Σε αυτό το απόσπασμα από τα Φιλολογικά Απομνημονεύματά του, ο Βάρναλης αφηγείται το ίδιο περιστατικό που χρησιμεύει σαν βάση για το διήγημα «Η κυρά Μαριγώ» της Γαλάτειας Καζαντζάκη.

 

Περιπέτειαι μιας παλαιάς…δόξης!

 

[…] Μια φορά έτυχα κι εγώ σ’ ένα τέτοιο επεισόδιο, που αξίζει τον κόπο να το αφηγηθώ. Γιατί ο σκοπός μου είναι να ολοκληρώσω τον τύπο αυτής της γυναίκας, έναν τύπο αντιπροσωπευτικό για την κοινωνία κείνου του καιρού.

   Στην επιστράτευση του 1915 ήμουνα αποσπασμένος από το λόχο μου γραφέας στο Β΄ Νοσοκομείο Εκπαιδεύσεως. Επειδή δεν ήξερα πόσο θα βαστούσε αυτή η απόσπαση, δεν είχα νοικιάσει δωμάτιο. Όσες φορές όμως είχα άδεια διανυκτερεύσεως, κοιμόμουνα στης κυρά Κ. σε όποιο από τα δωμάτιά της ήτανε ανοίκιαστο. Και πλήρωνα μια δραχμή.

   Μια νύχτα είχα βολευτεί σ’ ένα δωμάτιο του δευτέρου πατώματος, με τη μακριά και στενή βεράντα δίπλα στην κουζίνα. Ήτανε καλοκαίρι, κι είχα την πόρτα και το παράθυρο ανοιχτά προς τη βεράντα. Περασμένα μεσάνυχτα. Όλη η συνοικία ησύχαζε. Ξαφνικά ακούω κάτι σπαραχτικά ξεφωνητά:

-         Κώστααα! Κώστααα!...

   Τινάζομαι απάνω τρομαγμένος και ξανακούω το ξεφωνητό «Κώστααα» να βγαίνει από την κουζίνα. Τρέχω μισόγυμνος εκεί και βλέπω ένα λοχία, το Λελέ (δεν τον ήξερα τότες, μα ύστερα από…είκοσι χρόνια το έφερε η τύχη να γνωριστούμε) κι ένα στρατιώτη, και τους δυο τύφλα στο μεθύσι. Είχανε αρπάξει την κυρά Κ. και προσπαθούσανε να τη φιλήσουνε.

-         Συνάδερφοι, τους λέγω. Δεν είναι σωστά πράματα αυτά. Αφήστε την κακομοίρα τη γυναίκα.

-         Ποιος είσαι συ; μου κάνει ο Λελές.

-         Φαντάρος.

-         Φαντάρε, μου απαντά προσταχτικά, βάστα της τα χέρια!...

   Εγώ εννοείται, μπήκα στη μέση και χώρισα το σύμπλεγμα.

   Η κυρά Κ., η παλιά βετεράνα του έρωτα, δε φοβότανε φυσικά μήπως χάσει ό,τι πολυτιμότερο είχε. Φοβότανε πρώτα να μην πάρει είδηση η αστυνομία και έρθει κι ύστερα το ρεζιλίκι, που θα πάθαινε στη γειτονιά και στους νοικάρηδες. Κι έτρεμε.

-         Καθίστε να σας ψήσω καφέ… να σας κεράσω γλυκό… Είσαστε καλά παιδιά… τι θέλετε από μένα;

-         Εσένα θέλουμε, απαντούσε ο Λελές και έκλεινε το μάτι για να καταλάβω ότι ήρθε μονάχα για να κάνει φασαρία και να γελάσει.

-         Τι να με κάνετε εμένα! Είμαι γριά. Ελάτ’ εδώ!

   Κι ανοίγοντας την πόρτα της βεράντας, τους έδειξε με το δάχτυλο το υπόγειο του σπιτιού.

-         Πάτε κει να χτυπήστε. Είναι δυο νέες αδελφάδες, που ανοίγουνε σε όσους χτυπούνε. Μωρή Ελένη, μωρή Πιπίτσα, ελάτε μωρές απάνου που σας ζητάνε…

   Μα εκείνες ούτε τσιμουδιά. Αμπαρώσανε καλά την πόρτα και δεν απαντούσανε.

-         Δεν τις θέλουμε αυτές. Εσένα θέλουμε, έλεγε… χαδιάρικα ο Λελές με μισόκλειστα τα μάτια από το μεθύσι και με κρυφό χαμόγελο στα χείλη.

   Η κυρά Κ. τα χρειάστηκε. Και τότες μεταχειρίστηκε τα έσχατα μέσα. Έβγαλε την περούκα της και τους έδειξε το φαλακρό της κρανίο. Έβγαλε τις ψεύτικες μασέλες της και τους έδειξε το κούφιο στόμα της – μαύρην άβυσσο, όπου η γλώσσα έπαιζε βαθιά στο κενό κάνοντας α! α! α! σα να ήτανε κομμένη.

   Μπροστά σ’ αυτή τη φρίκη, οι δυο μεθυσμένοι «συνάδερφοι» δε μπορούσανε να σταθούνε. Και πιάνοντας ο ένας τον άλλο από την αμασκάλη φύγανε τρεκλίζοντας, ενώ τα βαριά τους άρβυλα με τις σιδερένιες πρόκες βροντούσανε πάνου στα ξύλινα σκαλοπάτια της εξωτερικής σκάλας του σπιτιού.

   Όλες αυτές τις «κακίες» του κόσμου τις ξεχνούσε γρήγορα η κυρά Κ. Γιατί όπως δεν είχε αίσθηση της πραγματικότητας, του χρόνου, των τόπων και των αριθμών, δεν είχε και μνήμη. Μέσα στο χάος του λογισμού της με το χαλασμένο ρυθμό κυριαρχούσε πάλι η μακαριότητα κι η… αθανασία. Γιατί το θάνατο δεν τον έβαζε ποτέ στο νου της.

 

Από τα Φιλολογικά Απομνημονεύματα, εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1980

  

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA