 1906, που ο μανιασμένος όχλος των «πατριωτών» (Βουλγάρων) κατάστρεψε την παλιά κι αξετίμητη βιβλιοθήκη της μητρόπολης, ο Φώτιος όπως και οι άλλοι τέσσερις Ρωμιοί δεσποτάδες στη Βουλγαρία, έφυγε. Στον πρώτο βαλκανικό πόλεμο ο ελληνικός στρατός προχωρώντας στη Μακεδονία τόνε βρήκε δεσπότη Σερβίων και Κοζάνης και τον προσάρτησε στην εκκλησία του ελεύθερου ελληνικού κράτους. Στα 1916, όταν ο Βενιζέλος έκανε την «αντεπανάσταση» της Θεσσαλονίκης, ο Φώτιος ρίχτηκε στη φυλακή κι έφαγε χαστούκια από τους «πατριώτες» χωροφυλάκους του Βενιζέλου γιατί, λέει, μνημόνεψε στην εκκλησία τον προδότη βασιλιά!

   Αυτό το περιστατικό του κόστισε πολύ. Κι έτσι έσπασε μέσα του ο ειρμός της λογικής και χάλασε το θυμητικό του. Κι ύστερα; Τι ύστερα! Αφού δε καταλάβαινε τι του γίνεται κι αφού δε μπορούσε να μιλήσει, έπαθε ό,τι είναι φυσικό να πάθει ένας τέτοιος ανυπεράσπιστος άνθρωπος μέσα σε μια ζούγκλα. Δηλαδή ό,τι δεν έπαθε από τους Βουλγάρους το έπαθε από τους Ρωμιούς. Του κλέψανε την κορώνα του, την πατερίτσα του, τα παράσημά του, τα χρυσά του άμφια κι όσα λεφτά είχε και στο τέλος ή δεν έδινε σύνταξη η μητρόπολη ή του την τρώγανε άλλοι! Οπωσδήποτε φτάνανε και δε φτάνανε στα χέρια της κυρίας Όλγας 500 δραχμές το μήνα και μ’ αυτές του έδινε στέγη κρεβάτι, φαγί και πλυστικά. Για την ψυχή της!

 

***

 

   Περνώντας μπροστά από το χαμηλό παράθυρο της κάμαράς του τα μεσημέρια και τις νύχτες τον έβλεπα να κοιμάται βαριά ξαπλωμένος λοξά και μπρούμυτα στο κρεβάτι με όλα του τα ράσα και τα παπούτσια του απάνου στη βράση του καλοκαιριού και το λυσομάνισμα της σκνίπας. Τα ποδάρια του κρεμόντανε όξω από το κρεβάτι, τα άσπρα του γένια ξεχειλούσανε δεξιά κι αριστερά του μαξιλαριού και στη γωνία της κάμαρας ένας κουβάς για τις φυσικές του ανάγκες, αν και είχε τόσο ξεμωραθεί, που δεν του χρειαζότανε και πολύ.

 

***

 

   Και να δίπλα στη μαύρην εικόνα του ξεπεσμένου μεγαλείου, η θαμπωτική εικόνα της «θριαμβευούσης εκκλησίας». Οι καμπάνες της μητρόπολης στην Αίγινα χτυπάνε χαρούμενα. Οι παπάδες με τα πετραχήλια τους και με τα εξαφτέρυγα και τ’ άγια λάβαρα είναι αραδιασμένοι στο σκαλοκέφαλο της προκυμαίας. Και μαζί τους κόσμος πολύς. Τι τρέχει; Έρχεται με το βαπόρι της γραμμής ο Μητροπολίτης. Μήπως άραγε πρόκειται να πάει να επισκεφτεί, όπως παραγγέλνει το ευαγγέλιο, τον «ασθενή» εν Χριστώ αδερφό του; Ανέβηκε στο μουλάρι, κάθισε σε μαλακά μαξιλαράκια και τράβηξε για το βουνό να ξεκουραστεί λίγες μέρες στο γυναικείο μοναστήρι.

 

***

 

   Απάνου στο χειμώνα πέθανε ο Φώτιος. Πέρασε από την ψεύτικη ζωή στην αληθινή χωρίς να το καταλάβει. Δεν ξέρω αν τόνε θάψανε καθιστόν στην πολυθρόνα ή πλαγιασμένον ανάσκελα στο κιβούρι. Αν τόνε θάψανε καθιστόν, σώθηκε. Σώθηκε κι αυτός και οι τύποι!

   Θα πεις τώρα, τι σε νοιάζει εσένα κι ανακατεύεσαι στα εσωτερικά των παπάδων και των χωροφυλάκων. Ιστορία γράφω ο καημένος! Για να ξέρει μεθαύριο ο κόσμος ότι … οι άλλοι υπονομεύσανε τη θρησκεία, την οικογένεια κ.λ.π.

 

Ο Ντάντες και η λιτανεία

 

   Από πού μας ήρθε; Άγνωστο! Και γιατί μας ήρθε; Λείψανε τόσες πολιτείες καλύτερες στην απέραντη οικουμένη, που την είχε αλωνίσει ολάκερην απάνου και κάτου χρόνια και χρόνια; Λείψανε τα ωραία χωριά και τα λιμάνια της πατρίδας του της Ιταλίας και διάλεξε το νησί μας, για να έρθει να μείνει; Μυστήριο!

   Ίσαμε πενηντάρης, κοντός, καλοδεμένος, σβέλτος με ξουρισμένο πρόσωπο και μάτια γαλανά, μικρά και γρήγορα, πολύ έξυπνος, πολύ χαριτωμένος ήρθε με τη γυναίκα του, που ήτανε Ρωμιά, και με δυο τρία παιδάκια (στην Αίγινα έκανε κι άλλα!) κι εγκαταστάθηκε σ’ ένα καινούριο σπιτάκι. Είχε πολλές λίρες εγγλέζικες μαζί του. Και λεγότανε Ντάντες ντ’ Άννα.

   Ρωμαίικα δεν ήξερε. Μονάχα τα βρομόλογα. Έτσι γίνεται πάντα. Στον ξένο τόπο μαθαίνει κανείς πρώτα πρώτα τις βρισιές, τις βλαστήμιες και τις αισχρολογίες. Με τα γρήγορα ματάκια του, γεμάτα αμυντική πονηρία κι ανησυχία παρακολουθούσε τους άλλους, που μιλούσανε ρωμαίικα κι από το παίξιμο των ματιών τους, από τους μορφασμούς του προσώπου τους κι από καμιά γνώριμή του λέξη από κείνες που είπαμε, καταλάβαινε αν μιλούσανε γι’ αυτόν κι αν λέγανε καλό ή κακό!

   Δεν άργησε όμως να μάθει ρωμαίικα, όπως δεν άργησε να συνηθίσει και τη ρετσίνα μας, που στην αρχή την έβρισκε πικρή. Μέσα σ’ ένα χρόνο μπορούσε να νταραβερίζεται με τους Ρωμιούς της πιάτσας και της ταβέρνας και να διηγείται διάφορα απίστευτα περιστατικά της μυθιστορηματικής ζωής του. Κι ακόμα μπορούσε να μαλώνει κατά τον ελληνικό ρυθμό, δηλαδή με ξεφωνητά και με γλώσσα ροδάνι! κι ας ήτανε οι λέξεις του στραβές ή μισοφαγωμένες.

   Είχε γυρίσει Ιταλία, Γαλλία, Ελβετία, Γερμανία, Αλγέρι, Αίγυπτο, Βόρεια Αμερική, Νότια Αμερική κι έμεινε χρόνια πολλά στο Σαν Πάολο της Βραζιλίας. Έλεγε πως ήτανε μηχανικός κι ηλεχτρολόγος κι είχε μάλιστα κάνει αυτός την ηλεχτρικήν εγκατάσταση στο παλάτι του Κεδίβη στο Κάιρο· και πως για τούτη τη δουλειά ο Κεδίβης του έδωσε ένα δίπλωμα κι ένα μεγάλο τσεκ από λίρες. Μ’ αυτές, θαρρώ, πως ήρθε στην Αίγινα. Κι έμεινε γιατί βρήκε τη ζωή πολύ φτηνή και γιατί έλπιζε να στρώσει και καμιά δουλειά να βγάζει τα έξοδά του.

   Ωστόσο οι δουλειές που έκανε, ήτανε λιγάκι τολμηρές για το μικρό νησί, αν όχι τυχοδιωχτικές. Έφερε μια κινηματογραφική μηχανή. Συνεταιρίστηκε με τον καφετζή του «Και» (έτσι λέγεται ο αριστερός λιμενοβραχίονας της Αίγινας) κι έστησε ένα μπερντέ. Στην αρχή έπαιρνε ένα δίφραγκο από κάθε άτομο. Μα το σύστημα τούτο της άμεσης φορολογίας δεν έπιασε. Γιατί ο κόσμος ύστερα από την πρώτη βραδιά δεν πήγαινε να ξαναϊδεί το ίδιο πράγμα επί εφτά μέρες. Γιατί οι ταινίες αλλάζανε κάθε βδομάδα. Τότες βάλανε σ’ ενέργεια το σύστημα της έμμεσης φορολογίας: ανεβάσανε τις τιμές των πιοτών. Μα οι πελάτες φωνάζανε: «Εμείς δε θέλουμε να ιδούμε κινηματογράφο! Εμείς ερχόμαστε δω να πάρουμε αέρα και να ρεμβάσουμε!» Έτσι γινόντανε καυγάδες κάθε βράδυ κι η πελατεία άλλαξε στέκι, έφυγε από το καφενείο του «Και» και πήγε στο καφενείο του «Κόρτε», όπου υπήρχε ο χορός, τα γυμνά μπράτσα των κοριτσιών και οι ακάλτσωτες γάμπες τους μέσα στο θαμπωτικό φως των ηλεχτρικών λαμπών!

   Εξόν αυτό, κάθε πρώτη βραδιά, που άλλαζε η ταινία, όλες οι βάρκες της Αίγινας, γεμάτες τζαμπατζήδες, ερχόντανε και δένανε στο «Και» και σεινάμενες κουνάμενες στο νερό απολαμβάνανε το θέαμα χάρισμα.

   Έτσι η επιχείρηση του Ντάντε ναυάγησε.

   Και τότες αναγκάστηκε, τέλος σαιζόν, που ο ξένος κόσμος έφυγε πια κι οι δουλειές σταματήσανε, ν’ ανοίξει μια μπυραρία, καφενείο και χαρτοπαίγνιο μαζί, κάτου στην προκυμαία.

   Μα οι Αιγινήτες δεν πίνανε μπύρα παρά μονάχα από καπρίτσιο ή για φιγούρα. Έχουνε τα ωραία τους κρασιά. Για να τραβήξει το λοιπόν πελατεία ο Ιταλός, πήρε μια σερβιτόρα καμιά εικοσαριά χρονών, ζωηρή και όμορφη, αληθινόν κόμματο! Και τ’ αποτέλεσμα: Ένα βράδυ αστράψανε οι κάμες ανάμεσα στα μερακλωμένα ναυτάκια. Κι η σερβιτόρα αναγκάστηκε να φύγει. Κι η δουλειά χάλασε.

   Και τώρα ερχόμαστε στη λιτανεία.

   Κάθε καλοκαίρι δέρνει την περισσότερην Ελλάδα η ξηρασία κι η ανομβρία. Οι Αιγινήτες, που περιμένουνε από τα περιβόλια τους κι από τ’ αμπέλια τους να ζήσουνε, βρίσκονται τα καλοκαίρια σε μεγάλη αγωνία όσο οι ζέστες μεγαλώνουνε. Θρήσκοι άνθρωποι δεν περιμένουνε απ’ αλλού σωτηρία παρά από το Θεό. Έτσι κάθε καλοκαίρι δε μπορεί να μη γίνει η σχετική λιτανεία. Όλος ο κλήρος κι όλος ο λαός της Αίγινας σηκώνεται στο πόδι. Μπροστά η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας και πίσου ο λαός φέρνουνε γύρα την πόλη και παρακαλάνε να τους συχωρέσει τις αμαρτίες ο Πανάγαθος και να στείλει βροχή.

   Ο Ιταλός που γύρισε τον κόσμο, ήξερε από την πείρα της πολυτάραχης ζωής του πως παντού οι άνθρωποι είναι αμαρτωλοί. Δεν ήξερε όμως πως γι’ αυτό δε βρέχει ή γι’ αυτό γίνονται νεροποντές, πλημμύρες ποταμιών, σεισμοί και καταποντισμοί, φουρτούνες και αρρώστιες. Και πείνα. Άξαφνα φέτος μοναχά πεθάνανε από πείνα δυόμισι μιλιούνια άνθρωποι – μύγες!

   Γι’ αυτό, άμα είδε την πομπή της λιτανείας με την εικόνα μπροστά, λένε, πως είπε:

   - Μα από τούτο το ξύλο περιμένουνε βροχή;

Τι ήθελε και το είπε; Γιατί εξαιτίας του δεν έβρεξε. Έτσι τουλάχιστο διαδόθηκε σ’ όλο το νησί. Μεγάλη κατακραυγή δημιουργήθηκε ενάντιά του και η ζωή του κιντύνεψε στα σοβαρά από τους φανατισμένους θεόπληκτους. Τώρα μπορεί και να μην είπε τίποτες ο άνθρωπος! Δεν το ξέρουμε. Μα οργή λαού οργή Θεού – και τα πολλά λόγια είναι φτώχια!

   Και να ξαφνικά ο Ντάντες πέφτει βαριά άρρωστος. Οι παπάδες κι οι θεοσεβούμενοι άνθρωποι πειστήκανε πως αυτός ο … προτεστάνος βλαστήμησε πραγματικά την εικόνα. Διαδόθηκε πως έπαθε… παράλυση της γλώσσας!… Θεία Δίκη, φωνάξανε όλοι. Κι ίδιο σα να πηγαίνανε κόντρα στο θέλημα του Θεού! Και τότες πάλι δε … θα έβρεχε!

   Ωστόσο ο Ιταλός έγινε καλά. Και βροχή δεν έπεσε στάλα. Μα λίγο λίγο τρώγοντας πάντα τα έτοιμα χωρίς να δουλεύει, έπεσε σε μεγάλη δυστυχία. Και το έριξε στο κρασί. Όσο που ξεπούλησε τα διαμαντικά της γυναίκας του για ένα κομμάτι ψωμί, έκανε τα ναύλα του για το Σαν Πάολο κι έφυγε να ξαναρχίσει από το άλφα τη ζωή του. Μου έγραψε μια δυο φορές. Μα είναι χρόνια τώρα, που τον έχασα για πάντα.

 

Πώς οι Αιγινήτες πιάσανε τον Κεμάλ

 

   Τέλη Αυγούστου του 1922, απάνου στην ακμή των μπαιν-μιξτ, των νυχτερινών χορών στο «Κόρτε», των σταφυλιών και των σύκων, καθώς και της μικρασιατικής εκστρατείας, ένα απόγεμα, που φυσούσε δυνατός και πρόσχαρος μπάτης, αρχίσανε να χτυπάνε ενθουσιασμένες όλες οι καμπάνες της Αίγινας: της μητρόπολης, της Παναγίας, τ’ Αϊ-Νικόλα.

   Οι φάτσες των μαγαζιών, τα μπαλκόνια των σπιτιών, των ξενοδοχείων, του δημαρχείου γεμίσανε παντιέρες, μικρές και μεγάλες, από μπλάβες έως γκρίζες. Οι βάρκες μέσα στο λιμάνι απλώσανε στην κορφή της αντένας ή στο κοντάρι της πρύμνης από μια γαλανόλευκη και στολίσανε τ’ άλμπουρά τους με κλαριά από μυρτιά ή πεύκο. Κι ανοίγοντας τα πανιά τους στο δυνατό και πρόσχαρο μπάτη στο λιμάνι, λες και τις κυνηγούσανε και τις ερεθίζανε σαν άλογα τα απανωτά κύματα των ήχων, που στέλνανε οι καμπάνες από τη στεριά.

   Ο κόσμος κατέβαινε στην προκυμαία να μάθει τι τρέχει. Και μόλις ακούγανε τι έτρεχε, οι φάτσες των αγαθών ανθρώπων αστράφτανε από ευχαρίστηση. Επιτέλους! Ο Θεός έκανε το θάμα του!

   Τι έτρεχε δηλαδή;

   Διαδόθηκε πως ήρθε τηλεφώνημα στο ταχυδρομικό κατάστημα της Αίγινας από την Αθήνα, πως ο στρατός μας έπιασε στη Μικρά Ασία τον Κεμάλ αιχμάλωτο με όλο του το επιτελείο!

-         Χριστός ανέστη, μπρε παιδιά!

-         Είδες; Δε σου το έλεγα; Αυτό θα ήτανε το τέλος του.

-         Άιντε τώρα, μπαρμπα-Φος, μάθε πως μια ελληνική μεραρχία κάνει δέκα φραντσέζικες!

Η τηλεφωνική συγκοινωνία Αίγινας-Αθήνας γίνεται ορισμένες ώρες της ημέρας. Έπρεπε να βραδιάσει για να πάρει γραμμή το ταχυδρομείο. Και τότες μας ήρθε η απάντηση: «ότι η είδησις επί του παρόντος ουδαμόθεν επιβεβαιούται· πάντως αναμένεται η σύλληψις του Κεμάλ, διότι έχει περικυκλωθεί υπό των Ελλήνων!»

 

***

 

   Γρήγορα γρήγορα και με τρόπο κατεβήκανε οι παντιέρες.[2] Οι βάρκες μαζέψανε τα κλαριά τους και δέσανε στο μουράγιο. Εκεί, φρόνιμες και ταχτικές, πάψανε να κουνάνε την ουρά τους απάνου στα ήσυχα νερά, που αστραποβολούσανε από τα ηλεχτρικά φώτα των αντικρινών μαγαζιών. Μαζί με τη μπουνάτσα έδυσε και το όνειρο του πατριωτικού θριάμβου κι απλώθηκε μπουνάτσα στις τρικυμισμένες φαντασίες!

   - Πού θα μας πάει; λέγανε αναμεταξύ τους οι πιο θερμοί άνθρωποι. Δεν είναι σήμερα, θα είναι αύριο.

   Μα αύριο (ήγουν μετά μια ή δυο βδομάδες) ήρθε το ανάποδο μαντάτο: μας έπιασε … ο Κεμάλ!

   Δυο τρεις μέρες πριν αρχίσανε οι εφημερίδες και τα επίσημα ανακοινωθέντα να μασάνε τα λόγια τους. «Ερράγη εις έν ή δύο σημεία το μέτωπον… Ο στρατός συνεπτύχθη, όπως δώσει μάχην πλησίον των κέντρων εφοδιασμού του. Προσεχώς θ’ αρχίσει η αντεπίθεσις κτλ, κτλ.» Αλλά τα ψέματα τούτα δεν προφτάνανε να ριζώσουνε. Γιατί τα τραγικά γεγονότα ακολουθούσανε ραγδαία το ένα το άλλο. Κι η αλήθεια άρχισε να μη μπορεί να κρυφτεί: «Όλος ο στρατός φεύγει πανικόβλητος, ρίχνοντας τα όπλα του! Αιχμάλωτος ο στρατηγός Τρικούπης με όλες του τις μεραρχίες! Η Σμύρνη καίγεται! Ο στρατός κι ο ελληνικός πληθυσμός με μεγάλη αταξία και πατείς με πατώ σε κοιτάει να σωθεί στα βαπόρια κτλ, κτλ.»

 

***

 

   Όσο να έρθουμε στα συγκαλά μας απ’ αυτές τις ειδήσεις, έφτασε στην Αίγινα το πρώτο βαπόρι με φυγάδες στρατιώτες. Το κατάστρωμα απάνου ήτανε γεμάτο φίσκα από πηλήκια. Το βαπόρι, αν δε γελιέμαι, τράβαγε για τον Πόρο ή για το Ανάπλι, μα οι Αιγινήτες στρατιώτες αναγκάσανε με τα όπλα στο χέρι τον καπετάνιο να σταματήσει να βγούνε.

   Όλοι χωρίς απολυτήριο κι οι περισσότεροι χωρίς όπλα ξεμπαρκαριστήκανε στην Αίγινα αξούριστοι, κουρελιασμένοι, με τα μάτια ακόμα γεμάτα τρομάρα. Διηγόντανε πλήθος απίστευτες τραγικότητες της φυγής. Μα και ήτανε πολύ ευχαριστημένοι, που πήρε ένα τέλος αυτός ο βραχνάς. Πέσανε στο κρασί με τα μούτρα κάτου στις ταβέρνες. Κι άμα ήρθανε στο κέφι το στρώσανε στο τραγούδι και στο χορό. Και στα σμπάρα. Όλη η προκυμαία αναστατώθηκε από το τουφεκίδι. Μα και κανένας δεν τολμούσε να τους μιλήσει. Οι αρχές μαζευτήκανε στο καβούκι τους. Ένα δυο αξιωματικοί που βρισκόντανε εδώ, τρέξανε να κλειστούνε στα σπίτια τους. Γιατί ο κόσμος, τα είχε με τους αξιωματικούς, που δεν κάνανε το χρέος τους, μα φύγανε «ενώπιον του εχθρού!»

 

 

 

 

 

 

 

Από τα Φιλολογικά Απομνημονεύματα, εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1980

  

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA

 

 

 

 

 

 

  



[1] Ο Θωμάς πολύ αργότερα πήρε τη θέση του στον κόσμο. Μα είναι τόσο ανθρώπινος τύπος, που θαρρείς πως υπάρχει από την ημέρα που θεμελιώθηκε η πλάση.

[2] Ο Μπραντές διηγείται κάπου πως το ίδιο γίνηκε μια φορά και στο Παρίσι, στον πόλεμο του ’71. Είχε διαδοθεί πως αιχμαλωτίστηκε ο πρωσικός στρατός, σημαιοστολίστηκε όλο το Παρίσι και το βράδυ βράδυ μαθεύτηκε η τραγική αλήθεια. Και τα χέρια βγαίνανε κρυφά και δειλά και ντροπιασμένα από παράθυρα και κατεβάζανε τις σημαίες.