Ε Ν Ω Τ Ι Α

 

ΧΩΡΙΣΜΟΣ

 

Κλείνομαι μέσα για να φύγω σαν ξένος. 4 Νοεμβρίου, σταματώ και σημειώνω από τα πολλά που με βαραίνουν. Θυμάμαι τον πεθαμένο φίλο. Πήγα στο μνήμα του χρυσάνθεμα. «Να θυμάσαι πάντα το καροτσάκι που θα βγούμε στην έρημο»· ιστορία παιδιού· τα μάτια του αμυγδαλωτά, καθαρόασπρα. «Αγαπημένο μου μικρό, φωνάζει κοιτάζοντάς το ο ήλιος, να είσαι ευτυχισμένο». Αφήνω την Κα Καμβή διπλωμένη στην κουνιστή, με την εικόνα του μακαρίτη ανδρός της πάνω στην τουαλέτα της, γεμάτα φωτογραφίες και διάφορα ενθύμια τα συρτάρια. Κατεβαίνω τη μακρά λεωφόρο· σα να βράδιασε…

……………………………………………………………………………………………….

    Το λιμάνι με καπνούς, σκούρο γκρίζο και ωχρό· πλώρες καραβιών μαύρες, κόκκινες· γέφυρες δίπατες, τρίπατες, άσπρες· μικρά ρυμουλκά που σφυρίζουν, πηγαινοέρχονται· μπάσες φωνές καραβιών, που άναψαν τα φώτα, ακόμα μέρα· οι γερανοί ανεβοκατεβαίνουν στο δικό μας και στα διπλανά· άπλα η θάλασσα, ανοιχτή μπρούντζινη από ομίχλη γκρίζα, βαριά. Δεύτερο σφύριγμα βαποριού, ο καπετάνιος στη γέφυρα· σαλπάρουμε· βάζει μπρος, γυρίζοντας πλώρη συνεχώς καθώς βγήκε από το λιμάνι. Ανεβαίνουμε. Ο νους μου βάζει το μοναστήρι, το αιώνιο πρόβλημα της ψυχής μου· στην καμπίνα μου μένει ο καλόγερος αδέξια φυλακισμένος. Στην τραπεζαρία που τρώνε, το πνεύμα μου ερεθίζεται από το κίτρινο πανί της πόρτας· το απέναντι πράσινο· καναπέδες στενοί που δε βολούν· δε ξέρω τι θα επιθυμούσα· θα προτιμούσα κατάστρωμα. Θέλω να κοιμηθώ· στην καμπίνα μου πλαγιάζει ο καλόγερος. «Ο γερο-Καμπανάος, στη Λαύρα, δεν είναι 90 χρονώ, όπως λογάριαζα, μόνο 72, όσο και πριν 13 χρόνια, ένα παχουλό, χλωμό βρέφος»· κοιμούνται ως τις 4· ο καμαρώτος μου είπε πως είναι 4. Ακόμα είναι νύχτα· έξω έχει ψύχρα κι αγέρα. Περνούμε τα στενά της Εύβοιας· κοντεύουμε στη Χαλκίδα. Το βαπόρι σφυρίζει· πολλά φανάρια στη σειρά, στο βάθος ένα κόσμημα από φώτα. Οι στεριές ξεχωρίζουν με μια λουρίδα καφετί σκούρα, με τα βουνά μπλε μενεξελί, ξεθωριασμένα. Θέλω να δω τη Χαλκίδα του Σκαρίμπα – μια σειρά από φαναράκια. Ξανασφυρίζει. Δε βγαίνω· στη μικρή καμαρούλα μου χαίρομαι το στενό χώρο, που φωτίζεται άπλετα. Σκέφτομαι: Γιατί πρόπερσι έφυγα και τώρα έρχομαι; Σειρά από φώτα πλήθια. Είναι η πλάνητα ζωή μου ή ακόμα των παππούδων μου; Το κρεβάτι μου άσπρο. Απ’ ό,τι έχω, τι θα μπορούσα να πω για μια τουρκάλα; Μυρωδιά δυνατή καινούριου ρούχου με ζωηρά χρώματα, πρόσωπο που ανοίγεται, κορμί ντυμένο, τα δάχτυλα κινάδες στα νύχια, τα φρύδια μαύρα, πηχτά. Μέσα στο μισοΰπνι, ομιλίες από βαρκάρηδες. Α … οι φωνές της νύχτας πόνο που έχουνε· η νοσοκόμα περνά τους διαδρόμους και μπαίνει στο χειρουργείο· με το ένα μάτι κλειστό, βλέπω τον εαυτό μου γυμνό και πολύ αδύνατο… Το πρωί, ίσως λίγο περασμένα, συννεφοσκεπασιά· μια ψιλή άχνα, γκρίζα, βροχούλα. Ρωτώ για το βουνό, μια ραχοκοκαλιά κοφτή, πολύκορφη, με σπονδύλους· δίπλα ο χοντρός ζωέμπορος μου λέει: «Καντήλι»· το καντήλι της Εύβοιας. Κάτου η «Λίμνη»· ζερβά, στεριές από πολύ κοντά, χαμηλές, θαμνοσκέπαστες, πού και πού κόκκινα χρώματα ή ροζ, στην παραλία άσπρα· κοντινή αφήγηση. Το άλλο μύθος, μακρινό και μεγάλο, γκρίζο, μονόχρωμο από την απόσταση· άσπροι αφροί που χύνει η πλώρη. Θάλασσα πηχτή, τυφλή απ’ ορίζοντα. Στα πλευρά της μηχανής, προστατευμένα με μουσαμάδες, ο ναύκληρος καθαρίζει βαψίματα, μπρούντζους. Όρθιος πάνω στους πάγκους, μιλά για την κατάσταση· ατμόσφαιρα ζεστή απ’ τις μηχανές κι οσμηρή από τη λαϊκή ανάσα· κάθεσαι ακούς, μαθαίνεις· δεν πρόκειται, βέβαια, γι’ ακριβείς πληροφορίες. Γιατί δεν αντέχω μόνος; Αντέχω, μα είναι άλλο· κοντεύουμε πια στο Βόλο; Σήμερα κι αύριο· πώς κλώθουν μέσα μου τα πράγματα; Νόμος συνθέσεως το «διαλείπον» που επανέρχεται. Τα πράγματα δεν υπάρχουν· πρέπει να τα βγάλω από μέσα μου. Στο νου μου ήρθε ο Γενικός της Δημαρχίας· οι εξευτελισμοί τέλειωσαν ή αρχίζουν; Δεν καθαρίζω τίποτα. Οι γραμμές του βαποριού, οι καμπύλες, λίγο λοξές, καψίματα από σίδερο· ο καλόγερος έχει κάνει εγχείρηση στο πλευρό· ησυχάζει. Μόνος, ο Σκαρίμπας έμεινε πίσω στη Χαλκίδα· βορειότερα: «Βίβλος γενέσεως, γενεές δεκατέσσερες. Αναστήθηκαν, πέθαναν». Μαθητής από αύριο. Όνειρο… Με την ηλικία στομώνουν οι επιθυμίες. Όρος υποκρισίας. Στην καμπίνα μου μπαίνει ο χλωμός ήλιος μ’ αναμμένο το φως. Αμφιβάλλω. «Το μάγουλό σου τρυφερό, φυλαχτό χαραγμένο σε φλοίδι στρειδιού· τα ματάκια σου τρέξανε. Το πόδι αφορμισμένο από το στραβοπατημένο παπουτσάκι». Να μου φύγει το βάρος, καθαρίζω τη μύτη μου· πανικός. Μόνος, βλέπω το έργο, μεσ’ απ’ τον τάφο, που βλάστησε· χάρμα κι απόλαυση, από μέσα, νεύρο η δύναμη που υπάκουσε. Ρομαντισμός; Νύστα που κάθεσαι στα βλέφαρά μου, ακούω ετοιμασίες από άγκυρες. Στον αγέρα… Βροχή, χεράκια πλεγμένα στο λαιμό. «Πού φεύγεις; Ποιος θα με κοιτάζει;» Στα διαμερίσματα λουξ – να καταργηθεί η δεύτερη θέση. Χλωμό πράσινο με μπλε γκρι. Διαφορά του τόνου, από την απόσταση. Βουνοκορφές κοφτές, πάνω στην κορφή τη μεσαία το «Τρίκερι». Θάλασσα κρασάτη, ατσάλι μουντό. Πανάκι μακρινό, κόκκινο, στο κόντρα φως, που άνοιξε. Ανάμεσ’ από τα βουνά, τρίγωνο, από φως χάλκινο. Μου αποκαλύπτεται: Η καταστροφή της Μεσήνης – διακόσιες χιλιάδες νεκροί. «Αλήθεια» τρομερή με τα δυο σου κεφάλια· οι στρατιώτες λογχίζουν τη γύμνια σου. Ψάχνουνε: «πού ‘ν’ αυτοί που φορούν κόκκινου φες;» Ο νέος απηλογιέται· από το στόμα του δέχεσαι τα δυσάρεστα. Λογικός, στριμμένος, ελαφρός, ανόητος· συζήτηση: οι ωραίες, άσπρες κυρίες λάμπουν κάτω απ’ το ηλεκτρικό φως· οι καμπίνες ροζ, χάλκινοι δίσκοι με κρύσταλλο. Το πλοίο σκαμπανεβάζει· στα κρεβάτια η υπηρεσία κρέμασε κόκκινα κουτιά· πού πηγαίνω; Μεταφέρω μια σβησμένη φωτιά. Μητέρα μου που γέρασες, δικό μου οστεοφυλάκιο· δεν μπορώ, δεν αντέχω, εκείνο το «αιωνίως» στους νεκρούς…

……………………………………………………………………………………………….

    Ξυπνώ. Τα αισθήματά μου πρωινά, αισιόδοξα· η αγκαλιά της γης ανοιχτή. Πάγω κι απ’ τις δυο πλευρές του καραβιού να την περιλάβω. Καπνοί άσπροι και μαύροι ανεβαίνουν απ’ τα εργοστάσια· μαυρίζει η χαμηλή γης, που δε δείχνει κατεύθυνση. Η πρόσοψη της πολιτείας σαν κυψελόπιτα. Το μάτι ζητά το πίσω, ν’ αναπαυθεί. Δεξιά κι αριστερά λοφίσκοι. Η μακεδονική γη, πράσινη, μουσκεμένη.

 

 

 

ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΤΗΣ ΑΡΚΟΥΔΑΣ

 

Σηκώθηκε να βάλει τα χαρτιά μέσα στη σάκα του· είναι πιασμένος· του ‘ρχεται να πετάξει και τα χαρτιά και τη σάκα του.

    Όμως τα δίπλωσε και τα ‘χωσε στην τσέπη. Έπειτα έβαλε το ένα πόδι πάνω στο άλλο. Μετάνιωσε. «Έτσι κάνουν μονάχα όσοι δεν έχουν δουλειά». Αυτή η σκέψη τον έκανε να βγάλει πάλι τα χαρτιά του και να γράφει… να γράφει… Έπρεπε να τον βρουν σ’ αυτή τη στάση, στη δουλειά… να τον βλέπουν κρυφά… εκείνος να κάνει πως δεν προσέχει. «Πρέπει να μάθω καμώματα» είπε, «να μείνω ανένδοτος». Σ’ αυτή τη λέξη πήρε ένα ύφος… «Όλα είναι εξάσκηση, θα τα μάθω, θα τα κάμω όλα, δε θα ‘μαι έτσι»… Σκέφτηκε πάλι πως τον βλέπουν μεσ’ από μιαν χαραμάδα και συνοφρυώθηκε… «Η ζωή είναι ένα παιχνίδι, όποιος γελάσει τον άλλο», κατάληξε.

    Ωστόσο δεν είχε βάλει μπουκιά στο στόμα του· τα τζάμια τριζοκοπούσαν αργά, φτωχά, γεμάτα από εγκατάλειψη. «Μα πόσο ακόμα πρέπει να περιμένω», είπε. Έπιασε να μην υποφέρει πια τη μοναξιά του. Σκέφτηκε να τους εκδικηθεί… «Θα βαστώ το χαρτί την ώρα που θα ‘ρτουν… θα πουν… πόσο είναι απασχολημένος!…» Κι όμως αργούσαν… δεν έρχονταν. «Δεν μπορώ, είπε, δεν μπορώ άλλο». Έβαλε ο νους του, το «ανένδοτος». «Μ’ αργούν τόσο… Μήπως πάνε να πληροφορηθούν… Θεέ μου τι εξευτελισμός…»

    Αυτό, βέβαια, δεν είναι αλήθεια. Ίσως κάπου κάπου να φέρνονταν με περισσότερη απ’ όση επιτρέπονταν αφέλεια, μα θα ‘ταν εντελώς άδικο να χαρακτήριζε κανένας το φέρσιμό του γι’ αναξιόπρεπο… «Να, τόση ώρα που γράφω, είπε, γράφω ακατάπαυτα για μια στιγμή… όλα θα διορθωθούν… θα εφοδιασθώ με διόπτρας». Υπόσχονταν να διορθώσει το παν… «Πόσο τρομάζω» είπε. Από στιγμή σε στιγμή οι φαντασίες του πήζαν μπροστά μου σε κρυερές πραγματικότητες. «Όχι, δεν αξίζω… δεν αξίζω έτσι… ωστόσο πρέπει να περιμένω…»

    Έξω φυσομανούσε ένας αγέρας, που δεν τον είχε πάρει από το φόβο του είδηση… Φαίνονταν χιονιάς… από στιγμή σε στιγμή θα ‘πεφτε χιόνι. «Αν πέσει χιόνι πώς θα μπορέσω να φύγω από δω μέσα;… Αν πέσει χιόνι, θα ‘ναι αδύνατο να προχωρήσω». «Ε, καλά πόσο χιόνι θα πέσει», είπε τέλος. Φαντάστηκε τον εαυτό του να παραδέρνει… οι λύκοι άρχισαν να κατεβαίνουν… του φαίνονταν τρομαχτική η αποστολή του… «Ας κάνω ακόμα λίγη υπομονή» είπε. Σε λίγο καλοκαίρι… Ούτε θα το ‘βαζε με το νου του… Ακόμα και τώρα δεν το λογάριαζε… τώρα με το χιόνι. «Μα θεέ μου πόσο αργούν… η υπερηφάνειά μου… όλα τ’ άλλα τα υποφέρω…» Έπειτα: «Ο Γολγοθάς μου δεν ήρτε ακόμα… όλο τον αργώ, αν και τον περιμένω…» Έπειτα: «Δίνω καιρό στη μοίρα μου, για να έχω να ελπίζω… Αν δεν είχα τη μικρή αυτή ελπίδα, θα ‘μουν ολότελα αξιολύπητος»…

    Το σπασμένο τζάμι μπάζει· το κρύο μελάνιασε τα δάχτυλα… δεν μπορεί να προχωρήσει… είναι έτοιμος να τ’ αφήσει, όλα… Μα να τους, έρχονται. (ακούει) «Έρχονται» (Η μάνα του): «Έλα… είναι έτοιμο το τσάι».

    Σηκώνεται όσο μπορεί αξιόπρεπα, γαλήνια. Κάνει, μπαίνοντας, πως ρίχνει ήσυχες γύρω ματιές… Σα να καμαρώνει το εσωτερικό του σπιτιού τους… Βγάζει το μαντήλι του και προχωρεί με ήσυχους, συγκρατημένους βηματισμούς. Χώθηκε στο βουλιαγμένο καναπέ τους. «Τι καλά θα ‘ταν μουρμούρισε, να έβγαινα να σπούδαζα τον κόσμο… ίσως κι οι πληροφορίες έπρεπε να ‘ρθουν…» Κι έτριψε σιγά τις χούφτες του.

 

 

 

ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΤΟΥ ΙΩΝΑ

 

Νύχτα τρισκότεινη. Κρυώνω κι ένα φως δε βλέπω. Κάθε βήμα και πιο πυκνό σκοτάδι, κάθε βήμα και λιγότερα τ’ άστρα, κάθε βήμα και κοντύτερος ο θάνατος. Σαν καταδικασμένος πηγαίνω κλαίγοντας, καταπίνοντας μπουκιές τα δάκρυα. Σκουντουφλώντας μες στο σκοτάδι, επιμένω τυφλά. Βροχή κι αγέρας γαυριώντας με σπρώχνουν στην άβυσσο. Η πνοή μου κόπηκε. Μ’ έλουσε κρύος ιδρώτας.

    Η αμαρτωλή πολιτεία βουΐζει από κακίες και θλίψη. Τα φώτα της τρυπούν την καρδιά μου. Φοβούμαι. Πώς θα βρεθώ μέσα στο πλήθος της ξένος και άγνωστος; Να φύγω, να φύγω. Για πού; Να, το καράβι που θα με πάγει μακριά, ελεύθερο, σαν τον φυλακισμένο που αποδρά.

    Αλλόκοτη νύχτα! μαυρίλα. Τα κολασμένα σύννεφα κουβαριάστηκαν σαν από βουβή σύγκρουση. Στα σπλάχνα της άναψε μια φλόγα θειάφινη, που προχωρεί αργά και τα οργώνει σαν άροτρο. Το κακοφωτισμένο σκοτάδι έχει την όψη και την αφή του κάρβουνου.

    Ο αγέρας βροντά μες στο σκοτεινό θόλο. Τα κύματα βουνά, που γκρεμίστηκαν και με ρούφηξαν. Με σκέπασε το σκοτάδι. Τα μάτια μου άδειασαν. Σαν να μην έχω στόμα, μένω άλαλος. Σαλεύτηκε ο νους. Ψηλαφίζουμαι για να βεβαιωθώ πως υπάρχω. Μέσα μου κουδουνίζει ένα κενό. Τρομάζω και κρύβομαι.

    Μέσα στην κόλασή μου δε βρίσκω ησυχία. Παραπατώ σα μεθυσμένος. Χτυπώ στους τοίχους που αντηχούν μέσα στους άδειους θόλους. Τα μάτια μου μεγάλωσαν απ’ το φόβο. Ψίθυροι και κρότοι με τρομάζουν. Από πού να γυρέψω βοήθεια; Κανείς δε φτάνει εδώ από πουθενά, καμιά φωνή.

    Ποιος πειρασμός μ’ έκλεισε στο σκοτεινό αδιέξοδο, ποιος δαίμονας, που με κρατά σαν μπαίγνιο στη δύναμή του; Ο νους μου παραλύνει. Μάταια παλεύω. Όλα μαζί μου έχουν βουλιάξει.

    Όλα με κοιτάζουν με τη θλίψη μου. Λυπημένα ως και τ’ άστρα. Τα φώτα πένθιμα. Γυρίζω τα μάτια μου ελεητικά παντού, μα σα να ‘ναι όλα πεθαμένα κι άδεια, δε με βοηθούν. Ζω νεκρός μες σε κόσμο νεκρό· νεκρός θρηνώ πάνω απ’ τον ίδιο μου νεκρό που τον κηδεύω.

    Ξένα μου φαίνονται όλα, ως και το ίδιο μου κορμί. Ο αγέρας που αναπνέω είναι σαν από ξένο χνώτο. Όλα μου είναι ξένα, ανυπόφορα ξένα και στέκουν ανυπόφορα κοντά μου. Μου πλάκωσαν την καρδιά. Το στήθος μου βαραίνει η δύσπνοια. Οι πνοές μου φεύγουν από τους αρμούς, από τα δάχτυλα που με πονούν.

    Κουράστηκα κι απόκαμα. Όλα σβησμένα σκοτεινά. Τίποτε δεν κουνιέται: Βούβα, νύστα, αηδία. Τα μάτια πετιούνται και κάποτε βουρκώνουν από νευροπάθεια.

    Βρίσκομαι σε κατάσταση βαθύλυπη μαζί κι αναίσθητη. Γελώ και θλίβομαι απελπισμένα σε τόνο οξύ, τραγικό.

    Ο πόνος μου ξυπνός, όταν κοιμούμαι. Σαν ξίφος μπήγεται στην καρδιά μου. Θυμάμαι πεθαμένους φίλους, που έσβησαν σαν ήλιος πριχού δύσει και τους κλαίω με σιωπηλά δάκρυα.

    Βρίσκομαι σ’ ένα κόσμο ακατάληπτο. Όλα στέκουν ανάστροφα κι ακίνητα, σε τόνους παράτονους που μου τρυπάνε το μυαλό.

    Κατάντησα σε μεθυσμένη αυτοεγκατάλειψη σε κραιπάλη αναισθησίας. Το στήθος μου άδειο. Τα μάτια μου κουρασμένα, βλέπουν σχήματα κούφια κι απίθανα που τα πλάθει η αρρωστημένη φαντασία μου.

    Τα κουρέλια μου αλητεύουν μέσα στη νύχτα. Τι θέλεις να πεις κι ανοιγοκλείς τα μάτια, τι θέλεις να πεις και σιωπάς σκοτεινό έρεβος;

………………………………………………………………………………………………

    Ω τρεμουλιαστή λάμψη των άστρων! Μ’ ανέβασες από την άβυσσο, το σκοτάδι της μου έγινε όλο φως. Κι έκανες τα πάντα νέα. Καινούριος ο ουρανός, καινούρια η γη. Θα ζήσω. Τα φύλλα της που σειούνται μου το λένε.

 

ΕΠΑΝΟΔΟΣ

 

    Τέλειωσα και βγήκα με τα καθημερινά μου, Κυριακή. Βρόντησε η πόρτα πίσω μου.

    Ήταν νωρίς. Το κάστρο, με άχνες και σύννεφα, μουχλιασμένο. Στο δρόμο βαθιοί λάκκοι κι άξαφνα ένα κορίτσι που πετάχτηκε μ’ άσπρο τρικό, με μαβί μπόι. Τ’ άφηνα να πηγαίνει μπρος, εγώ πίσω να το βλέπω. Χάθηκε μέσα σε μπαξέδες με τριφύλλι και μουριές.

    Ένας ανθυπίλαρχος έρχονταν καβάλα. Πίσω ο υπηρέτης κρατούσε το αδιάβροχο. Παραμέρισα· μου φάνηκε πολύ, που ‘χουν καβαλάρη υπηρέτη. Γύρισα κι είδα μέσα στον κάμπο βαθιά. Αχνισμένος· ο κόσμος δούλευε στα μουσκεμένα χωράφια, τα παιδιά με τα πουκαμισάκια τους, που άσπριζαν. Δε φορούσα παλτό. Ελαφρύς, καταλάβαινα στο πρόσωπο ένα μάγουλο, μια κοπέλα, να πηγαίνουμε συντροφιά. Ήθελα να φτάσω στο πιο μακρινό χωριό που έβλεπα. Υπολόγισα καλά την απόσταση με τον ήλιο, μεσ’ από τη συννεφιά. Πρόφταινα. Πέρασα το γιοφύρι, πάνω από τον άσπρο χείμαρρο. Το χωριό δεν ήταν μακριά. Διέκρινα το μεγάλο άχαρο κτίριο, με πολλά παράθυρα, δίπλα το καμπαναριό. Έμοιαζε σα μουντζαλιά μέσα στη βρεμένη, καθαρή έκταση. Μια στιγμή μόνο που το ‘δα και τράβηξα δίπλα στο νέο, βρεγμένο χορτάρι. Ανέβηκα τη χαμηλή έξαρση. Πάνω της σέρνονταν η κορδέλα του δρόμου· σκεπασμένος με μπόλικη άμμο, καινούριος, προχωρούσε από βουναλάκι σε βουναλάκι, ώσπου δε φαίνονταν. Γύρισα πίσω κουρασμένος…

    Τώρα πριν πέσω να κοιμηθώ, κοιτάζω: ένα τετράτροχο μ’ ένα άλογο μέσα στη λάσπη, που αγωνίζονταν. Δυο μεσόκοπες και μια γριούλα πέρασαν βιαστικά μες στη βροχή. Το μάτι πρόφταξε μέσα στη σκοτίδα το άσπρο πρόσωπο της μιας, με τα μεγάλα ματόφρυδα· η δεύτερη ένα δυνατό πηγούνι πεταμένο, με τρίχες – μιλούσε για το φαΐ που ‘χε στημένο σπίτι της· η τρίτη μελαχρινή, λεπτοκαμωμένη. Περάσαν. Μένω μόνος μέσα στο λασπωμένο δρόμο· κάνω να γυρίσω πίσω… Ψιχαλίζει… Μια φωνή, να βγω απ’ τα σκοτεινά, να δω στον κάμπο φως· προχωρώ· βλέπω το φεγγάρι σκεπασμένο. Γυρίζω απ’ τη γραμμή του μικρού τρένου που πάγει μεσ’ από τις πρασινάδες κι ανταμώνει το μεγάλο δρόμο με τα καφενεία, ακριβώς στη γέφυρα. Βρέχει… απάνω στις ράγες ένα τσούρμο βιαστικό ξωτάρηδες, γυναίκες που βιάζονται μέσα στη βροχή· στη μέση, ένα γέρος με ύφος σκοτεινό,, που ‘χουν οι ξωτάρηδες τούτο τον καιρό στα μάτια, ένα σκοτείνιασμα ζεστό· περάσαν. Πηγαίνω, σκέπτομαι. Άλογα περνούν τρέχοντας… βρέχει τώρα για καλά. Στρέφω προς την πόλη· ο δρόμος με τα δέντρα σκοτεινός· περνώ απ’ το μύλο· δίπλα, η κάμαρα φωτισμένη, πράσινη, υγρή. Μέσα μια γυναίκα, καθισμένη σε τραπέζι χαμηλό, με λάμπα που της φωτίζει από κάτω το πρόσωπο δυνατά· πάνω της ένα κεφάλι ανδρικό, χάλκινο, βαρύ, που το βλέπω προφίλ. Γράφει, θαρρείς, εκείνη, αυτός της υπαγορεύει· δίπλα το κρεβάτι, θα πέσουν. Οι άλλες κάμαρες σκοτεινές, κλειστές· δε θα ‘χουν παιδιά· μια συγκίνηση μέσα μου βαθιά. Το πράσινο, το βαθύ σκούρο της κάμαρας, με κάνει να θέλω να μάθω· γυρίζω πίσω στο σκοτάδι. Έφεξε… βλέπω το φεγγάρι αχνό, μεσ’ απ’ τα σύννεφα τα μαύρα· πηγαίνω πίσω στο γιοφύρι· απάνω του ένα πράγμα σκοτεινό, στρατιώτες πεζοί, πάει μαζωμένο. Μου θυμίζει νύχτες σκοτεινές πεζοί, πάει μαζωμένο. Μου θυμίζει νύχτες σκοτεινές βαθιές. Πλησιάζουν, σκορπιούνται κι έπειτα σμίγουν. Οι αξιωματικοί τρέχουν με τ’ άλογα με τους υπηρέτες πίσω τρέχουν. Θυμούνται το εστιατόριο, το φωτισμένο δωμάτιο· μεσ’ απ’ την πόλη ένα αυτοκίνητο βγαίνει με το ‘να φανάρι αναμμένο· μέσα, τρόμαξα που το ‘δα, χωρικοί. Φτάνω στα καμίνια: ένα στόμα κόκκινο, μέσα μια μορφή σκοτεινή· πάνω έχει κρυφτεί το φεγγάρι. Γυρίζω τη ματιά μου στην πόλη· κοντινά βουνά σκοτεινά. Βλέπω στον κάμπο. Ένα κάλεσμα λευκό· δεν πάω· περνώ απ’ το μύλο, να δω την κάμαρη… δεν βλέπω τίποτα…

………………………………………………………………………………………………

    Ο άρρωστος τη νύχτα θέλει ήσυχο φως. Απάνω στο τραπέζι το ρολόι· χτυπά, τ’ ακούς: «Ήταν μια παλιά πολιτεία, σπίτια στοιβαγμένα ως το κάστρο, δρόμοι στενοί, με στέγες που κλείνουν, από τα παράθυρα μιλούν, το βράδυ στα κατώφλια· σκοτεινά περνάς, τους βλέπεις. Μέσα η γυναίκα πολεμά, τα παιδιά συμμαζωμένα: «στο μαγέρικο άχνιζε το φαΐ, είχε και σταφύλια με τυρί». Στην κάμαρη μια μυρουδιά ξινή, δάχτυλα λιγνεμένα, πρόσωπο που ανοίγει στο φως, σιωπή… Η μάνα ξυπνά, κοιμάται ο άντρας, χείλι πικρό, τα γένια, οι κρόταφοι βαθουλοί· τα κορμιά ζεστά. Ο άρρωστος κάνει ακόμα εμετό· κατεβαίνει η μάνα νύχτα, να βρει μαντζουράνα· τη βρίσκει, τη δείχνει με το δάχτυλο· θέλει και τρισαγί! Θυμάται. Τη νύχτα ψάχνουν οι μάνες με τ’ άρρωστα παιδιά…

    Ξημέρωσε. Ο ήλιος, οι κορμοί γυαλίζουν μαύροι, πράσινα φύλλα, τα λουλούδια άσπρα, ρόδινα· οι στέγες, η γης, αχνίζουν· ο ήλιος γεμίζει το τραπέζι· μέσα οι διάδρομοι σκοτεινοί· οι κάκτοι μέσα στους καθρέφτες. Το μάτι κοιτάζει τους δρόμους γυαλισμένους, το ποτάμι, που έχει κατεβάσει λασπωμένο νερό· ανεβαίνεις πιο πάνω, να περάσεις το γιοφύρι· κάτω πεσμένα φύλλα, στα δένδρα απάνω χρυσά· για τα φύλλα δεν ξέρω, θυμάμαι κείνον που τα ‘ξερε όλα. Τα μαθαίνει κανένας, μικρός. Θυμάμαι μια κορούλα· πηγαίναμε μαζί να κόψουμε λουλούδια· μπροστά στο παρτέρι το ανθισμένο, εγώ δυνατά: Α… Α… Α… ακούγω πίσω μου σιγανά… α… α… α… σε λίγο που το ‘μαθε βάζει τις φωνές… Α… Α… Α… Να, αυτό ζηλεύω· να βλέπω καθένα να κάνει με κόπο τη δουλειά του· το επιστημονικό, το οργανωμένο, μου επιβάλλεται· μπροστά στο παλιό, πέτρινο κτίριο, ένα μπαξεδάκι μικρό· φυτεύουν – άντρας, γυναίκα – σιάχνουν το χώμα, ποτίζουν λουλούδια, παραπέρα κουκιά· η ζωή ανοιχτή, που δεν κλείνεται… Ο άρρωστος σηκώνεται κομμένος, μα καμώνεται, περισσότερο σκυφτός. Μας αρέσει… τίποτε, τα νεύρα οι μύγες που με τσιμπούν. Φύγαν όλοι στη δουλειά τους· μόνος· σκεπάζω τα μάτια, σκοτεινά, πέφτω στο κρεβάτι. «Μητέρα, ζηλεύω τ’ άσπρο κεφάλι σου»· ύπνος ταραγμένος, μουγγός· τα δάχτυλα ζαρωμένα… Να δοκιμάσω· τα μάτια βουρκώνουν χωρίς να στάξουν. «Θέλω ένα δωμάτιο βαθύ γαλάζιο μ’ ένα βασιλικό»… Νύχτα, μέρα, κλεισούρα κι η δουλειά να μην προχωρεί. Βράδυ σχεδίασα το κεφάλι το γυναικείο· κοίταξα τα μαλλιά να πέφτουν στους ώμους. Στην κάμαρη Μόνη, – απόγνωση! τράβηξα στη θάλασσα, σκοτεινά· τα μάτια άδεια· ένα μαύρο κύμα, που έκανε να χυθεί και συγκρατούνταν κι έβγαζε ένα γδούπο· αισθάνθηκα την εκμηδένιση: μια δυστυχία, απ’ όπου αισθάνεσαι μια ευτυχία που υπάρχει αυτή η παρουσία, αυτός ο κόσμος έτσι, σα μια πόλωση στη δυστυχία μου. Σηκώθηκα· τι, ποιον να ευχαριστήσω; Η Κυρία έφυγε στην πόλη με το αμάξι· ησυχασμένος από μια νάρκη, αισθάνομαι τα μάτια μου να έχουν βγει. Το κορίτσι το ασθενικό, απάνω στο ξεγύρισμά του, στο δέσιμο, με κοιτάζει στα μάτια. Ένα αίσθημα πικρό· δε βλέπουν μέσα μου τα ικριώματα; Στάθηκα εξετάζοντας ως πού γελιέται το ένστικτο· η γοητεία που εξασκούσε, η έλξη από κατάδικο. Η πόρτα η κλειστή, άνοιξε· το μικρό υπηρετριάκι, μεγάλα μάτια, που έκλαιγε· με κοίταξε, βγήκε· σε λίγο έρχεται γυμνό· πετάχτηκα σαν κολασμένος· μα τι ήθελαν; Έμεινα ως αργά τη νύχτα, σκέφτηκα. Τα μνήματα μάς γεννούν την ηδονή, είπα. Πήγα ν’ αποχαιρετήσω· έπιασα το χεράκι από τη μικρούλα· της είπα που θα ξανάρθω, να τη βρω· κούνησε το κεφάλι, το πρόσωπο σκεπασμένο με τα χεράκια του· μου είπε «ναι»… Τρίτη θέση· δίπλα μου μια υπηρέτρια. Στρατηγού· χαμογελώ ηλίθια· το τρένο ξεκινά· βιάζομαι να χωθώ, στους σταυθμούς κρύβομαι· επιστρέφω πίσω, στην πολιτεία, στους δικούς μου, με το αμάξι, από την αγορά· κοιτάζω στην κάμαρη τη στρωμένη να ‘ρχεται τρεχάτη, τη Μητέρα μου· την είδα στα μάτια, παλιό μαλακό βελούδο, την έβλεπα· μέσα τους ζητούσα μια δικαιολογία που ζω…

………………………………………………………………………………………………

    Ξανάπεσα στη δουλειά· κούραση, ούτε καν κούραση· αγέρας, βροχή· χαρούμενος δεν είμαι· νομίζω τον εαυτό μου πως φοβάται το έξω· φοβάμαι, δε θέλω να βρέχομαι· μεσ’ απ’ το τζαμί κοιτάζω: πόρτες, παράθυρα, κλειστά· μισοκατεβασμένα τα στόρια, οι κουρτίνες. Μέσα στο σπίτι σκοτάδι. Δεν άναψαν ακόμα τα φώτα· τα παιδιά διαβάζουν προσπαθημένα. Κοιτάζω έξω αναστατωμένος, τα μολύβια σύννεφα, τα φύλλα· ένας πόνος με τρυπά κάτω απ’ τ’ αριστερό μου βυζί· καταλαβαίνω πως δεν μπορώ να ‘μαι έξω· τα δέντρα όμως τα μεγάλα, τ’ αψηλά, τι να γίνονται, με τους μεγάλους κλώνους, σαν κατοικίες από πουλιά, με πολλά πατώματα; Μέσα στον ουρανίσκο νιώθω μια σπιρτάδα από θειαφοκέρι· η ζέστη του σπιτιού, σα φαΐ ψημένο σε στάχτη, πάνω από κάρβουνα. Θα σηκωθώ να κοιτάξω στον καθρέφτη· το βράδυ οι καθρέφτες ομιλούν…

    Τα θλιβερά μαντάτα έφθασαν καλογραμμένα, απάνω σε γαλάζιες γραμμές· ξανθά μου μαλλιά, πάει το γέλιο, η ελπίδα μιας ζωής ανακουφισμένης· έχω τη διαίσθηση κινδύνου, από βύθισμα σε βούρκο· οι αδυναμίες μου… τι είναι λοιπόν ο δυνατός; Πλάθει τη λάσπη του βρίζοντας. Έμεινα στα όνειρα, μένω στα όνειρα. Δε θα πιάσω το άσπρο χέρι, ανθό στα χέρια μου, δε θ’ ακούσω δικό μου, το τραγούδι ποτές· μακριά απ’ τη θερμή ζύμη που ανεβαίνει και παίρνει τα δικά μας σχήματα· την αυγή, το χειμώνα, τη νύχτα ζύμωναν για με, τα γυμνά μπράτσα της· επανέρχομαι εκεί που κρίνομαι. Ο ΘΕΟΣ, η μεγάλη πραγματικότητα που μ’ ελέγχει. «Ύπαρξη» του πατέρα, της μάνας μου· να σηκωθώ· ίσως· αλίμονο· νόμιζα πως θα ‘σαι πάντα δική μου· τι πλάνη! έχασα το πολύτιμο· πούθε να γυρίσω; τι να βρω; Δυο παιδάκια στο δρόμο μ’ ένα λάχανο στην αμασχάλη· κοιτάζω τα λιγνά, άπλαστα ποδαράκια τους· ο πόνος μου συσπά το πρόσωπο. «Απώλεια»· δακρύζω· περνώ το ποταμάκι που άλλαξε με τη βροχή κοίτη· ένας αξιωματικός έρχεται καλπάζοντας πίσω μου· με προσπερνά πηδώντας. Δεν αισθάνομαι ζήλια, περιφάνεια που πάω πεζός· σα να μη θέλω να κρίνω από τη θέση μου. Περνώ μεσ’ από τη λάσπη· σκέφτουμαι: υπάρχει δρόμος; Κι αμέσως. «Δε μου μένουν παρά τα μισά χρόνια μου». Μια ησυχία παλιά με πλημμύρισε· μια ετοιμασία για το θάνατο· τα μάτια μου ησύχασαν. Είδαν μέσα στον κάμπο βαθιά, με τους καπνούς που καίουν…

 

 

ΜΕΘ´ ΥΜΩΝ

                                                                      Στη σεμνή και φιλάνθρωπη Κυρία Ε.Α.

 

Βγήκε και μέθυσε. «Αχ! μάνα μου.» Του φάνηκε τη μισούσε. Νύχτα έπεσε στον κήπο, σκοτεινά. Μπροστά στο παλάτι, στην οδό Ηρώδου που ανέβαινε, άκουσε: «Να πιούμε;» «Μπράβο!» μονάχα να βρει. Πήγε να πιει, πονούσε. Το σκοπό ρώτησε πού να ‘ναι ταβέρνα. Στο γιοφύρι στάθηκε. «Να, από δω ψυχή μου, αχ, αχ….» Πήρε πίσω βόλτα τον κήπο. Στο καφενείο, μπροστά στην είσοδο, γνώρισε το μεθυσμένο στο φως: Ξανθός σγουρομάλλης, γαλανά κόκκινα μάτια, πενηντάρης. Κάθισε, έβγαλε πρόστυχα τσιγάρα, είπε καφέ. Δε μιλούσε, λυπότανε· η Νύχτα… αύριο πάλι, μαρτύριο! Θυμότανε το καφενείο, το κάθισμα πίσω απ’ την περικοκλάδα, που τον έκρυβε. «Τι θέλεις ψυχή μου; Με βλέπεις; Γιώργη με λένε· κι είμαι Τούρκος ψυχή μου! Παιδί με βγάλανε κοντραμπάτο στο Βόλο. Στην Ανατολή, αγόρι τότε, αγαπούσα την Αϊσέ. Μια βραδιά την έκλεψα. Ψυχή μου τι θέλεις; Εγώ να σου φέρω απόψε. Να σου φέρω γυναίκα; Για την αγάπη του Χριστού που σε βρήκα απόψε. Πάρε τσιγάρο, πάρε ψυχή μου, πιες κονιάκ.» Έκλαιγε. «Παντρεμένος Ρωμιά στην Γκιουμουλτζίνα, με πέντε παιδιά, μ’ απατούσε. Πριν ένα χρόνο σήκωσα μαχαίρι. Δέκα μέρες που βγήκα από τη φυλακή. Δίχως ρούχα, βρήκα δουλειά στο δρόμο. Ο εργολάβος, δουλεύω καλά, μ’ αγαπάει. Μα δουλειά δεν έχει πάντα, να πάρω ένα νταβά, ξέρω γλυκαντζής, να μην τραβώ του χειμώνα τα νερά.» Σκέφτηκε δεν είχε, δεν γίνονταν, Έπεσε άρρωστος, βαριά, Την τρίτη νύχτα, βγήκε σκοτεινά… Που δεν περίμενε, τον βρήκε. Του πήρε το χέρι, του ‘βαλε στην τσέπη κρυφά. Τον είδε: «Ποιος είσαι συ; Σαράντα χρόνια στην ξενητιά δεν είδα άνθρωπο. Τώρα, είπα, μου φάνηκεν ο Χριστός»*.

 

* «Ιδού εγώ υμών ειμί πάσας τας ημέρας, έως της συντελείας του αιώνος» Κατά Ματθαίον ΚΗ΄20

 

 

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΚΟΜΜΕΝΟ ΠΟΔΙ

 

Σε άσπρα αναπαύεται ο γέρος ασάλευτος δίχως να μιλεί. Βελάζ’ η κατσίκα· κόκκινα τζεράνια, στις πράσινες ροδιές κατακόκκινα σα χείλη λουλούδια. Πεταλούδα αβρή περιφέρεται τον πολύανθο κήπο· χάμου η μαυροπαπαδίτσα, κόκκινη. Τη σηκώνει, τη βάνει στη φούχτα το παιδί. «Πέταξε πασχαλίτσα κι ήρθε ο άντρας σου, σου ‘φερε παπουτσάκια, δυο βαρκάκια μικρά.» Στον ήσυχο γιαλό χτυπούσε ο φτωχός το χταπόδι στο βράχο. Τα βουνά μελάνι, η γη τριανταφυλλένια, θερμή. Δροσεροί ίσκιοι, που μαζεύτηκαν μες σε λιθόστρωτες αυλές, πλυμένες, κάτου από καταπράσινες κληματαριές. Στο μπαλκόνι λουλούδια, μάτια καρφωμένα στα σύννεφα. Παπάδες – μυρωδιά πολυκαιρινή από ξύλο ευώδες που κάποτε μύριζε τσιγαρίλα – μακραίναν στις ποδιές με μονοπάτια από τα πλάγια, π’ αφήνουν στις ράχες τ’ αλώνια με τις φωνές, τ’ αμπέλια με τους πράσινους βλαστούς. Μοσχοβολά η κρίνα της γιαγιάς φυλαγμένες λιχουδιές. Στο βαθύ χρονοντούλαπο του παππού, σε παλιά χαρτιά με μούχλα, θαμμένη η συμβουλή: « ας μην υπερβάλομε μ’ εμφάνιση την ουσία.» Σπιτάκια σκόρπια σαν από άσπρο χαρτί. Αλλόκοτα έσπασε το ποτήρι με τις ισχυρές ανταύγειες. Μεσ’ απ’ τα κομμάτια που κυλίστηκαν στο πάτωμα, το μάτι πήρε τη μορφή του μισή: νέος, μαυριδερός, μαύρα φρύδια, μεγάλα μαύρα μάτια. Τα φύλλα σκιρτήσαν. Έφθανε η εσπέρα λυσίκομη. Πατούσε την άσπρη καλαμιά με το πόδι γυμνό. Μες στη γαλάζια ποδιά της, το κεφάλι του νέου, έβαφε κόκκινο τον ουρανό, σκέπασε με το χέρι το πρόσωπο. «Γιατί ματοκυλήσαμε τα φαράγγια τα αγνά; Εδώ κοίτουνταν τ’ αδικοσκοτωμένα κορμιά, με το βόλι στο πλευρό. Πώς κοιμούνταν!»… Το γλυκό το σύκο τ’ αμπελιού στο στόμα, να πατούσα να πιάσω το κλωνί με το πόδι. Το κύμα βρέχει την αμμουδιά. Το μπουγάζι βγάζει στεφάνια αφρούς. Άσπρες αυλές – ήσυχο λάλημα, πουλιά κρυμμένα στους κλώνους βράδυ, σε παράθυρο κανάτι πήλινο, που του δρόσιζε το λαιμό. Η μάνα κρατούσε το παιδί στην αγκαλιά· τραγουδεί μόνη: «Τρία βουνά, μαύρα, τρεις μήνες που χόρευαν.» Ο πατέρας έρχονταν καβάλα απ’ την Ανατολή. Βαστούσε τη νύχτα με το νέο φεγγάρι, βεργί απ’ αγρίλι με φύλλα. Το κόκκινο φαρί, καπνός από αίμα. Ο ξένος μισόυπνος στο σταύλο μύριζε το βασιλικό· ξωμάχος περνά ήσυχα το λιθόστρωτο, το ματωμένο χαγιάτι σκούζει τον πόνο ευνούχου με χάχανα. Μυρίζει κομμένο καρπούζι, σε βράχο η βρύση, ο πλάτανος. Σκοτεινά η αυγή ισκιώνει τ’ ασήμι, πουλί παράμερο σωπαίνει το κρίμα του…

                                                                                                            (απόσπασμα)

 

 

 

ΕΑΡΙΝΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ

                                                                      Στην ποιήτρια Χρυσούλα Χατζηγιαννιού

 

Θαμποχάραμα. Σκοτεινά ισκιώνει τ’ ασήμι. Στο δάσος το πουλί μουλωχτό κι άφαντο. Μες στο σύθαμπο βυθισμένο τ’ άσπρο ξωκλήσι, ξεφωτά· το σκοτάδι το φυλάει και ο φόβος. Τα σκυλιά αλυχτήσαν, τα κουδούνια σείσαν, κλαίει το ερημοπούλι. Ο πρωϊνός αγωγιάτης περνά το γιοφύρι βιαστικός. Θαμποφέγγει ο αυγερινός, το φεγγάρι σβήνει στον ουρανό. Ξυπνά η αυγή. Ο αγέρας φυσά απ’ της αγριλιάς και της γκορτσάς τα βράχια. Κατηφορίζουν τ’ ανοιξιάτικα νερά…

    Η μέρα ανάλαμψε. Στη βρυσομάνα, η μυγδαλιά κι οι ροδοδάφνες ολάνθιστες. Κρούσταλλο το νερό γλυστρά και πέφτει σε πέτρινη γούρνα, από πέτρινους κρουνούς. Το προσκυνητάρι του δρόμου στολισμένο με παπαρούνες και σπαρτά. Μες σε βλαστούς, σε λούλουδα πηδά το νέο πουλάρι, που η μυρωδιά το θρέφει κι αναφρουμάζει και χλιμιντρά. Η κατσίκα βραχοσκαλωμένη κορφολογά από κηπάρια κρεμαστά. Λαχταρίζει η ζωή. Σειέται το μαλακό χορτάρι, χτυπούν τα πλατανόφυλλα.

    Κάτω στον κάμπο σαλεύουν θάλασσες από στάχια, κριθάρια και κουκιές. Οι πεταλούδες πετούν μες στο φως. Στους δρόμους φέγγει το παρασολάκι, το κεφαλομαντήλι, τ’ αλαφρό μπλουζάκι. Αργά τ’ αμάξι ακολουθά τον κόσμο που πάει με φωνές, τραγούδια και χαχανιτά στο πανηγύρι. Βουίζει η μέλισσα κι ο βάβουρας γύρω απ’ τη βρύση, που σταματούν τα ζώα να πιουν, να ξαποστάσουν. Μια μούλα κουδουνάτη, στρωμένη με κιλίμι, παίρνει την ανηφόρα, γλιστροπατώντας τ’ ανθισμένο χορτάρι και τις σκόρπιες πέτρες μέσα στα δρομιά.

    Στη λιόφυτη πλαγιά ο νέος ξωμάχος σκαλίζει τις ρίζες, κόβει απ’ τους όχτους το νερό να τρέξει στ’ αυλάκι. Μπροστά του περνούν γοφοί προφαντογέννητοι. Κομπιάζει ο λάρυγγας, σκοντάφτει στην πέτρα, του πέφτ’ η τσάπα. Η κόρη περνά μεσ’ απ’ τη λιόχαρη μέρα βιαστική. Ο γεροβοσκός συμμαζωχτός στον όχτο, ακούει το κύλισμα του νερού. Μια μικρομάνα κάθεται στη ζεστή γη, με το παιδί της αγκαλιά. Η προβατίνα γλείφει και μυρίζεται το μικρό της…

    Μες στην πυράδα του ήλιου η φοράδα γυαλοκοπά, η ελιά ασημίζει σαν ψάρι στον αφρό. Ο ήλιος καίει. Φέγγουν τ’ αγκάθια, οι βράχοι, τα ζουζούνια μεθούν μες στο φως. Πετιούνται οι σαύρες μ’ ανοιχτό στόμα κι ανασαίνουν τη λαύρα. Τα σείστρα των τζιτζικιών μετρούν τις ώρες. Χτυπούν τα μηλίγγια, σπίθες ανάβουν στο μυαλό και σβήνουν. Κουφοδρομάει η φλόγα, οι φωτιές ανάβουν, καπνίζουν οι πλαγιές καψαλισμένες. Τα χόρτα αχνίζουν. Ο βάτος βαλάντωσε, η συκιά βαριανασαίνει. Μες στον ξεπνοϊσμένο αγέρα, τ’ αριά κουδούνια λαλούν ξέψυχα, τα σκυλιά αλυχτούν βαριεστημένα. Αργά κουνάει τα ζάλα του τ’ οκνό γαϊδούρι. Λυγάει τη μέση και ξαπλώνει στο χώμα, με μάτια υπνοζαλισμένα, κλειστά. Τα πρόβατα σταλιάζουν κάτω απ’ τους πεύκους, όπου έστρωσε ο βοσκός κι αποκοιμήθη. Ούτε πάτημα, ούτ’ αναπνιά…

    Ξάφνου πήρε τ’ αγέρι και τρεμίσαν οι φωνές. Τα πρόβατα πετάχτηκαν πηδώντας και βελάζοντας. Ξυπνά κι ο βοσκός από το κάρωμα με ιδρωμένο μαλλί, τρίβοντας τα μάτια και με την γκλίτσα του τα προγκάει να τα ρίξει στα πλάγια. Παντού αχολογούν σουρίσματα, γαυγίσματα σκυλιών, κουδούνια και βελάσματα. Σειέται ο σιταρόκαμπος, αγερολούζεται ο ελαιώνας. Στα λιβαδοτόπια οι χορτοκόποι με τα μεγάλα τους δρεπάνια, θερίζουν, δεματίζουνε. Το κάρο φορτωμένο κάργα δεμάτια, δεμένα από πάνω με τριχιά, σταματά στη βρύση να πιουν νερό τα ζώα και να ξαποστάσουν, με βγαλμένα χάμουρα. Ο ιδρώτας στάζει απ’ την κοιλιά και τις μασκάλες τους, όπου οι αλογόμυγες κολλούν δαγκώνοντας κι αυτά τις διώχνουν κουνώντας νευριασμένα τις ουρές τους.

    Οι δρόμοι μάζωξαν το φως. Αργά λαλούν κουδούνια απ’ αρνάδες κι απ’ άλογα που βόσκουν μόνα. Απ’ τα ισκιωμένα πλάγια κατηφορίζει η γυναίκα σέρνοντας τη γίδα με το κουδούνι στο λαιμό. Αμολήθηκε κι η προβατίνα και τρέχει πηδηχτά στα τέσσερα. Σε γαϊδούρι ψηφοστόλιστο, πισωκάπουλα καβάλα ο παίδαρος, το τσινά από πίσω να τρέχει ως να φτάσει τ’ ακρόσπιτα…

    Μες στο χωριό άδειοι δρόμοι, τα σοκάκια έρημα, οι πόρτες κλειστές με το κλειδί στην κλειδωνιά. Λαλεί ο κόκορας, οι κότες με τα ορνίθια τους σκαλίζουν το χώμα. Ο σκύλος ξαπλώνει στο κατώφλι, με τη μούρη του χωμένη στα σκέλια. Πάνω στο πεζούλι το γαστρί, το μαλλί απλωμένο στον τοίχο. Στο φτωχό χαμώγι, η μονοκάμαρη της χήρας αξέσαστη, τα παιδιά ανάλλαγα. Ανήμπορη παλεύει δίχως ανασασμό. Στην πέτρινη σκάφη σαπουνίζει, μαζεύει τ’ απλωμένα ρούχα από το φράχτη, κόβει κουκιά. Τα βάζει στην ποδιά της βιαστική και πάει ν’ ανάψει φωτιά για το δείπνο. Το βράδυ μ’ αγάπη μιλάει στα παιδιά η αποσταμένη μάνα…

    Πιο κει, χωμένα σε ίσκιους, σπίτια με πολλά παράθυρα ανοιχτά στον αγέρα. Το φως χτυπά στα μάτια, στις άσπρες αυλές κι αντιλάμπει στους τοίχους. Αχνομυρίζει της κόρης το μάγουλο, λουσμένο με αβαγαινούς και βάγια. Κάτω απ’ την λουλουδιασμένη τριανταφυλλιά, τεμπελιάζει η γάτα. Στον ίσκιο της πράσινης ροδιάς, που κόκκινες φλογίτσες ξεπετά, συλλογάται η κόρη. Τα μάτια της κρύβουν της κάμαρας το σκοτείνιασμα… Το δουλάκι με την ποδιά, ξυπόλυτο πήρε τους δρόμους. Ο βραδινός αγέρας της σηκώνει το φουστάνι, δείχνοντας γυμνή τη γάμπα της ως τα μπούτια…

    Τα παιδιά σκόλασαν, βουίζουν οι βρύσες. Τα σπίτι, σαν καράβια μαβιά ως τα μπούνια μ’ άσπρα πανιά, ταξιδεύουν. Πέρα η κοιλάδα διαφέγγει, τα βουνά ανάβουν άχνα. Τα παλικάρια κουβεντιάζουν πάνω στα βράχια ξεμοναχιασμένα. Από τη ζέστη, αστράφτει ο ουρανός. Μες στη ζεστοκοπιά της γης που ξεκουράζεται, τα τσιροπούλια χαμοπετούν τσιρίζοντας, το χελιδόνι ψαλιδίζει τη χλόη. Τα φτερά του όρνιου χάνονται στον καπνισμένο ουρανό…

    Τη γης σκεπάζει η σκοτεινιά. Μαυρολογούν οι λόγοι. Στις βρύσες θόλωσαν τα νερά. Μέσα τους τρεμοσαλεύουν ίσκιοι. Τ’ άλογα σκιάζονται πίνοντας και γοργοπάνε στο παχνί. Τα πουλιά, στις μαζωχτές φτερούγες τους κοιμούνται, μεσ’ από βουβές σκιές ψάλλει το τριξαλούδι. Απ’ τα κλαριά κρεμιούνται τα σκοτάδια, τα λυχνάρια περπατούν μες στις στράτες. Στη σκοτεινή κοιλάδα ένα πεφτάστρι φέγγει και χάνεται. Το φεγγάρι βγαίνει απ’ το βουνό, στα κατώφλια πέφτουν οι φεγγαρίσιοι ίσκιοι. Η γη κοιμάται στην αγκαλιά της νύχτας που αγρυπνά. Βαθιά γαλήνη. Στ’ αναφτέριασμα πουλιού η κόρη ξυπνά με ταραγμένα όνειρα. Στον όχτο του ρυακιού που νανουρίζει, γρατς, γρατς, τ’ άλογα βόσκουν μες στο δροσό της νύχτας. Ο κιρατζής τ’ απόλυσε στο τριφύλλι κι έπεσε να κοιμηθεί μες σε βροχή από άστρα.

 

 

ΛΥΡΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

                                                                                     Στην ποιήτρια Θεοδώρα Ντάκου

 

Στον κρυφό μου κήπο βυθισμένος, από πίκρα που ξεχείλιζε, αναστήθηκες μορφή νέα: μελαγχολία, νόηση, σιωπή. Ο άγγελος κατεβαίνει από το μνήμα και χαϊδεύει το χορταράκι του το ανθισμένο.

    Στην πρώτη ματιά σου χαμογέλασα. Στη δεύτερη κάνω να σου μιλήσω και καταντώ να σε σκέπτομαι. Ο κόσμος σου πλάθεται μέσα μου, από ύλη σκοτεινή που λάμπει. Πονείς να μου δείχνεις, πονώ να ιδώ· ό,τι δεν μπορώ. Να βοηθηθώ, φωνάζω: «Είναι δικός σου» κι αναστενάζω βαθιά. Εσένα ή εμένα ακόμη αγαπώ; Στους χτύπους της καρδιάς μου δεν ξέρω τι ν’ απαντήσω. Η γλώσσα μου θα σου έλεγε: «Λυπήσου με».

    Με τι ντροπή είναι σμιγμένη η ευτυχία μου. Μοιάζω με κεφαλή πνιγμένου που κάθεσαι και τη στολίζεις. Στο θαλασσινό κοιμητήρι, κάτω απ’ τα κυπαρίσσια, τα μνήματα στη σειρά. Προς το βράδυ έκλαψα.

    Ξυπνώ αργά, δίχως επιθυμίες· μες στο ήσυχο φως, η ψυχή βλέπει κι ακούει. Το φως, που όταν το ‘βλεπα στα μάτια σου ησύχαζα κι όταν έσβηνε τρόμαζα και σιωπούσα. «Είναι φοβερό να κοιτάζεις σα μύωψ ή λυγξ. Καλύτερα να ‘σαι τυφλός».

    Καρφώνονται στην καρέκλα μου, σε πείσμα σκοτεινό. Θέλω να κουνηθώ, να ξεφύγω, από ένα μαγνήτισμα βαρύ. Μέσα μου νιώθω μια μανία να χτυπήσω, ν’ αντισταθώ, κι όνειρα λευτεριάς με κατακλύζουν, γεμάτα πόνους ηδονικούς.

    Συμβαίνει κάτι που δε θέλω να υποψιαστώ, που δεν τολμώ να το ξέρω. Μες στο σκοτάδι, χτυπώ τυφλά. Πού χτυπώ, τι σκεπάζω, οδυνηρό! Μ’ άναρθρες φωνές, βρίζω αισχρά. Δίνω ένα σάλτο και πάω τρεκλίζοντας. Τα τανυσμένα νεύρα πέφτουν με μιας. Θέλω να κλάψω πάνω από τάφους.

    Η σιωπή με πνίγει σαν τύψη. Τα δάκρυα παγωμένα δε στάζουν. Η μέρα μου τελειώνει δίχως εξιλασμό.

    Νύχτα: Το σκουλήκι της έγνοιας νυστάζει. Κάνω να το νανουρίσω σα μάνα. Μια φωνή μέσα μου να ησυχάσω. Μια άλλη όχι. Απόψε όλα. Βιάζομαι να φτάσω στο βυθό. Μέσα στο βάθος μου σε φώναξα. Το κεφάλι σου μαύρο, σκοτεινό, σούρθηκε ως τα γόνατά μου με βόγγους. Το σήκωσα και το φίλησα βαρύ, με μια μοιραία δύναμη.

    Τι πιο σοφό να σου προσφέρω από μια ευκαιρία συγγνώμης; Σε βλέπω σα σιωπηλό θεό, σιωπώντας.

    Σε κούρασα, που έχω κουραστεί – μια κούραση που κουταίνει το μυαλό. Βρέχει. Θα με καταλάβεις από τι υποφέρω; Αυτά που γράφω ωσότου τα διαβάσεις θα ‘χουν περάσει αιώνες. Κι ο πόνος στη θλίψη κρατά μονάχα μια στιγμή. Όλο τ’ άλλο είναι μια κουτή δυστυχία. Κάθεται και δε βιάζεται. Μα ‘ναι και πλάσματα που ζουν και πεθαίνουν στο λεπτό.

    Μεταμφιέσματα: «Στου γαιδάρου την πληγιασμένη πλάτη ήρθε και κάθισε ένα πουλάκι. Από πάνω το φεγγάρι φωτούσε ειρωνικά.» Θυμάμαι το αδέξιο ύφος μου μες στο δωμάτιο. Έμασα από χάμω τα χαμόγελα. Ένιωθα να με κατρακυλούν από σκάλες… Έκανα μέρες να συνέλθω…

    Κρεβατωμένος δίχως πυρετό, σχεδιάζω τις εξομολογήσεις μου: «Τα μάτια γεμάτα απ’ την ταπείνωση της μητέρας.» Ακούω τον πράο λόγο της: «πρέπει να ζητάμε για όλα μας συγχώρεση.» Μαλακώνει ο πόνος μας, όταν μας συγχωρούν.

    Αν σε φιλούσα μονάχα, θα μπορούσες να καταλάβεις τι έχει μέσα μου συμβεί. Πώς μπορείς να με φαντάζεσαι έτσι; Γιατί δε με προσέχεις; Μήπως σ’ αγαπώ γιατί μ’ αγαπάς, κι όχι γιατί είσαι Εσύ;

    Διψούν τα μάτια μου από σε. Σα να ‘σαι ξαπλωμένη μέσα σε λουλούδια. Α, να μπορούσα να ‘μαι μαζί σου σε μια άλλη ζωή…

    Κοιμούμαι κουρασμένος και ξυπνώ στ’ όνειρο. Μες στο χειμώνα στοχάζομαι την άνοιξη: ρόδινα, άσπρα μπουμπούκια σε κλαδιά γυμνά. Έξω απ’ το φράχτη, που πηγαίναμε άφωνοι, θυμάμαι χαμογελάσαν τα μάτια σου: «Μπορείς να μου κόψεις από κει μέσα το τριαντάφυλλο;»

   Τόση χαρά, ύστερ’ από τόση στέρηση· άκουσα τη φωνή σου κι οι δρόμοι γεμίσαν από πουλιά. Όλη τη μέρα λουλουδίζεις μέσα μου γεμάτη νιάτα, που τα στερούμαι εγώ. Πάρε με μαζί σου σα μια λίγη χαρά, σαν όνειρο, που δεν υπάρχει.

    Ονειρέψου με, όπως σε ονειρεύομαι, μ’ ήμερη λύπη. Το βράδυ φθάνει σα σιωπηλή ονειροπόληση. Στο ήσυχο θαμπό φως, κάθομαι, κουρασμένος απ’ οράματα.

    Ετοιμάζομαι για πού; Είμαι μόνος και αγρυπνώ. Ετοιμάζομαι να πάω παντού, να τα δεχτώ όλα.

    Στη νύχτα όταν γύρισα τα μάτια μου, σ’ είδα σα να ‘σουν εσύ η νύχτα. Πελώρια η πλώρη του καραβιού μες στο σκοτάδι. Το ταξίδι μου ήταν για σένα.

    Η άνοιξη ήρθε βιαστική και μ’ αναστάτωσε. Κάθε τόσο κάνω ερχομούς με το νου μου. Το καροτσάκι μου τρέχει φορτωμένο τρέλες. Να ‘ρθω να δω τα μάτια σου, να πιάσω ένα κουμπάκι από σένα, να χαρώ τη βεβαιότητα· μα πώς; Έβαλα το καινούριο μου πουκάμισο, για να πεις πως ήρθα.

    Ας κοιτάξω έξω απ’ το παράθυρό μου: «Κλωνί μηλιάς ολάνθιστο, τι είναι πέρ’ απ’ το θάνατο;» Με τ’ όνειρο μισεύω μες στον αγέρα που φρεσκάρισε. Μεσ’ απ’ τα φύλλα που κουνήθηκαν, σηκώθηκε της καλλονής το πρόσωπο. Από τα μάτια ξεπετούν πουλιά, τα μπράτσα κλώνοι με καρπούς, χείλη δροσιάς φιλούνε τη φτέρνα…

    Μια κατσίκα και δυο γυμνά γυναικεία πόδια με κάνουν να ζω. Στην πράσινη χλόη, σκιρτώ σα Σάτυρος να σε κουτουλήσω. Έτσι μονάχα σ’ αισθάνομαι δική μου. Σαν ένας «φαύνος» της φαντασίας μου.

    Πονεμένη ηδονή να είσαι μόνος. Ένα βέλος σε διαπερνά, και δεν ξέρεις από πού βάλλεσαι. Η άνοιξη μου φόρεσε τη χλαμύδα του Νέσσου. Με γλείφουν ανικανοποίητες φλόγες.

    Απ’ το πρωί μέσα στους κήπους γυρεύω την παρουσία σου. Βλέπω τα λουλούδια και θαρρώ πως έρχεσαι. Ακούω τα τζιτζίκια που φλυαρούν και ζηλεύω, που δε βρίσκω τι να σου πω: «Βασίλευε ο ήλιος που σ’ είδα κάτω απ’ τη βερικοκιά. Είδα την πλάτη σου, εσύ έφευγες.»

    Σε γύρεψα παντού με πόνο. Όλη τη μέρα ο νους μου γύριζε σε σένα. Από σένα γύρεψα να κόψω το τριαντάφυλλο για το Θεό της αγάπης.

    Έτσι τέλειωσε η μέρα, που κουράστηκε να ραίνει λουλούδια.

 

 

ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ

(Ερμηνευτικός επίλογος)

 

Τι βάρος από συναισθήματα και σκέψεις, σε μορφή μουσικού συλλογισμού! Κάθε τι που έχει απεριόριστα τα όρια, μας κάνει στοχαστικούς, με την επισημότητα της θλίψης, που συγκυρνά μετριάζοντας τις υπερβολές.

 

    Τι άλλο μπορεί να ‘ναι η ποίηση παρά να σιωπάς και να ονειρεύεσαι; Τ’ όνειρο τονώνει την ευαισθησία κάνοντας όλα να υπακούουν σ’ ένα βαθύτερο ρυθμό.

 

    Να ζούμε καθημερινά μια καινούρια ζωή κι ας μην τρέμουμε τους πεθαμένους που έχουμε μέσα μας, αν θέλουμε να πάμε κάπου αλλού, σε άλλο κόσμο.

 

    Να περιμένεις το νέο, που δεν ήρθε ακόμα, μα υπάρχει. Κλείσε τα μάτια σου και θ’ ακούσεις το τραγούδι, που θα σ’ αναταράξει βαθιά. Να ‘σαι σ’ ένα κόσμο πάντα νέο, ανεξάντλητο και δίχως όρια.

 

    «Ένας νέος είκοσι χρονώ μόνος, μέσα στο συλλογισμένο δείλι.» «Ένας πεθαμένος νέος, μένοντας νέος για πάντα.» Πόσο καλό κλείνουν μέσα τους οι νέοι έφηβοι. Τι σεβασμό που σου επιβάλλει η αγωνία τους!

 

    Η αγωνία δεν μπορεί να λείψει από την εποχή μας· πάντα υπάρχει αγωνία, όπου υπάρχει πνεύμα: Γιατί με ό,τι επικρατεί δεν ικανοποιείται και ψάχνει να βρει μια δική του διέξοδο.

 

    Αχ… να μπορούσαμε, να μπορούσαμε, λέμε συχνά. Τι ούτ’ εμείς δεν ξέρουμε. Κανείς δεν είναι βέβαιος για κείνο που επιθυμεί.

    Πόσο γρηγορότερα δουλεύει το αίσθημα από τη σκέψη. Μας συνεπαίρνουν τα αισθήματα όταν είναι έντονα, μα σε κάθε αίσθημα που κορυφώνεται, ακολουθεί το αντίθετό του.

 

    Το καλύτερο μέρος μας βρίσκεται στα αισθήματά μας. Και πάλι στα αισθήματα των άλλων, χρωστούμε το καλύτερό μας. Είναι μια πλουσιότητα η φιλία, ένα ξεχείλισμα, προς εκείνο που αγαπούμε. Το πιο πολύτιμο στη ζωή είναι να δένεσαι με δεσμούς, να αναπνέεις μες στην ανάσα του άλλου.

 

    Ο κόσμος είναι ιστορία. Πόσα πρόσωπα, πόσα πράγματα και το καθένα με τη δική του ιστορία, γι’ αυτό και τέχνη θα πει να σκέφτεσαι μ’ έναν άλλο, μ’ όλους μαζί, μ’ ολόκληρο ένα κόσμο μέσα στο κεφάλι σου.

 

    Πάντα ποθούμε ό,τι δεν μπορέσαμε. Κι αγωνιζόμαστε. Το αληθινό πνεύμα βγαίνει από τον αγώνα και την κόπωση. Μια παρόρμηση να μείνεις όρθιος, ν’ αγρυπνήσεις, να νιώσεις την ένταση, πέρ’ από τη φθορά. Η κούραση έχει στο βάθος της μια ηδονή, που σε φέρνει στον ίλιγγο, εκεί που είναι όλα μπερδεμένα, που δεν μπορείς να συλλάβεις άλλο τίποτα μέσα στο κεντρικό μηχανοστάσιο, παρά μονάχα μια κίνηση, μια κολοσσιαία ασύλληπτη κίνηση, μια ηδονή απ’ τη φθορά, μια αδιαφορία για το θάνατο.

 

    Η «ακαδημία» επειδή σταμάτησε, νομίζει ότι όλα σταμάτησαν, ακόμη και ο θάνατος. Γι’ αυτό ονομάστηκαν τα μέλη της «Αθάνατοι».

 

    Σε στιγμές βαθιές δεν μπορείς παρά να είσαι μόνος. Οι μαύροι ίσκιοι κι η σιωπή. Τα μάτια χώνονται βαθιά και βλέπουν τέρατα. Σα ν’ ακούς αλλόγλωσσους δούλους, γεμάτος φόβους.

 

    Το μεγαλύτερο κέφι το ‘χουν οι τρελοί. Βλέπουν μαύρα φύλλα μέσα σε ασημένια σούρουπο… τι διασκέδαση για ένα ψυχολόγο…

 

    Ο καθένας έχει τις ορμές και τις τρέλες του, που μας χωρίζουν, αν κι είναι τόσο όμοιες. Ο μικρός αδερφός μου δένει τη γραβάτα. Ο μεγάλος στεναχωριέται. Ο ξάδερφος στήνει τ’ αυτί να κρυφακούσει. Σε μια στιγμή μένω μόνος. Περπατώ με μεγάλα βήματα, Ελεύθερος…

 

    Μέσα στον κόσμο μας σαστίζει η έγνοια για τους άλλους. Όμως, «ουαί υμίν εάν πάντες είπωσιν ευ». Να ‘σαι ριζωμένος με πίστη στο δικό σου, σαν δέντρο στα βράχια και να περιμένεις. Το φως δε σκοτίζεται παρά μονάχα για μια στιγμή.

    Όσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος, τόσο δεν έχομε συλλάβει την έννοιά του. Άλλα περιμένουμε κι άλλα μας βρίσκουν. Στο βάθος του ορίζοντα κάτι αόριστα μπουμπουνητά, μια θύελλα, που σπούσε μακριά και δεν έφθασε.

 

    Σκέφτομαι τι να’ ναι η αλήθεια. Τίποτε πιο ψέμα από το συγκεκριμένο. Η αλήθεια είναι ένα βλέμμα στην καθαρή, άπειρη έκταση. Κι η πιο ωραία αλήθεια, η ανοιξιάτικη τρέλα μου.

 

    Οι μέρες μου περνούν γρήγορα. Θαρρώ πως τρέχω ξοπίσω τους και δεν τις προφθαίνω. Το ξανθό χώμα ροδίζει σα σάρκα. Βλέπω να ξεκινά από κει η ζωή και να φουντώνει μέσα στον αγέρα. Όλα σκιρτούν μες στα κύματα του Έρωτα – πηγή και τροφή όλων των αισθήσεων, που τα φύλαξαν μέσα στη μνήμη βαθιά. Ας αφεθούμε στη σιωπηλή τους ονειροπόληση.

 

    Η άνοιξη μου ‘φερε το μεγάλο μήνυμα: «Ζήσε τη χαρά του πνεύματος και τη σοφία των αισθήσεων.» Ζήσε κείνο που είσαι μέσα στη φαντασία σου.

 

 

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA