Άγγελος Δόξας (Κωνσταντινούπολη, 1900 - Αθήνα, 1985)

 

      Φιλολογικό ψευδώνυμο του γιατρού και ψυχαναλυτή Ν. Δρακουλίδη. Πολυγραφότατος και πολυσχιδής έγραψε ποιήματα («Γκρίζες Ώρες» 1947 κ.α.), διηγήματα («Σορπράιζ πάρτυ» 1940 κ.α.), νουβέλες («Βάνα» 1944 κ.α.), μυθιστορήματα («Ντόρα», 1942 και «Εύα», 1943), θεατρικά («Το στοιχειό», 1916 κ.α.), ταξιδιωτικά («Στη γοητεία των τροπικών», 1945), μελέτες, δοκίμια και άρθρα («Ψυχαναλυτική ερμηνεία της τέχνης», 1948, «Παλαμάς», 1959 κ.α.), κριτικές θεάτρου, κυρίως για τις παραστάσεις του Εθνικού, και στίχους για τραγούδια. Μετέφρασε μεταξύ άλλων Χάινε και το γνωστό «If» του Κίπλινγκ.

 

 

 

ΦΥΓΗ

                                                   «La règne de la mort violente fut partout déclarée...»

                                                                                                             Paul Valéry

 

    Ήταν κάτι το παράξενο, το τρομαχτικό, το πρωτοφανέρωτο, που ποτές καμιά φαντασία δε θα μπορούσε να τ’ οραματιστεί χωρίς να το ‘χει ζήσει. Ένιωθες πως κάθε μέρα σου ‘φευγε η ζωή λίγο λίγο και πως αύριο θα ‘τανε ακόμα πιο λιγοστεμένη. Πες το κακό τούτο δε θα ‘χε άλλο σταματημό παρά να δεις το πιθάρι να στερεύει από το λάδι του και μια ξαφνική σκληρή πετριά να ‘ρχεται να τσακίσει τα κούφια πλευρά του και να το διαλύσει, χύνοντας στο χώμα τους λίγους κόμπους που θα ‘χαν απομείνει μέσα του, δίχως να προφτάσει και να τους ξοδέψει η ζωή σου.

    Κι αυτή η αίσθηση δεν ήταν υποκειμενική. Όλα γύρω έδειχναν την ίδια εικόνα της σταθερής πορείας προς το θάνατο μ’ έναν αργό ρυθμό αυτοδιάλυσης. Και τα ζωντανά και τ’ άψυχα. Οι άνθρωποι αρχίνησαν να μη γνωρίζονται από την αλλαγή. Μέσα από το πετσί τους έφευγε το αίμα τους, το ξίγκι τους, η σάρκα τους. Και το πετσί ξεραινότανε κι έσκαε κι έχανε τη ζωντάνια του και το χρώμα του κι ερχότανε ν’ ακουμπήσει επάνω στο κόκαλο που μερικές φορές το τρύπαγε και πετιόταν έξω από το πετσί όμοια με τα ποδαροδάχτυλα που ξεπετιόντανε έξω από το τρύπιο πετσί των παπουτσιών. Και τότες τα ρούχα φαρδαίναν και γλιστρούσαν και τα πουκάμισα ξεφτίζανε κι οι γραβάτες φυλλορροούσανε σαν σε παράξενο χινόπωρο.

    Ήταν ένα αλλόκοτο πράμα. Η αποσύνθεση που άλλοτες φαινότανε στα λείψανα μέσα στο χώμα, η ίδια τώρα γινότανε στους ζωντανούς πριν μπούνε στο χώμα. Κάθε μέρα που σουρώνανε πιο πολύ, η φωνή αδυνάτιζε, το βήμα έχανε τη δύναμή του, το μάτι εθόλωνε κι εκεί που περπατούσες, έβλεπες κι έπεφτε ένας δίπλα σου στο πεζοδρόμιο, γιατί ήταν ακριβώς η στιγμή που είχε σωθεί ο τελευταίος κόμπος απ’ το λάδι που συντηρούσε τη ζωή του. Και πιο μπρος σκόνταβες σε πτώματα ανθρώπων που ήταν ακόμα ζεστά. Και π’ ούτε από αρρώστια, ούτε από λαβωματιά, ούτε από γεράματα είχανε πεθάνει. Μα από πείνα.

    Και για την ειρωνεία την τραγική, κάμποσοι από δαύτους πριν πεθάνουνε τους έβλεπες και φουσκώνανε σαν καλοφαγάδες και πρηζόντουσαν σα σιτεμένα γουρούνια. Και όσοι πρωτινά ήταν καλοστεκούμενοι τους έβλεπες και φοράγανε το σμόκιν τους και τα λουστρινένια τους σκαρπίνια, γιατί τ’ άλλα είχανε καταλυθεί πια. Κι όπως οι πρώτοι φαινόντουσαν σαν καλοφαγάδες, έτσι και τούτοι φαινόντουσαν σαν γλεντζέδες. Κι ίσως ετούτοι να μην έφτιαναν το πιο αταίριαστο θέαμα στην ατμόσφαιρα του θανάτου που απλωνότανε, μια και με μια τέτοια φορεσιά, όταν την έχει κανένας, είναι το πιο πρεπούμενο να τον βάλουνε στην κάσα σαν θα πεθάνει.

    Και ήταν και κάτι άλλοι που καθόντουσαν στις γωνιές και δεν ήξερες αν είναι ζωντανοί ή αποθαμένοι. Γιατ’ ήταν ακίνητοι, με το βλέμμα στυλωμένο και το στόμα μισάνοιχτο σαν κουφάλα. Και τα μαλλιά τους είχανε γίνει διάφανα σαν χνούδι, και το κούτελό τους είχε αρχίσει να χωματιάζει, και το στήθος τους, που πρόβαλλε μέσ’ από τα κουρέλια, έλεγες πως το αυλάκωναν κιόλας τα σκουλήκια. Μερικοί σταματούσαν μπροστά τους και τους σκούνταγαν με το πόδι. Και τότες έβλεπες τον άνθρωπο τον καθιστό με το απλωμένο για ελεημοσύνη χέρι και τ’ ανοιχτά στο άπειρο μάτια να πέφτει στην άλλη άκρη σα χωματένιο άγαλμα, δίχως ν’ αλλάξει ούτε των ματιών του ούτε του κορμιού του ούτε του απλωμένου χεριού η στάση. Αυτοί ήταν οι αποθαμένοι. Κι άλλοι πάλι, ολότελα όμοιοι με δαύτους,, ύστερα από κάμποσα σκουντήματα, αφήνανε κάποιο βόγγο. Ήταν οι ζωντανοί.

    Στη γειτονιά μου, που την ήξερα σαν το σπίτι μου μέχρι την τελευταία της πέτρα, έβλεπα πιο ανατριχιαστικά τον ίδιο ζωντανοθάνατο. Μαζί με τους ανθρώπους σβήνανε και τα ζώα, πεθαίνανε και τα δέντρα, εξαφανιζόντανε και τα μαγαζιά. Άλλα κλείνανε κι άλλα αλλάζανε όψη. Τα πρώτα σου δίνανε την εικόνα του θανατικού και τα δεύτερα της τρέλας. Γιατί έβλεπες στο ρολογάδικο να πουλάνε ψωμί από μπομπότα και σκουπόσπορο και στο μπαρμπέρικο κρέας σκύλου διπλωμένο σε πακέτα. Μια καπελού έστησε στην πλατεία μια φουφού με μια χύτρα που άχνιζε και σαν τη στρίγγλα της Βαλπούργιας νύχτας ανάδευε εντόσθια γάτων μαγειρεμένα με ζουμί. Στους ντενεκέδες των σκουπιδιών μάταια ψάχνανε οι φτωχοί να βρουν τίποτες που να μασιέται από τα δόντια, γιατί και τα σκουπίδια είχανε πολύ λιγοστέψει. Νεκροφόρες που είχαν αντικαταστήσει τα λεωφορεία περνούσαν από την πλατεία πού και πού γεμάτες ζωντανούς που πηγαίνανε στα μακρινά τους σπίτια. Και μόλις έπεφτε το σούρουπο, οι δρόμοι βυθιζόντανε στο πηχτό σκοτάδι και στην παγερή μουγγαμάρα που μονάχα κάποιες γερμανικές μπότες που περνούσανε δίπλα σου την ταράζανε και κάποιες πιστολιές που τις ένιωθες πάνω απ’ το κεφάλι σου, τη σκίζανε.

    Α, ήτανε και λιγοστοί που ούτε το σκοτάδι, ούτε η μπότα, ούτε η πείνα, ούτε τα λείψανα τους μαζεύαν. Αυτοί γλεντούσανε τη νύχτα τους, γιατί ήτανε τα κοράκια που ζούσανε από τα πτώματα. Από την προδοσία και τον εκβιασμό. Στο δρόμο τούς καταλάβαινες από τις ολοκαίνουριες φορεσιές τους, τις καλοθρεμμένες κοιλιές τους και τα χαρούμενα μούτρα τους. Λάμπανε απ’ την κορφή ως τα νύχια, καθώς λάμπει η μαύρη φτερούγα των καλοθρεμμένων κοράκων. Και τη νύχτα τους έβλεπες να γλεντοκοπάνε μέσα σε ταβέρνες που είχαν και φως και τραγούδια και μουζικάντες και πάνω απ’ όλα φαγιά μέχρι και του πουλιού το γάλα. Πού τα βρίσκανε; Μια μέρα είδα να κατεβάζουν από μια νεκροφόρα ένα βαρύ φέρετρο και να μπάζουν προφυλαχτικά μέσα σε μια τέτοια ταβέρνα. Κι έμαθα πως μέσα στο φέρετρο ήταν δυο αρνιά σφαγμένα, δυο κεφάλια τυρί, δυο μεγάλες συναγρίδες, καρβέλια και άλλα. Λαθραία φερμένα μ’ αυτόν τον τρόπο, για να μην τα πάρουν μυρουδιά οι Γερμανοί και τα βουτήξουν κι ακριβά πληρωμένα, για να μαζευτούν. Μα υπήρχε πελατεία των κοράκων, που θα ‘ρχότανε το βράδυ να τα πλερώσει ακόμα πιο ακριβά, για να γυαλίσει τη φτερούγα της. Γιατί βγάζανε λεφτά, όσα η μαύρη τους ψυχή ποθούσε κι είχανε κέφι, όλο εκείνο που χάθηκε από τους άλλους ανθρώπους. Κι έτσι παραδινόντουσαν σε όργια αντάμα με γυναίκες σαν και δαύτους κι αγκαλιασμένοι με Γερμανούς, που για λογαριασμό τους εκάνανε τις ατιμίες τους, όμοιοι Βελζεβούληδες που στήσανε ξεφάντωση χορεύοντας γύρω από λείψανα.

    Οι άλλοι άνθρωποι κλεινόντουσαν από νωρίς στα σπίτια τους και χωνότανε στο κρεβάτι τους, για να ξεγελάσουν την πείνα και το κρύο, σπέρνοντας ταυτόχρονα καινούριους ανθρώπους, πιο πολλούς από άλλοτε, γιατί πιο μεγάλα ήτανε τώρα τα κενά που άνοιγε ο θάνατος και η συμπλήρωσή τους απαραίτητη.

    Έτσι αλλόκοτα κι αναπάντεχα είχε αλλάξει η ζωή. Και κάθε πρωί σφίγγοντας και παραπάνω το ζουνάρι μας επάνω στο σκελετωμένο κορμί μας, σφίγγαμε μ’ αυτό και την ψυχή μας που ολοένα φύραινε σαν το κορμί, και σπάραζε στο πνίξιμο της αγωνίας και του τρόμου. Αυτή η αγωνία κι αυτός ο τρόμος δεν ήτανε μονάχα απ’ τη φοβέρα της πείνας και της παγωνιάς. Με τούτη τη φοβέρα είχες το ευεργέτημα να παρακολουθείς το σβήσιμό σου σιγά σιγά κι όλο με την ελπίδα πως κάτι θα βρεις να το μποδίσεις. Μα ήταν κι άλλες φοβέρες πιο φριχτές που σου κόβανε κάθε ελπίδα και σου κόβανε ξαφνικά και τη ζωή. Οι προδότες συμπολίτες σου κι οι γκεσταπίτες. Έτσι ν’ ακούγανε μια κουβέντα πατριωτική ή δίχως αυτή, έτσι να σε νιώθανε πως είχες κάποιο όνομα ή και δίχως αυτό, έτσι από εκβιασμό ή από εκδίκηση ή από άψα της στιγμής ή και δίχως τούτα, έτσι στην τύχη, σου σκάβανε το λάκκο και εισπράττανε το τίμημα της προδοσίας. Και μια νύχτα εκεί που ο ύπνος σ’ είχε πάρει στοργικά στα χέρια του και σε παράδινε με σπλάχνος για λίγες ώρες στην παρηγοριά του όνειρου, σου βροντούσανε την πόρτα και το βρόντημα εκείνο σου μαχαίρωνε την καρδιά και ξύπναγες αλαφιασμένος κι αν δεν άνοιγες την πόρτα σου, την σπάζανε κι έβλεπες μπροστά σου τους γκεσταπίτες με το μαύρο κράνος στο κεφάλι και το ντενεκεδένιο μισοφέγγαρο στο στήθος και το πιστόλι στο χέρι, να σε περιλαβαίνουν για τη φυλακή, για το στρατόπεδο, για την ομηρία, για το ντουφέκι.

    Αυτή ήταν η χειρότερη αγωνία. Γιατί ούτε να φυλαχτείς μπορούσες, ούτε να παλέψεις, για να τη γλυτώσεις. Δεν είχε ούτε αφορμή ούτε ελπίδα. Και κάθε στιγμή μπορούσε να ‘ρθει το ξαφνικό. Και τη μέρα και τη νύχτα. Μα πιο πολύ τη νύχτα, που οι ίσκιοι μεγαλώνουν και η φαντασία σου τυραννάει τα μελίγκια σα σφυροκόπος γύφτος, που σου βυζαίνει την ψυχή σαν απαίσια νυχτερίδα.

    Και όταν έτσι στερημένος από φως κι από ανάσα, από θροφή κι από ζεστασιά, από μιλιά κι από ύπνο, από παρηγοριά κι από ελπίδα άκουγες ψηλά στα δέντρα να ξυπνάν με τραγούδι τα σπουργίτια κι έβλεπες χάμω στη γης να ξεπετιούνται από τη φλούδα της οι μαργαρίτες κι οι παπαρούνες, σαν τίποτε να μην είχε αλλάξει ολόγυρά σου, παραξενευόσουν για την ανορθογραφία τους κι αγαναχτούσες για την αδιαφορία τους.

    Μα πάλι σε παρηγορούσε ο ήλιος. Σε φύλαγε. Το κακό ήταν όταν ο ήλιος πήγαινε να κοιμηθεί κι έμενες ολότελα απροστάτευτος. Και μετρούσες τις ώρες ως τα μεσάνυχτα. Κι από κει μετρούσες τα λεφτά της ώρας και σε κάθε κρότο ή και σε κάθε μαμουνιού σούρσιμο, αλαφιαζόσουνα, γιατί άρχιζαν οι μικρές ώρες που γυρίζανε στα σπίτια οι Γερμανοί και μαζεύανε τα κορμιά των ανθρώπων. Κι άλλος άκουγε μες στη νύχτα το κουδούνι να στριγγλίζει κι άλλος άκουγε την πόρτα του να σπάει κι άλλος ξενοκοιμόταν κάθε βράδυ, για να μην ακούσει το δικό του κουδούνι και τη δικιά του πόρτα, κι άλλος μεθούσε μόλις έπεφτε η νύχτα ή αφιονιζότανε, για να μη νιώθει, κι άλλος έψελνε τροπάρια, μελετούσε τη γραφή κι έκραζε το Θεό κι άλλος καρτέραγε πίσω από μια χαραμάδα πότες να διαλυθούν τα σκοτάδια στον ουρανό και να προβάλει η πρώτη ματιά του ήλιου.

 

    Μα ένας καθηγητής που καθότανε στο δεύτερο πάτωμα του σπιτιού μου, άνθρωπος ήσυχος, σοφός κι ευαίσθητος, χωμένος ολομερής μες στα βιβλία του και στα χειρόγραφά του, αντίκριζε τον ερχομό της νύχτας πιο παράξενα. Ξεχνιότανε ως τα μεσάνυχτα διαβάζοντας ή γράφοντας και μόλις άκουγε τους δώδεκα χτύπους του ρολογιού που τους ένιωθε σα να σήμαιναν την ώρα της υπέρτατης κρίσης, σηκωνόταν από το τραπέζι του και παρατούσε τη δουλειά του. Κι αντίς κουρασμένος καθώς ήτανε, να γδυθεί και να πέσει να κοιμηθεί, ντυνότανε. Περνούσε στα πόδια του τα βαριά του στιβάλια, τύλιγε το λαιμό του μ’ ένα μάλλινο πλεχτό, φορούσε το παλτό του, έβαζε το καπέλο του, περνούσε στα χέρια του τα μάλλινα γάντια του και καθότανε στην άκρη του κρεβατιού του καρτερώντας να βροντήξουν στην πόρτα του, έτοιμος με τον πρώτο χτύπο να πηδήξει το μαντρότοιχο της γειτονικής αυλής.

    Μου το ξομολογήθηκε ένα βράδυ που ανέβηκα να του κρατήσω συντροφιά. Το ‘χα κρυφό καμάρι, μου ‘πε, που ως εδώ και μια βδομάδα ξεχνιόμουνα με τη μελέτη ως που η κούραση μου ‘φερνε τον ύπνο και ο ύπνος τη λύτρωση. Μ’ από την ημέρα που έμαθα πως τουφεκίσανε το γιατρό του πάνω πατώματος, κατράμι χύθηκε μες στην ψυχή μου και μολύβι βάρυνε τα γόνατά μου. Όχι πως ήτανε φίλος μου. Μια φορά όλη όλη τον είδα. Ούτε πως ως τότες αδιαφορούσα για τους άλλους που είχαν όμοια με δαύτον τύχη. Μα γιατί όλα εκείνα που ως τότες άκουγα ακαθόριστα, ήρθαν και πήραν μια μορφή επάνω σ’ ένα πρόσωπο καθορισμένο. Κι από τότες κάποια ασυνείδητη παρόρμηση αυτοσυντήρησης, με κάνει να ντύνουμαι και να καρτεράω.

     Και καθώς μου μιλούσε έτσι έφερα στη φαντασία μου τους οχτώ που κρεμάσανε την περασμένη βδομάδα οι γκεσταπίτες γύρω γύρω στα μπαλκόνια των σπιτιών της μικρής επαρχιακής πλατείας, λίγο ύστερα από τα μεσάνυχτα. Κι επειδής ο ένας δεν έλεγε να ξεψυχήσει, μα ούρλιαζε στην κρεμάλα με πεταμένα έξω τα μάτια του, κουβαλήσανε μπροστά του κατά τα ξημερώματα τη γριά μάνα του, τη χήρα του Γκανά, να τόνε δει. Κι αυτή άρχισε τότες να χορεύει και να τσιρίζει μπροστά του. Κι από το ούρλιασμα του κρεμασμένου και το τσίρισμα της μάνας προβάλανε ένας ένας οι άνθρωποι από τις μπούκες των γειτονικών δρόμων και σιγά σιγά, με το πρώτο φως της αυγής που φώτισε τους οχτώ κρεμασμένους και τη μάνα που τρελάθηκε, γιόμισε η πλατεία από ένα βουβό πλήθος.

    Στο Δίστομο πάλι, ένα χωριό που δίχως κανένα λόγο το κατάσφαξαν με πρωτοφανέρωτη θηριωδία οι Γερμανοί, αξιολογήθηκε μια πτυχή της φινέτσας του εγκληματικού τους σαδισμού. Εκεί παίρναν τα μωρά από τις κούνιες, τα πετούσαν στον αέρα, και καγχάζοντας τα τρυπούσαν με τις λόγχες στην κοιλιά. Ύστερα βγάζανε τ’ αντεράκια τους και τα τύλιγαν στο λαιμό της μητέρας του βρέφους. Κι αφού ηδονιζόντουσαν με την αλλοφροσύνη της μάνας, ύστερα την εσκοτώνανε κι αυτή. Έτσι ακριβώς έζησε με τα μάτια της αυτές τις σκηνές η Παναγιώτα Μπάρνου. Κι έτσι ο στρατηγός Βιλχάουζε των γερμανικών Ες Ες διασκέδαζε την κορούλα του, που ήταν μόλις εννιά χρονώ. Δηλαδή όχι έτσι ακριβώς, μα με μια μικρή παραλλαγή. Αυτός πετούσε τα βρέφη ψηλά και τα πιστόλιζε στον αέρα. Γιατ’ ήταν σπουδαίος σκοπευτής ο στρατηγός Βιλχάουζε. Ο ίδιος για να γιορτάσει τα γενέθλια του Χίτλερ, έκοψε στα δυο με μια τσεκουριά ένα παιδάκι εφτά χρονώ. Άλλοι συνάδελφοί του ωστόσο μπορεί να έκαναν τα ίδια και χειρότερα αλλά με κάποιο σκοπό πραχτικό κι όχι μόνο για γούστο. Έτσι βάζανε στη γραμμή καμιά κατοστή αιχμαλώτους, για ν’ ασκηθούν οι υπαξιωματικοί στη σκοποβολή πάνω σε ζωντανό στόχο, ή ρίχνανε τους όμηρους ζωντανούς μέσα στους αποτεφρωτικούς κλιβάνους, για να κάνουν οικονομία στις σφαίρες, ή τους μυδραλιοβολούσαν, αφού πρώτα τους στοιβάζανε ζωντανούς σε μεγάλους λάκκους, για να γλυτώσουνε τα μεταφορικά των κουφαριών τους, ή τους σκοτώνανε με μια σφαίρα στο σβέρκο για να μη χαλάσει το τομάρι τους που προοριζότανε για ωφέλιμους σκοπούς και τούτο, δηλαδή για σέλες αλόγων, για δεσίματα βιβλίων, για τσάντες γυναικείες.

    Άλλοι πάλι, μ’ ακόμα ψηλότερους σκοπούς, δηλαδή με ιδεώδη επιστημονικά, σοφιζότανε ένα σωρό πειράματα ανάλογα με κείνο που ανάφερε ο τσεχοσλοβάκος χειρούργος Μπλάχα, όπως το είδε με τα μάτια του στο στρατόπεδο του Νταχάου, όπου για να δοκιμαστεί η επίδραση της ζωικής θερμότητας για την αναζωογόνηση ενός παγωμένου οργανισμού, βουτούσαν μέσα στον πάγο γυμνούς ανθρώπους κι αφού τους άφηναν έτσι κάμποσες ώρες, τους βάζανε αναίσθητους και κοκαλωμένους ανάμεσα σε δυο γυμνές πόρνες που με τη ζωική θερμοκρασία τους κατόρθωναν να τους ξαναζωντανεύουν σε μια αναλογία έξι τα εκατό.

    Ο θάνατος μέσα στους ασφυξιογόνους θαλάμους του γκαζιού ή το κλείσιμο διακόσων ανθρώπων μέσα σ’ ένα βαγόνι που χωράει εικοσιτέσσερα άλογα, για να εξακριβωθεί σε πόσες μέρες πεθαίνουν από ασφυξία και ασιτία, ήταν κι αυτό πειράματα πολύ ενδιαφέροντα για τη γερμανική επιστήμη.

    Μόνο στο Χάρκοβο κάνανε κάτι οι Γερμανοί αξιωματικοί για λόγους καθαρά καλλιτεχνικούς. Στόλισαν δηλαδή σε μια εθνική τους γιορτή τα μπαλκόνια τους με φαναράκια και με κρεμασμένους.

    Πώς να μη σαλέψει ύστερα από τέτοια το μυαλό μέσα στο κρανίο, πώς να μη ξεκολλήσει η καρδιά από το στήθος, πώς να μην αλαφιαστεί η ψυχή;

    Ένας άλλος στην Κρήτη πήγε και σκοτώθηκε μόνος του, γιατί η τύχη του έσωσε τη ζωή του. Όταν μου το ‘πανε παραξενεύτηκα. Μα όταν μου διηγήθηκαν το πώς έγινε, δεν παραξενεύτηκα. Ήτανε μ’ άλλους εβδομήντα εννιά φορτωμένος σ’ ένα καμιόνι και τραβούσαν όλοι για το εχτελεστικό. Όλοι τους ξέρανε πως σε δέκα λεφτά θα είχανε πάψει να ζουν. Μα μόλις το καμιόνι σταμάτησε μπροστά στον τόπο που το πολυβόλο θα τους θέριζε, μπόρεσαν να δοκιμάσουν κι άλλη μια σκάλα αγωνίας περισσότερης. Κι όταν τους έβαλαν να σκάψουν το χαντάκι που σε λίγο θα ‘τανε ο τάφος τους, βρήκε κι άλλην ακόμα ελαστικότητα η χορδή της αγωνίας, για να τεντωθεί πριν σπάσει. Και σε κείνη την ύστερη στιγμή έρχεται ένας στρατιώτης και τραβάει έναν στην τύχη όξω από το χαντάκι και βάζει στη θέση του έναν άλλο καινούριο που μόλις τον είχε χώρια κουβαλήσει μια μοτοσικλέτα. Κι αυτόν που τον τραβήξανε από το χαντάκι, του είπανε «Πήγαινε στο σπίτι σου να ζήσεις. Δε θα σε τουφεκίσουμε. Θα τουφεκίσουμε τον άλλο». Και τράβηξε το μακρύ δρόμο για το σπίτι του αμίλητος και με τα μάτια στυλωμένα στο χώμα. Έφτασε κι έπεσε στο στρώμα και δε μιλούσε κανενός. Μόνο με τα χέρια δεμένα πίσω από το κεφάλι κι ανάσκελα ξαπλωμένος, κοίταγε το ταβάνι, ώσπου σκοτείνιασε. Μα και μέσα στο σκοτάδι κοίταγε, γιατί ο ύπνος δεν ερχότανε. Και ξαφνικά μπροστά του φάνηκαν δυο μάτια. Το ασπράδι τους ήταν κόκκινο της φωτιάς, μετά ήταν το μαύρο και στο κέντρο η κόρη, πάλι κόκκινο φωτιάς. Δυο μάτια ανθρώπου που ούτε το κορμί του φαινότανε ούτε τίποτες άλλο. Κι από τα μάτια τούτα μόνο αυτοί οι δυο κύκλοι που ο καθένας είχε κέντρο κόκκινο, και γύρω από τούτο μια ζώνη μαύρη και γύρω απ’ αυτήν μιαν άλλη ζώνη κόκκινη. Και τα δυο τούτα μάτια μετατοπιζόντανε ανάερα μέσα στο σκοτάδι της κάμαρας σαν ν’ ακολουθούσαν τις κινήσεις ενός αόρατου ανθρώπου. Μια τα ‘βλεπε στο βάθος, μια δεξιά, μια ζερβά. Και μια στιγμή σίμωσαν επάνω στο κρεβάτι του και κει στυλώθηκαν κάμποση ώρα ακίνητα και τον κοιτάγανε. Κι ύστερα άρχισαν σιγά, πολύ σιγά, να προχωρούνε προς το μέρος του. Τότες έβγαλε μια στριγγή φωνή κι άνοιξε τα βλέφαρά του τόσο δυνατά κι απότομα, που του φάνηκε πως ποτέ πια δε θα μπορούσανε να κλείσουν, σαν να είχανε ξεπεράσει το τελευταίο όριο ενός μηχανικού ελατηρίου και να γαντζώθηκαν ανεπανόρθωτα σ’ ένα σιδερένιο δόντι. Έτσι διηγήθηκε την εντύπωσή του την άλλη μέρα. Κι έδωσε την εξήγηση πως ήταν τα μάτια του ανθρώπου που τουφεκίστηκε στη θέση του. Κι ύστερα πάλι έπεσε στη βουβαμάρα και δεν αποκρινότανε κανενός. Κι ούτε και ξαναμίλησε. Γιατί το μεσημέρι πήγε και γκρεμίστηκε από ‘να βράχο και ησύχασε για πάντα.

 

    Απ’ όσους μένουνε στο ίδιο σπίτι με μένα, οι μόνοι που δίνανε κάποια εικόνα νοσταλγική της ζωής, ήταν ένα ζευγάρι που καθόταν στο ισόγειο. Ένας νέος με μια κοπέλα. Δεν ήταν παντρεμένοι, αλλά ζούσαν μαζί. Αγαπιόντουσαν. Κι όταν τους έβλεπα να βαδίζουν στο δρόμο ζευγαρωτά με τον ίδιο ρυθμό, χαιρόμουν. Μα τις ημέρες εκείνες βλέποντάς τους δεν μπόρεσα ν’ αντλήσω την ίδια χαρούμενη εντύπωση. Κι ας περπατούσαν ζευγαρωτά καθώς πάντα κι ας είχε τον ίδιο ρυθμό το βήμα του ενός με τον άλλο. Γιατί ο ρυθμός που συνταίριαζε το βήμα τους, θύμιζε τώρα δυο ζευγάρια πόδια με βήμα νεκροθάφτη, ακριβοζυγισμένο έτσι, που να γίνει όμορφα και σίγουρα η μεταφορά της κάσας με τον πεθαμένο μέχρι το λάκκο του...

    Ένα άλλο βραδάκι ανέβηκα πάλι στο διαμέρισμα του καθηγητή.

    - Πώς πάμε; τον ρώτησα, με κάποια προσπάθεια εμψυχωτική στον τόνο της φωνής μου.

    - Όχι καλά, μου απάντησε. Φοβάμαι πως δε θα μπορέσω ν’ ανθέξω. Μέρα τη μέρα ο βραχνάς βαραίνει. Τώρα το τρεμούλιασμα της ψυχής δε μ’ αφήνει ούτε τη μέρα και τα γόνατά μου δε με κρατάν.

    - Κουράγιο, τι να γίνει; Λίγη υπομονή ακόμα και θα δούμε φως. Θα πάρουμε ανάσα.

    - Η αγκούσα με πνίγει. Νιώθω το στήθος μου να ‘χει στενέψει κι η ψυχή να θέλει να φύγει...

    «Η ψυχή να θέλει να φύγει», μου ‘πε ο καθηγητής. Ποιανού μας τάχατες η ψυχή δεν ένιωθε εκείνο τον καιρό την ανάγκη της φυγής; Ήταν η ύστατη ελπίδα. Το ταξίδι που δεν έχει προορισμό. Το απελπισμένο ταξίδι. Γιατί στα όμορφα ταξίδια είναι ο τόπος του προορισμού που σε τραβάει να ταξιδέψεις. Ενώ σε τούτο ο σκοπός είναι να εγκαταλείψεις τον τόπο που βρίσκεσαι και να φύγεις, αδιάφορο πού θα πας. Γιατί όπου και να φτάσεις θα ‘ναι καλύτερα. Γιατί χειρότερα δε γίνεται. Και παίρνεις την απόφαση να φύγεις για όπου να ‘ναι. Μα και τούτο είναι εμποδισμένο. Και τότες φεύγεις με τη φαντασία, φεύγεις με την αφαίρεση, φεύγεις με τ’ όνειρο, φεύγεις με την τέχνη που σου δίνει την παραίστηση την ασυνείδητα ονειρική ή την συνειδητά περιπετειακή. Και τι άλλο παρά φυγή, με ολοκληρωτική απογραφή των κατάβαθων υπόγειων της ψυχής, στάθηκε ο εξπρεσιονισμός, ο σουρεαλισμός, ο εκζιστανσιαλισμός; Τραγική απόπειρα φυγής ύστερα από τη διάψευση και τη χρεοκοπία των απόψεων της ζωής, κραυγές αντίδρασης και παραλήρημα λύτρωσης μιας ανθρωπότητας σκληρά γελασμένης και πληγωμένης.

    Τάχατες όλοι τούτοι που κάθε μέρα λέγαν χωρίς να καταλαβαίνουνε το γιατί «α, μόλις τελειώσει ο πόλεμος, θα φύγω με το πρώτο βαπόρι» δεν εκδηλώνανε το αίσθημα ανάγκης μιας αφαιρεμένης φυγής και τίποτε παραπάνω; Μιας φυγής από τον κίνδυνο που φοβέριζε με αφανισμό την ψυχή τους; Τάχατες αυτοί που πάνε και παραδίνονται στον εχθρό ή που βγαίνουν αντάρτες στο βουνό, δεν πραγματοποιούνε την ίδια ακατανίκητη παρόρμηση της φυγής;

    Όταν ένας κατάδικος δραπετέψει από τη φυλακή του, είναι η ψυχή του που δραπετεύει από το κορμί του. Καθένας κάνει τη φυγή του ανάλογα με τα μέσα της ιδιοσυγκρασίας του. Άλλος κάνει φυγή προς τα μέσα του, ένα ταξίδι στην ψυχή του κι άλλος ταξιδεύει για τους γαλήνιους και με σιγουριά περίφραχτους κήπους της παιδικής ηλικίας που έζησε. Κι άλλος πάλι φεύγει για τις μακρινές πολιτείες και τους ωκεανούς κι άλλος τραβάει πέρα από τούτα, για τις χώρες του ονείρου ή για... το Θεό. Άλλος γυρεύει να φύγει από την πολιτεία που ζει κι άλλος γυρεύει να φύγει από τον πλανήτη κι άλλος γυρεύει να φύγει από τον εαυτό του. Ζητάει λιγότερο την όαση και πιότερο τον αντικατοπτρισμό. Και τούτος ταξιδεύει με τη φαντασία, με το τραγούδι, με τον ύπνο, με το αλκοόλ ή με το ναρκωτικό, κι άλλος με το βαπόρι, με το τρένο, με τ’ αυτοκίνητο, με τ’ αεροπλάνο ή και με τη νεκροφόρα. Κατά βάθος όλοι τούτοι είναι τοξινωμένοι αναχωρητές, φυγάδες της ζωής που τη νιώθουν αντίνομη και καταθλιπτική. Για τούτο η φυγή τους κλείνει περισσότερο μιαν ανάγκη περιπλανητικής πορείας της ψυχής, παρά μιαν ανάγκη μετακίνησης του κορμιού τους. Και δεν είναι απίθανο ένα τέτοιο νόημα να κρυβόταν σε πολλούς από κείνους που γύρω μας καλόπιαναν τους Γερμανούς ή πήγαιναν και τους δούλευαν τίμια ή άτιμα, και σε κάποιες από τις γυναίκες που παραδίνανε σ’ αυτούς το κορμί τους. Δεν ήτανε απίθανο όλα τούτα να ήτανε μια φυγή δίχως σκέψη, με το σκοπό μονάχα να φέρει κάποια σιγουριά και κάποια γαλήνη. Μια φυγή που να τοποθετεί με ασφάλεια το άτομο όσο το μπορετό μακρύτερα από το θάνατο. Από την απειλή του αφανισμού. Μια φυγή που πραγματοποιούσε ένα σωσίβιο για το υπερσυντηρητικό ένστιχτο που είχε φτάσει στον έσχατο κίνδυνο.

    Ω, ας μη ρωτάμε, γιατί δεν κάναν όλοι το ίδιο. Γιατί τότες πρέπει να ρωτήσουμε πρώτα το γιατί δεν έχουμε όλοι μας την ίδια ηθική αντίσταση και την ίδια ψυχική αντοχή…

    Και να που την άλλη μέρα το πρωί έμαθα κάτι το αναπάντεχο. Μου το ‘πε η καθαρίστρια που ήρθε να συγυρίσει την κάμαρά μου.

    - Τα μάθατε; Ο κύριος καθηγητής του δευτέρου πατώματος πήγε και παραδόθηκε στους Γερμανούς. Έλα Χριστέ και Παναγιά. Λες και σκότωσε κανέναν άνθρωπο και τον βάραινε η συνείδησή του. Αυτός που ζούσε χωμένος μες στα βιβλία του και δε μπορούσε να σκοτώσει ούτε κουνούπι. Έλα Χριστέ και Παναγιά, πάει να μου φύγει το τσερβέλο.

    Κι εγώ σκέφτηκα πως η αγωνία του θα ‘χε φτάσει σίγουρα εκεί που δεν παίρνει άλλο. Έτσι που να γυρεύει δίχως αναβολή την όποια λύτρωση. Ακόμα και τον εκμηδενισμό και την αυτοκαταδίκη. Κάτι σαν την αυτοτιμωρία των ασκητών. Κάτι σαν την ηδονή του ψυχικού μαζοχισμού. Κι έτσι όποιος ξέρει με ποια συκοφαντία φορτώνοντας τον εαυτό του πήγε και παραδόθηκε στα χέρια εκείνων που ‘σπρωξαν την αγωνία του στην αυτοδιάλυση. Στα χέρια ωστόσο που θα του δίνανε τη λύτρωση, γιατί όντας μέσα τους δε θα ‘χε να τα φοβάται πως θα ‘ρθουν από τη μια στιγμή στην άλλη να τον αρπάξουν. Έκανε κι αυτός μια φυγή κατά τον τρόπο του.

    Κι η καθαρίστρια εξακολούθησε:

    - Ωστόσο δε βλέπω να σας έκανε καμιά εντύπωση. Ε, μην κοιτάτε, εγώ είμαι ευαίσθητη και δεν μπορώ να το χωνέψω. Ήταν καλός ο κακομοίρης. Και βρήκε την ημέρα να παραδοθεί. Μεθαύριο θα του ‘παιρνα τ’ ασπρόρουχα για τη μπουγάδα. Δεν περίμενε τουλάχιστο ο χριστιανός να πάει μετά τη μπουγάδα να μη χάσω κι εγώ η φτωχιά τα πλυστικά; Έλα Χριστέ και Παναγιά και Κύριε, μη χειρότερα.

    Κι αφού έκανε μ’ ευλάβεια το σταυρό της, ξανάπιασε τη σκούπα της.

    Μα την ίδια μέρα είχαμε κι άλλο ξαφνικό στο σπίτι. Στο ίδιο πάτωμα που έμενα, στο βάθος του διαδρόμου, κατοικούσε ένα αντρόγυνο με το μωρό τους τριώ μηνώ. Μα από κείνη την ημέρα το αντρόγυνο διαλύθηκε. Γιατί τη γυναίκα την τσάκισε ένα στρατιωτικό αυτοκίνητο, καθώς στεκότανε στην ουρά κι υπομόνευε να πάρει από το παράρτημα του Ερυθρού Σταυρού το γάλα του μωρού, κρατώντας μια κούπα στα χέρια της. Ήτανε η τελευταία στην ουρά κι εστεκόταν άκρη άκρη στο πεζοδρόμιο. Κανονικά αυτός δεν ήταν λόγος να κιντυνεύει. Μα κάποιος βεβαίωσε πως ο Γερμανός που οδηγούσε τ’ αυτοκίνητο το ‘κανε ξεπίτηδες. Καβάλησε το πεζοδρόμιο με μια χαρά σαδισμού στο μούτρο του και τη σάρωσε. Κάθε μέρα μαθαίναμε τέτοιου είδους δυστυχήματα κι είχαμε συνηθίσει. Πιο πολύ λυπήθηκα τον άντρα της. Όχι για το που χήρεψε, μα για το που θα ‘πρεπε να κάνει τα χρέη της μάνας στ’ ορφανεμένο μωρό. Σαν τρελός ο φτωχός ρωτούσε τις γειτόνισσες να μάθει κάθε πόσο πρέπει να ταΐζει το μωρό του και πόσο ν’ αραιώνει το γαλατάκι του. Η καθαρίστρια βρήκε έτσι δουλειά έξτρα κι αποζημιώθηκε για τ’ ασπρόρουχα του καθηγητή που δεν πρόφτασε να τα μπουγαδιάσει, φροντίζοντας για το μωρό τις ώρες που ο πατέρας έλειπε στη δουλειά του. Το ίδιο βράδυ κιόλας πήγα να του κάνω παρηγοριά. Τόνε βρήκα στην κουζίνα να πελεκάει με το μπαλτά μια καρέκλα ξύλα για τη φουφού, να ζεστάνει το χαμομήλι του μωρού. Δίπλα στην πιατοθήκη είχε καρφιτσωμένο ένα χαρτί που ‘γραφε τα καινούρια του χρέη. Πότε το γάλα, πότε το χαμομήλι, πόσα κουταλάκια, πόσο αραίωμα, πώς να φτιάνει την κρεμίτσα, πώς να καταλαβαίνει όταν πονάει το μωρό, και παρόμοια. Είχε γίνει λιγόλογος και λιγοκίνητος. Όλη του η ύπαρξη - όλο το υπόλοιπό της - ήταν αφιερωμένη σ’ αυτή τη συλλοή σαν μια μηχανή που δίχως αίστημα και δίχως σκέψη δουλεύει με σιγουριά στο χρέος της.

 

    Ο χρόνος εκείνος βάδιζε στο τέλος του. Σιμώνανε τα Χριστούγεννα. Μαύρες γιορτές. Γιατί η θύμησή τους από χρόνια περασμένα κι η αθέλητη σύγκριση με τον τωρινό χρόνο, έσφιγγε περισσότερο την καρδιά. Το πιο καλό ήταν που θυμόσουν τα παιδικά σου χρόνια. Τη γαλήνη του πατρικού σου σπιτιού με τ’ αναμμένο τζάκι και τη χαρά της παιδιάστικης προσδοκίας καθρεφτισμένη στις πολύχρωμες γυαλιστερές μπάλες του χριστουγεννιάτικου δέντρου. Όλες κείνες τις μέρες είχα την ψυχή βαριά. Το απόγεμα της παραμονής των Χριστουγέννων η γυναίκα μου μου διάβασε μια προσφώνηση του στρατιωτικού διοικητή, που δημοσίευαν οι εφημερίδες.

     «Στρατιώται εν Ελλάδι,

     Ευρισκόμενοι πάλιν εις τα πρόθυρα ενός νέου έτους, ανασκοπώμεν τα  

     περασμένα και προσβλέπομεν εις το μέλλον. Εις όλα τα μέτωπα διεξηγάγομεν

     σκληρούς αγώνας.

     Αλλ’ ο γερμανός στρατιώτης ανεδείχθη και πάλιν κατά το τρέχον έτος αντάξιος της αποστολής του…»

         Α μάλιστα, είπα διακόφτοντάς την, ο γερμανός στρατιώτης φάνηκε και πάλι αντάξιος της αποστολής του. Αυτό είναι σωστό. Γιατί λεηλασία και σφαγή ήταν πάντα η μοναδική αποστολή του από τότε που φανερώθηκε στον κόσμο. Κι η γυναίκα μου συνέχισε το διάβασμα.

     «… Εξακολουθούμεν να φρουρούμεν το ελληνικόν έδαφος. Εδώ ο γερμανός

     στρατιώτης προστατεύει συμβολικώς τον πολιτισμόν της Δύσεως, που

     εδημιουργήθη κάποτε εις την Ελλάδα.

     Αλλ’ εδώ ο γερμανός στρατιώτης προστατεύει επίσης κατ’ άμεσον τρόπον την

     ύπαρξιν και την τάξιν του ελληνικού κράτους και του ελληνικού λαού…»

    Μπορούμε λοιπόν να κοιμόμαστε ήσυχοι και να θρέφουμε την ευγνωμοσύνη που τους χρωστάμε, πρόστεσα με μια πικρή ειρωνεία διακόφτοντάς την.

    - Ο Θεός να μας φυλάει, απάντησε και σηκώθηκε να πάει στην κάμαρα του παιδιού μας, που έβγαλε μια φωνή μες στον ύπνο του.

    Την ίδια όμως στιγμή χτύποι φοβεροί ακουστήκαν από παντού. Σα να ‘σπαζαν την εξώπορτα, σαν να ‘σπαζαν τα παράθυρα. Το σπίτι είχε ζωστεί μες στη νύχτα από άγριους χτύπους καταστροφής και προσπαθούσα να νιώσω τι γίνεται. Όλη μου η ύπαρξη εκείνη τη στιγμή είχε συγκεντρωθεί εντατικά στ’ αυτιά μου. Έπειτα ξεχώρισα καθαρά τα τζάμια της κουζίνας που σπάγανε, άκουσα πιστολιές μες στο διάδρομο, μπότες και φωνές έξω από την πόρτα της κάμαρας που βρισκόμουν και ώσπου να πεταχτώ όρθιος, αντίκρισα δυο Γερμανούς των Ες Ες με τα πιστόλια στυλωμένα επάνω μου.

    - Ψηλά τα χέρια!

    Ούτε κατάλαβα τι γινότανε. Μα ήταν σίγουρο πως μπήκαν απ’ όλες τις μεριές αιφνιδιαστικά μες στο σπίτι μας. Επάνω στην κοιλιά της γυναίκας μου που ήταν ετοιμόγεννη, είδα στυλωμένο ένα οπλοπολυβόλο. Τα χέρια της τα ‘χε σηκωμένα ψηλά και δεν μπόρεσε παρά να σταυρώσει ένα απελπισμένο βλέμμα μαζί μου, καθώς με στριμώξανε σ’ ένα τοίχο. Μέσα στις άλλες κάμαρες δούλευε κασμάς και λεηλασία. Θα ‘ταν ως εξήντα αυτοί που είχανε μπει, οπλισμένοι μέχρι τα δόντια. Η κατηγορία θα ‘ναι βαριά, σκέφτηκα, για να ‘ρθουν τόσοι πολλοί. Κάποιος καλοπροαίρετος συμπολίτης, που σίγουρα τους κουβάλησε όλους αυτούς, θα έκανε την καταγγελία φουσκωμένη, για να βγάλει τη χριστουγεννιάτικη διασκέδασή του. Μα το παράξενο ήταν πως δεν είχα κανένα φόβο στην ψυχή μου. Ούτε η μεταλλική γεύση του τρόμου είχε απλωθεί στην άκρη της γλώσσας μου, ούτε τον χτύπο της καρδιάς ένιωθα να μου κοπανάει βαριά και γρήγορα στο στομάχι. Και πάλι όλη τούτη μου η νηφαλιότητα δεν είχε καμιά σχέση με την παλικαριά. Πιο πολύ ένιωθα πως κάθε αντίδραση της ψυχής, των νεύρων, του μυαλού, είχε παραλύσει μέσα μου. Μόνο που χαιρόμουνα το πιστόλι που ήτανε στυλωμένο επάνω μου, καθώς σπιθοβολούσε κάτω από το ηλεκτρικό λαμπιόνι κι ήταν έτοιμο να δουλέψει. Και τούτο γιατί πάντα είχα στο συρτάρι μου ένα περίστροφο παραμελημένο και δίχως σφαίρες, που πάντα έλεγα να το διορθώσω και ποτές δεν το κατόρθωσα. Αυτός ο παραλληλισμός των δυο πιστολιών ήταν η μόνη σκέψη που μπόρεσα να συνθέσω εκείνη τη νύχτα. Και ακόμα όταν, ύστερα από πέντε ώρες που κράτησε όλο τούτο, με πέρασαν όξω από το δωμάτιο του γραφείου μου κι έριξα μέσα του μια ματιά κι είδα όλα τα έπιπλα και τα βιβλία σε μια πυραμίδα από συντρίμμια, ένιωσα μια λύπη για τα βιβλία μου. Λύπη όχι για το χαμό της υλικής αξίας τους, μα για το χαμό της ζωής τους και των όσων με δένανε μαζί τους τόσα χρόνια. Κι όταν με βγάλανε όξω από το σπίτι, για να με φορτώσουν στο καμιόνι που θα μ’ οδηγούσε ποιος ξέρει πού, κι αντίκρισα στο διάδρομο να σπρώχνουνε τον άνθρωπο που είχε χάσει τη γυναίκα του, ένιωσα κάτι να σπάει μέσα μου.

    - Σας παρακαλώ, κύριε διερμηνέα, ικέτευε με δάκρυα στα μάτια κι απελπισία στη φωνή. Σας παρακαλώ, πέστε τους μια στιγμή να πάρω το χαρτί από την κουζίνα, που γράφει για το τάισμα του μωρού, να το δώσω της γειτόνισσας.

    - Τι λέει; ρώτησε άγρια ο Γερμανός που τον κρατούσε από το γιακά. Κι ο διερμηνέας του εξήγησε. Τον άκουγε ο Γερμανός με τα χτηνώδικα μάτια του στυλωμένα αδιάφορα μπροστά του και μόλις τέλειωσε την εξήγησή του, έβγαλε ένα μουγκρητό θυμού από μέσα του κι έδωσε μια κλωτσιά με λύσσα στον πατέρα που τον κοίταγε με αγωνία και με παράκληση...

 

    Ήταν μιάμιση ώρα ύστερα από τα μεσάνυχτα, όταν η συνοδεία από πέντε γκρίζα καμιόνια, που όλες εκείνες τις ώρες σταθμεύανε όξω από το σπίτι, ξεκίνησε μέσα στην ολοσκότεινη νύχτα. Πόσοι ήτανε μοιρασμένοι στα πέντε καμιόνια και πού μας πηγαίνανε, ούτε το ήξερα ούτε και προσπάθησα να το μαντέψω. Μόνο μου έκανε εντύπωση το πώς, ύστερα από τόσα χρόνια, καθόμουνα σ’ αυτοκίνητο κι έβλεπα τους νυχτερινούς δρόμους. Πολύ λίγοι από τους συμπολίτες μου θα είχαν αυτό το προνόμιο. Έξω απ’ αυτούς τους ελάχιστους, οι άλλοι κλειδωμένοι από η ώρα έξι στα σπίτια τους θα κοιμόντουσαν ή θα περίμεναν με αγωνία να ‘ρθει κανένα απόσπασμα της Γκεσταπό ή των Ες Ες να τους πιάσει. Εγώ ήμουν και σ’ αυτό προνομιούχος, γιατί δεν είχα πια την αγωνία να περιμένω το απόσπασμα. Να γιατί, θέλοντας να γλυτώσει από μιαν τέτοια αγωνία, ο καθηγητής του δευτέρου πατώματος πήγε και παραδόθηκε.

    Τα καμιόνια κυλούσαν αθόρυβα πάνω στην άσφαλτο των έρημων δρόμων και μόνο για λίγα δευτερόλεπτα σταματούσαν στα σταυροδρόμια, για να πουν την ταυτότητά τους στους κρανοφόρους νυχτοσκοπούς, που σήκωναν δυο κόκκινα φανάρια - τη μόνη φαντασμαγορία της χριστουγεννιάτικης εκείνης νύχτας - ξεφωνίζοντας άγρια «Αλτ»!

    Κάποια στιγμή τα καμιόνια σταμάτησαν όξω από τη φωτισμένη είσοδο ενός σπιτιού. Οι δυο με τα οπλοπολυβόλα, που ανάμεσά τους καθόμουνα, κατέβηκαν  ο ένας μπρος μου κι ο άλλος πίσω μου, με παραδώσανε σ’ έναν άλλο συνάδελφό τους της ... υποδοχής, που πρόσμενε στην είσοδο, κι αυτός με πέρασε από διαδρόμους και μ’ οδήγησε μπροστά σε μια μικρή πόρτα, έβγαλε μια αρμαθιά κλειδιά από την τσέπη του, άνοιξε την πόρτα, μ’ έσπρωξε μέσα και κλείδωσε. Ήταν ένα παράξενο μακρινάρι εξήντα πόντους φάρδος, δύο μέτρα μάκρος και τέσσερα μέτρα ψήλος. Κι αυτό το ψήλος το ‘δειχνε ακόμα πιο στενό. Ένα ηλεκτρικό λαμπιόνι φώτιζε το δάπεδό του στρωμένο με πλακάκια βουτηγμένα σε μια υγρή ακαθαρσία. Έβαλα τα χέρια στις τσέπες μου και στάθηκα ακίνητος στην ίδια θέση που πρωτοβρέθηκα μπαίνοντας. Κάπου μια ώρα στεκόμουν έτσι σε μια απόλυτη απάθεια. Το κρύο που είχε κάνει σίδερα τα πόδια μου και άρχισε να περονιάζει με πόνο τα καλάμια μου, μ’ έκανε ν’ αφήσω την ακινησία μου και να κάνω λίγα βήματα.

    Τότε και μόνο κατάλαβα πόσο απελπιστικά στενός ήταν εκείνος ο χώρος. Γιατί δε χωρούσε να περπατήσω στα ίσια. Οι αγκώνες χτυπούσαν μια στον ένα τοίχο, μια στον άλλο. Αυτό μου ‘φερε ένα αίσθημα αγωνίας. Την ασφυξία που θα νιώθει κανένας ,όταν τον θάψουν ζωντανό. Σαν κάποια δάχτυλα να μου ‘σφιγγαν το λαιμό και κάτι να μου βούλωνε τα ρουθούνια και να μου ‘κοβε την ανάσα. Μου ήρθε να ξεφωνίσω, για να λαφρώσω το πνίξιμο. Κοίταξα προς την πόρτα. Ήταν από σανίδι μονοκόμματο και μόνο ψηλά, στα δυο μέτρα, είχε ένα φεγγίτη. Αχ να μπορούσα να ‘μουνα δίπλα σ’ αυτό το φεγγίτη, να ‘βγαζα έξω τη μύτη μου και το μάτι μου. Ωστόσο είχα την πεποίθηση πως από στιγμή σε στιγμή θα με ξεκλειδώνανε. Όλο αυτό δεν μπορούσε να ‘ναι φυλακή. Θα ήταν προσωρινό απομονωτήριο. Κι έπειτα δεν είχα περάσει από ανάκριση. Κοίταξα το ρολόι μου. Ήταν τέσσερις το πρωί. Το κούρντισα από φόβο μη σταματήσει και χάσω κάθε νόημα της πορείας της ζωής. Μα οι ώρες περνούσαν και κανένας δε φαινόταν. Το στόμα ήταν στεγνό και πικρό και τα νεφρά πονούσαν τρομερά από το κρύο. Είχα ξυλιάσει ολάκερος και τα πόδια λυγίζανε από την ορθοστασία. Μα πάλι δίσταζα να κάτσω πάνω στις ακαθαρσίες. Οχτώ η ώρα το πρωί. Τα γραφεία θα πιάσουν τη δουλειά τους. Όπου να ‘ναι θα με φωνάζουν στην ανάκριση, σκεφτόμουν. Υπομονή. Μα πήγε εννιά, δέκα, δώδεκα, μία από το μεσημέρι και τίποτα. Ούτε και το μακρινάρι άλλαξε την όψη του. Το φως εξακολουθούσε να είναι αναμμένο και καμιά αχτίδα της ημέρας δεν μπήκε από πουθενά. Μήπως μ’ είχανε ξεχάσει; Βρόντηξα την πόρτα με τις γροθιές. Σε λίγο ακούστηκαν βήματα μπότας απόξω. Κάποιος σταμάτησε. Κι ύστερα έφυγε πάλι. Μήπως πάει να φέρει τα κλειδιά; Σκέφτηκα. Μα δεν ξαναγύρισε. Και τότε ξαναβρόντηξα. Άλλα βήματα μπότας ακούστηκαν κι ύστερα μια στριγγιά φωνή όξω από την πόρτα μου κάτι έσκουξε κι έφυγε. Μια γερμανική βρισιά ή μια φοβέρα. Έτσι φτάσανε πάλι τα μεσάνυχτα. Μήπως με βάλανε εκεί μέσα, σκέφτηκα, για να πεθάνω από την πείνα; Πόσες μέρες μπορεί να κρατηθεί στη ζωή ένας νηστικός άνθρωπος; Θαρρώ και δυο και τρεις βδομάδες. Γιατί να σκλαβώσουν για τόσον καιρό ένα κελί, ενώ θα μπορούσαν να με ξεμπερδέψουνε γρηγορότερα; Δεν ήταν λοιπόν λογικό να μ’ αφήσουν να πεθάνω από την πείνα. Ωστόσο ο αέρας λιγόστεψε πολύ, τα μελίγγια μου χτυπούσαν δυνατά, μια ζαλάδα σκοτείνιαζε την όρασή μου κι η αγκούσα είχε γίνει σαν κάτι πολύ πιο κοντά στο θάνατο παρά στη ζωή. Λίγο πριν τα ξημερώματα έπεσα χάμω δίχως να το καταλάβω κι απόμεινα εκεί. Τότε είδα πως στον τοίχο ήτανε διάφορα γραψίματα με το μολύβι. Κι ήτανε όλα στίχοι. Στίχοι που τους γράψανε οι άνθρωποι που πριν από μένα κάνανε το πέρασμά τους από τούτο το μακρινάρι. Για να ’ναι όλοι γραμμένοι χαμηλά, θα πει πως γράφτηκαν όταν κι αυτουνών τα πόδια λύγισαν και το κορμί τους κυλίστηκε στο βούρκο. Σε τέτοιες στιγμές η ψυχή σηκώνεται ψηλά κι ο λόγος και στου πιο άμουσου τα χέρια, εξιδανικεύεται σε στίχο.

Παιδιά, κουράγιο κι υπομονή

όσο η ψυχή μας και να πονεί.

    Αυτό το δίστιχο ήτανε γραμμένο απέναντί μου. Και παρακάτω ήταν ένα άλλο:

Απόψε ήρθε ο θάνατος και μου ’κανε παρέα,

και μου ’πε πως στην άλλη ζωή είναι καλά κι ωραία.

    Κι ένα άλλο έλεγε:

  Μες στην απελπισία μου, μια μου ’μεινεν ελπίδα,

ταχιά πως θα ’χει Ανάσταση η δόλια μας Πατρίδα.

    Κι άλλο πάλι έλεγε:

Ρημάχτε, αρπάχτε, κάφτε μας, σκοτώστε μας, σκοτώστε,

άτιμοι, αυτό που κάνετε, διπλά θα το πλερώστε.

    Κι ένα άλλο τελευταίο έλεγε:

Αχ μάνα μου, αχ γυναίκα μου, παιδάκια μου γλυκά,

για σας μονάχα εγώ θρηνώ κι όχι για μένα πια,

γιατί ορφανά θα μείνετε στο μαύρο αυτό ντουνιά.

    Όλα ήταν  γραμμένα σε μιαν ίδια στιγμή στερνής εκμηδένισης, όλα ήταν εκδήλωση μιας τέτοιας στιγμής, μα, διαφορετικά στο νόημά τους, καθρέφτιζαν τη διαφορετική ψυχοσύνθεση που ξεχωρίζει τους ανθρώπους συναμεταξύ τους.

 

    Φαίνεται πως αποκοιμήθηκα δυο ώρες δίχως να το καταλάβω. Κι ούτε άκουσα το κλειδί που γυρνούσε στην πόρτα του κελιού. Μα η πόρτα άνοιξε και με τραβήξαν όξω. Στυλώθηκα στα πόδια μου και με σπρώξανε ως το δρόμο και με ξαναφορτώσανε σ’ ένα κλειστό καμιόνι. Ήταν η ώρα πέντε το πρωί. Ο ουρανός ήταν ακόμα σκοτεινός. Μα ο παγωμένος αέρας που ρούφηξα, με ζωντάνεψε.

    Μέσα στο καμιόνι ήτανε κι άλλοι. Αλλάξαμε απελπισμένες ματιές συνεννόησης μα τίποτε παραπάνω, γιατί ο στρατιώτης που μας φύλαγε με το δάχτυλο στην σκανδάλη του όπλου του ήταν έτοιμος να ξεπαστρέψει όποιον από μας άνοιγε το στόμα του. Παραπάνω από μισή ώρα κράτησε το ταξίδι μας. Φτάσαμε σε κάτι φυλακές που ήταν έξω από την πόλη. Εκεί μου αδειάσανε τις τσέπες, μου ξυρίσανε το κεφάλι και με βάλανε σ’ ένα θάλαμο που ήταν κι άλλοι δέκα. Τότες μονάχα πήρα μια συναίστηση της θέσης που βρισκόμουνα.

    Μόλις ο δεσμοφύλακας κλείδωσε πίσω μου την πόρτα, με τριγυρίσανε οι άλλοι. Δε γνώριζα κανένα κι ούτε αυτοί με γνωρίζανε, μα καθένας τους με κοίταγε σα να ‘κανε μια προσπάθεια να μ’ αναγνωρίσει. Ύστερα ένας με ρώτησε. Πώς και πότε και γιατί; Κι ύστερα ένας ένας οι άλλοι όλο και κάτι με ρωτούσαν. Τι γίνεται όξω, πώς πάει η πείνα, ο πόλεμος, οι συλλήψεις. Κι έπειτα μου είπαν και κείνοι τα δικά τους. Πως εδώ ήταν το Χαϊδάρι, οι βασανιστικές φυλακές των Ες Ες. Πως κάθε επικοινωνία με τον έξω κόσμο ήταν αδύνατη. Πως άμα στην πόλη γενόταν κανένα σαμποτάζ, παίρνανε από δω δέκα, είκοσι, πενήντα και τους τουφεκίζανε γι’ αντίποινα. Έπειτα με ρώτησαν αν είχα φάει και μαζέψανε μερικά ξεροκόμματα ψωμί και μου τα ‘φεραν με συμπόνια. Μα δεν πεινούσα καθόλου. Άρχισα σιγά σιγά να σκέφτομαι κι ύστερα άρχισα να ρωτάω.

    - Δε γλύτωσε κανένας από δω μέσα;

    - Πώς, βέβαια. Άμα περάσεις ανάκριση, μπορεί και να σ’ απολύσουνε.

    Έτσι γεννήθηκε η ελπίδα. Μ’ αντάμα με την ελπίδα γεννήθηκε κι ο φόβος. Κι έπειτα ήρθε η συνήθεια. Το πρωί αγγαρεία στα χαρακώματα. Τ’ απόγεμα ξύλο με το λουρί στη γυμνή πλάτη και στο μούτρο μέχρι μάτωμα. Οι πρώτες λουριές πονάνε. Έπειτα μουδιάζεις και νιώθεις λιγότερο. Κι ύστερα έρχεται ένα αίσθημα που είναι ίσως ευχάριστο. Τις άλλες ώρες πλήξη μέσα στο θάλαμο. Μέσα στις τσέπες μου δεν μ’ αφήσανε τίποτες. Κάποιο μολύβι, κάποια σημείωση, κάποιο χαρτί είναι κάτι για να σκοτώνεις την ώρα σου. Μα όλα μου τα ‘χανε πάρει. Και το χειρότερο δεν είχα πια ρολόι. Από το προχώρημα της γωνιάς του ήλιου που ‘μπαινε από το φεγγίτη μετρούσαμε τις ώρες. Μια μέρα βρήκα στο αποχωρητήριο ένα φύλλο κομμένο από τηλεφωνικό κατάλογο. Το δίπλωσα και το ‘βαλα στην τσέπη μου να το διαβάσω. Άπειρες φορές το διάβασα. Είχα μάθει απόξω τα ονόματα που ήταν γραμμένα, τα επαγγέλματά τους, τη διεύθυνσή τους. Έφτιανα με τη φαντασία μου το μούτρο τους, τους έβλεπα μέσα στο μαγαζί τους, στο γραφείο τους, στο σπίτι τους, παρακολουθούσα τη ζωή τους, τη σκέψη τους, την έγνοια τους, όπως μου άρεζε να τη φαντάζουμαι κι έτσι ξεγελούσα τις ώρες. Μια άλλη μέρα κοιτάχτηκα στο καθρεφτάκι της λάμπας του πετρελαίου που ήταν κρεμασμένη στον τοίχο. Τότες είδα για πρώτη φορά τη φάτσα που έδειχνα με το ξουρισμένο κεφάλι και ένιωσα έναν εξευτελισμό που μ’ εξουθένωσε. Εκείνο που μου ’κανε εντύπωση ήταν πως άμα έφερνα στη σκέψη μου τη λεηλασία εκείνης της νύχτας, το πώς καταστρέψανε ή αρπάξανε τα υπάρχοντά μου, όχι μονάχα δεν αισθανόμουνα καμιά λύπη, μ’ απορούσα πώς ο άνθρωπος δίνει σημασία στη ζωή για τα πράγματα που έχει, που χάνει, ή που κερδίζει. Ενώ άμα έφερνα στη σκέψη μου το ξουρισμένο κεφάλι μου, δεν μπορούσα να νιώσω παρόμοια αδιαφορία.

    Την πρωτοχρονιά επιτρέψανε φαίνεται να λάβει κάθε φυλακισμένος ένα δέμα από το σπίτι του. Μα κι αυτό δεν το ’καναν από ανθρωπισμό. Μα μονάχα για να κλέψουν. Μέσα στη ράχη ενός σακακιού που πήρε μέσα σ’ ένα δέμα από τη γυναίκα του ένας από τους συντρόφους της φυλακής, ανακάλυψε ένα χιλιοδιπλωμένο σημείωμα που ανάμεσα στα λίγα λόγια στοργής και παρηγοριάς του ’γραφε πως του ’στελνε στο ίδιο δέμα μια κουβέρτα, τσιγάρα, λίγο τυρί κι ένα κουτί γλυκό. Τίποτε απ’ αυτά όμως δε βρέθηκαν στο δέμα. Ένας άλλος σύντροφος, δικηγόρος το επάγγελμα, πήρε από τη δακτυλογράφο του ένα δέμα που δεν του είχε απομείνει παρά ένα ζευγάρι κάλτσες κι ένα γαλλικό βιβλίο. Το παράξενο ήταν πως παρέλαβε το δέμα, μόλις γύρισε καταματωμένος από τον απογεματινό βούρδουλα και το γαλλικό βιβλίο που έλαβε ήταν το «Savoir vivre». Λες κι ήταν δα η στιγμή που χρειαζόταν να εμβαθύνει στις λεπτομέρειες των τρόπων της καλής συμπεριφοράς.

    - Τι διάολο, αυτό πήγε να σου διαλέξει; Τόνε ρώτησε κάποιος.

    - Δε φταίει η φτωχιά, αυτό βρήκε πρόχειρο και καθώς δεν ξέρει γαλλικά, το ’βαλε μέσα στο δέμα. Ίσως γιατί έχει φανταχτερό ξώφυλλο και ήθελε να μ’ ευχαριστήσει.

    Μα το ίδιο βράδυ της πρωτοχρονιάς πέντε από μας λιγοστέψανε. Άνοιξε η πόρτα του θαλάμου, μπήκε ένας λοχίας, και φώναξε έναν έναν με τ’ όνομα από ένα κατάλογο που κρατούσε στο χέρι. Βουβοί κι ακίνητοι και παγωμένοι παρακολουθούσαμε τη σκηνή. Καθένας την έζησε για λογαριασμό του. Πολλή ώρα ύστερα, καθώς καθόμαστε κουρνιασμένοι, ένας μας ρώτησε:

    - Τάχατες για τουφέκι;

    - Ποιος ξέρει, απάντησε ένας άλλος. Μπορεί και γι’ ανάκριση.

    Κι ύστερα από λίγο ένας τρίτος συμπλήρωσε:

    - Αστειεύεσαι; Μεσάνυχτα ώρα γι’ ανάκριση;

    Κανένας δε μίλησε ύστερα απ’ αυτό μέχρι το πρωί. Μα τους πέντε δεν τους ξανάδαμε πια.

    Το άλλο πρωί ένας από τους συντρόφους μου που ήταν αρραβωνιασμένος, μας διηγήθηκε πως τη νύχτα είδε στ’ όνειρό του πως παντρευότανε και πως σ’ όλη τη διάρκεια της τελετής η νύφη που στεκόταν δίπλα του με το πέπλο της, ήταν πεθαμένη κι είχε τα μάτια ορθάνοιχτα.

    Μια βδομάδα αργότερα ένα απομεσήμερο πάλι άνοιξε η πόρτα κι ο ίδιος λοχίας μπήκε μέσα με τον κατάλογο στο χέρι και φώναξε τ’ όνομά μου. Πετάχτηκα από τη θέση μου, μ’ έσπρωξε στο διάδρομο κι ο δεσμοφύλακας ξανακλείδωσε την πόρτα. Ύστερα με μπάσανε σ’ ένα δωμάτιο γυμνό και κλειδώσανε. Τρεις άλλοι φυλακισμένοι ήταν στο ίδιο δωμάτιο. Στεκότανε ορθοί, σα σε παράταξη, σα να περίμεναν κάτι κι έμαθα πως κι εκείνους τους φώναξαν από τα κελιά τους κατά τον ίδιο τρόπο, εδώ και λίγη ώρα. Κι ύστερα μας παράλαβε ο ίδιος λοχίας, μας έβγαλε όξω από το χτίριο, μας έβαλε στη γραμμή και μας πρόσταξε να βαδίσουμε. Τραβούσαμε κατά το μέρος που πηγαίναμε για αγγαρεία. Μα προσπεράσαμε τα χαρακώματα και κοντεύαμε στον μαντρότοιχο. Εκεί πρόσταξε Αλτ! κι  εμείναμε κι οι τέσσεροι ακίνητοι με το πρόσωπο πενήντα πόντους από τον μαντρότοιχο. Λίγα λεφτά της ώρας ύστερα, που ωστόσο μας φάνηκε ατέλειωτα, πρόσταξε «Μεταβολή» επί τόπου.

    Αντίκρυ μας τότε, σε λίγη απόσταση, είδαμε οχτώ στρατιώτες με τα τουφέκια τους να στέκονται γραμμή σε προσοχή. «Θα μας τουφεκίσουνε» σκέφθηκα. Μα το σκέφθηκα μηχανικά χωρίς καμιά συγκίνηση και χωρίς κανένα φόβο. Το θέαμα των οχτώ τουφεκιών, έτσι σαν θέαμα, δεν μου έκανε ούτε μιας καινούριας εικόνας την αίστηση. Ίσως από την εξοικείωση που είχαν τα μάτια μου σε παρόμοια παράσταση από εχτελεστικά αποσπάσματα που είχα δει στον κινηματογράφο ή σε εικόνες. Αναπόλησα μάλιστα μια τέτοια εικόνα από τον τουφεκισμό του αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού του Μεξικού. Μα το πιο πολύ που δεν μου ’κανε εντύπωση ήταν γιατί όλα τούτα τα ένιωθα πια άσχετα με τον εαυτό μου. Έπειτα ο λοχίας έδωσε ένα παράγγελμα και τα οχτώ τουφέκια στυλώθηκαν στον ώμο των στρατιωτών σκοπεύοντας κατά πάνω μας. «Δόξα να ’χει ο Θεός» είπα μέσα μου και μαζί ένιωσα πως ξανάβρισκα την αξιοπρέπειά μου και την ελευθερία μου. Ήξερα πως σε λίγα δευτερόλεπτα θα βρισκόμουν σ’ έναν άλλο κόσμο, πως θα είχα επιτέλους ξεσκλαβωθεί από το τομάρι μου που δε μ’ άφηνε να ζήσω ελεύθερα. Αυτή η φυγή της ψυχής από το κορμί νομίζω πως ήταν ο μόνος μου πόθος εκείνη τη στιγμή. Ένας πόθος που η βέβαιη πραγματοποίησή του μ’ έκανε να χαρώ και να βιάζομαι. Όλα αυτά έγιναν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα και δε θυμάμαι να ’χα άλλες εντυπώσεις από το τέτοιο τέλος της ζωής μου. Εκείνη τη στιγμή έπιασε μια ψιχάλα. Δεν ξέρω αν από την ψιχάλα ή από τίποτες άλλο -σκοτάδι του μυαλού μπορεί - οι στρατιώτες με τις οχτώ κάνες θαμπώσανε στα μάτια μου. Από το βάθος ένας δεκανέας ερχόντανε τρέχοντας. Κάτι είπε του λοχία. Κι ο λοχίας κάτι πρόσταξε στο απόσπασμα κι οι στρατιώτες κατέβασαν τα τουφέκια χωρίς να πυροβολήσουν. Η ψιχάλα δυνάμωνε κι όλα αυτά εξακολουθούσα να τα βλέπω θαμπά σα μέσα σ’  όνειρο που έβλεπα μετά το θάνατό μου. Δηλαδή δεν τους έδινα σημασία και δεν τα πίστευα. Έπειτα οι στρατιώτες έκαναν μεταβολή και φύγανε κι ο λοχίας ήρθε προς το μέρος μας και μας πρόσταξε «Εμπρός, μαρς!». Τότες ήταν που βαρυγγόμησα. Το να ξεκινήσω στο πρόσταγμα του λοχία μου ‘κανε κόπο και λύπη. Ήταν σαν απογοήτεψη για κάτι που ήταν τόσο σίγουρο και τόσο λυτρωτικό.

    Ξαναγυρίσαμε τον ίδιο δρόμο και μας σταμάτησαν μπροστά στην αποθήκη. Ύστερα μας ανέβασαν σ’ ένα καμιόνι που πήρε το δρόμο κατά την πολιτεία. Περνώντας από την αγορά είδα τους πρώτους ανθρώπους. Άλλοι πουλούσανε κι άλλοι αγοράζανε. Σαν μερμήγκια περνοδιαβαίνανε. Αυτοί ήτανε οι ελεύθεροι κι εγώ ο σκλάβος. Λάθος. Δε θα ‘θελα να ‘μουνα στη θέση τους. Μου φάνηκαν τιποτένιοι κι αξιολύπητοι. Γιατ’ ήτανε σκλάβοι στην αγωνία της ζωής. Στη φοβερή αυτή αγωνία που πια δε με κρατούσε. Που την είχα ξεπεράσει κι είχα λυτρωθεί από τα νύχια της. Σκλάβος εγίνηκα, όταν ύστερα από λίγο με περάσανε στην ανάκριση κι έπειτα μου είπαν «Είσαι ελεύθερος. Να πας στο σπίτι σου».

    Μα όταν βρέθηκα στο δρόμο, τα πόδια μου δεν με οδηγούσανε στο σπίτι μου. Ωστόσο θυμήθηκα τη μάνα μου και τη γυναίκα μου και το παιδί μου, κι ο πόνος που θα δοκιμαζότανε για μένα με τραβούσε κοντά τους για να τον ξεδιαλύνω. Μα ο πόθος ο δικός μου, ο πόθος του ατόμου μου του άδετου με κάθε τι άλλο έξω από μένα, με τραβούσε σε αντίθετη διεύθυνση .Σε μια φυγή μακρινή, πέρα στα βουνά, εκεί που θα με καλωσορίζανε η ελευθερία αντάμα με την εκδίκηση. Ω! Ποιος είπε την εκδίκηση για αίσθημα ταπεινό. Όχι. Εκείνος που συγχωράει το δολοφόνο, δολοφονεί για μια δεύτερη φορά το θύμα του. Έτσι από μια τέτοια ανάγκη φυγής κι αντάμωσης με την ελευθερία και την εκδίκηση θα ‘ναι που γεννήθηκε η αντίσταση πάνω στα βουνά των σκλαβωμένων λαών. Οι Γερμανοί κάναν ένα τεράστιο λάθος ψυχολογικό. Σκηνοθετώντας το εχτελεστικό ή άλλα παρόμοια τρομοκρατικά συστήματα όταν δεν ήταν να σκοτώσουν το κορμί, θαρρούσαν πως με τούτα σκοτώνανε την ψυχή. Εδώ ήταν το λάθος. Γιατί η ψυχή λευτερωνότανε και τραβούσε στα βουνά…

 

 

     

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Επιστροφή στην Ανθολογία Αντιστασιακής Πεζογραφίας

Αρχική σελίδα KEIMENA