Ο ΚΟΚΟΡΕΛΗΣ

                            

Του Αλέκου ΔΡΑΓΑΝΗ

 

Το δειλινό του Νοέμβρη κυλάει ήρεμο, γαλανό και γεμάτο απ’ τη μελαγχολία των σύντομων ημερών του φθινοπώρου. Ο ήλιος τραβά πίσω απ’ τα ψηλώματα τις τελευταίες του αχτίνες, κι οι ίσκιοι πέφτουν βιαστικοί στα παραπήγματα, σκεπάζοντας κάθε τους αθλιότητα μα και καθιστώντας βαρύτερη την αγωνία των αρρώστων. Τώρα, όσο θα παίζουνε ακόμα αναλαμπές επάνω στις σάλπιγγες των κληρωτών στο Γουδί, πλήθος παράφωνοι αχοί θα γεμίζουν τον αέρα, έτσι, που ακούγοντας τους κανείς απ’ το σανατόριο, θαρρεί πως κάποια τεράστια φούσκα -από κείνες τις αγιοβασιλιάτικες- ξεθυμαίνει από πολλά μαζί στόμια, επάνω στο πλαϊνό απέραντο γήπεδο.

Η «6η παράγκα» λουφάζει. Είναι τέτοια θλιβερή κι αραχλή οικοδομή, που αν το Πένθος άφηνε καμιά φορά τους μαύρους του ερημότοπους κι έψαχνε να βρει ανθρώπινη κατοικία για να κονέψει, θα σταματούσε μπρος στην πόρτα της και, χτυπώντας το ραβδί του πάνω στο πεζούλι της, θα ’λεγε: «Να, εδώ».

-Πάει κι αυτή η μέρα, λέει κάποιος στο β’ θάλαμο.

-Και βάλαμε χέρι και στη νύχτα, αποκρίνεται ένας μικρός δεκατεσσάρω χρονώ, με προφίλ αρχαίου Έλληνα.

Είναι παράξενο που βρίσκεται ένα τόσο παιδί σ’ αυτό εδώ το παράπηγμα όπου όλοι οι νοσηλευόμενοι είναι άντρες. Όταν το φέρανε οι δικοί του του είπαν: «Κάθησε προσωρινά αυτού ώσπου ν’ αδειάσει καμιά θέση στ’ Αμερικάνικο και να σε βάλουμε μαζί με τα παιδιά». Όμως, τέσσερις μήνες από τότε, η θέση ακόμα δε βρέθηκε. Βάζει στο στόμα του το θερμόμετρο και γέρνοντας πίσω στα κάγκελα του κρεβατιού του, κοιτάζει μ’ ενδιαφέρο έναν νεοφερμένο. Μα τούτος μοιάζει σα να μη μπορεί ακόμα να χωνέψει πώς βρέθηκε αυτού, κι έχει ολοένα το βλέμμα του καρφωμένο στο παράθυρο αντίκρυ του, σαν κάποιος να του γνέφει από κει, ή απ’ το  βουνό, πέρα. Ίσως η Υγεία, που πλάνα σαν την άνοιξη ροβολά ανάμεσα στις κουμαριές και τα σχοίνα, μη στρέγοντας ποτέ να κατηφορήσει ως εδώ όπου αλωνίζει μόνος ο θάνατος. Του περνά απ’ την ιδέα του μικρού ότι ο νέος καθώς κοιτάζει έτσι αμίλητος θα σχεδιάζει πώς να το σκάσει. Σε τέτοια μαύρη απελπισία παράδερνε κι αυτός τις πρώτες μέρες-μιαν απελπισία που δύο φορές τον έσπρωξε να το σκάσει, αν και ανώφελα- και γι’ αυτό τώρα θαρρεί πως βρίσκεται μες στην καρδιά του νέου. «Έχεις κοντά σου και το βασιλικό» του ’χε πει εδώ και λίγο για να τον παρηγορήσει, μα ο άλλος ήταν πολύ ζοφερός, πολύ αγαναχτισμένος, και, ρίχνοντας μια περιφρονητική ματιά στον τενεκέ, αρκέστηκε να πει: «Αυτός μου έλειψε».

-Ω διάολε! Ξανακούγεται τώρα ο Κοκορέλης, καθώς κοιτάζει το θερμόμετρο.

-Πόσο έχεις; στρέφεται ξαφνικά και τον ρωτάει μ’ ενδιαφέρον ο νέος.

-Τριάντα οχτώ και έξη. Υποψιάζεται όμως ότι αυτός, που ’ναι πολύ καλοστεκάμενος, τον λυπάται, κι ο οίκτος είναι ίσα-ίσα κείνο που σιχαίνεται. Ανασηκώνεται λοιπόν στο κρεβάτι του κι αρχίζει να πειράζει κάποιον έξω στη βεράντα: «Καραμαλή, ε Καραμαλή!». Μετά το φαΐ κάποιος προτείνει να πει ένα αίνιγμα. Όλοι σωπαίνουν ν’  ακούσουν.

-Κτίζανε κάποτε -αρχίζει αυτός- μιαν καμινάδα· μα όταν ο μάστορας έφτασε στην κορφή η σκαλωσιά χάλασε…

-Ω διάολε! Πετάγεται απ’ τη γωνιά του ο Κοκορέλης.

- Ο μάστορας έμεινε πάνω· ήτανε όμως και κουφός και μουγκός…

-Άκου, άκου τι λέει! ξαναπετάγεται ο μικρός. Αν είναι δυνατό! αρχιμάστορης…

               Κάποιος γέλασε πάνω αυτού και παράσυρε και άλλους. Ο αινιγματάς τσαντίζεται και φοβερίζει το μικρό πως θα τον δείρει· επεμβαίνουνε οι άλλοι ν’ αποτελειώσει πρώτα το αίνιγμα, κι ενώ ο Κοκορέλης ξεστομίζει απανωτά: «Βρε το παλληκάρι!» ο άλλος συνεχίζει:

            -Θέλω τώρα να μου πείτε τι του ’γνεψε από κάτω η γυναίκα του να κάνει, κι αυτός το ’βαλε ευθύς σε πράξη και μπόρεσε να κατέβει απ’ την καμινάδα!

            «Ας ξαναβάλω θερμόμετρο» συλλογίζεται, ο Κοκορέλης, με την κρυφή ελπίδα μήπως κατέβηκε ο πυρετός του μερικές γραμμές, κι αφού το βάλει, ξαπλώνεται ν’ ακούσει τη λύση. Γρήγορα όμως τα μάτια του σφαλούν κι αποκοιμιέται έχοντας το θερμόμετρο στο στόμα ως το πρωί.

 

                                                                        ***

            Η Πέμπτη κι η Κυριακή είναι μέρες των επισκέψεων. Δισταχτικοί, θλιμμένοι, προβαίνουν οι επισκέπτες στο σκοτεινό θάλαμο, και πιο συχνά η μητέρα ενός κατάκοιτου, του Μιχαλούλη του κιθαριστή, μια γριούλα χαροκαμένη, λιγομίλητη. Οι περισσότεροι έρχονται στον αινιγματά, τσούρμο σωστό, από θηλυκά προπάντων. Μια μέρα ήρθε μαζί με τη γυναίκα του και κάποια κυρία, αψηλή, παχιά, που το έμπα της σκόρπισε το άρωμα μες στο θάλαμο. Κάθισε πολύ καταδεχτικά στο κρεβάτι του κι έπιασε να του μιλεί. Ο Κοκορέλης μάταια απαντέχοντας ν’ ακούσει καμιά γνώριμη περπατησιά στη βεράντα, δε βάστηξε στο τέλος και φώναξε μ’ αληθινή πίκρα, απ’ τα βάθη της καρδιάς του:

            -Αχ, πού ’ναι ο γιος σου μανούλα!...

-Καλέ, ποιο είν’ αυτό; στράφηκε ξαφνιασμένη η κυρία.

Οι άλλοι άρχισαν να τον πειράζουν λέγοντας πως οι δικοί του τον έφεραν εκεί για να τον ξεφορτωθούν, κι ο Κοκορέλης, που ’θελε να ξαλαφρώσει απ’ την αγωνία του, τους απαντούσε χλευάζοντας.

-Βρε το άθλιο! έλεγε σε κάθε απάντησή του η παχιά κυρία, στυλώνοντας επάνω του τα διαπλατωμένα, γεμάτα απορία μάτια της. Για έλα δω, βρε μικρέ!  τον φωνάζει σε μια στιγμή.

Ο Κοκορέλης με ύφος ανθρώπου που νιώθει την εντύπωση που προκαλεί, δίχως ωστόσο και να το παίρνει απάνω του, σηκώνεται και πάει· κοντανασαίνει όμως φοβερά.

-Ωχ, αδερφέ!  δε θα το πάρω και σκασίλα... Θένε ας έρθουν, θένε ας μην έρθουν, λέει για να προλάβει τυχόν φανερώματα οίκτου στην κυρία.

-Για κάτσε λοιπόν εδώ να τα πούμε -και του ’κανε θέση δίπλα της. Από πού είσαι;

-Απ’ την Αλωνιά.

-Αλωνίτης είσαι; Είμαστε βλέπω και πατριώτες – κι ήταν ολο χαρά η χοντρή καλόκαρδη κυρία. Δε μου λες… Πώς βρέθηκες αυτού;

-Δούλευα γκαρσόνι. Πήγαινα την αυγή κι έφευγα τα μεσάνυχτα. Ανέβαινα εκατό φορές τη μέρα μια μεγάλη σκάλα που μου κρέμαγε τη γλώσσα μια πήχη έξω. Ίδρωνα κιόλας. Έτσι μια μέρα άρπαξα την πλευρίτιδα. Πήγα όμως πάλι να δουλέψω. Μια μέρα κάτι νιώθω ν’ ανεβαίνει στο λαρύγγι μου: κάνω έτσι, και, χλαπ, βγάζω ένα πεντόλιρο· σε λίγο στο σπίτι, έβγαλα ολόκληρα καλαπόδια.

Τα ’πε αυτά με τέτοια απάθεια ο Κοκορέλης, που η καλή κυρία δίχως να θέλει γέλασε. «Βρε το άθλιο!» ξανάπε πάλι κοιτώντας τον με συμπόνια μα και απορία.

-Κι είχε τώρα δα τριάντα εννιά πυρετό, είπε απορώντας κι ο διπλανός του.

-Την άλλη μέρα, συνέχισε αδιάφορα ο Κοκορέλης, φέραν  γιατρό. Μου βάλαν κάτω απ’ το κεφάλι δέκα μαξιλάρια, κι έφαγα ως μιάμιση κολώνα πάγο. Ύστερα με φέρανε εδώ. Στους γειτόνους είπαμε πως έπαθε η καρδιά μου και μ’ έστειλαν στο Νοσοκομείο των Παίδων κι έτσι με νομίζουν και καρδιακό.

Άλλα γέλια απ’ την κυρία, ενώ οι άλλοι κοιτούσαν τώρα τον Κοκορέλη σα να τον έβλεπαν για πρώτη φορά, ή σα να είχαν μόλις τότε ανακαλύψει σ’ αυτόν μιαν αξία που ως τη στιγμή την αγνοούσαν.

Έν’ απόγεμα ήρθε ο αδερφός του μ’ έναν φίλο του. Κάθισαν άκρη άκρη στο κρεβάτι του, κι ο αδερφός του αφού του ’κανε μερικές τυπικές ερωτήσεις, σώπασε σα μικρό παιδί που δεν έχει τι άλλο να πει. Ο μικρός φλεγότανε απ’ τον πόθο να κουβεντιάσει μαζί του, κι όλο και πάσχιζε κάτι να βρει για να πει, ή ρωτούσε για τρίτη και τετάρτη φορά τι κάνουν στο σπίτι. Μα οι μουσαφιρέοι του δεν έκαναν άλλο παρά να του νεύουν και να κοιτάνε τους τοίχους ένα γύρω ή όποιον απ’ τους αρρώστους τύχαινε να μιλεί. Στο τέλος, βγάζοντας ο αδελφός του μερικά ψιλά του τα πάσαρε πάνω απ’ την κουβέρτα, κ’ έφυγαν κ’ οι δυο δίχως να του δώσουνε το χέρι τους.

           

                                                            ***

Το χώμα είναι παντού νοτισμένο. Ο ήλιος τραβά το πρωί απ’ τη χλόη την υγρασία που τη βλέπεις ν’ ανεβαίνει σχηματίζοντας διαφανές κουρτίνες κάτω απ’ τις φυλλωσιές. Απ’ την αυγή ακόμα οι σάλπιγγες αρχινούν και στριγγλίζουν στις πλαϊνές απέραντες απλωσιές, που λες πως είν’ εκεί τίποτα τέρατα αμολυμένα, ενώ φτάνουν από μακριά καλπασμοί και τραγούδια φαντάρων.

Ο Κοκορέλης κατάκοιτος τώρα παρακολουθεί την ατελείωτη παρέλαση των συννέφων απ’ την κορφή του βουνού, νιώθοντας σα να του κάθονται στο στήθος. Τη μια πάνω στην άλλη σκύβει να δει κάτω απ’ το γείσο της βεράντας, μήπως έχουν επί τέλους σκοπό να ξεκουμπιστούν, μα πάντοτε τα βλέπει πυκνά και απειλητικά να τραβάν το ’να κατόπι στ’ άλλο, κι όλο να τραβάν.

Ως τις γιορτές είδε δυο φορές το βουνό χιονισμένο ως κάτω, και στην καλοσύνη που ακολούθησε, μόνο αυτός δεν μπορούσε να σύρει το βήμα του έξω απ’ την παράγκα και να χαρεί λίγον ήλιο.

Ανήμερα Χριστούγεννα έρχονται οι δικοί του. Κάθονται γύρω του, του μιλούν, τον γκαρδιώνουν· κι αυτός στη μέση, με μάτια υγρά, ρωτά για τις υποθέσεις τους, για το σπίτι, σα μεγάλος άνθρωπος που η αρρώστια τον τράβηξε μακριά απ’ τη φαμελιά του. Φεύγουνε τάζοντάς του για δώρο, πως δίχως άλλο θα φροντίσουν να μεταφερθεί στο Αμερικάνικο.

Περνούν με την ελπίδα αυτή κάμποσες μέρες. Όχι πως θέλει να πάει εκεί για καλύτερα, μα επειδή ελπίζει πως εκεί θα του περάσουν όλα σαν από θαύμα. Αυτό σκέφτεται ένα μεσημέρι, καθώς βλέπει τις στάλες της βροχής να αλλάζουν εξωτικά χρώματα στις άκρες των βελονόφυλλων, ύστερ’ απ’ την πρωινή μπόρα, και τα σύννεφα να κατρακυλούν πίσω απ’ τη βουνοκορφή αφήνοντας ολοκάθαρο τον ουρανό. Το απόγεμα πετάγεται από τον ύπνο του με την ιδέα πως άκουσε γιορτιάτικες καμπάνες να χτυπούν· βάζει θερμόμετρο και βλέπει ότι έχει σαράντα. Ξαναπέφτοντας πάλι σε βύθος, βλέπει το δάσκαλό του να τον μαλώνει κ’ ύστερα να κάνει πως τον χτυπά, ενώ αυτός του φωνάζει: «Όχι, Κύριε, δεν έφταιξα· δε φταίω εγώ, Κύριε».    «Σιγά, μη χύσεις τους καφέδες…» έρχεται ύστερα η φωνή του αφεντικού του. Να, τώρα, σ’ ένα ηλιόλουστο ακρογιάλι με τη θάλασσα απλωμένη εμπρός του σαν καθρέφτη· κοιτάζει γύρω του: Κανένας. Βγάζει βιαστικά τα ρούχα του πάνω στην άμμο και τρέχει τσίτσιδος να βουτήξει στο νερό. «Τί κάνεις;» ακούει απάνω εκεί κάποιον να του λέει. Αλαφιάζεται, ξυπνά, και βλέπει από πάνω του το Χρύσο -έναν φίλο του άρρωστο που ’χε από καιρό φύγει απ’ την 6η. Συνέρχεται, κάτι θυμάται και λέει μόνο: «Πάει ο Σταύρος». «Ποιος Σταύρος;» «Κείνος ο κοκκινομάλλης, στη βεράντα… πλάι στην πόρτα. Τον κουβάλησαν στα «καμαράκια» και τώρα ξεψυχάει».

Όμως γιατί τον κοιτάνε τώρα όλοι με συμπόνια; Γιατί πια δεν αστειεύονται μαζί του; Πότε δεν του ’χανε φερθεί έτσι…Τι τρέχει; Θέλει να τους φωνάξει ολονών πως δεν συμβαίνει δα και τίποτε!...Πλευρίτιδα έχει -που θα την άρπαξε φαίνεται σε κείνο εκεί το στενό την ώρα που έπαιζε βώλους δίχως σακάκι, ενώ φυσούσε, Τη νύχτα της πρωτοχρονιάς πέφτει σ’ ένα λήθαργο απ’ όπου κάθε τόσο ξεπετάγεται, κι όλο απορεί γιατί τάχα να μην ξημερώνει. Κάποτε νομίζει ότι, να, ξημέρωσε, μα πάλι καταλαβαίνει πω τον γέλασε το φεγγάρι, και πέφτει πάλι σε βύθος, όπου ξαναζεί περασμένα επεισόδια της ζωής του, παραμιλώντας ολοένα κι ύστερα πάλι ξυπνά και θυμάται ξαφνικά ότι βρίσκεται στην «6η παράγκα» φθισικός, και μια αγωνία τότε διατρυπάει τη καρδιά του σαν κοφτερό σπαθί. «Δεν είναι τίποτα· εδώ είναι άρρωστοι τόσοι!» παρηγοριέται. Κοιτάζει στο παράθυρο μήπως δει στο βουνό την αυγή να χαράζει, μα του κάκου· μόνο μια γυναίκα που περπατεί κάτω απ’ τα κυπαρίσσια λευκοντυμένη. Τώρα έρχονται καταπάνω του δύο άντρες με άσπρες πουκαμίσες, κρατώντας στα χέρια τους ένα φορείο. «Ω, διάολε! Δεν είμ’ εγώ αυτός που ζητάτε, μάγκες! Εμένα θα με παν στο Αμερικάνικο· έπαθα πλευρίτιδα, και να μην κολλήσω…».

Σε λίγο που ξαναξυπνά, βαθύ σκοτάδι απλώνεται μπροστά του. Να το που ’ρχεται στριφογυρνώντας σε δίνες που απειλούν να τον καταπιούν, μα πάλι ξεμακραίνουνε και σβήνουν στο παράθυρο του βάθους, όπου κοιμάται ο ναύτης. Μια φορά ακόμα που ξαναξυπνά και βλέπει σκοτάδι, υποψιάζεται πως σίγουρα κάτι θα συμβαίνει. Πάει, αυτή η νύχτα δε θα ξημερώσει! Ρίχνει μια ματιά στα κρεβάτια εκεί κοντά του, και τ’ αγροικάει βουβά και σκοτεινά σαν τάφους. «Τι να ’χουν πάθει -αναρωτιέται- και κανείς τους δεν πήρε «είδηση;» Κάνει να φωνάξει: «Παιδιά, ε παιδιά! Ξυπνήστε!...» μα η φωνή του πνίγεται στο λαρύγγι. Στα κρεβάτια κανείς δε σαλεύει. Θεέ -αχ! Αξημέρωτη νύχτα.        

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Επιστροφή στην Ανθολογία από τα Ελεύθερα Γράμματα

Αρχική σελίδα KEIMENA