ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ

 

ΤΟΥΡΚΟΛΙΜΑΝΟ

 

Βράδιαζε. Τα σύννεφα πέρα απ’ τη Σαλαμίνα χάναν σιγά σιγά τα τελευταία χρυσά χρώματα, ολοένα γίνονταν σκούρα. Η μπουκαδούρα έφερνε μες στο λιμάνι λίγο κύμα. Οι ψαροπούλες μια μια σαλπάριζαν, άσπρες, κίτρινες, πράσινες – φιγούρες ανάλαφρες μες τα χρώματα του διαστήματος. Οι ψαράδες που δεν ήταν να ρίξουν τα δίχτυα ή τα παραγάδια τους σιγουρέρναν τον κάβο που ήταν δεμένες οι βάρκες στη στεριά, παίρναν τα κουπιά στον ώμο και τραβούσαν για τα καλύβια τους. Ένα τσούρμο μωρά ξυπόλητα παίζαν στην ακρογιαλιά, κυνηγιόντανε κάνοντας μεγάλο πατιρντί. Σκάλωναν πάνου στο καινούργιο σκαρί, το στημένο στον ταρσανά, το καΐκι του καπετάν-Μανόλη. Τρέχαν από πρύμη σε πλώρη, πέφταν, τσίριζαν. Ολοένα μερεμιτιζόταν το καινούργιο σκαρί. Θα γινόταν τρεχαντήρι. Ό,τι του είχαν περάσει το μίνιο. Ένας μικρός ξυλένιος σταυρός στην πλώρη του – να φωτίζει ο Χριστός τους μαστόρους, για να δώσουν καλό πλεούμενο στα κύματα. Μύριζε κατράμι και σάπιο φύκι γύρω.

Ένας άνθρωπος καθισμένος σε μια πέτρα, στ’ ακρογιάλι, κοίταζε. Είναι ψηλός, ξερακιανός, τα μαλλιά του πολύ πυκνά, γκρίζα, αχτένιστα. Το μούτρο του αυλακωμένο από χαρακιές έχει μεγάλα γένια, βρόμικα. Το ζερβί του αυτί είναι κομμένο. Για να το κρύβουν τα μαλλιά του κατεβαίνουν πυκνά εκεί και το σκεπάζουν. Δεν είναι ντυμένος σαν τους ψαράδες, φορά και μια λεκιασμένη παλιά ρεπούμπλικα. Είναι φαγωμένη απ’ το σκόρο, έχει τρύπες στο γείσο. Ο άνθρωπος φαίνεται σαν ξεστρατισμένος στο Τουρκολίμανο, όλα φωνάζουν απάνω του πως έχασε το δρόμο.

Μια γυναικεία φωνή:

- Έλα! Έλα πια! Τα μωρά απαντέχουν να φάμε!

Τίναξε λίγο το κεφάλι του σαν να γύριζε από το ταξίδι.

- Εμένα λες;

- Εσένα λέω! Νύχτωσε!

- Καλά, έρχουμαι.

Όμως πάλι δε σηκώθηκε. Εκεί, λίγα μέτρα μακριά του, είναι ο σταυρός που βοηθάει τους μαστόρους και το καινούριο σκαρί. Τα παιδιά που τρέχαν από πλώρη σε πρύμη φύγανε, η νύχτα ολοένα κατεβαίνει, δεν ξεχωρίζει πια καλά ο σταυρός, μπερδεύεται στο σκοτάδι. Μα είναι εκεί, αυτός τον ξέρει, τον βλέπει. Έτσι γίνεται πάντα με τα σκαριά που στήνουνται στον ταρσανά. Σιγά σιγά μεγαλώνουν, παίρνουν σχήμα, τα ξύλα γίνουνται αμπάρια. Ύστερα θα μπει ο στόκος, θα μπει η μπογιά, η πίσσα. Κι ύστερα τα ξύλα θα ταξιδέψουνε. Θα τα δείρουν τα κύματα, το μελτέμι και η τραμουντάνα. Τι άραγες είναι να φέρουν τούτα εδώ τα ξύλα - χαρά και πόνο; Ο ερημικός άνθρωπος που φαίνεται σαν να φουντάρισε στο Τουρκολίμανο ξέρει πια πως πλάι στη μοίρα των ανθρώπων είναι η μοίρα των πραγμάτων. Αυτή αποφάσισε την πρώτη φορά και βούλιαξε το καΐκι του. Το αποφάσισε και για δεύτερη φορά. Και για μια ακόμα, για τρίτη. Τρία καΐκια είναι πολλά για μια ζωή. Άλλοι δε βαστούν και πέφτουν στο πρώτο. Τούτος ρήμαξε στο τρίτο. Αποτραβήχτηκε τότες απ’ τη θάλασσα, καταστάλαξε με τη γυναίκα του και τα δυο μωρά του σ’ ένα καλύβι στο Τουρκολίμανο και ζει δουλεύοντας στους μύλους. Αλλά τώρα έχει λίγη δουλειά στους μύλους. Τον πιο πολύ καιρό τον περνά όξω απ’ τον ταρσανά, εκεί που στήνουνται τα καινούργια σκαριά. Τα παρακολουθά μέρα με τη μέρα που μεγαλώνουν, που σχηματίζονται και, όταν πια είναι έτοιμα, που πέφτουν στη θάλασσα. Ένα ένα φεύγουν τα καινούργια καΐκια, άλλα ξύλα που θα γίνουν καΐκια παίρνουν τον τόπο τους, οι μέρες περνούν, τα μαλλιά ασπρίζουν. Όμως δικό του άλλο καΐκι δε φαίνεται πια σίγουρο πως δε θα στηθεί. Τρία καΐκια που του πήρε η τραμουντάνα στο Αιγαίο είναι πολλά για μια ζωή. Έγινε ένας μίζερος άνθρωπος, ένας μονόχνωτος άνθρωπος. Τα παιδιά των ψαράδων που παίζουν στο μουράγιο τον έχουν για μπαμπούλα τους. Τα βλαστημά, δεν τους χαμογελά ποτές, τον πειράζει που τα βλέπει να παίζουν και να χαίρουνται. Ξέρει πως μέσα σ’ όλα τούτα τα παιδιά χτυπά μια ζεστή καρδιά θαλασσινών που αύριο μεθαύριο θα κινήσουν για το πρώτο καΐκι τους, να το κερδίσουν. Όλα θ’ αρχίσουν, όλα εδώ στο Τουρκολίμανο αρχίζουν και ξαναρχίζουν. Μονάχα αυτός τελείωσε. Στο Τουρκολίμανο ζουν ψαράδικα. Σήμερα πήγε καλά η θάλασσα, αύριο δεν πήγε καλά, μα την άλλη θα ξαναπάει. Δε γυρεύουν πολλά στο Τουρκολίμανο κι έτσι  δε χάνουν τίποτα. Αυτός γύρεψε τρεις φορές ανοιχτές θάλασσες όξω απ’ το Σαρωνικό. Πρέπει να πληρώσει.

 

Τους βρήκε στρωμένους στο χαμηλό τραπέζι να τον περιμένουν. Τη γυναίκα του και τα δυο μικρά αγόρια του.

Κάθισε. Άρχισαν να τρώνε την κακαβιά τους. Σωπαίνοντας. Η γυναίκα πρώτη γύρεψε να σπάσει τη σιωπή.

- Το αλάτι μάς τέλειωσε. Θέλουμε αλάτι, είπε.

Εκεινού ο νους, βέβαια, ήταν αλλού. Το αλάτι;… Είπε ωστόσο για το αλάτι:

- Ναι, όπου να ’ναι έρχεται καΐκι απ’ την Ανάβυσσο. Θα φέρει αλάτι.

Και την ίδια στιγμή, ο λόγος ο ειπωμένος για το καΐκι και για το αλάτι, τον φέρνει στο μοναδικό, στον ακατάλυτο κόσμο του:

- Αν πάρει γραίγος… Στην ανάγκη θα βγει απ’ τον κόρφο της Ανάβυσσος με το κουπί…

Τα μάτια του στυλώθηκαν κατά τη μισάνοιχτη πόρτα του καλυβιού σαν να ήταν ακουμπισμένος στο δοιάκι του και να κοίταζε μπροστά το πέλαγο, ψηλά τα άστρα, να μαντέψει τον αέρα.

Η γυναίκα του τρόμαξε:

- Αχ, Βασίλη! Κοίταξε κατά μας! Μην κοιτάς έτσι την πόρτα! Είναι άγρια…

- Πάλι άγρια είναι; έκαμε θυμωμένος αυτός, μη θέλοντας να το παραδεχτεί.

- Μα σου το είπα τόσες φορές. Πάντα, σαν κοιτάζεις όξω, κατά το γιαλό…

Κι ευθύς έπειτα, ικετεύοντας:

- Έλα πια να φύγουμε απ’ το λιμάνι. Η ζωή τώρα είναι ψηλά, στην πολιτεία μέσα, στους μύλους. Έλα να φύγουμε…

- Καλά αράξαμε εδώ, είπε αυτός κι έκοψε την κουβέντα.

Ακούστηκαν βήματα που πλησίαζαν.

- Χμ! Ο ανεπρόκοπος! μουρμούρισε μες στα δόντια του ο άντρας σαν να έβριζε.

- Τι του το λες και το ξαναλές του ανθρώπου; είπε η γυναίκα. Το βλέπεις: δεν πειράζεται! Λοιπόν, γιατί;

Ο «ανεπρόκοπος» που μπήκε ήταν ένας κοντός ανθρωπάκος, ίσαμε πενήντα χρονώ, με λιοκαμένο ψαράδικο μούτρο, ξυπόλητος, και με το ένα χέρι κομμένο απ’ την κλείδωση χαμηλά. Με το άλλο, το γερό χέρι, σήκωνε τα δυο κουπιά της βάρκας του.

Καλησπέρισε, πήγε κι απόθεσε τα κουπιά πλάι, στην άλλη κάμαρα του καλυβιού που τη βαστούσε αυτός.

- Έλα! τον φώναξε η γυναίκα. Μπαρμπα-Σταύρο, έλα!

Πήγε κοντά τους. Έκαμε να καθίσει, μα κοντοστεκόταν σαν να είχε κάτι άλλο να κάμει, κάτι να ήθελε να τους πει.

- Είναι τίποτα; ρώτησε η γυναίκα και τον κοίταξε.

Τον κοίταζαν και τα παιδιά. Γυάλισαν τα μάτια του, λίγο θολά αλλά πολύ ήμερα σαν τα μάτια των παιδιών.

- Κάτι έχω όξω…, λέει. Δεν ξέρω. Να το φυλάξω απόψε μέσα;

- Τι; τι; είπαν τα παιδιά κι ανασηκώθηκαν.

Τον κοίταξε κι ο καπτα-Βασίλης.

- Μπας κι ήβρες τη Γοργόνα; χαμογέλασε πικρά, με κακία.

- Η Γοργόνα δεν είναι για τον πάσα ένα, καπτα-Βασίλη, είπε ο μπαρμπα-Σταύρος. Εγώ μια φορά δε θα την αξιωθώ. Όμως όσο για ένα γλάρο…

- Τι γλάρο;… πετάχτηκαν χαρούμενα τα παιδιά.

- Ε… να… Στον τόπο του Τζανή που χάσαμε…

- Πού είναι τος; Πού είναι τος; αλάλαξαν τα παιδιά.

Βγήκε όξω, τον έλυσε και τον έφερε. Τον απόθεσε χάμου. Ο γλάρος έκαμε μια ταπ τις φτερούγες του να πετάξει. Λίγο σηκώθηκαν τα ποδάρια του απ’ τη γη, μα την ίδια στιγμή ξαναπέσαν πάλι. Ήταν ένα μεγάλο κάτασπρο πουλί, ανίκανο να πετάξει, γιατί του είχαν πάρει τα φτερά, του είχαν μαδήσει τις φτερούγες.

- Πόσο τα πούλησες; ρώτησε αδιάφορα ο καπτα-Βασίλης.

Ο άλλος δεν κατάλαβε.

- Για ποιο λες;

- Για τα φτερά είπα. Εσύ δεν ψαρεύεις με συρτή. Το λοιπόν τι να τα κάνεις; Πόσο τα ’δωσες; Τα μάτια του ψαρά με το κομμένο χέρι τον κοιτάζουν ήσυχα.

- Δε θυμάσαι τον Τζανή; είπε. Πουλούσα εγώ τα φτερά του; Αγόρασα στον τόπο του τούτον εδώ.

- Τον αγόρασες;

Ναι, μια βάρκα πασαλιμανιώτικη τον είχε ψαρέψει. Του πήραν τα φτερά για δόλωμα στη συρτή τους. Λέγαν, ύστερα, να τον αμολήσουν στη στεριά, στο Πασαλιμάνι. Εκεί θα τον πιλάτευαν και θα τον σκότωναν τα μπερμπαντόπαιδα. Τους λέει ο ψαράς με το κομμένο χέρι: «Αφήστε τον σ’ εμένα». «Τον θέλεις εσύ; Α, βέβαια, τον θέλεις για να ’χεις τα φτερά του σαν θα ξαναμεγαλώσουν. Θα μας τον πληρώσεις». «Δε θέλω τα φτερά του, είπε ο μπαρμπα-Σταύρος. Δεν ψαρεύω με συρτή». «Τότες θα τα πουλήσεις σ’ αυτουνούς που ψαρεύουν». «Δεν πουλώ εγώ φτερά! Όρκο παίρνω στο χέρι που μ’ άφησε γερό η κακιά ώρα». «Τότε τι θα τον κάνεις;» «Είχα μια φορά έναν άλλο γλάρο. Τον λέγανε Τζανή». Γέλασαν οι ψαράδες του Πασαλιμανιού. «Λοιπόν, γλάρους ψωμοτάιζες εσύ, μπάρμπα;». «Μου τον σκοτώσαν και τον φάγαν στον καιρό της πείνας, είπε ο μπαρμπα-Σταύρος. Αφήστε να πάρω τούτον. Μην τον τυραννάτε». «Όχι, όχι, είπαν οι ψαράδες που θέλαν κάτι να κερδίσουν κι από τούτη την αναπάντεχη δουλειά. Θα μας δώσεις μια οκά ψάρι για να σου τον δώσουμε». «Μα όλο κι όλο μια οκά είναι αυτό που έπιασα σήμερα!» «Θα μας το δώσεις. Αλλιώς δε γίνεται».

Τους έδωσε την οκά το ψάρι και πήρε το γλάρο με τα μαδημένα φτερά.

Ο γλάρος τριγυρίζει τώρα ανάμεσα στα πόδια των παιδιών, ολοένα κάνει ν’ ανοίξει τις φτερούγες του για να πετάξει, πάλι τις διπλώνει αδύναμες. Πηδά μοναχά, αλαφριά.

Ο καπτα-Βασίλης όλο γκρίνια λέει:

- Σαν δεν έχεις έγνοιες στον κόσμο τούτον τι να κάνεις; Μαζεύεις γλάρους!

- Ε, τι να γίνει! λέει καλοκάγαθα ο μπαρμπα-Σταύρος. Πρέπει κάτι να γίνει και με τους γλάρους που τους κόβουν τα φτερούγια.

- Και γιατί μωρέ να γίνει; Σε τι φελά;

- Ε! λέει ο μπαρμπα-Σταύρος. Έτσι… Εγώ το ’χω σε καλό να ταγίζω ένα γλάρο…

- Καλά σου λέει, συμφώνησε κι η γυναίκα. Θυμήσου τι έγινε σαν έσφαξες τον άλλο γλάρο του μπαρμπα-Σταύρου. Ως κι ο Άγιός μας…

Κόμπιασε κι ανατρίχιασε. Σταυροκοπήθηκε.

- Αϊ-Νικόλα μου… μουρμουρίζει. Πώς το ’καμες τότες και μας έφυγες; Κι από τότες κάθε μέρα πάμε σε χειρότερα…

- Έλα! Έλα τώρα! την αντίσκοψε ο άντρας της. Ποντίκι τον έφαγε τον Άγιο! Αυτό ήταν φανερό!

- Κάμε το σταυρό σου, άνθρωπε! φωνάζει η γυναίκα αγαναχτισμένα. Άγιε μου συγχώρεσέ τον, δεν ξέρει πια τι κάνει από τότες που τραβήχτηκε απ’ τη θάλασσα… Κι αν έφυγες απ’ το φτωχικό μας, όμως στέλνε μας τη χάρη σου…

Ο Αϊ-Νικόλας που «έφυγε» ήταν το πιο ψαράδικο, το πιο θαλασσινό εικόνισμα που έτυχε ποτές σε ναυτικό. Είχε κατεβεί κάποτες στο Τουρκολίμανο κι έμεινε κάμποσες βδομάδες ένας ψηλός νέος άντρας με βαθιά μαύρα μάτια, με δασά φρύδια, μ’ ένα παράξενο πρόσωπο καμωμένο με κοφτές γραμμές από θέληση και πάθος. Σαν έπιανε να βασιλεύει, τα μάτια του από μαύρα γίνουνταν πράσινα. Τριγύριζε στο μουράγιο που ήταν αραγμένες οι ψαρόβαρκες ή μάζευε βότσαλα ή σχεδίαζε σ’ ένα βιβλίο που είχε άσπρες κόλλες: σχεδίαζε καράβια, γοργόνες, νέγρους θερμαστές και ξερονήσια του Αιγαίου. Ανακάτευε τις πιο ανόμοιες φιγούρες πάνω στην ίδια κόλλα, σαν να γύρευε να πιάσει μιαν άλλη αρμονία, κάποια άλλου είδους σχέση στη σύνθεση των μορφών, μιαν αλήθεια νέα. Είχε νοικιάσει ένα καλύβι, εκεί πλάι, ήταν πολύ ήσυχος και μοναχικός. Αγαπούσε τα παιδιά του καπτα-Βασίλη, έπαιζε μαζί τους, και μια μέρα που είχε ανεβεί στην Αθήνα τούς έφερε ένα κουτί καραμέλες. Η μάνα τους τότε για να τον φχαριστήσει του έστειλε μια γλάστρα με γεράνια κόκκινα και το καβούκι από μια μεγάλη καβουρομάνα που της είχε φέρει κάποτε ο μπαρμπα-Σταύρος. Ήταν ένα καβούκι ασπρισμένο απ’ τον καιρό, γυαλιστερό. Ο ξένος άντρας πήρε φέτα ψωμί, το έλιωσε, το έκαμε ζύμη και το έστρωσε στη λεία εσωτερική επιφάνεια της καβουρομάνας. Εκεί απάνω έπειτα ζουγράφισε με δυνατά χρώματα έναν Αϊ-Νικόλα. Και τον έστειλε στο σπίτι του καπτα-Βασίλη. Η γυναίκα το πήρε με μεγάλη χαρά και το κρέμασε ψηλά στην κόχη της γωνιάς, το παράξενο εικόνισμα. Ήταν τον καιρό του μεγάλου πολέμου, στα 1941 που τα σιδερένια πουλιά έρχουνταν τις νύχτες απ’ το εχτρικό βασίλειο και ξερνούσαν φωτιά και θάνατο στις ακρογιαλιές της Ελλάδας. Πολλοί πάθανε, όμως το σπιτικό του καπτα-Βασίλη η συμφορά το άφησε ανέγγιχτο, μ’ όλον που πέρασε πολλές φορές πλάι του. Η γυναίκα ήταν σίγουρη: Σήκωνε τα μάτια της στον Άγιο της καβουρομάνας:

«Αϊ-Νικόλα μου, μεγάλο τ’ όνομά σου. Σ’ ευχαριστώ».

Μα τότες, τον καιρό του πολέμου, ήρθε ο λιμός. Τα ξένα βασιλικά καράβια τριγύριζαν στα πέλαγα που βρέχουν την Ελλάδα και δεν άφηναν κανένα πλεούμενο να φτάξει στα λιμάνια της. Τα φουσάτα του οχτρού είχαν πλημμυρίσει τη γη μας και παίρνανε στανικά τα λίγα γεννήματά της – τον καρπό και τα ζωντανά που έτρεφε. Πείνα φοβερή έπεσε στους Έλληνες. Οι άνθρωποι γύριζαν στους δρόμους, γυμνοί και σκελετωμένοι, τρώγοντας σκουπίδια, ψοφίμια και άγρια χορτάρια. Στο Τουρκολίμανο, όπου το ψάρεμα ήταν αυστηρά απαγορευμένο, οι ψαράδες, αφού φάγανε γάτες και σκυλιά, μη έχοντας τίποτα άλλο σήκωναν άγρια τα μάτια στον ουρανό και βλέπαν τους γλάρους. Λέγανε: «Ας μπορούσα να σε σκοτώσω εσένα! Ας μπορούσα να σε ψαρέψω!» Και γλείφανε τα πανιασμένα χείλια τους, να μην είναι πικρά.

Τον καιρό εκείνο ζούσε στο καλύβι του καπτα-Βασίλη και του μπαρμπα-Σταύρου, ο γλάρος με τα κομμένα φτερά που τον λέγανε «Τζανή». Ο μπαρμπα-Σταύρος που πέθαινε κι αυτός στην πείνα, έδεσε το πουλί του μ’ ένα σπάγκο στην αυλή του καλυβιού και καθόταν, ξαπλωμένος, ώρες πλάι του. Τις νύχτες το ’παιρνε μες στο καλύβι, κοντά του, γιατί φοβόταν μην το κλέψουν.

Μια νύχτα ξύπνησε τρομαγμένος. Απόξω πετροβολούσαν την πόρτα και μια άγρια φωνή ούρλιαζε:

«Δώσε μου να φάω! Δώσε μου να φάω το γλάρο…»

Ξύπνησε κι ο καπτα-Βασίλης κι η γυναίκα του. Στύλωσαν τ’ αυτιά τους κι άκουσαν:

«Δώστε μου να φάω!...» βογκούσε η φωνή της πείνας.

«Είναι η κυρα-Σταματούλα, η καημένη η κυρα-Σταματούλα», είπε η γυναίκα του καπετάνιου.

Η κυρα-Σταματούλα, η έρημη. Λίγες μέρες πριν ο άντρας της είχε πει:

«Δεν μπορώ πια να τα βλέπω» κι έδειξε τα σκελετωμένα παιδιά του που κείτουνταν στο στρώμα ανίκανα να σαλέψουν.

«Πού θα πας;» είπε αυτή.

«Θα γυρίσω, θα γυρίσω…» της αποκρίθηκε και βγήκε σέρνοντας το κουφάρι του.

Τη νύχτα δε γύρισε στο καλύβι τους. Η κυρα-Σταματούλα σκέφτηκε πως κάπου θα τριγυρίζει, στο βουνό του Προφήτη Ηλία, γυρεύοντας να τους φέρει ρίζες. Όμως όχι, δεν τριγύριζε στο βουνό, δεν είχε κουράγιο. Πήγε στο λιμάνι, μπήκε μες στην αραγμένη ψαρόβαρκά του, τη λέγαν «Σαλαμίνα». Φυσούσε μπουνέντες. Τα χρώματα είναι κίτρινα στα βουνά, στη γη, στα κύματα, είναι κίτρινα σαν φυσά μπουνέντες στο Σαρωνικό. Σκαμπανέβαζε η «Σαλαμίνα» πάνου στα κύματα, φύγαν τα χρώματα του μπουνέντε, ήρθε η νύχτα, η «Σαλαμίνα» έπαιζε, κοίμιζε το άθλιο φορτίο της. Το πρωί τον βρήκαν ξερό μες στη βάρκα του και της τον πήγαν τον άντρα της κυρα-Σταματούλας.

Το ίδιο βράδυ η πείνα πήρε και το ένα απ’ τα δυο μωρά της. Τότες, σαν τους έθαψε και τους δυο – τον άντρα και το παιδί στον ίδιο λάκκο με τα χέρια της – έσκισε με τα νύχια τα μάγουλά της, ξεγυμνώθηκε κι άρχισε να χορεύει πάνου στον τάφο τραβώντας τα μαλλιά της. Το δεύτερο μωρό της το ’θαψαν οι γειτόνοι οι ψαράδες σε λίγες μέρες, σαν το πήρε κι αυτό η πείνα. Αυτή καν δεν το κατάλαβε πως της έφυγε.

«Η κυρα-Σταματούλα είναι, είπε η γυναίκα του καπτα-Βασίλη, και πετροβολά. Μάτιασε το γλάρο σου, μπαρμπα-Σταύρο.»

Ο καπτα-Βασίλης γύρισε και είδε με άγριο μάτι το πουλί.

«Αυτό έλειψε τώρα να το πάρει η μουρλή!» είπε.

Και γυρίζοντας στο μπαρμπα-Σταύρο:

«Άφησε να το σκοτώσω, είπε. Δε βαστούμε άλλο».

«Όχι! Όχι! φώναξε ο μπαρμπα-Σταύρος. Τι θα μας κάνει ένα πουλί τόσα στόματα; Αύριο θα πεινάμε το ίδιο. Όχι!»

Μα τρεις μέρες ύστερα το μικρό αγόρι του καπτα-Βασίλη απόκαμε κι έπεσε. Ανοιγόκλεινε το στόμα του σαν καστροπούλι που ξεψυχά.

«Κοίταξέ το», είπε ο καπτα-Βασίλης στον κουλό ψαρά.

Αυτός είπε πάλι:

«Όχι, δεν το βαστώ να το σκοτώσω». Κι έφυγε.

Γύρισε αργά το βράδυ, ο κουλός ψαράς, στο καλύβι τους. Είδε τα φτερά του γλάρου να παίζουν με τον αγέρα στην αυλή. Κατάλαβε πως εδώ και λίγη ώρα θα τον σκότωσαν και θα τον μαδήσαν.

«Κι εγώ δεν το ήθελα, μπαρμπα-Σταύρο, είπε η γυναίκα του καπτα-Βασίλη, κλαίγοντας απ’ την πείνα. Όμως κοίταξέ το κι έδειξε το παιδί της.

Την ίδια εκείνη νύχτα έγινε το ανεξήγητο θάμα. Όταν η καπετάνισσα ξύπνησε το πρωί, την ώρα που όλοι οι άλλοι κοιμόνταν, πήγε κατά πως το συνήθιζε να κάνει μονάχη της στο εικονοστάσι την προσευχή της, για να τους λυπηθεί ο Θεός. Τότες, τρομαγμένη, είδε: ο Αϊ-Νικόλας της καβουρομάνας είχε χαθεί! Η καβουρομάνα έστεκε εκεί στην κόχη, κάτασπρη, χωρίς τα χρώματα της εικόνας, χωρίς κανένα αχνάρι απ’ τις φιγούρες που είχε ζουγραφίσει πάνου στο όστρακο ο ξένος με τα μαύρα μάτια.

Ξύπνησε τον άντρα της αναστατωμένη.

«Δες! Δες! είπε. Ο Άγιός μας έφυγε!»

«Τι λες; έκανε αυτός μουτρωμένος. Φεύγουν οι Άγιοι;»

«Δες το, λοιπόν, που έφυγε! Τι να του κάναμε άραγες για να μας αφήσει;»

Ξύπνησαν όλοι στο καλύβι, κατέβασαν την καβουρομάνα και κοίταζαν, απορώντας, το θάμα, ενώ μυστικός φόβος έδερνε την καρδιά τους.

«Αυτό είναι, έδωσε τέλος τη γνώμη του ο κουλός ψαράς. Είναι για την αμαρτία που γίνηκε χτες. Δεν έπρεπε να σκοτώσετε το γλάρο!»

Η γυναίκα άρχισε να τραβά τα μαλλιά της και να λέει απελπισμένη:

«Τι έπρεπε, λοιπόν, να κάνουμε, Αϊ-Νικόλα μου; Ποιος το ήθελε να δίνει στα μωρά τους σκοτωμένους γλάρους; Όμως εσύ το ξέρεις. Τι να κάνουμε;»

Μα ο καπτα-Βασίλης, αυτός που το είχε αποφασίσει μονάχος και τον σκότωσε με το χέρι του το γλάρο, καταλάβαινε πως είχε ανάγκη, για να μην τον πλημμυρίσει κι αυτόν ο φόβος, να βρει μιαν άλλη εξήγηση.

«Σωπάστε! είπε. Εδώ είναι σαν κάποιος να την έξυσε την καβουρομάνα! Σαν να την έγλυψε».

Και αργότερα είπε:

«Μπορεί να ’ταν κανένα ποντίκι. Ποιος ξέρει».

Τώρα πια η εποχή της πείνας είναι πίσω. Τώρα, απόψε, ο καινούργιος γλάρος τριγυρίζει ανάμεσα στα ποδάρια των παιδιών που τον τραβούν από δω κι από κει.

- Τα θα τον βγάλουμε τούτον, μπαρμπα-Σταύρο;

- Εσείς τι λέτε; ρώτησε και τα κοίταζε.

Αυτά είπαν το καθένα το δικό τους. Μα ο μπαρμπα-Σταύρος:

-      Όχι, είπε. Να τον βγάλουμε Τζανή. Στον τόπο του Τζανή που χάσαμε.

 

Ο μπαρμπα-Σταύρος καλιέρνει κοντά στην ακρογιαλιά, εκεί που ξέρει πως είναι το θαλάμι του χταποδιού. Το γερό του χέρι, το δεξί, κουμαντέρνει με σιγουριά το καμάκι. Το χτυπημένο χταπόδι αμολά τα πλοκάμια του και τα τυλίγει στο καμάκι με λύσσα. Στον πάτο το νερό θόλωσε. Ένας σπάρος βλέπει τη φασαρία, φεύγει βιαστικά. Απάνου, στον αφρό, φύσηξε μια σπηλιάδα, πέρασε.

Στην κουπαστή το καμακιασμένο χταπόδι σπαράζει.

Ο μπαρμπα-Σταύρος τυλίγει τσιγάρο και κάθεται να ξεκουραστεί. Ήσυχα που είναι γύρω, τώρα που φύσηξε μια ιδέα αγέρι και πάλι έπεσε· που ένα χταπόδι καμακιασμένο με σιγουριά σαλεύει στην κουπαστή. Ήσυχα που είναι όλα μέσα του, όπου το αγέρι φυσά όσο πάει λιγοστεύει… Είναι πολλά, πάρα πολλά τα χρόνια που πέρασαν. Σαν του πήρε το τορπίλι το χέρι, η μάνα του, που ζούσε ακόμα, του είπε:

«Άιντε πια. Για σένα η θάλασσα τέλειωσε. Κρίμας!»

Ήταν αμούστακο παλικαράκι ακόμα. Ό,τι άρχιζε τη ζωή της θάλασσας, αυτή που κάναν ο πατέρας του, οι παππούδες του.

«Όχι, μάνα, είπε. Δεν το μπορώ. Θα μείνω στη θάλασσα. Θα τα καταφέρω και με το ’να χέρι.»

Έμεινε. Το χέρι του το κόψαν εκεί στην κλείδωση. Δυσκολεύτηκε ίσαμε που να το κάνει να τον βοηθά. Ακουμπούσε το κουπί στο στήθος, το κλείδωνε ύστερα με το κομμένο χέρι, κι έτσι το δούλευε. Τυραγνίστηκε, μα με τον καιρό δεν άφησε το παραγάδι του, δεν άφησε το καμάκι του. Έτσι, δε χάλασε τη ζωή του. Γιατί τότες που ξεκινούσε γερός και με τα δυο του χέρια, δεν είχε φούμαρα, παλαβάδες. Ερχόταν από γενιά ψαράδες, ψαράς ήθελε να τη δουλέψει τη θάλασσα. Κι εδωνά γύρω, στους κάβους της πατρίδας του, στ’ αντικρινά νησιά, στην Αίγινα, στον Πόρο, στις Φλεβοπούλες, το πολύ ίσαμε την Ύδρα. Όχι φούμαρα για μεγάλα καΐκια, για μακρινές θάλασσες. Κι έτσι έμεινε: ψαράς. Βέβαια, την ψαροπούλα που λογάριαζε δεν την απόταξε. Ποτές δεν το μπόρεσε, μάλιστα σακάτης όπως ήταν. Μήτε άλλη προκοπή έκαμε. Ν’ αναστήσει σπίτι και παιδιά, μήτε αυτό δεν το μπόρεσε. Κι όμως! Τι ήσυχα που είναι εδώ στην πλώρη της βάρκας που το καμακιασμένο χταπόδι ακόμα σαλαγά, τώρα που η σπηλιάδα πέρασε πάλι σα σαγίτα πάνου στο νερό… Ήσυχα που είναι, τώρα που όσο πάει η ζωή ολοένα λιγοστεύει, αφού όλα γίνανε μες στο νερό, έτσι που το φώναζε το αίμα του, αφού όλα γίνανε μες στα σύνορα που είναι για τους ψαράδες, όχι όξω απ’ τα σύνορα.

 

- Έλα, Τζανή! Έλα! Έχεις ψάρι!

Ο γλάρος έχει μάθει τ’ όνομά του. Βλέπει το ψάρι που βαστά στο χέρι ο μπαρμπα-Σταύρος, τρέχει να το πάρει. Κάνει ν’ ανοίξει τις φτερούγες του, λίγο μονάχα σηκώνεται απ’ τη γη, πάλι τα ποδάρια του την αγγίζουν. Όμως και τώρα που είναι αναγκασμένος να πατά όλο στη γη, το καταλαβαίνει πως η ζωή του πέρασε στον αγέρα: Το κορμί του δεν πέφτει με βάρος στα ποδάρια του, θαρρείς πως είναι ανάλαφρο, η δύναμη που το τραβά για τα ψηλά του δίνει αυτή την κίνηση προς τα πάνου, την ανώφελη πια.

- Έλα, Τζανή!

Ο Τζανής τρώει το ψάρι και κοιτάζει με τα ψιλά μάτια του, τα τριγυρισμένα από κίτρινο κύκλο, τον ψαρά. Ο μικρός γιος του καπτα-Βασίλη λέει:

- Ξέρεις, μπαρμπα-Σταύρο: Ο Τζανής θα γίνει γάτος!

- Τι πα να πει αυτό; απορεί ο ψαράς.

- Ο Τζανής έφαγε σήμερα ένα ποντίκι! Θα γίνει σαν τους γάτους!

- Έφαγε ποντίκι; Δε γίνεται, Πετρή!

- Μα αφού έγινε, μπαρμπα-Σταύρο! Τον είδα που έτρωγε ποντίκι σαν το γάτο μας!

Τότε ο μπαρμπα-Σταύρος καταλαβαίνει να του έρχεται πολλή λύπη για το γλάρο του. Τούτος ο λόγος του μωρού τού δίνει πιο πολύ από κάθε άλλο να αιστανθεί τη μοίρα του σκλαβωμένου πουλιού του. Τώρα μάλιστα που τα συλλογίζεται ένα ένα, που τα βάζει κοντά, βλέπει πως αληθινά ο γλάρος πάει να γίνει σαν γάτος. Έμαθε να τρυπώνει κάτου απ’ τα παπλώματα, απ’ τα σκαμνιά, και να κοιμάται εκεί τη νύχτα· έμαθε να στέκεται να τον χαϊδεύουν· τώρα, λέει, έμαθε να τρώει και ποντίκια. Πάλι καλά που έχει ακόμα και κάτι άλλες ώρες: τις ώρες που τα παιδιά, παίζοντας κρυφτοπόλεμο πάνου στο καινούργιο σκαρί του ταρσανά, τον αφήνουν ήσυχο. Ανεβαίνει τότες πάνου στο φράχτη, που είναι γύρω στο καλύβι, τρία μέτρα πιο κει είναι η θάλασσα. Βλέπει τους συντρόφους του τους γλάρους που σκίζουν τον αγέρα να χύνουνται, να βουτούν το ψάρι απ’ τον αφρό και πάλι να ψηλώνουν. Στην αρχή έβγαζε, σαν τους έβλεπε, μια δυνατή κραξιά· μα ποτές, κανένας γλάρος δεν τον άκουσε δεν ήρθε κοντά του. Κι αυτός σταμάτησε να φωνάζει, μπορεί και να ξεσυνήθισε. «Γιατί άραγες δεν τον κοντεύουν οι άλλοι γλάροι;» αναρωτήθηκε τότες ο μπαρμπα-Σταύρος που μελετούσε όλα όσα γίνουνταν στο πουλί του. «Δε θέλουν να τον ξέρουν φαίνεται, συλλογίστηκε, επειδής κόλλησε στο χώμα. Και τι φταίει ο Τζανής γι’ αυτό; Βέβαια τι φταίει; Ό,τι του περνά ακόμα για να μην ξεχνά πως είναι γλάρος το κάνει. Δεν είχε χιμήξει μια μέρα στη θάλασσα; Πάλεψε με το λίγο κύμα, κολύμπησε απελπισμένα όσο μπόρεσε, ώσπου απόκαμε. Θα ’μενε εκεί, στη μέση του λιμανιού, ανίκανος να πετάξει και να παλέψει, και θα πνιγόταν αν μια περαστική ψαρόβαρκα δεν τον συμμάζευε. Όμως ο καιρός περνά και να ζεις όλο στη γη…

- Δεν τον είδες κι εσύ, μάνα; λέει το βράδυ ο μικρός γιος του καπτα-Βασίλη, όταν στο καλύβι είναι μαζεμένη όλη η φαμίλια κι ο μπαρμπα-Σταύρος μαζί τους.

- Τι; λέει η καπετάνισσα.

- Ο Τζανής δεν το κυνήγησε σήμερα και δεν το ’φαγε το ποντίκι; Ο μπαρμπα-Σταύρος δεν το πιστεύει!

- Αλήθεια! Αλήθεια! λέει η γυναίκα. Σαν γατί, μπαρμπα-Σταύρο!

Ο γερο-ψαράς απλώνει το χέρι του, πιάνει το γλάρο που σταλιάζει πλάι του, τον βάζει ανάμεσα στα ποδάρια του και κοιτάζει τις φτερούγες του. Τις ψάχνει.

- Μεγαλώνουν, λέει. Το καλό είναι που μεγαλώνουν γλήγορα…

- Για τις φτερούγες λες;

- Ναι.

- Κι ύστερα τι; λέει ο καπτα-Βασίλης που ίσαμε τότε άκουγε αμίλητος.

- Ύστερα … να… θα φύγει.

- Ασ’ τα πια αυτά, βρε ανεπρόκοπε, με τους γλάρους! φωνάζει ο καπετάνιος θυμωμένα. Να σου τον τώρα που μας κάνει τον πονόψυχο για το γλάρο! Ασ’ τον να μάθει να κάνει παρέα με τις γάτες!

- Και τι σε πείραξα εγώ με το πουλί μου; λέει ο κουλός ψαράς. Τι σε πειράζει που θα τ’ αφήσω να φύγει…

- Τι με πειράζει;… Τίποτα, βρε! Μα τώρα να κάθεσαι να γνοιάζεσαι που ο γλάρος θα συνηθίσει στη στεριά! Τι ψυχή, βρε, έχει ένας γλάρος, τι στιγμή που κι οι ανθρώποι…

- Ελάτε τώρα! μπήκε στη μέση η καπετάνισσα να τους μερώσει. Καΐκι να ’χατε να μοιράσετε δε θα κάνατε έτσι!

Τους έδωσε και ήπιαν καβουρντισμένο ρεβίθι. Πέρασε κάμποση ώρα. Ο αγέρας μες στο καλύβι μυρίζει ψαρίλα, ξεροχτάποδο. Η λάμπα κάνει μεγάλες σκιές στους τοίχους. Μια απόχη ακουμπισμένη στη γωνιά βαστά ακόμα μέσα της ένα πράσινο φύκι. Ξεράθηκε το φύκι, μοιάζει πια σαν στεριανό πράμα, σαν σκουλήκι.

- Έλα, μπαρμπα-Σταύρο, λένε τα παιδιά του καπετάνιου. Πες μας πάλι…

Τον τραβούν απ’ το μανίκι, του χαϊδεύουν το κουλό του χέρι.

- Πες μας για το θεριό της θάλασσας…

Ο γερο-ψαράς που το ζερβί του χέρι του το πήρε το τορπίλι, τους λέει τότες για το θεριό της θάλασσας. Ανακατεύουνται και μπερδεύουν παραμύθια που τ’ άκουσε όταν ήταν παιδί, ιστορίες που τις άκουσε σαν μεγάλωνε από θαλασσινούς που οργώναν τα μεγάλα πέλαγα, μνήμες κληρονομημένες μες στο αίμα του από γενιές θαλασσινούς πατεράδες και παππούδες. Ψηλά στο Αιγαίο, όξω απ’ τα νερά της Λήμνος, εκεί που βγάζει το μπουγάζι του Τσανάκαλε, εκεί είναι το λημέρι τους. Ζουν κοπάδια κοπάδια οι σκύλοι, τα θεριά της θάλασσας. Είναι μεγάλα, ίσαμε τρία μπόγια τ’ ανθρώπου, τα μάτια τους είναι σαν του βοδιού και το κορμί τους είναι σαν καπλαντισμένο με σίδερο – τόσο σκληρά είναι τα λέπια τους. Δε βγαίνουν στον αφρό, γιατί έτσι που είναι βαριά τριγυρνάνε μονάχα στο βυθό, στο βούρκο. Κάθουνται εκεί και παραμονεύουν μ’ ανοιχτό το τεράστιο στόμα τους. Ψάρια κάθε λογής, κυνηγημένα από άλλα μεγαλύτερα τους, τρέχουν να φύγουν και να γλιτώσουν. Μες στη σαστιμάδα τους δε βλέπουν, πέφτουν στ’ ανοιγμένο στόμα του θεριού. Πέφτουν μέσα και τ’ άλλα που τα κυνηγάνε. Μια φορά το χρόνο, μια χειμωνιάτικη νύχτα, στη χάση του φεγγαριού, βγαίνει στον αφρό το πιο μεγάλο απ’ όλα τα θεριά. Παγωμένος φυσά ο αγέρας και τ’ άστρα που λάμπουν σαν να πάγωσαν. Ο σκύλος, το θεριό, κάθεται στον αφρό και παραμονεύει, θέλοντας ν’ απαντήσει την κυρά μας, τη Γοργόνα. Θαρρεί πως θα την καταφέρει να την κάμει γυναίκα του και να την πάρει στο βούρκο μαζί του. Μα όσο, όσο και να την απαντέχει, η κυρα-Γοργόνα δε θα τον παντρευτεί. Γιατί αυτηνής η μοίρα δεν είναι στον πάτο, στις λάσπες. Αυτή πρέπει να ταξιδεύει ολοχρονίς στα κύματα και να ρωτά τους γεμιτζήδες μπας και μάθαν τίποτα για τον αδερφό της το Μεγαλέξαντρο.

- Μα πόσο θα γυρίζει η κυρα-Γοργόνα; λέει το μεγάλο αγόρι του καπτα-Βασίλη.

Ο μπαρμπα-Σταύρος δεν το είχε σκεφτεί. Έτσι το έμαθε, σαν ήταν μικρός, απ’ το γονιό του, έτσι το λέει σε τούτα τα ξένα παιδιά που τον ακούνε, έτσι θα το λένε αυτά σαν μεγαλώσουν στα παιδιά τους. Ναι, φαίνεται έτσι θα ’ναι: η Γοργόνα πάντα θα ταξιδεύει, πάντα θα ’χει να γυρεύει το χαμένο αδερφό της, κι εκείνος καταπώς φαίνεται θα βασιλεύει πάντα κάπου σ’ ένα βασίλειο μακρινό.

- Ναι, θα γυρίζει, όλο θα γυρίζει, γιε μου…, λέει ο μπαρμπα-Σταύρος. Μια φορά κι ήρθε στη θάλασσά μας η κυρα-Γοργόνα δεν μπορεί πια να φύγει…

Το λέει έτσι απλά, με τον απλό τρόπο που ζει στο στόμα του λαού η σοφία και το ένστιχτο.

- Κι είναι όμορφη, μπαρμπα-Σταύρο, η κυρα-Γοργόνα;

- Ου! Είναι όμορφη κι άγρια περισσά! Τα μαλλιά της είναι σαν τα φίδια, τα χέρια της είναι σαν τον μπρούντζο και στις πλάτες έχει χρυσά φτερούγια.

Όπου, μην μπορώντας πια να βαστάξει άλλο, ο καπτα-Βασίλης που από ώρα σώπαινε, πετάγεται με κακία:

- Βρε ανεπρόκοπε, πού είδες εσύ, βρε, τη Γοργόνα για να θέλεις κιόλας να μας τη ζουγραφίσεις; Πότε ξέφυγες εσύ από τούτα τα λιμνονέρια;

- Δεν την είδα, καπτα-Βασίλη, λέει ήμερα, λίγο πικραμένα ο μπαρμπα-Σταύρος. Όμως κι αν δεν τη είδα την ξέρω. Την έχω δω – κι έδειξε την καρδιά του. Την πήρα απ’ το γονιό μου, απ’ τον πάππο μου..

Στάθηκε λίγο, κι έπειτα:

- Εσύ, καπτα-Βασίλη, που ταξίδεψες όξω απ’ το μπουγάζι μας, την είδες;

- Δεν την είδα! λέει γινατωμένος ο άλλος. Τι να δω; Δεν έχει γοργόνες η θάλασσα! Δεν έχει τίποτα! Σκύλα είναι η ίδια!

Στάζει το φαρμάκι απ’ το στόμα του. Είναι φανερό πόσο το θέλει να το πιστέψει κι ο ίδιος πως μάγια είναι όλα αυτά, πως η θάλασσα που τον βασάνισε είναι νερό και τίποτα άλλο.

- Δεν έχει γοργόνες! Δεν έχει τίποτα! Τίποτα!

- Βασίλη! φωνάζει σιγανά η γυναίκα του τρομαγμένη και σταυροκοπιέται. Μη λες κακό για τη θάλασσα.

Και γυρίζοντας στον μπαρμπα-Σταύρο:

- Μην τον ακούς, λέει. Πικράθηκε πολύ, γι’ αυτό.

Ο μπαρμπα-Σταύρος είναι σίγουρος πως όχι, δεν είναι αυτό που λέει η γυναίκα. Όχι, ο καπτα-Βασίλης φαίνεται πως δεν ήταν παιδί της θάλασσας. Όσο και να σε βασανίσει, όσο και να χαροπαλέψεις στη δούλεψή της δεν την παρατάς άμα την έχεις μέσα σου. Δεν την αφήνεις, ακόμα κι αν σου πάρει το ένα χέρι, ακόμα κι αν σου πάρει τρία καΐκια…

- Έγινες πια σκέτος μυλωνάς, λέει ο μπαρμπα-Σταύρος και είναι λυπημένος για το φίλο του. Την έχασες τη θάλασσα.

 

Το τρεχαντήρι είναι πια έτοιμο στον ταρσανά. Πριν μπούνε οι λαδομπογιές, βαμμένο όλο το σκαρί με το μίνιο φάνταζε χτυπητά στο μουράγιο, μοναχικό και ασυντρόφιαστο. Τώρα, με το κίτρινο, το πράσινο και το γαλάζιο δέθηκε αρμονικά με τα χρώματα που ζουν στο Τουρκολίμανο. Πότε πότε οι ψαράδες κρεμάνε γύρω γύρω στο καΐκι τα δίχτυα τους απλωμένα να στεγνώσουν. Τότε το καΐκι είναι σαν άλογο στολισμένο με φλάμουρα. Απ’ το πλωρίσιο κοράκι του οι μαστόροι κατεβάσαν πια τον ξυλένιο σταυρό. Αντίς γι’ αυτό κάρφωσαν στο πρυμνήσιο ποδόσταμο ασημένια νομίσματα στο σχήμα του σταυρού, να φυλάγει ο σταυρός το τρεχαντήρι σ’ όλη του τη ζωή. Με κόκκινη μπογιά γράψανε και τ’ όνομά του. Το λένε:

« Ο ΑΓΙΟΣ ΚΗΡΥΚΟΣ»

Σήμερα, αύριο θα το ρίξουν στη θάλασσα.

Ο καπτα-Βασίλης, όσο έρχεται η μέρα που το καινούργιο τρεχαντήρι θα πέσει στο νερό τόσο γίνεται πιο αμίλητος και πιο στυφός. Μόλις γυρίσει απ’ τη δουλειά του στο μύλο, πάει και κάθεται κατάγιαλα, πλάι στον «Άγιο Κήρυκο». Όσο είναι ακόμα μέρα κάνει πως βλέπει αλλού – στις αραγμένες βάρκες, στις ψαροπούλες που φεύγουν να ρίξουν τα δίχτυα τους στα πράσινα φύκια που βγάζει ο γιαλός, στα σουπιοκόκαλα. Πίσω, στο τρεχαντήρι, ακούει τη ζωή που άρχισε κιόλας να γεννά το ξύλο. Όταν το ξύλο ζούσε στα ρουμανικά δάση είχε μια ιστορία που ήταν δική του, καταμόναχα: έπινε νερό, έβγαζε φύλλα, έριχνε φύλλα. Ύστερα, σαν το κόψαν οι άνθρωποι, άρχισαν πια αυτοί να ορίζουν τη μοίρα του: το ταξίδεψαν στο Δούναβη, στη Μαύρη Θάλασσα, στο Αιγαίο, και το φέραν στο Τουρκολίμανο. Όμως τώρα που τα μαδέρια μπλέχτηκαν το ένα στο άλλο και γινήκανε σκαρί, η τάξη αναποδογύρισε: τώρα αρχίζουν τα ξύλα να μπαίνουν στη ζωή των ανθρώπων.

Μια κοπέλα με κόκκινο φουστάνι λέει σε μιαν άλλη κοπέλα πλάι στο τρεχαντήρι:

- Ίσαμε τώρα δεν ήθελε να τ’ ακούσει. Τι λογής θα σε ζήσω, μου ’λεγε, αν σε παντρευτώ; Όμως τώρα τον πήρε με το τσούρμο του ο καπτα-Μάρκος. Θα φύγει με το τρεχαντήρι. Τη μέρα που θα το ρίξουν στο γιαλό το τρεχαντήρι θα παντρευτούμε. Να ’ναι καλά το τρεχαντήρι.

- Εμένα, λέει η δεύτερη γυναίκα, ο άντρας μου είχανε συμφωνήσει με τον καπτα-Μάρκο. Θα τον έπαιρνε στο τσούρμο. Γι’ αυτό παράτησε το Κουλουριώτικο ψαράδικο που δούλευε, θέλοντας να μπαρκάρει με το τρεχαντήρι. Όμως, ψες, πα στο πιοτό, μαλώσανε με τον καπετάνιο του. Λέγανε για την αρματωσιά του καϊκιού κι ο δικός μου δεν του άρεσε, είπε λόγο που πρόσβαλε τον καπετάνιο του. Κι αυτός, τότε, ο καπτα-Μάρκος, είπε στο δικό μου: «Στόματα σαν και σένα δε μου κάνουν. Δε σε παίρνω στο τρεχαντήρι». Γι’ αυτό το τρεχαντήρι θα φύγει χωρίς τον άντρα μου. Πολλή λύπηση μας έφερε το τρεχαντήρι.

Η καπετάνισσα του καπτα-Μάρκου που έρχεται σε λίγο στο μουράγιο να δει το καΐκι τους, φορά καινούργιο χρωματιστό φουστάνι και τα μαλλιά της που είναι κατάμαυρα γυαλίζουν πολύ. Είναι νιόπαντρη. Με το μελτέμι η θάλασσα στο Τουρκολίμανο δεν είναι γαλάζια, είναι πράσινη. Έχει πολλά φύκια πράσινα στο βυθό. Τα πράσινα μάτια της καπετάνισσας παίρνουν φως απ’ τα πράσινα φύκια.

- Με το καλό για πότε, κυρά; την τριγυρίζουν οι γυναίκες των ψαράδων.

- Αν θέλει ο Αϊ-Νικόλας, ο καπετάνιος μου λέει την Κεριακή.

- Το καλό το σκαρί! Να σας ζήσει, κυρά! Τι αρματωσιά, τι λαδομπογιές, τι γοργόνα στο δοιάκι του!...

- Να ’στε καλά, γειτόνισσες. Ο Αϊ-Νικόλας να μας το φυλάει.

- Να ’ναι καλότυχο, κυρά! Είναι καλότυχο, κυρά! Για πότε λογαριάζεις να λυτρωθείς, να κάνεις το γιο στον καπετάνιο σου;

- Είναι απ’ τον καιρό που βάλαμε τη λαδομπογιά. Σ’ έξη μήνες, λέει η καπετάνισσα και κοκκινίζει λίγο.

 

Ο καπτα-Βασίλης κάθεται εκεί κοντά στο καΐκι, κάνει πως σεργιανά τις ψαρόβαρκες που σαλπέρνουν και περιμένει να ’ρθει η νύχτα, να μείνει το καΐκι μονάχο. Τότε, σαν μείνει μονάχο με τ’ άστρα, ο καπτα-Βασίλης έρχεται κοντά του, ακουμπά σκληρά τα χέρια του πάνω του σαν να δοκιμάζει πόσο γερό είναι το μαδέρι, πόσο πυκνό στρώμα είναι η πίσσα, η λαδομπογιά. Μουρμουρίζει μες στα δόντια λόγια που δεν τ’ ακούει κανένας. Σαν να μιλά στο ξύλο. Καλό του λέει; Κακό; Τα μάτια του κοντά στο ξύλο που θα πρωτοταξιδέψει γυαλίζουν άγρια.

Η κυρα-Καλή, η γυναίκα του, τον παραμονεύει μια νύχτα, τον βλέπει να παραλογά με το στημένο καΐκι, εκεί κατά την πλώρη του. Πάει αυτή απ’ την πρύμη, περπατώντας στα νύχια της, φέρνει βόλτα τον «Άγιο Κήρυκο» κι έρχεται σιμά στον άντρα της.

Τον ακούει που μουρμουρίζει:

- Ας είσαι και γερό! Θα χαθείς! Κι εσύ θα χαθείς! Γι’ αυτό έγινες. Σαν τα δικά μου τα καΐκια…

Η κυρα-Καλή περπατά στα βότσαλα, ο καπετάνιος ακούει το λίγο θόρυβο.

- Ποιος είναι; λέει αγριεμένος, σαν να τον πιάσαν σε ώρα κακή.

Η κυρα-Καλή:

- Έλα, καπετάνιο μου. Έλα, Βασίλη, του λέει.

Είναι πολύ καιρός τώρα που ανάμεσά τους έχει μπει η αμέτρητη λύπη, τα ρημάδια απ’ τα τρία καΐκια που ξέβρασε το κύμα. Αυτός έγινε μίζερος και μονόχνωτος και άδικος. Μα εκείνη είναι απ’ τις γυναίκες του νησιού της, τις Αιγαιοπελαγίτισσες, που έχουν μάθει από μάνα σε μάνα να υποφέρουν, να υπομένουν στις πίκρες της θάλασσας και ν’ αγαπούν. Είναι καλή, είναι γεμάτη συμπόνεση. Μα δε φαίνεται. Γιατί δεν κάνει να φαίνεται τέτοιο αίσθημα: Ένας καπετάνιος, ένας άντρας δε θα μπορούσε να το βαστάξει από μια γυναίκα.

- Έλα, καπετάνιο, η ώρα πέρασε. Έλα.

Πόσο μπορεί να είναι δύναμη ακαταμάχητη ένας λόγος απλός, ειπωμένος σε τόνο χαμηλό κάτου απ’ τ’ άστρα, πλάι σ’ ένα καΐκι που θα πρωτοταξιδέψει.

- Έρχουμαι, είπε ο άντρας υπάκουα.

Ο κουλός ψαράς είχε κιόλα γυρίσει στο καλύβι. Καθόταν με τα παιδιά του καπετάνιου και καταπώς φαίνεται τους έλεγε κάτι πολύ χαρούμενο. Σ’ ολονών τα μάτια έλαμπε η χαρά.

- Καλώς τον καπτα-Βασίλη, χαιρέτησε τον καπετάνιο που έμπαινε.

- Καλησπέρα, λέει αυτός βαριά και κάθεται.

Ο κουλός ψαράς κοιτάζει επίμονα τον καπετάνιο με το συννεφιασμένο μούτρο. Σιγά σιγά αισθάνεται να έρχεται, ολοένα, να τον αναταράζει άγρια: Είναι η δύναμη της ευτυχίας που θέλει να ξεσπάσει βίαια κα εκδικητικά, για να δικαιώσει αυτόν που στάθηκε πάντα αδύναμος άνθρωπος, αντίκρυ στον άλλον που επειδή στάθηκε δυνατός η ευτυχία ξέφυγε και πάντα απ’ τα χέρια του.

- Εδώ λέμε με τα παιδιά για τ’ αυριανά μας, λέει ο κουλός ψαράς και κοιτάζει κατάματα τον καπετάνιο. Για τη χαρά που θα ’χει αύριο το λιμάνι… Στάθηκε λίγο. Κι έπειτα:

- Κι εμείς εδώ… Κι εγώ… πρόσθεσε.

Λίγη σιωπή έγινε. Πάλι ο ψαράς:

- Ποια χαρά, βρε; Τι τσαμπουνάς αυτού; σήκωσε αργά το κεφάλι του και τον κοίταξε ο καπετάνιος.

- Αύριο δεν είναι να ρίξουν στο γιαλό το καινούργιο καΐκι;

- Ε, και; Τι πάρε δώσε έχεις εσύ με το καΐκι;

- Εγώ με το καΐκι; Τίποτα! Όμως κοίταξέ τον!

Έδειξε πλάι σε μια κασόνα που βάζαν τα ψάρια. Είχε σταλιάξει εκεί που καθόταν ακούνητος ο γλάρος του.

- Ε, και; είπε πάλι ο καπετάνιος σαν να μούγκριζε.

- Σήμερα τον είδα που πέταξε ίσαμε το σαντάρδο, τόσο ψήλος! είπε θαμάζοντας. Τα φτερά του μεγάλωσαν πια. Το λοιπόν ταχιά…

Ναι. Λοιπόν ταχιά, λέει, αύριο θα τον ταξιδέψει. Θα τον πάρει με τη βάρκα του και θα τον πάει ίσαμε το νησί του Κουμουντούρου, στην πίσω μεριά. Και κει θα τον αμολήσει. «Άει στο καλό, Τζανή. Άει στο καλό κι εσύ»… Ναι, αυτό θα γίνει αύριο, μαζί με το καινούργιο καΐκι που θα πέσει στο γιαλό, μέρα σημαδιακή.

- Θα μας πάρει κι εμάς με τη βάρκα! φωνάζουν τα παιδιά χαρούμενα. Θα πάμε κι εμείς να τον μπαρκάρουμε τον Τζανή!

Ο καπετάνιος ακούει. Βλέπει κατάματα τον ψαρά, σκαλίζει τη χαρά που λάμπει στα μάτια του, ύστερα βλέπει τα παιδιά του, ύστερα τη γυναίκα του που στέκεται σωπαίνοντας σαν Μοίρα, ύστερα το πουλί, το γλάρο. Α, λοιπόν θα γίνει κι αυτό αύριο… Αύριο, λοιπόν, όλοι στο Τουρκολίμανο θα ’χουν χαρά και θα ξεπροβοδίζουν!...

Ο δαίμονας ταράζει μέσα του τα ένστιχτα, γεμίζει φωτιά τα μάτια του. Α, καλά, μουρμουρίζει μες στα δόντια.

Σωπαίνει, μην προδώσει τη σκοτεινή σκέψη που έδωσε τη φωτιά στα μάτια του.

Ακόμα δεν έχει φέξει. Ο καπτα-Βασίλης ανοίγει την πόρτα του καλυβιού. Βγαίνει στη στεριά, με προφύλαξη, σαν να μη θέλει να τον μυριστούν πως φεύγει.

Στην ακρογιαλιά όλα είναι έρημα. Ο «Άγιος Κήρυκος» βασιλιάς του χώρου, στέκεται εκεί στο σκοτάδι, περιμένοντας. Ο καπτα-Βασίλης προσπερνά το καΐκι που είναι να πέσει σήμερα στη θάλασσα, πάει απ’ την άλλη μεριά, στέκεται λίγο. Αργά ανοίγει τις χούφτες του. Σαν κάτι ν’ αφήνει μες στον αλαφρότατο άνεμο που φέρνει το πέλαγο.

- Ε, καπτα-Βασίλη! Εσύ είσαι; ακούει ξαφνικά μια φωνή πλάι του.

Τινάχτηκε τρομαγμένος σαν να τον πιάσαν σε ώρα κακή.

- Ποιος είναι; έκαμε.

Ο άλλος είπε τ’ όνομά του. Ήταν ένας ψαράς.

- Ακόμα δε χάραξε, είπε στον καπετάνιο. Τρέχει τίποτα;

- Τίποτα, είπε ο καπτα-Βασίλης κι έφυγε.

Πήρε το δρόμο του λιμανιού κατά τα δυτικά, ανέβηκε ύστερα στον ασφαλτοστρωμένο δημόσιο δρόμο κι έπεσε απ’ την άλλη μεριά, στη θαυμάσια αγκαλιά που είναι κατάντικρυ στο νησί του Κουμουντούρου. Κάθισε στα βότσαλα, ξάπλωσε ανάσκελα, σφάλιξε τα μάτια. Το λίγο κύμα έρχεται απ’ τ’ ανοιχτά, τον τυλίγει με τη βουή του.

Περνάν οι ώρες. Κάποτε ανοίγει τα μάτια. Ο ήλιος λάμπει ψηλά, κάμποσα μπόγια. Ο καπτα-Βασίλης ανασηκώνεται. Άραγες τι να γίνεται κει πίσω στο Τουρκολίμανο; Θα το ρίξαν πια το καΐκι στο γιαλό; Λέει πως θα το ρίξαν και τραβά σιγά, να γυρίσει εκεί. Από ψηλά, απ’ το δρόμο, βλέπει το πλήθος μαζεμένο στην ακρογιαλιά. Οι κοπέλες με τα χρωματιστά φουστάνια τους, τα παιδιά – ένας μεγάλος σαματάς. Ο παπάς ντυμένος τ’ άσπρα του άμφια. Με το παλάγκο ολοένα τον σέρνουν τον «Άγιο Κήρυκο» Λίγο ακόμα θέλει για να φτάξει η πλώρη του το γιαλό.

Ο καπτα-Βασίλης κάνει στην αρχή να γυρίσει πίσω – θέλει να την νικήσει την επιθυμία, ίσαμε το τέλος, να μην την πάρει κι αυτή τη μαχαιριά: να μην παρασταθεί σ’ ένα ακόμα καΐκι, ξένο καΐκι, που πέφτει πρωτοτάξιδο στη θάλασσα. Μα η δύναμη είναι ακαταμάχητη και τον σέρνει.

Κατεβαίνει τα σκαλιά. Προχωρεί προς τον ταρσανά. Λέει να χωθεί μες στο πλήθος, να χαθεί μέσα του.

Μα δεν πρόφταξε: Ο κουλός ψαράς ξεκόβει απ’ το λαό ξεπροβοδίζει τον «Άγιο Κήρυκο», έρχεται μπροστά του και τον σταματά. Τα μάτια του είναι πικραμένα, είναι θολά απ’ τη λύπη.

- Εσύ το ’καμες; λέει και κοιτάζει τον καπετάνιο κατάματα.

Ο καπετάνιος πολεμά μια στιγμή να ξεφύγει, να μη δώσει απόκριση. Μα ο κουλός ψαράς βρίσκει τη δύναμη να τον κρατήσει απ’ το μανίκι.

- Εσύ το ’καμες; ρωτά επίμονα.

- Ναι, βρε! Εγώ!

Ο ψαράς αφήνει να πέσει το γερό χέρι του που κρατούσε το μανίκι του αλλουνού. Είναι πολύ, πολύ λυπημένος.

- Ε, μωρέ καπτα-Βασίλη! λέει. Πού έφταξες μωρέ καπτα-Βασίλη! Πού έφταξες!

Πού έφταξε, του λέει. Να βγάλει τα φτερά από ένα πουλί, από ένα γλάρο που ήταν να φύγει!

- Και μ’ αυτό τι κέρδισες; Τι σε πείραζε που θα ’φευγε το πουλί; Κοίταξε το!

Γυρίζουν και κοιτάζουν. Ο «Άγιος Κήρυκος» τρίζοντας πάνου στα ξύλα ολοένα γλιστρά, ολοένα κατεβαίνει στη θάλασσα. Τα παλικάρια που δουλεύουν στο παλάγκο κρατούν το πάσο «Ε! ε! ε! Γεια! Ε! ε! ε! Γεια!» Η πλώρη του καϊκιού κοντεύει τώρα ν’ αγγίξει το νερό. Η ώρα του καλοκαιριού είναι γαλάζια. Τρέμει το φως στον αγέρα. Ανεβασμένα στην πλώρη του «Άγιου Κήρυκου», κάμποσα μωρά χοροπηδούν και αλαλάζουν όσο το σκαρί κοντεύει στη θάλασσα. Είναι εκεί πάνου και τα παιδιά του καπτα-Βασίλη. Πηδούν κι αυτά και φωνάζουν, έχοντας μαζί τους και το Τζανή. Ο γλάρος είναι σαν να τα ’χει χαμένα μες σ’ αυτό το πατιρντί. Στριφογυρνά μες στα ποδάρια των παιδιών, και για να μην τον πατήσουν κάνει να ξεφύγει πότε από δω πότε από κει. Κάποτε φτάνει ίσαμε την κουπαστή αποφασισμένος να πηδήξει στη γη και να γλιτώσει. Μα εκεί, γύρω στο καΐκι, μπροστά στην πλώρη του είναι ο λαός, είναι το τσούρμο που φωνάζει γυρίζοντας το παλάγκο, είναι κόλαση.

- Κοίταξέ το, μωρέ καπτα-Βασίλη! λέει ο μπαρμπα-Σταύρος πικραμένα. Κοίταξέ το! Το δίκασε να ρέβει πάλι στη στεριά. Τη στιγμή που θα μπορούσε τώρα να πετά…

Αυτά λέει και κάνει να πάει στο καΐκι, να πάρει το πουλί. Μα την ίδια στιγμή τον σταμάτησε η κραυγή:

- Ο γλάρος! Ο γλάρος! φώναζαν τα παιδιά.

Κι ευθύς αμέσως άλλη φωνή, πιο τρομαγμένη.

- Αχ!

- Πάει! Πάει ο γλάρος!

Ο καπτα-Βασίλης κι ο κουλός ψαράς βλέπουν τους ανθρώπους του τσούρμου να σκύβουν εκεί μπροστά στην καρένα, στην πλώρη του καϊκιού.  Το παλάγκο σταμάτησε. Δεν ακούγεται πια η φωνή «Ε! ε! ε! Γεια» Σταμάτησε.

Τι έγινε;

Σπρώχνοντας το λαό ο μπαρμπα-Σταύρος, πίσω του ο καπτα-Βασίλης τρέχουν να παν κοντά στον «Άγιο Κήρυκο» να δουν. Φτάνουν με δυσκολία. Σκύβουν και βλέπουν. Η καρένα του καϊκιού, γλιστρώντας πάνω στα ξύλα είχε πλακώσει το πουλί όπως έπεσε τρομαγμένο απ’ την πλώρη. Φαίνεται πως μπλέχτηκε πρώτα η φτερούγα του, το πουλί έκαμε να τιναχτεί και να ξεφύγει, μα ο «Άγιος Κήρυκος» με τη φόρα που είχε γλίστρησε κι έπεσε πάνου στο ένα ποδάρι του γλάρου.

- Πλάκωσε το γλάρο! Μαντζάκωσε το γλάρο!

- Αχ! Δέστε! Δέστε! τσίριζαν οι γυναίκες κι όλες στριμώχνουνταν για να δουν το πρωτόφαντο θέαμα.

Ο γλάρος με το φοβερό πόνο του πλακωμένου ποδαριού του ζούσε τις τελευταίες ώρες του. Κάπου κάπου το σώμα τιναζόταν, κινημένο απ’ το ένστιχτο, για να ξεφύγει· έκανε σαν λαχανιασμένος, σαν να ξεψυχούσε. Έβγαζε μια ψιλή φωνή και πάλι σώπαινε. Μονάχα τα μάτια του μένα αμέτοχα σ’ αυτή την οδύνη. Στέκαν έτσι, σαν αδιάφορα – κάθε τόσο μόνο σφαλνούσαν για ν’ αφήσουν τον κίτρινο κύκλο τους να δεθεί πιο δυνατά με το άσπρο χρώμα του λαιμού.

- Τι να γίνει; Τι να γίνει; ακούονταν φωνές από δω, από κει.

- Γίνεται να πάει το καΐκι πίσω; ρώτησε μια γυναίκα.

- Όχι! Δεν πάει το καΐκι πίσω! είπε ένας ναύτης. Δε θα ’ναι σε καλό! Το καΐκι θα πάει μπρος!

- Αλέστα! είπε ο καπετάνιος του «Άγιου Κήρυκου».

- Κρίμα είναι καπετάνιο μου, είπε η γυναίκα του. Είναι κρίμα ο γλάρος.

- Τραβήξτε τον! Κι ας μείνει το ποδάρι του! είπε νευριασμένος ο άντρας.

Ο κουλός ψαράς σκυμμένος πάνου απ’ το γλάρο του σαν να τα ’χει χαμένα. Δεν ξέρει τι να κάμει. Ακούει τις φωνές του πλήθους, γύρω του. Φέρνει το χέρι του και χαϊδεύει το πουλί του, αλαφρά, σαν να είναι φόβος αν το αγγίξει πολύ να βάλει κι άλλο πόνο στο αβάσταχτο μαρτύριό του.

- Τζανή, καημένε Τζανή… μουρμουρίζει. Τι να σου κάνω;

Τι να του κάμει; Ακούει από πάνω του τις φωνές των ανθρώπων που ολοένα γίνουνται πιο βιαστικοί.

- Άιντε! Άιντε! Να τελειώνουμε!

- Στέκα στην μπάντα! ακούει τη φωνή του καπετάνιου του καϊκιού. Στέκα να τον τραβήξω.

- Όχι! Όχι! τρέχει ο μπαρμπα-Σταύρος. Αν τον τραβήξεις, το μισό ποδάρι του θα μείνει κάτου απ’ την καρένα…

- Δεν πα να μείνει!

Τραβά το μαχαίρι απ’ τη μέση του. Είναι μια μικρή κάμα γυαλιστερή, το μανίκι είναι μαύρο. Ο καπτα-Βασίλης γονατίζει πάνου απ’ το γλάρο. Ατάραχα, αμίλητα καρφώνει το πουλί στο στήθος, κάτου απ’ το λαιμό.

Μονομιάς τα μάτια του πουλιού βασιλεύουνε. Το σώμα του δε σπαράζει πια. Το αίμα του που τρέχει πιτσιλά την καρένα. Ο καπτα-Βασίλης κόβει το πλακωμένο ποδάρι του γλάρου κι ύστερα αποθέτει το σκοτωμένο πουλί στον άμμο, ήσυχα, στα ποδάρια του μπαρμπα-Σταύρου. Κάνει τόπο με τα χέρια του μες στον κόσμο, τον παραμερίζει και φεύγει.

- Αλέστα! ακούγεται η φωνή του καπετάνιου του «Άγιου Κήρυκου» που προστάζει το τσούρμο του να βάλει μπρος το παλάγκο.

Τότε ο καπτα-Βασίλης, αμίλητος ίσαμε κείνη την ώρα, σαλεύει. Αργά. Πιάνει απ’ τον ώμο τον κουλό ψαρά και τον σηκώνει, τον παραμερίζει. Στα μάτια του ζει μια ανάκατη ώρα: ένας τόνος αυστηρός, σκληρός, ποτισμένος με πίκρα, αμίλητη πίκρα. Σκύβει.

- Είναι σε καλό! Είναι σε καλό! φωνάζουν οι γυναίκες έξαλλες. Το αίμα του γλάρου έβαψε την καρένα του! Σε καλό!

Από βαθιά, απ’ τους μυθικούς χρόνους της Ελλάδας έρχεται η μνήμη της σπονδής στους θεούς με αίμα ζεστό.

 

Απομεσήμερο. Ήσυχα που είναι στο Τουρκολίμανο! Τίποτα δε θυμίζει το πρωινό της ίδιας μέρας, όταν ο «Άγιος Κήρυκος» έπεφτε στο γιαλό. Τώρα όλα φαίνουνται σαν να κοιμούνται. Ο «Άγιος Κήρυκος», έχοντας σιάρει τα χρωματιστά σινιάλα του σαλεύει έρημος ράθυμος απ’ το λίγο κύμα. Στη μέση του λιμανιού ένας ψαράς δουλεύει με τη μακριά απόχη του, την τσουγκράνα, να βγάλει καραβίδες απ’ το βυθό. Καταπώς παίζει το κοντάρι ο ψαράς τεντώνει το κορμί του με μια επίμονη ρυθμική κίνηση, θέλοντας να δαμάσει την αντίσταση του νερού, την αντίσταση του βυθού. Είναι σαν μια κίνηση ερωτική. Από πάνου περνάν οι γλάροι. Λάμνει άσκοπα και σεργιανά ανάμεσα στις σαμαντούρες του  λιμανιού, απ’ ανατολή σε δύση, ο κουλός ψαράς.

Σ’ ένα μικρό χωμάτινο ύψωμα, πλάι απ’ την καλύβα του καπτα-Βασίλη καθισμένα τα δυο παιδιά του κάτι παίζουν, κάτι κάνουν. Τα είδε, πήγε κοντά του κι ο πατέρας τους. Κάτι τους ρώτησε. Του είπαν. Κάθισε. Δε μιλά.

Το ένα παιδί λέει:

- Εδώ ανέβαινε και κοίταζε το πέλαγο, τους άλλους γλάρους.

- Είπαμε πως εδώ θα ’ναι καλύτερα να τον θάψουμε, λέει το άλλο παιδί και σιάζει το χώμα, το μικρό τάφο οπού βάλανε το γλάρο.

Ο καπτα-Βασίλης δε μιλά. Είναι εκεί πλάι του βότσαλα. Ασυναίσθητα παίρνει ένα ένα τα βότσαλα, είναι σαν αφαιρεμένος, τα βάζει το ένα πλάι στ’ άλλο, πάνου απ’ το χώμα. Στην αρχή μια γραμμή, ύστερα άλλη, ύστερα δυο άλμπουρα, ύστερα τα πανιά, δυο μεγάλα, ύστερα οι φλόκοι – όλα γραμμές άγαρμπες, καμωμένες με βότσαλα πάνου στον τάφο του γλάρου.

- Για δες! Έγινε μπρατσέρα… λέει το ένα παιδί κοιτάζοντας το καραβάκι με τα βότσαλα.

Τι είπες, ανατινάζεται ο καπετάνιος και βλέπει ξαφνιασμένος το έργο του, σαν να το ανακαλύπτει μόλις.

Ήσυχα που είναι στο Τουρκολίμανο! Παίζουν τα χρωματιστά σινιάλα στον «Άγιο Κήρυκο». Οι γλάροι πετούν ψηλά, άσπρα σύννεφα ταξιδεύουν. Και ο ψαράς με τις καραβίδες δε σταματά – ολοένα ερωτεύεται.

- Πατέρα, λέει το παιδί. Μπρατσέρα δεν ήταν το στερνό καΐκι μας που μας το πήρε το πέλαγο;

Ο καπτα-Βασίλης δε σηκώνει τα μάτια του απ’ το καΐκι του τάφου. Κρατά ακόμα στα χέρια του ένα βότσαλο. Σαν να αναρωτιέται: να το βάλει, να μην το βάλει…

- Μπρατσέρα ήτανε, λέει.

Φυσάει μπουνέντες. Στο Τουρκολίμανο όλα παίρνουν αλαφρό κίτρινο τόνο σαν φυσάει μπουνέντες. Και στα μάτια ενός πουλιού που αναπαύεται τώρα συντροφεμένο από μια μπρατσέρα καμωμένη με βότσαλα – έτσι ήταν, γύρω στα μάτια του, ένας κύκλος κίτρινος…

 

 Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Επιστροφή στην Ανθολογία από τα Ελεύθερα Γράμματα

Αρχική σελίδα KEIMENA