ΠΩΣ ΠΕΘΑΝ΄ ΕΝΑ ΓΕΡΑΝΙ

 

 

            Οι γιορτάδες στον πόλεμο, είτανε μέρες πιο πικρές κι από τις καθημερνές. Καμιά τους δεν έμοιαζε με σχόλη. Τι τα θέλεις... Άμα η καρδιά είναι πικρή τα χνώτα βρώμικα και βαριά από τη νηστικωμάρα... Με το θάνατο να πλανιέται απάνου στα κεραμίδια και μέσα στα σοκάκια... Πώς να φανεί γιορτή... Οι γιορτάδες δεν εγινήκαν΄ από μοναχές τους. Απ΄ ανθρώπους φτιαχτήκανε, για να ξεδίνει ο νους, και να ξαποσταίνει η καρδιά από τα ίδια και τα καθημερινά.

            Μα άμα είναι πόλεμος, μητ΄ ο νους ξεδίνει, μήτε και που ξαποσταίνει η καρδιά.

 

            Η πρωτοχρονιά που ζύγωνε ήτανε για το σπιτικό του Δήμουλα, παραπάνου κι από σχόλη. Μη βάλει ο νους σου καλούδια και γλυκά και καινούργια παπούτσια... Τίποτα... Ετούτα είτανε λησμονημένα από καιρό. Μοναχά ένα “τακ” “τακ” σιγανό στην πόρτα, έτσι όπως χτυπάει η καρδιά παιδιού... Κι ύστερα αγκαλιάσματα και φιλιά και δάκρυα για τον πατέρα που ΄λειπε καιρό από το σπιτικό του... Από τότες που μπήκανε οι Γερμανοί στην Αθήνα.

            Κι όλα τούτα, τ΄ αγκαλιάσματα, τα φιλιά, τα δάκρυα, θα βαστάγανε όσο κρατάει εν΄ άνθος γιασεμιού όξω από το νερό.

            Γιατί ο πόλεμος γυρεύει τους ανθρώπους μακριά, και τα σπιτικά αδειανά... και φτωχά, χωρίς καλούδια και καινούργια παπούτσια.

            Ακόμα κι άμα ζυγώνει η πρωτοχρονιά...

            Είχε κανονιστεί από πολλές μέρες ο πηγαιμός του Δήμουλα στο σπίτι του.. Μια τέτοια μέρα, θα ΄τανε χαρά για τη φαμίλια του και για τον ίδιονε. Και θα παίρνανε και όλοι τους κουράγιο. Τους είτανε χρειαζούμενο. Γιατί όσο κι αν έχεις από γεννησιμιού σου, το ξοδεύεις στον πόλεμο... Και σου πρέπει κι άλλο. Κι η αλήθεια ήτανε, πως έν΄ αγκάλιασμα κείνα τα χρόνια τα φρικτά, και δθο φιλιά, κι ένα δάκρυ, που δεν εξεχώριζες αν έτρεχε από χαρά ή πόνο, δίνανε κουράγιο και δυναμώνανε την ελπίδα...

            Όσο καλά κι αν είχε κανονιστεί κείνο τ΄ αντάμωμα, ο κίντυνος δεν έλειπε. Οι Γερμανοί κάθε τρεις και δύο μπαίνανε στα σπίτια κείνων που ΄χανε μπει στον αγώνα... Και ψάχνανε, κι ανακρίνανε και φοβερίζανε...

            Και τούτο γινότανε συχνά και ξαφνικά, κι ουρά προχωρημένη. Κι αλλοίμονο στα παιδιά που τα ΄χε παρμένα ο ύπνος... Λαχταράγανε από τα τραχιά τους βήματα κια από το χτύπο στην πόρτα τα κακόμοιρα... Και πεταγόντουσαν τρομαγμένα σαν και το κοπάδι των πουλιών π΄ ακούνε σμπάρο να πέφτει.

            Από τούτο το φόβο, παίρνανε οι ανθρώποι τις προφυλάξεις τους. Αλλά μπορεί να ΄ταναι η ώρα πιο κακιά κι από τους Γερμανούς... Και τότες...

            Ορμηνέψανε λοιπόν τη Στυλιανή -ήτανε το πιο μικρό από τα παιδιά του Δήμουλα- να βγει στο χαγιάτι, και να καμώνεται πως συγυράει το γεράνι. Από καρσί, ο πατέρας της θα ΄βλεπε, και θα καταλάβαινε πως δεν είτανε κείνη την ώρα πηγαιμένοι Γερμανοί στο σπίτι.

            Τι όμορφη που ΄τανε κείνο το μεσημέρι του Γεναριού η Στυλιανούλα. Μια σταλίτσα είτανε, μικροκαμωμένη, για τούτο και τηνε λέγανε “σουσαμάκι”. Τόσο μικρούλα είτανε. Βγήκε στο χαγιάτι, με τα κατάξανθα μαλλάκια της μισά από δω, μισά από κει δεμένα με φιόγκους. Μ΄ ένα πανωφόρι π΄ έφτανε ίσαμε τις γυμνές άκριες των ποδιών της... Και με τα γαλάζια της ματάκια να ψάχνουνε τον αέρα, τις γωνιές του δρόμου, τις σκεπές των αντικρινών και πλαγινών σπιτιών.

            Κάτου από το μεγάλο πέτο τ’ αταίριαστου πανωφοριού της, η μικρή της καρδούλα... Πιο μικρούλα κι από σουσαμάκι είτανε, μα πηγαινορχότανε ασταμάτητα πέρα-δώθε... πάνου-κάτου...

            Πήρε το κορίτσι το μεγάλο τενεκέ που, μέσα του το γεράνι, αψηφώντας το τσουχτερό κρύο του Γεναριού, είχε πετάξει καινούργια φύλλα. Κι εκεί, όπου ο βοριάς δεν έβρισκε τις χοντρές του τις διχάλες, είχε κάμει και μπουμπούκια... Που καρτεράγανε την άνοιξη ν΄ ανοίξουνε, κι από τον ήλιο της να βαφτούνε κόκκινα.

Η Στυλιανούλα με το στανιό έσουρνε τάχα τον τενεκέ πέρα-δώθε, κι εκείνος έτριζε, και το κορίτσι ανατρίχιαζε σύγκορμο. Ύστερα, άρχισε να κόβει τα ξερά φύλλα από το γεράνι, και να τα πετάει κάτου από το χαγιάτι.

            -Όπου να ΄ναι, θα φανεί ο πατέρας, συλλογίστηκε, κι η καρδούλα της πήρε να κάνει σαν τρελλή...

            Πόσο τον είχε πεθυμήσει!...

            Μα εκεί που πέταε και το στερνό άνυδρο φύλλο, τα ματάκια της γιομίσανε τρόμο. Ποτές δεν είχε τρομάξει τόσο. Μήτε κι όταν παραπάτησε και κρεμάστηκε στο βαθύ πηγάδι της αυλής τους. Με τα χέρια γαντζωμενα από τα χείλια του... Μήτε και τότες. Γιατί να φοβότανε;

            Ο πατέρας με μια δρασκελιά του μοναχά στάθηκε πάνου στο πηγάδι και με τα γερά του χέρια της τράβηξε απάνου. Κι ύστερα τηνε φίλησε πολλές φορές.

            Τώρα, φοβήθηκε. Στην αντικρινή στέγη, κει που η βουκαμβίλλια είχε αμολήσει τα καινούργια της βλαστάρια ένα γύρω στην καμινάδα... Εκεί, ο θάνατος είχε προβάλει μέσα από την κάννη ενού ντουφεκιού που σημάδευε το χαγιατί τους, ανήμερα πρωτοχρονιάς του 1943.

            Σάστισε το σουσαμάκι. Κι άμα πια τα ματάκια του πέσανε στη γωνιά του σοκακιού π΄ ο πατέρας του ερχότανε σκυφτά... Τότες πάγωσε. Δεν έφτανε το μακρύ αταίριαστο πανωφόρι να διώξει την τρεμούλα της καρδιάς του.

            Κι ύστερα... όχι ύστερα. Την ίδια στιγμή, η Στυλιανούλα έσκυψε, έβαλε τα χεράκια της  ένα γύρω στο στόμα να δυναμώσει τη φωνή της... Και φώναξε... όχι, δε φώναξε. Έσκουξε...

            -Όχι πατερούλη, μη!... Κι έκαμε στην άκρη κατάχλωμη.

            Ακούστηκε μια ντουφεκιά, και λαχτάρησε η γειτονιά ολάκερη, και πετάχτηκε όξω η κυρά-Χαρούλα η μάνα της.

 

            Και το γεράνι πλήρωσε τη λαχτάρα για τον ερχομό του Δήμουλα στο σπιτικό του, ανήμερα πρωτοχρονιά του 1943. Οι χοντρές διχάλες του γείρανε. Γιατί το βόλι είχε βρει τις ρίζες του. Τα μπουμπούκια τρομάξανε κι ανοίξανε πρόωρα... Και τα βρήκε ο βοριάς και τα ΄καψε. Και δεν επρόκαμε η άνοιξη να τα βάψει με τον ήλιο της κόκκινα.

 

            Σαν, ύστερ΄ από χρόνο κι ακόμα, γίνηκε ειρήνη, και στάθηκε τυχερός ο πατέρας της Στυλιανούλας κι έζησε... Κάθε πρωτοχρονιά, ξέρεις τι γινότανε στο σπιτικό τους...;

            Τα γλυκά και τα παπούτσια και τα καλούδια και τα δώρα τα βάνανε μέσα στον μεγάλον τενεκέ, που τον είχανε στην πρώτη θέση μέσα στη σάλα... Λαβωμένον από το βόλι, π΄ ο πόλεμος το ΄χε κανονίσει για τον πατέρα της Στυλιανούλας.

            Κάθε πρωτοχρονιά θυμόντουσαν το γεράνι π΄ απόμεινε χωρίς άνθια και ρίζες, και που πέθανε, για να μην απομείνει η Στυλιανούλα χωρίς τον πατέρα της...

 

            Κείνα τα πικρά χρόνια της σκλαβιάς, τα πιο μικρά, τα πιο φτηνά κι ασήμαντα, γινόντουσαν μεγάλα κι ακριβά... Παίρνανε μέρος στη λαχτάρα των ανθρώπων για ζωή, για λευτεριά για ειρήνη.

            Κι από τότες κι ύστερα, το χαγιάτι στο σπίτι του Δήμουλα δεν είχε άλλα λουλούδια. Εξόν από γεράνια... πολλά γεράνια. Που το σουσαμάκι τα πότιζε, τα συγύραε για να τα βρει η άνοιξη και να τα βάψει με τον ήλιο της κόκκινα. Κι ο τενεκές;

            Πάντα γιομάτος κάθε πρωτοχρονιά με καλούδια και γλυκά και δώρα... Και τις καθημερινές, με τα κουβάρια και τις βελόνες της γιαγιάς. Της γιαγιάς της Στυλιανής που στάθηκε και κείνη τυχερή κι έζησε πολύν καιρό με ειρήνη...

 

(Διήγημα της Σοφίας Φίλντιση από τη Συλλογή Ψυχούδια)

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA