Η κατάρα του Πύργου της Βαβέλ

του Άγγελου Δόξα

 

 

Εκείνη τη χρονιά – λέγαν οι αστρονόμοι – ο Άρης διαγράφοντας την τροχιά του στο άπειρο, θα πλησίαζε πολύ τη Γη. Τόσο πολύ, όσο καμιάν άλληνε φορά. Τούτο άρχισε να γίνεται αφορμή σε λογιώ-λογιω υποθέσεις που κατάντησαν αληθινά τερατολογίες όσο και πιο πολύ σίμωνε η ορισμένη ημερομηνία. Άλλοι ελπίζανε πως θα λάβουμε σήματα από τους κατοίκους του Άρη, άλλοι πως με τα τηλεσκόπια θα βλέπαμε την κίνηση στα μεγάλα του βουλεβάρτα, άλλοι πως θα γινότανε σύγκρουση τρομαχτική του Άρη με τη Γη και άλλοι πως θα γινότανε επιδρομή από τους Άρειους. Και πώς τάχατες νά ΄τανε αυτοί οι Άρειοι; Άλλοι τους φανταζόντανε γίγαντες κι άλλοι νάνους, άλλοι με πολλά χέρια και ποδάρια κι άλλοι με πολλά κεφάλια.

 

Ως τόσο ήρθε η ορισμένη ημερομηνία και τίποτες απ΄ αυτά δε γίνηκε. Μονάχα που τη στιγμή που ο Άρης έφτασε στην πιο μικρή απόσταση από τη Γη και η πλανητική του σφαίρα άρχισε να στριφογυρνάει με περισσότερη γρηγοράδα, ένα άτομο γλίστρησε από την επιφάνειά του κι έπεσε στη Γη, επάνω σ΄ ένα βουνό της δημοκρατίας της Αντόρας. Αυτός είτανε ο πρώτος άνθρωπος του Άρη που έφτανε στον πλανήτη μας.

 

            Εκείνο που ξεχώριζε το άτομο τούτο από τους ανθρώπους της Γης, είτανε κάτι που δε σκαρφιστήκανε να το πούνε μέσα στις τόσες υποθέσεις που είχανε κάνει και στις τόσες τερατολογίες που είχανε γράψει για τους ανθρώπους του Άρη.

 

            Ο Άρειος τούτος είχε, συγκριτικά με τον άνθρωπο της Γης, μιαν αφάνταστη γρηγοράδα. Γρηγοράδα στα πόδια και στο μυαλό. Στην αντίληψη και στην κρίση. Και μια αφάνταστη τελειότητα στις αισθήσεις. Στην όραση και στην ακοή. Στην όσφρηση, στη γέψη, στην αφή. Μίλια και μίλια έκοβε η ματιά του, ψίθυρο ελάχιστο έπιανε τ΄ αφτί του, κι ένα μόριο μικροσκοπικό, τό΄ νιωθε η αφή του. Κι είχε ακόμα την ικανότητα να καταλαβαίνει τη γλώσσα των ζώων, ν΄ ακούει τα μιλήματα των φυτών, και να μπορεί να μιλάει μαζί τους. Είχε κι άλλες ιδιότητες ακόμα. Προσαρμογή, προσανατολισμό και διορατικότητα, σε βαθμό ασύλληπτο για την αντίληψή μας, κι άλλα, που δεν είναι λέξεις για να τα πει κανένας, γιατί ποτές ο άνθρωπος δεν τα φαντάστηκε ώστε να φτιάσει και την ανάλογη λέξη για να τα εκφράσει.

 

            Έτσι το ξεγλίστρημα του Άρειου στον πλανήτη μας δεν τον έκανε να βαρυγκομήσει. Μα ίσα-ίσα που του άνοιξε την όρεξη να σπουδάξει τη Γη και τα πλάσματα που την κατοικούσαν.

 

            Παρακολούθησε λοιπόν το κάρπισμα της Γης, τα ρεύματα των ωκεανών, την αλλαγή των εποχών, τη ζέστα του ήλιου, κι όλα κοντολογής τα σπουδαία φαινόμενα στη φύση του πλανήτη μας, κι ύστερα άρχισε να μελετάει τα πλάσματά του, τόσο στο φυτικό όσο και στο ζωικό βασίλειο. Τελευταία έφτασε στον άνθρωπο και στα έργα του. Κι είταν το μόνο ζώο της γης που το σπούδαξε με τον πιο λίγο κόπο. Τόσο πιο ασήμαντο βρήκε το έργο των ανθρώπων μπροστά στα έργα των άλλων ζώων. Αυτό δεν το περίμενε. Γιατί στον Άρη οι άνθρωποι είναι πιο τέλειοι από τ΄ άλλα ζώα του πλανήτη τους. Για τούτο απόρησε. Κι ύστερα κάγχασε. Κι ύστερα από λίγο δάκρυσε.

 

            Είταν στην άκρη μιας λίμνης που έσταζε το δάκρυ του αυτό για την μοίρα και το κατάντημα των ανθρώπων της γης. Αγνάντια του ένα νούφαρο υψωνόταν στην ακρολιμιά. Κι ένα κουνούπι που λιαζότανε πάνω στο νούφαρο, είδε τον Άρειο που δάκρυσε κι έτρεξε κοντά του και τον ρώτησε :

 

            — Γιατί δάκρυσες;

 

            — Λυπήθηκα, του απάντησε ο Άρειος.

 

            — Γιατί λυπήθηκες; τον ξαναρώτησε το κουνούπι.

 

            — Γιατί είδα πως όλα τα πλάσματα της Γης ζούνε μέσα στην ευτυχία μιας ευδαίμονης φύσης και νιώθουνε να τη χαρούν και πως μονάχα ο άνθρωπος, όσο πιο πολύ πασκίζει για την ευτυχία τούτη, τόσο και πιο πολύ κακότυχος απομένει.

 

            — Γιατί τάχα;

 

            — Γιατί τον βαραίνει ακόμα η κατάρα του Θεού για το προπατορικό αμάρτημα. Κι η κατάρα του Πύργου της Βαβέλ. Δεν ξεπληρώθηκαν οι αμαρτίες του. Δε λυτρώθηκε. Μια η γλώσσα όλων των κουνουπιών της γης, κι όλων των άλλων ζώων. Χιλιάδες οι γλώσσες του ανθρώπου και κάθε από δαύτες τις χιλιάδες, μ΄ άλλες χιλιάδες λέξεις, και κάθε από δαύτες τις λέξεις μ΄ άλλες χιλιάδες σημασίες, και κάθε από δαύτες τις σημασίες, μ΄ άλλα χιλιάδες νοήματα, κι όμως πάλι δεν τα καταφέρνει ο άνθρωπος να συνεννοηθεί με τον όμοιό του και να μονοιάσει μ΄ αυτόν, για να μπορέσει να μείνει ήσυχος και ν΄ απολάψει τ΄ αγαθά της γης, καθώς το μπορείς εσύ.

 

                — Αυτό είναι αλήθεια. Μα ο άνθρωπος δεν έχει τον απλό προορισμό πού ΄χει ένα κουνούπι. Για τούτο είναι πιο δύσκολη η ζωή του.

 

                — Κολοκύθια. Όλα τα πλάσματα του πλανήτη σας, από το πιο μικρό ως το πιο μεγάλο, τον ίδιο προορισμό έχουνε. Να τρώνε, να γεννάνε και να πεθαίνουνε. Κι ο άνθρωπος δεν έχει κανένα άλλο προορισμό όξω από τούτον.

 

                — Μπορεί να πασκίζει να προστέσει.

 

                — Μα εδώ είναι η κατάρα που τόνε δέρνει αγαπητό μου κουνούπι. Τι να προστέσει, αφού δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα ούτε με τον απλό σκοπό που ορίστηκε για όλα τα πλάσματα της γης;

 

                — Τόνε βρίσκεις λοιπόν κατώτερο από ένα κουνούπι;

 

                — Φυσικά.

 

                — Για φαντάσου! Κι εμείς τον είχαμε πιο πάνω κι από τα λιοντάρια.

 

                — Έχεις γελαστεί. Ο άνθρωπος, το μόνο που κατάφερε είναι αυτό. Να ξεγελάει τον διπλανό του αφού πρώτα ξεγελάσει τον εαυτό του.

 

                — Και τ΄ αερόπλανα, τα υποβρύχια, οι ουρανοξύστες, οι ασύρματοι... δεν τα θαυμάζεις όλα τούτα;

 

                — Σημάδια αξιοθρήνητα της ανημποριάς του. Έχοντας λιγότερη γρηγοράδα από σένα, πάσκισε νά ΄βρει το ένα, έχοντας λιγότερη άνεση από σένα, φρόντισε να φτιάσει τ΄ άλλο, έχοντας λιγότερο μυαλό από σένα, δεν ξέρει τι του χρειάζεται και πασκίζει ολοένα να βρίσκει καινούρια πράματα, που όμως δεν κάνουν τίποτες άλλο παρά ν΄ αυγατίζουνε τη δυστυχία του. Μα δεν είναι οι ατέλειές του που τον κάνουνε δυστυχισμένο. Είναι πλάσματα πολύ πιο κατώτερα από τον άνθρωπο, κι όμως είναι ευτυχισμένα. Τον άνθρωπο τον βαραίνει η κατάρα να μην μπορεί να απολάψει και το πιο απλό πράμα που περνάει από το χέρι του.

 

                — Και το πιο απλό πράμα; αυτός που κατάχτησε όλο τον πλανήτη; Που έχει τόσα μέσα;

 

                — Δε μου λες; πού θα πας σαν αφήσεις το νούφαρο που λιάζεσαι;

 

                — Δε σκέφτουμαι ποτές από πριν. Πάω όπου μου κάνει κέφι.

 

                — Έ λοιπόν αυτό είναι σπουδαίο.

 

                — Με κάνεις και γελάω.

 

                — Το θεωρείς απλό;

 

                — Ασήμαντο.

 

                — Έ λοιπόν αυτό το ασήμαντο δεν μπορεί να το κάνει ο άνθρωπος. Δεν μπορεί ν΄ αφήσει το γραφείο του για νά  ΄ρθει να λιαστεί καθώς το μπορείς εσύ. Και δεν μπορεί φεύγοντας από κει που είναι να πάει κάπου αλλού μόνο και μόνο γιατί θα του κάνει κέφι, όπως το μπορείς εσύ.

 

                — Αλήθεια... δεν το σκέφτηκα.

 

                — Μα μήπως σκέφτηκες ποτές σου να γυρέψεις κανενός κουνουπιού την άδεια όταν θέλεις να τραβήξεις παραπέρα;

 

                — Αστείο πράμα.

 

                — Κι όμως αυτός ο σπουδαίος, καθώς τόνε λες, ο άνθρωπος, πρέπει να γυρέψει την άδεια. Από τον προϊστάμενό του, από τη γυναίκα του, από τους γονηούς του, από τον αστυνόμο... να βγάλει πιστοποιητικά, διαβατήρια, εισιτήρια... κι ένα σωρό άλλα.

 

                — Ά, τον φτωχό.

 

                — Τόνε λυπάσαι κι εσύ βλέπω.

 

                — Είναι να μην τόνε λυπάται κανένας;

 

                — Για τούτο το ασήμαντο, καθώς είπες, τόνε λυπάσαι. Σκέψου τώρα τι γίνεται με τ΄ άλλα τα πιο σημαντικά. Σκέφτηκες ποτές πως δεν είναι ελεύθερος ούτε έρωτα να κάνει, ούτε φαΐ να φάει;

 

                — Κι έπειτα λένε πως όλα είναι δικά του.

 

                — Δικά του, και δε μπορεί να το νιώσει. Δικά του, και δε μπορεί να τ΄ απολάψει. Ετούτο είναι το χειρότερο.

 

                — Και ποιος τον εμποδίζει;

 

                — Ο ίδιος. Κι ετούτο είναι το ακόμα πιο χειρότερο. Για να κάνει τον εαυτό του δυστυχισμένο ο άνθρωπος, για να γιομίσει τη ζωή του με στέρηση και με ταλαιπωρία, γι΄ αυτόν ακριβώς το λόγο πολλαπλασίασε τις λέξεις της γλώσσας του και τα μέσα της ζωής του. Μπορεί, ας πούμε, να νιώσεις ποια ανάγκη της ζωής υπηρετούνε λέξεις με τη σημασία της πολιτικής, της διπλωματίας, της διομολόγησης, του trusteeship και χιλιάδες άλλες;

 

                — Γιατί να πονοκεφαλάω;

 

                — Έλα δα! Κι ο άνθρωπος γιατί να πονοκεφαλάει, να φτιάνει όλα τούτα τα νοήματα και να στερεί τον εαυτό του από κείνα που χαίρεσαι εσύ και τ΄ άλλα ζώα, κι ύστερα, μη μπορώντας να ζήσει μ΄ αυτή τη στέρηση, ν΄ αναγκάζεται να παραβαίνει τους νόμους που φτιάνει και να βρίσκει κι άλλες τιμωρίες, για να ταλαιπωρεί πιο πολύ τον εαυτό του επειδή δεν κράτησε τους νόμους που έφτιασε ο ίδιος για να τυραννιέται;

 

                — Γιατί αλήθεια;

 

                — Γιατί έχει την κατάρα να νιώθει λιγότερο από όλα τ΄ άλλα πλάσματα τον προορισμό του και να χαίρεται λιγότερο απ΄ αυτά τη ζωή του. Γιατ΄ είναι σκλάβος στην ουτοπία και βλέπει τον κόσμο από την ανάποδη. Με τα κεραμίδια στη γη και το πάτωμα στον ουρανό. Γιατί βλέπει το ψέμα σαν αλήθεια και τη σκλαβιά σαν ελευθερία. Γιατ΄ είναι απαράλλαχτα ουτοπιστής κι εγωιστής όπως τότες πού ΄χτιζε τον Πύργο της Βαβέλ για να φτάσει στο Θεό. Το ίδιο και τώρα, κοιτάει ψηλά για να χτυπήσει το Θεό για να του πάρει τη βασιλεία του. Μα ο Θεός είναι μέσα του. Και, χτυπώντας τον, πληγώνει ολοένα τον εαυτό του. Ο άνθρωπος όμως είναι καταραμένος από τότες, και δεν το βλέπει αυτό. Όταν λυθεί η κατάρα, τότες θα το δει. Και τότες θα πάψει να πάει κόντρα στο Θεό και δε θα πληγώνει τον εαυτό του. Και τότες θα νιώσει πως ο προορισμός του στη γη είναι καθώς όλων των πλασμάτων και τίποτες παραπάνω. Να τρώει, να γεννά και να πεθαίνει. Και τότες θα μπορεί να ζήσει τον προορισμό του αυτόν με μια χαρούμενη απόλαψη – καθώς όλα τα πλάσματα της γης – και δίχως να τυραννιέται, καθώς τώρα, προσπαθώντας μάταια να τον απολάψει...

 

            Πάνω σε τούτα τα λόγια το κουνούπι, τρομοκρατημένο από τη μοίρα των ανθρώπων, σήκωσε το ένα του φτερό, έφτυσε τρεις φορές στον κόρφο του και πέταξε μακρυά, αφίνοντας τον Άρειο στη θλιβερή του συλλοή.

 

            Από την πλατεία ενός ορεινού γειτονικού χωριού, ήχοι μουσικοί ήρθανε στ΄ αφτιά του. Είταν μια μικρή φανφάρα της κοινότητας, με μουζικάντες γεροντομπασμένους τους πιο πολλούς, ντυμένους ομοιόμορφα, με μια στολή από ξεθωριασμένη γαλάζια στόφα και πορτοκαλιές φέλπες, και ψηλά γαλάζια πηλίκια στο κεφάλι με μαδημένα λοφία. Φυσούσαν και ξεφυσούσαν μέσα στα χάλκινα όργανα προσπαθώντας να ολοκληρώσουν τη μελωδία ενός αργού βαλς, τόσο αταίριαχτου ως τόσο ν΄ αποδοθεί από φανφάρα. Και γύρω τους η νεολαία με τα χέρια δεμένα ξωπίσω, τους παρακολουθούσε με θαυμασμό και με σοβαρότητα, τόσο αταίριαχτη ως τόσο για την ηλικία της.

 

            Τότες ο Άρειος τίναξε το κεφάλι του, για να διώξει τις σκέψεις του πάνου στη Γη και να σκεφθεί πώς να γυρίσει το συντομότερο στον Άρη.-

 

«Το ελληνικό φανταστικό διήγημα», Τόμος Ε΄, Αίολος 2004, σελίδες 69-73

Πρώτη δημοσίευση : περιοδικό «Εύα», 1/1/1924, με τον τίτλο «Εντυπώσεις ατόμου που έπεσε από τον Άρη».  

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA