Ο ΛΟΓΙΩΤΑΤΟΣ  Ή Ο ΚΟΛΟΚΥΘΟΥΛΗΣ

 

  - Μην αφήνεις το παιδί σου να μάθει πολλά γράμματα, ήλεγε η κυρά-Ριγανούλα της γειτόνισσάς της κυρα-Παπαρούνας· γιατί το ύστερο θέλα το χάσεις. Ο Θεός να του φυλάξει τη γνώση του! … Αμ, δεν είδες τον Κολοκυθούλη της κυρα-Παρδάλως, οπού δεν είναι στα μέτρα του; Διάβασε, διάβασε, αλλαλόγησε το παιδί! Ξέρεις οπού μου το ’χε ειπεί και ο Αϊγούμενος από το Πουρνάρι – να ’χωμε την ευκή του – πως τα πολλά τα γράμματα δεν είναι καλά για τα παιδιά;

 

  Γιατί τα ήλεγε τάχα αυτά η κυρα-Ριγανούλα; Επειδής ήκουγε το λογιώτατο κυρ-Κολοκυθούλη να κρένει αλλοιώτικα απ’ όσους δεν είχαν τη χρυσή μοίρα να σπουδάξουν, σαν κι αυτόν, στα σκολειά μας. Ο χρησμός του Αϊγούμενου, ξεχωριστά, την είχε πληροφορήσει, πως η πολλή σπουδή χαλνάει τη γνώση. Δεν είχε τάχα δίκιο η κυρα-Ριγανούλα να τον πιστέψει;

  Αυτή δεν είχε ακούσει καμμιά φορά τον Αϊγούμενο να της μιλήσει με τη γλώσσα του κυρ-Κολοκυθούλη, και ξεχωριστά όποτ’ εχρειάζονταν να τη θυμίσει για τες προσφορές ή για τες λαμπάδες ή για τα μνημόσυνα, οπού η καλή γυναίκα έδινε άκοπα στο Μοναστήρι από ευλάβειά της. Μη θέλα ήξερε και πλειότερα ο Λογιώτατος από την αγιωσύνη του; Αϊγούμενος αυτός! και τον έφτανε άλλος στην προκοπή; Δεν είχε άδικο λοιπόν η κυρα-Ριγανούλα να στοχάζεται πως ο κυρ-Κολοκυθούλης είχε χάσει τη γνώση του, αφορμής οπού είχε γένει λογιώτατος.

  Αυτή η κυρα-Ριγανούλα είναι και σαν κομμάτι σκανταλιάρα, κι ήταν καλό να μην παρακρένουν οι λογιώτατοι, καταπώς συνηθάν, επειδή μπορεί να τα ακούσει, κι απέ δεν αργάει να τους ονομάσει Κολοκυθούληδες.

  Μιαν ημέρα ήλεγε της ίδιας γειτόνισσάς της:

- Ξέρεις, κυρα-Παπαρούνα μου, τι ήλεγε του Κολοκυθούλη ο πατέρας του; «Άφησε αυτά τα κορακίστικα, παιδί μου, γιατί σε περιγελάν ο κόσμος. Αν ορέγεσαι ν’ αποχτήσεις υπόληψη και να φανείς άξιος στο Γένος, αγωνίσου να φωτίσεις το Γένος με συμβουλές και συγγράμματα σε γλώσσαν οπού να την απεικάζουν όλοι. Μη φαντάζεσαι να σε πάρουν για σοφόν, επειδή και καμώνεσαι να κρένεις τη γλώσσα των προπατόρων σου, σε τρόπον οπού δε θέλα την απείκαζαν μήτ’ εκείνοι, αν την ήκουγαν από το στόμα σου. Αμ’ δε μου λες, παιδί μου· όταν λες το «ψωμί» ψωμίον, οπού από τους Έλληνας ονομάζονταν «άρτος», μη παντεχαίνεις να το λες ελληνικά; Το αγοράζεις φτηνότερο ή το τρως με περσότερη νοστιμάδα; Φοβάσαι τάχα να ειπείς το νερό νερό, οπού το λες νηρόν, κι οπού οι Έλληνες το ’λεγαν «ύδωρ», για να μη γένει λάδι; Μακάρι να είχαν τα λόγια τη δύναμη να μεταμορφώνουν τα πράματα! Κανένας δε θέλα απόμνησκε, οπού να μη γένει λογιώτατος, αν ίσως και το λογιώτατος έκανε τον άνθρωπο. Η προκοπή ενός αληθινού λογιώτατου, παιδί μου, είναι να ξέρει να παρασταίνει με τάξη τες ιδέες του στη φυσική του γλώσσα. Η διαφορά από τον σπουδαίον εις τον αμαθή δεν είναι άλλο από την ταχτική ή άταχτη παράσταση των ιδεών τους. Τα ομορφύτερα λόγια του κόσμου, σαν δε φανερώνουν σωστήν ιδέα και δεν τ’ απεικάζουν όλοι, δεν αποκόβουν την κυρα-Ριγανούλα να λέει πως ο λογιώτατος Κολοκυθούλης αλλαλογάει… »

  Δεν ξέρω, αδερφούλα, πού μ’ ήκουσε οπού είπα αυτόν το λόγο! Ωστόσο τον ορμήνευε σαν πατέρας, οπού όχι καλύτερα. Μόνε τι το όφελος; Ξέρεις τι έκανε ο Κολοκυθούλης, όσην ώρα τον ορμήνευσε ο πατέρας του; εχαμογέλαε κι έπιανε μύγες! Ο Αϊγούμενος, κυρά μου, ξέρει τι κρένει…

 

(Γραμμένο στα 1812 με 1815. Το πήρα από το: Βηλαράς, Ψαλίδας, Χριστόπουλος κ.α. Η δημοτικιστική αντίθεση στην κοραϊκή «μέση οδό», Οδυσσέας, 1981. Εκσυγχρόνισα τις υποτακτικές).

 

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA