Λοιμός

του Αντρέα Φραγκιά (1921-2002)

 

Κεφάλαιο 1

 

            Κάποια μέρα που φυσούσε δυνατά, κάποιος ρώτησε: «Μπορώ να πιω νερό;» Κι ήταν πολύ φυσικό γιατί έσκαβε από το πρωί, η άμμος έτριζε τα δόντια του και τα χείλια του είχαν ξεραθεί. Για να κάνεις όμως οτιδήποτε, πρέπει να σου το επιτρέψουν. Είναι νόμος.

 

            Αυτός που ρωτήθηκε απάντησε: «Τρελάθηκες; Είναι δω ο διοικητής!»

 

            «Μα διψώ πολύ...»

 

            «Μόνο ο διοικητής μπορεί να σου δώσει την άδεια.»

 

            Ο διψασμένος παράτησε την αξίνα του κι έψαξε  τον ορίζοντα με θολωμένα μάτια να βρει κατά πού έπρεπε να τραβήξει. Κάποιος του έδειξε προς τη γέφυρα.

           

            «Εκεί είναι!»

 

            Ο διοικητής παρακολουθεί το μεγάλο έργο. Κατεβαίνει συχνά να διαπιστώσει την πορεία της εργασίας. Η γέφυρα πρέπει να τελειώσει το ταχύτερο! Στέκεται μόνος κι αμίλητος στο διπλανό ύψωμα, βλέπει, παρατηρεί, συμπεραίνει. Ο ρυθμός της εργασίας εντείνεται. Οι βοηθοί, λίγο πιο κάτω, σκορπίζουν με τη ματιά τους την προσταγή.

 

            Ο διψασμένος ξεκίνησε κι όσοι κατάλαβαν πού πήγαινε θαύμασαν το κουράγιο και την απερισκεψία του. Το τρίκλισμά του έδειχνε πού φτάνει κανείς στην παραζάλη του, όταν πια δεν ξέρει τι κάνει. Καθώς πλησίαζε, τον σταμάτησαν μερικοί της ακολουθίας.

 

            «Θέλω να ζητήσω την άδεια...» τους εξήγησε χωρίς να έχει επίγνωση της τόλμης του.

 

            Ο διοικητής ήταν ένας κοντόχοντρος με κατακόκκινο μούτρο σαν φουσκωμένο σπυρί. Αν τον τσιμπούσε κουνούπι στο σβέρκο, το αίμα θα πεταγόταν συντριβάνι. Όταν είδε κάποιον να πλησιάζει, νόμισε ότι είχαν να του αναγγείλουν κάτι κρίσιμο και κατέβηκε λίγο από το ύψωμά του. Ξαφνιάστηκε με το αίτημα, έδειξε ότι τον απασχόλησε σοβαρά, το σκέφτηκε – αλλιώς τι διοικητής θα ήταν – ζύγισε από κάθε πλευρά το σημαντικό αυτό ζήτημα και ύστερα ανακοίνωσε αργά και με την πρέπουσα επισημότητα: «Μπορείς, αλλά να γυρίσεις γρήγορα.»

 

            Ο διψασμένος απάντησε: «Θα γυρίσω αμέσως.»

 

            Τότε ο διοικητής προχώρησε προς μια ομάδα εργασίας, στάθηκε μπρος σ΄ έναν άλλον ασήμαντο σκαφτιά, που φορούσε ένα μαύρο λερωμένο σκούφο, και τον διέταξε: «Να τον συνοδέψεις!»

 

            Αυτός όμως που πήρε τη διαταγή παραπονέθηκε στον βοηθό ότι δεν είναι συνοδός ούτε παρακολουθητής, έπρεπε να πάει άλλος. Κι όσοι τον άκουσαν απόρησαν για την ανοησία του. Ο βοηθός πρόσταξε σιγά: «Τσακίσου!»

 

            Κι αυτός με τον μαύρο σκούφο έτρεξε, πρόλαβε τον διψασμένο και του είπε αμέσως: «Μ΄ έστειλαν να σε συνοδέψω, ίσως για να μην το σκάσεις...»

 

            Ο άλλος σήκωσε τους ώμους και απάντησε: «Παρακολούθα με.»

 

            Πήγαν μαζί ως την κατοικία του διψασμένου. Ο μαύρος σκούφος στάθηκε απ΄ όξω και περίμενε. Να μπει μέσα να μετρήσει τις γουλιές του; Ο διψασμένος ήπιε όσο έπρεπε, γιατί θα ήταν μεγάλη σπατάλη και έλλειψη πρόνοιας αν έπινε όσο ήθελε, ώσπου να ξεδιψάσει. Αυτό, άλλωστε, δεν θα ήταν ποτέ δυνατό. Βγαίνοντας έδειξε το μικρό σταμνί στο συνοδό του και τον ρώτησε:

 

            «Θέλεις μια γουλιά;»

 

            «Όχι, σ΄ ευχαριστώ...»

 

            Ο διψασμένος ζωντάνεψε, αν και κάποια σκιά πλανήθηκε στο πρόσωπό του. Γύρισαν πάλι μαζί.

 

            Κάποιος όμως από αυτούς που η δουλειά τους είναι να προσέχουν και ν΄ αναφέρουν κάθε τι που βλέπουν – ένας αληθινός παρακολουθητής – σφύριξε στον πιο κάτω: «Αυτός με τον σκούφο διευκόλυνε εκείνον με το παλτό να το σκάσει!» Το σφύριγμα μεταδόθηκε σ΄ άλλον πιο πέρα κι αυτός το έστειλε στον επόμενο, ώσπου έφτασε στον βοηθό. «Αυτός με τον σκούφο παρότρυνε εκείνον με το παλτό ν΄ απομακρυνθούν. Του μετέδωσε κάποιο σύνθημα. Είναι κι οι δυο τους υποκριτές και δόλιοι.»

 

            «Φοβερό!» είπαν μ΄ ένα στόμα οι εμβρόντητοι βοηθοί, μαζί κι ο διοικητής που έδωσε την άδεια στον διψασμένο και την διαταγή σ΄ αυτόν με τον σκούφο να τον συνοδέψει.

 

            Καθώς πλησίαζαν αμίλητοι, ο πρώην διψασμένος έδειξε στον συνοδό του μερικά πρόσωπα και τον ρώτησε:

 

            «Τι κάνουν αυτοί πίσω από τις μάντρες; Βλέπω πολλούς κρυμμένους στις κολώνες κι άλλους στις πέτρες...»

 

            «Καινούργιος κι άμαθος φαίνεσαι. Είναι οι γνήσιοι παρακολουθητές. Μην το σκάσει κανείς, ποιος δεν δείχνει ζήλο... Έτσι γίνεται πάντα, να τους προσέχεις...»

 

            «Κατάλαβα.»

 

            «Γιατί ζήτησες την άδεια από τον διοικητή για κάτι τόσο ασήμαντο;»

 

            «Αφού διψούσα! Ασήμαντο το θεωρείς; Δεν αντέχω στη δίψα...»

 

            Πριν φτάσουν εκεί που είχαν αφήσει τα εργαλεία τους, ένας άγνωστος έτρεξε και τους ειδοποίησε: «Σας θέλει και τους δυο ο διοικητής!»

 

            Τους οδήγησαν σ΄ ένα ξερακιανό με κίτρινη όψη. Πρόσωπο καινούργιο κι ανεξιχνίαστο, ένας μακρομούρης με λιανό λαιμό που ταλαντευόταν από το φύσημα του ανέμου. Θέλησαν να τον προσπεράσουν αναζητώντας εκείνον με τον χοντρό σβέρκο. Ο ξερακιανός, όμως, τους σταμάτησε και τους ρώτησε απότομα:

 

            «Γιατί εγκαταλείψατε την εργασία σας;»

 

            Κι ύστερα στράφηκε στον μαύρο σκούφο:

 

            «Γιατί τον διευκόλυνες να το σκάσει;»

 

            «Τον συνόδεψα να πιει νερό. Έτσι με διέταξε ο διοικητής.»

 

            «Εγώ δεν διέταξα κανέναν!» φώναξε εξοργισμένο το αδύνατο πρόσωπο.

 

            «Και κείνος που με διέταξε διοικητής ήταν», απάντησε δυνατά αυτός με τον μαύρο σκούφο, γιατί φοβόταν όταν ο αέρας θα έπαιρνε τα λόγια του.

 

            «Είσαι αναιδής, ένας αυθάδης!»

 

            «Έκανα λάθος. Εσείς, μόνο εσείς και κανένας άλλος είστε ο διοικητής.»

 

            «Ομολόγησε λοιπόν, γιατί τον βοήθησες να το σκάσει; Τι είπατε μεταξύ σας;»

 

            «Δεν το έσκασε. Γύρισε, νάτος! Ήπιε μόνο νερό», απάντησε αυτός με τον σκούφο. «Με διέταξε κάποιος ανώτερος, έτσι έπρεπε να κάνω...»

 

            «Ανώτερος από μένα;»

 

            «Όχι, κανένας δεν είναι ανώτερος από σας! Ήταν ανώτερος μόνο από μένα. Εγώ είμαι ο τελευταίος...»

 

            Ο άνθρωπος που δεν αντέχει τη δίψα συλλογίστηκε ότι εδώ θα υπάρχουν πολλοί διοικητές και θ΄ αλλάζουν με τις ώρες. Πέσανε, φαίνεται, πάνω στην αλλαγή. Έτσι θα είναι το σύστημα. Ίσως κι άλλοι ακόμα, άγνωστοι, να είναι κι αυτοί διοικητές. «Τι με νοιάζει; Ας είναι και χίλιοι...», σκέφτηκε κι άκουγε αδιάφορα τα λόγια τους που χτυπούσαν μαζί με τις ριπές του ανέμου. Νόμισε ότι ήταν απλό, μια σύγχυση στις αρμοδιότητες.

 

            «Περιμένω ακόμα την απολογία σου», είπε στο μαύρο σκούφο τεντώνοντας τον λαιμό του τούτος ο διοικητής. «Σε διατάζω να μου αναφέρεις αμέσως το μήνυμα που μετέδωσες, το περιεχόμενο, το σκοπό και την έκταση αυτής της συνωμοσίας!...»

 

            «Νομίζω ότι απάντησα... Εκτελούσα διαταγή ενός ανωτέρου».

 

            «Αρνείσαι λοιπόν;»

 

            «Τι ν΄ αρνηθώ;»

 

            «Είσαι και δόλιος! Το πείσμα σου θα καμφθεί», είπε ο ξερακιανός διοικητής και στράφηκε προς τη συνοδεία του.

 

            «Μα τι περιμένετε από έναν με κίτρινο σκούφο;»

 

            «Ο σκούφος μου είναι μαύρος!»

 

            Οι βοηθοί γέλασαν και ο άνεμος δυνάμωσε τα γέλια τους.

 

            «Ο σκούφος μου είναι μαύρος!»

 

            Γελούσε ακόμα και κείνος ο χοντρός σβέρκος που έδωσε την άδεια στον διψασμένο. Ένας, από αυτούς με τις άσπρες μπλούζες, παρουσιάστηκε με πάρα πολύ σεβασμό και του είπε:

 

            «Διατάξτε, κύριε διοικητά!»

 

            «Αρκετά, να φέρετε και τον άλλο συνωμότη!»

 

            Φέρανε μπροστά του τον διψασμένο κι ο άνθρωπος αυτός τον κοιτούσε ήρεμα, βέβαιος ότι θα τον αναγνώριζε, αφού αυτός ο κοντόχοντρος με το κόκκινο μούτρο ήταν ένας αναγνωρισμένος διοικητής και είχε ακόμα το δικαίωμα να διατάξει.

 

            «Αυτός με τον κίτρινο σκούφο μας αποκάλυψε ότι ανταλλάξατε κάποια μυστική πληροφορία, ένα μήνυμα.»

 

            Ο διψασμένος έριξε μια ματιά γεμάτη παράπονο σ΄ αυτόν με τον σκούφο, σα να του έλεγε:

 

            «Ώστε είσαι και συ...»

 

            Η ματιά του διψασμένου πέρασε σα λεπίδι στα σωθικά του. Ο μαύρος σκούφος θέλησε να φωνάξει πως δε μίλησε, πως δεν ήταν ποτέ δυνατό, ότι δεν είναι απ΄ αυτούς που καρφώνουν. Κρατήθηκε, όμως, γιατί σκέφτηκε ότι ο διψασμένος θα κατάλαβε όλη αυτή την ψευτιά, αφού μάλιστα είπαν ότι φορούσε και κίτρινο σκούφο. Ο σκούφος του ήταν κατάμαυρος, αυτό τουλάχιστον φαινόταν από μακριά. Κι όμως, ο διψασμένος τον κοιτούσε με πίκρα. Ολόγυρά τους, ήταν πέτρες, γυμνά βουνά και λίγο πιο κάτω μια μανιασμένη θάλασσα.

 

            «Ζήτησα την άδεια να πιω νερό...»

 

            «Πολύ κοινό. Αυτός όμως σε μαρτύρησε», απάντησε ο διοικητής.

 

            «Ήπια μόνο νερό. Ας λέει όσα ψέματα θέλει...»

 

            Γέλασαν πάλι. Ο διψασμένος τον κοίταζε με παράπονο κι αποστροφή. Η ματιά αυτή γλίστρισε σα σιδερένιος γάντζος, στρίφτηκε μέσα του και του ξερίζωσε τα σπλάχνα. Πάλι δε φώναξε. Μπλέκεις άσχημα όταν ανοίγεις ιστορίες. Δεν μπορεί να είναι ο διψασμένος τόσο μωρόπιστος κι ηλίθιος να πέφτει σε τόσο συνηθισμένες παγίδες.

 

            Τότε ξεπρόβαλε, σα να τον έφερε ο άνεμος, ένας άλλος με μουστάκι και χρυσά γυαλιά.

 

            «Διατάξτε, κύριε διοικητά!», είπαν και σ΄ αυτόν οι άσπρες μπλούζες.

 

            «Δεν αξίζει να χασομεράμε με δυο άθλια υποκείμενα. Η συνωμοσία χτυπήθηκε στη γένεσή της. Αρκετά.»

 

            «Όχι ακόμα», τον διέκοψε αυτός με το κόκκινο πρόσωπο. «Ένοχοι είναι και δυο απ΄ αυτούς που βρίσκονται κοντά στα μεγάφωνα. Στον ρυθμό της εργασίας τους – στους δυο δεξιά – διέκρινα την επιδοκιμασία για τη συμπεριφορά των δύο αθλίων υποκειμένων!...»

 

            «Είναι ολοφάνερο», πρόσθεσαν οι γύρω του.

 

            Μερικά όργανα φώναξαν προς τα κει που έδειξε ο διοικητής.

 

            «Ε, σεις οι οχτώ ελάτε αμέσως!»

 

            Οι οχτώ δεν άκουσαν. Ίσως γιατί φυσούσε αντίθετα κι οι φωνές χάνονταν προς τη θάλασσα.

 

            «Ε, σεις οι οχτώ...»

 

            Κατάλαβαν αμέσως από τις χειρονομίες και πλησίασαν.

 

            «Αυτοί περίμεναν το μήνυμα που θα τους μετέδιδε ο κίτρινος σκούφος», συμπλήρωσε εκείνος με τα γυαλιά.

 

            «Ποιο μήνυμα;» ρώτησαν.

 

            «Θα παίρνατε το μήνυμα από αυτά τα δυο άθλια υποκείμενα...»

 

            «Μα...»

 

            «Δεν θα κάνουμε ανακρίσεις, ούτε συζήτηση. Φλυαρώ σα να είμαι εγώ ο ένοχος και σας οφείλω εξηγήσεις.»

 

            Όσο μιλούσε ο διοικητής, ο μαύρος σκούφος πρόσεχε τον διψασμένο, που τον κοιτούσε πάντα με την ίδια περιφρόνηση και την αποστροφή. Λες και το βλέμμα αυτό θα μείνει πετρωμένο για πάντα στο πρόσωπό του, θα γίνει αναλλοίωτο χαρακτηριστικό σαν τη μύτη του και τις ζάρες γύρω από τα μάτια του. Αν καλοκοιτάξεις, θα δεις μια πίκρα σκιερή και βουβή σαν τα μαύρα νερά μιας υπόγειας λίμνης.

 

            «Όλα αυτά είναι φτηνές και γελοίες ψευτιές», θέλησε να φωνάξει αυτός με τον σκούφο, αλλά πάλι δεν μίλησε, το θεώρησε απλό και αυτονόητο.

 

            Οι οχτώ, που κατηγορήθηκαν ότι επιδοκίμαζαν και περίμεναν το μήνυμα της συνωμοσίας, θέλησαν πάλι να μάθουν.

 

            «Μα κύριε διοικητά...»

 

            «Και ποιος σας είπε ότι είναι αυτός ο διοικητής;» παρατήρησε ένας από τη συνοδεία.

 

            «Αν δεν είναι αυτός θα είναι τότε κάποιος άλλος», συμπέρανε ένας από τους οχτώ, καθώς έβλεπε από πίσω τον διοικητή ν΄ αποσύρεται πάλι στο ύψωμα.

 

            «Έπρεπε να το ξέρατε, η άγνοιά σας δείχνει περιφρόνηση...»

 

            «Εμπρός! Αμέσως στη χαράδρα!» φώναξε ένας χωρίς κανένα φανερό χαρακτηριστικό, που, όπως φάνηκε, η δουλειά του ήταν ν΄ αποφασίζει.

 

            Ένα γέλιο έσπασε στις γυμνές πέτρες και ξαναγύρισε, καθώς ο αέρας πλατάγιζε από τη μια άκρη στην άλλη. Κάποιος έδωσε τη διαταγή. Μπορεί και να την έφερε κι αυτός ο δυνατός άνεμος. Τι σε νοιάζει;

 

            Οι άσπρες μπλούζες οδήγησαν στη χαράδρα αυτά τα οχτώ άτομα που με το ρυθμό της εργασίας τους επικροτούσαν, δηλαδή ενίσχυαν φανερά τις πράξεις και θα εκτελούσαν τα μηνύματα του διψασμένου κι εκείνου που φορούσε ένα σκούφο κατακίτρινο σαν τον κρόκο του αυγού.-

 



 

 



 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 



Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA