ΚΩΣΤΑΣ ΦΑΛΤΑΪΤΣ

 

ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΑ ΓΛΕΝΤΙΑ

 

Κάτω στο υπόφραγμα[1] του θωρηκτού χτυπούσεν από ώρα η φυσαρμόνικα. Ήσαν ήχοι γεμάτοι από ανατολίτικο πάθος και από κάποια παράξενη θερμότητα που έκαναν τους ναύτες να βλέπουν πάνω από τα κεφάλια των μέσα από τους φεγγίτες πιο κίτρινο και πιο μελαγχολικό το φως του φεγγαριού.

Κάτω στο υπόφραγμα η φυσαρμόνικα δεν εκουράζετο να χτυπά και να μαλακώνει την αισθηματολογία του απόκοσμου σωρού των ναυτών. Τριγύρω από τον πάγκο που εκάθητο ο θερμαστής με τη φυσαρμόνικα βρέθηκαν όρθιοι, καθισμένοι, ξαπλωμένοι πάνω στη σκούρα λαμαρίνα ένας σωρός ναύτες, νέα όλοι παιδιά κληρωτοί. Άκουαν και ανατινάζοντο κάθε τόσο σε αναφωνητά από ενθουσιασμό και τα χέρια των και τα πόδια των εκινούντο και εχτυπούσαν πάνω στο ρυθμό του ήχου.

Εκείνο το χειμώνα το πλήρωμα του «Αβέρωφ» διασκέδαζεν έτσι όλο με τη μουσική. Σ’ άλλο υπόφραγμα έπαιζεν η φυσαρμόνικα, σ’ άλλο χτυπούσε το μανδολίνο και η κιθάρα, σ’ άλλο εσφύριζε το σουραύλι ή εγόγγυζε η γκάιδα. Διασκέδασις από τις έξι ως τις οκτώ ύστερα η σάλπιγγα εχτυπούσε κατάκλιση.

Τα διαμερίσματα που έμοιαζαν με εργοστάσιο αντηχούσαν τις ώρες αυτές από τους ήχους των οργάνων, από τα τραγούδια, από τα γέλια, από τα χτυπήματα των ποδιών που χόρευαν. Καμιά φορά έπαιζαν και πέντ’ έξι όργανα από την μπάντα του καραβιού. Η σάλπιγγα εχτυπούσε πρόσκληση μουσικής και οι ναύτες από την ίδια στιγμή επερίμεναν. Άλλοι καβαλίκευαν τις διπλωμένες μπράντες[2], άλλοι εστηρίζοντο στα αιωροθέσια, άλλοι ήσαν ξαπλωμένοι ή όρθιοι. Τα όργανα εχτυπούσαν με προθυμία καλαματιανούς, συρτούς, μπάλους, χασάπικους, τσάμικους, γιαννιώτικους, ύστερα δεν αργούσαν να πηδήσουν ένας δυο στη μέση και άρχιζε ο χορός.

Σιγά σιγά όμως η μουσική συνέπαιρνε και χορευτές και οργανοπαίχτες. Ο δίοπος[3] που εχτυπούσε γκραν κάσα[4] εσκέπαζεν όλο το θόρυβο με τον αλαλαγμό του οργάνου του. Δεν ήτο παίξιμο αυτό. Ήτο άγριο ούρλιασμα και βοητό τρικυμίας. Το χέρι του εσηκώνετο ψηλά και έπεφτε ύστερα με θυμό απότομα, αλύπητα, σαν σεισμός στο δέρμα της γκραν κάσας.

Μπαμ μπουμ. Μπαμ μπουμ. Μπαμ μπουμ.

Τα πιατίνια εστρίγγλιζαν, ωρύοντο σαν λύκοι και σαν τσακάλια, εγρύλλιζαν σαν σφαζόμενοι χοίροι. Και ο κόπανος της κάσας έπεφτεν αλύπητα, ακούραστος, αιμοχαρής, στη δυστυχισμένη μεμβράνη. Το πρόσωπο του μουσικού ελούζετο από ιδρώτα, τα μαλλιά του υγρά κολλημένα επάνω στο κούτελο τού εσκέπαζαν τα μάτια. Το όργανο τον εμεθούσε, τον ετάραζε, του άνοιγε τις πύλες εις τα όργια των καννιβαλικών εορτών. Τα ρουθούνια του έκαιαν και επετούσαν ζεματιστούς αχνούς. Η αναπνοή του θυελλώδης του ανεβοκατέβαζε το στήθος. Σιγά σιγά εμεθούσαν και οι άλλοι μουσικοί από το θόρυβο. Το ταμπούρλο εκροτάλιζε σαν κυλιόμενο βαρέλι. Τα κλαρίνα υλακτούσαν, οι μπάσες εβρυχώντο, τα τρομπόνια εξέσχιζαν τον αέρα ανατριχιαστικά και η μαλακιά μελένια κλαπαδόρα[5] εξέρνα βακχικούς ήχους που απέπνεαν χασίς και όπιο.

Οι φλέβες των μουσικών εφούσκωναν στο λαιμό μέχρι διαρρήξεως και έδειχναν κόμπους κόμπους. Τα μάτια των εκινδύνευαν να πεταχθούν έξω, και η αναπνοή των έτρεχε κάτω από τα στόμια των οργάνων σε πυκνές σκούρες σταγόνες νερό. Έπαιζαν αδιάκοπα χωρίς σταμάτημα, χωρίς ανάσα. Και το τραγούδι όλο και συνέπαιρνε. Άλλοι ναύτες τραγουδούσαν και άλλοι ανακατεύοντο στη μάζα του χορού. Όσοι δεν εχόρευαν στο γενικό χορό εσχημάτιζαν πιο πέρα δικούς των μικρότερους κύκλους. Δεν υπήρχε πια ρυθμός, χρόνος, μέτρο, ακρίβεια. Τίποτα δεν υπήρχε από τάξη ούτε στους χορευτές, ούτε στη μουσική.

Στο διαμέρισμα μόνο που έπαιζεν η φυσαρμόνικα μέσα στον κύκλο των νέων ναυτομηχανικών τα πράγματα ήσαν πιο ήσυχα, μα γι’ αυτό πιο μελαγχολικά. Ο γερο-εθελοντής που ήρθε και ανακατεύθηκε στο χορό των κληρωτών δε μιλούσε και όλο έστριβε το μουστάκι και κινούσε το κεφάλι του. Κανένας ακόμη δεν τον είχε πάρει είδηση. Εγύριζε κάθε βράδυ αμίλητος τη μια και την άλλη παρέα χωρίς κανείς να τον προσέχει, χωρίς να τον τραβήξει κανείς στο χορό, χωρίς να του ειπεί κανείς να λάβει μέρος στο γενικό τραγούδι, στη γενική βοή. Η ηλικία του, που τόση διαφορά είχε από τα παιδιάτικα χρόνια των κληρωτών, τον έκανε ξένο και στις χαρές των και στα γλέντια των. Μα μέσα στο καράβι η ιστορία του γερο-εθελοντή δεν ήτο διόλου άγνωστη.

Από κάποιο νησί του κάτω Αιγαίου, είχε περάσει τα νιάτα του ταξιδεύοντας ένα μήνα με τρεχαντήρια και μπρατσέρες και ξεμπαρκάριστος ένα χρόνο. Οι ημέρες και οι νύχτες του όλο τραγούδι και έρωτας στις ταβέρνες και στους δρόμους του νησιού. Και ούτε μια ούτε δυο οι σεμνές νησιωτοπούλες είχαν λυγίσει και είχαν παραδοθεί στο τραγούδι του. Ήτο ένα τραγούδι μοναδικό στο νησί: χαμηλό, βραχνό σχεδόν, μα τόσο παθιασμένο που τα κορίτσια του νησιού ένιωθαν όλο το πείσμα των να πέφτει, να λιώνει, να γίνεται ύστερα ένα ανίκητο πάθος για τον ψεύτη τραγουδιστή. Έτσι επέρασαν οι ημέρες και οι μήνες και τα χρόνια στα γλέντια, στο τραγούδι και στην αγάπη την άπιστη. Κι ένα απόβραδο που το τραγούδι του βρέθηκε πολύ βραχνιασμένο και το κεφάλι του σπαρμένο με βαμβάκι και γυμνό από τις υπερήφανες τούφες, και τα παράθυρα των σπιτιών του νησιού ολόκλειστα στο τραγούδι του και στο πέρασμά του, εχάθηκεν από τις ταβέρνες κι από τα σοκάκια της χώρας ταπεινός και ντροπιασμένος και ήρθε κι έκρυψε το διπλωμένο κορμί του στη μαύρη στολή του ναύτη εθελοντή στα πολεμικά καράβια.

Κάθε βράδυ εγύριζεν ο γέρος από υπόφραγμα σε υπόφραγμα, από παρέα σε παρέα βρικόλακας και φάντασμα της παλιάς ζωής του, που την έβλεπε να τον γελά και να τον κοροϊδεύει στη φωνή και στο χορό τόσων νέων κορμιών.

Μα κάθε διαμέρισμα είχε και το δικό του τρόπο διασκεδάσεως και τη δική του μόνιμη παρέα, και τις δικές του συνήθειες. Αλλού εχόρευαν οι μάχιμοι ναύτες, αλλού οι μηχανικοί και θερμαστές, αλλού οι γραφείς και οι δίοποι. Κάθε διαμέρισμα και το δικό του χρώμα γλεντιού.

Στο αριστερό μέρος του υποφράγματος κυριαρχούσαν οι θερμαστές και οι μηχανικοί. Αυτοί μόνον γλεντούσαν κάπως πιο εξευρωπαϊσμένα. Οι περισσότεροι από αυτούς ναυτικοί εξ επαγγέλματος από μικρά παιδιά στα εμπορικά βαπόρια είχαν γνωρισθεί με τις συνήθειές των και τους τρόπους των. Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός τους είχε νικήσει, και έτσι εφανερώνοντο τώρα τραγουδώντας πιο πολύ ξένους παρά ελληνικούς σκοπούς.

Μπορεί να τους ηύρε πιο μαλακούς αυτό το βράδυ ο γερο-εθελοντής, μπορεί να είχε βαρεθεί να γυρίζει από τον ένα σωρό στον άλλο, και βρέθηκε πια να στέκεται εδώ. Είχε γλιστρήσει σαν αόρατο κάτι και έμεινε ψηλός, αδύνατος, συννεφιασμένος πάνω από όλο το σωρό σαν κάποιο κακοφτιαγμένο ξόανο που μπορούσε να είχε και ζωή.

Μπορεί να ήτο από ώρες εκεί σκεπασμένος στη σκιά κάποιου στύλου μα κανένας δεν τον είχε προσέξει. Κάποια φωνή, ένα είδος περισσότερο κλάμα παρά τραγούδι βγήκεν από το μέρος αυτό, και ένας ναύτης που τον είδε του είπε:

- Γέρο, το τραγούδι είναι για τα παιδιά.

Έστριψε το παχύ ακατάστατο μουστάκι του.

- Γέρο, πήγαινε στην κουζίνα να ζεσταθείς.

Έστριψε και την άλλη άκρη του μουστακιού του και είπεν επιτέλους:

- Δε φοβούμαι εγώ από κρύο.

Η φυσαρμόνικα έπαιζεν ακατάπαυστα και εμαλάκωνε τις ψυχές. Ο γέρος ηύρε μιαν άκρη σ’ ένα πάγκο και στριμώχτηκεν εκεί ζαρωμένος. Ο αέρας ο ξένος στα πενήντα του χρόνια και στα οργωμένα του χαρακτηριστικά σαν να ολιγόστευε σιγά σιγά και η ομορφιά της δροσιάς των κληρωτών εμπολιάζετο στάλες στάλες στο μακρουλό γκρίζο κεφάλι του.

Στα άλλα διαμερίσματα η βοή είχε φθάσει όσο δεν μπορούσε πια παραπάνω. Βακχευμένοι όλοι επηδούσαν, ετίναζαν τα πόδια των, ορμούσαν στο κενό, εκινούσαν τα χέρια, ωρύοντο σαν λύκοι. Ένας μάγειρας, που παρατούσε κάθε βράδυ την κουζίνα, πριν να τελειώσει η δουλειά του, και το έριχνε στο χορό, εθριάμβευε. Το κοντό του σώμα ετινάζετο σαν γατένιο. Ανάλαφρο, ζωηρό, εσηκώνετο πάνω από το βάρος της ύλης. Οι νόμοι της ισορροπίας και της βαρύτητος κατεστρέφοντο στο κοντό εκείνο σώμα. Την ίδια στιγμή ευρίσκετο όρθιος, καθιστός, γονατιστός, πλαγιαστός και όρθιος πάλι. Φωνές άγριες έβγαιναν από τη μια και την άλλη μεριά.

- Γεια σου, μάγειρα, γεια σου, μωρέ.

Πάρα μέσα στον πανζουρλισμό του γλεντιού παρουσιάστηκε κι ένας ναύτης ντυμένος γύφτος που έσερνε και την αρκούδα του. Μια παλιά τρύπια κουβέρτα σχημάτιζε το τομάρι της αρκούδας και τ’ αυτιά ήσαν οι δυο άκρες της κουβέρτας. Το ζώον αυτό ήτο αληθινά άγριο και τρομακτικό. Το μάτια του εσχηματίζοντο από ένα κρομμύδι κομμένο σε δυο, και είχαν για κόρες από μιαν ελιά μπηγμένη στο βάθος των άσπρων χιτώνων του κρομμυδιού. Δυο φλούδες λεμονιού κομμένες οδοντωτά ήσαν βαλμένες στη θέση του στόματος και μια πατάτα παρίστανε με αισχρήν ομοιότητα το πίσω σημάδι του ζώου. Στο τέλος οι δυο ναύτες που αποτελούσαν τον ατσίγγανο και την αρκούδα εχόρεψαν τον αράπικο και η αρκούδα εκαβαλίκεψεν χωρίς καμιά ντροπή τον οδηγό της ως τ’ αυτιά.

Μόνο μέσα στο διαμέρισμα των ναυτοθερμαστών εξακολουθούσε το ήσυχο τραγούδι με τη φυσαρμόνικα. Ο γέρος το σιγόλεγε πιο πολύ ξεθαρρεμένος και αυτός.

- Τον έπιασε το αίσθημα το γέρο, είπε μια φωνή.

- Πατέρα, κείνα τ’ αφιλότιμα τα νιάτα θυμήθηκες;

- Γιατί, βρε παιδιά; το λέαμεν και το λέμεν ακόμη.

Έστριβε το ακατάστατο μουστάκι του και μιλούσε με πιο πολύ θάρρος τώρα:

- Έρημα νιάτα!

- Δεν είσαι και τόσο γέρος, παππού.

- Ναι, θα του βάλομε κοντά παντελονάκια του μωρούλη μας.

Εκοίταζε με ταπεινωμένο άγριο μάτι το ναύτη που μίλησε τελευταία, και χωρίς κανένας να περιμένει άρχισε να τραγουδά.

                   «Ο αητός νεπέρασεν απάνω ’πό τον βάτον

                   και πέρδικα ξεσκάλισεν οπού γλυκοκοιμάτον».

Βραχνό, πολύ βραχνό, μα με πιο πολύ γλύκα και με αλλιώτικο πόνο το τραγούδι και τα λόγια εσταμάτησαν τη διάθεση στους άλλους να πειράξουν άλλο τον παράκαιρο τραγουδιστή.

Ο «γέρος» άρχισεν ένα τραγούδι ατέλειωτο, ακομμάτιαστο με μια συνέχεια άπειρη από δίστιχα, με «έννοια» όλα, όπως τα εχαρακτήρισαν οι κληρωτοί. Ένα τραγούδι που ήταν χίλια άλλα τραγούδια μαλακά, παράξενα, ευγενικά, παραπονεμένα για την αγάπη, για τα νιάτα και για τη ζωή. Το υπόφραγμα εγέμιζεν, όλο εγέμιζεν από καλοσύνη, και το πρόσωπο του γέρου σαν να είχε ξανανιώσει και εγελούσε και έφεγγεν από ομορφιά και νεότητα. Και τα μάτια του και το στόμα του ήσαν σαν μάτια και στόμα παιδιού. Οι ναύτες εταξίδευζαν μαζί με τον τραγουδιστή στους δικούς του κόσμους της περασμένης του ζωής. Και το διαμέρισμα των ναυτοθερμαστών όλο εγέμιζεν από τους ναύτες που ένας ένας εμαζεύοντο από τ’ άλλα διαμερίσματα και η βοή τριγύρω όλο και λιγόστευε και εχάνετο.

Αυτό το τραγούδι εδημιουργούσε κόσμους, εδούλευε τον ακαλλιέργητο πηλό της ψυχής, εμαλάκωνε τη φύση, έδειχνε γαλάζια χρώματα άλλων ουρανών.

Το όνειρο του μεσόκοπου ζωντανεμένο σαν από κάποιαν ανάσταση, έδειχνεν όλα τα χρυσά στολίδια της περασμένης του εποχής.

Έξαφνα μέσα στο υπόφραγμα το γλυκό και ζεστό από το τραγούδι εγλίστρησε σαν φίδι η φωνή της σάλπιγγας που εχτυπούσε κατάκλιση.

Τα σώματα εσηκώθηκαν και ετινάχθησαν μουδιασμένα, το τραγούδι εσταμάτησε με δυο τρεις γλήγορες αναπνοές, και κάποιο χέρι εκίνησε τον ώμο του τραγουδιστή που είχε γείρει το κεφάλι του στον πάγκο με το τραγούδι μισοτελειωμένο.

- Βάρεσε κατάκλιση, γέρο μου. Εεεε!

Μα ο γέρος ούτε σείστηκε.

Και την άλλην ημέρα το πρωί που εγύρισεν από την στεριά ο γιατρός του καραβιού, επιστοποίησε χωρίς καμιά δυσκολία ότι η συγκοπή ήρθεν από κάποια διάρρηξη.

«Αποτέλεσμα», είπεν, «ασφαλώς της τεραστίας προσπαθείας την οποίαν κατέβαλεν ο ατυχής».

Κανένας όμως μέσα στο καράβι δεν ήθελε να πιστέψει πως το θείο εκείνο τραγούδι εσκότωσε τον τραγουδιστή.

 



[1] Το μέρος του πλοίου στο οποίο κοιμούνται οι ναύτες.

[2] Η κρεμαστή ξαπλώστρα του ναύτη, η αιώρα.

[3] Ο κατώτερος βαθμός υπαξιωματικού στο πολεμικό ναυτικό που ισοδυναμεί με το βαθμό του δεκανέα του στρατού ξηράς.

[4] Κρουστό μουσικό όργανο με μονότονο ήχο. Χρησιμοποιήθηκε αρχικά στις μπάντες και από το 18ο αι. στις συμφωνικές ορχήστρες. Έχει ήχο βαθύ και υπόκωφο.

[5] Λαϊκό χάλκινο πνευστό όργανο, είδος κορνέτας

 

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA