1941-1944

 

Η Γαλάτεια Καζαντζάκη, το γένος Αλεξίου, γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης το 1886. Παντρεύτηκε με το συγγραφέα Νίκο Καζαντζάκη το 1911 κι εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Το 1926 χώρισε με τον Ν. Καζαντζάκη και το 1933 παντρεύτηκε με τον ποιητή και κριτικό Μάρκο Αυγέρη. Η Γαλά­τεια Καζαντζάκη έγινε γνωστή στα ελληνικά γράμματα με τή δημοσίευση του πρώτου της μυθιστορήματος, «Ρίντι Πα­λιάτσο», υπό μορφήν ημερολογίου, στο περιοδικό Νουμάς το 1910. Ακολούθησαν οι τόμοι: «Εγώ όλοι Εσείς», 1911, «Φωτεινή τ’ Ανεγνώστη», νουβέλλες, 1913, «Άρρωστη Πο­λιτεία», μυθιστόρημα, 1916, «11 π.μ.—1 μ.μ.», διηγήματα, 1930, «Γυναίκες», επιστολές, 1931, «Άντρες», επιστολές, 1933, «Κρίσιμες Στιγμές», διηγήματα, 1953, «Άνθρωποι και Υπεράνθρωποι», μυθιστόρημα, 1957, «Βίλλα Βικτώρια», νουβέλλα, 1959, «Ο κόσμος που πεθαίνει κι ο κόσμος που έρχεται», διηγήματα, 1963. Παράλληλα ή Γαλάτεια Καζαντζάκη ασχο­λήθηκε με το θέατρο. Το 1925 ανεβάστηκε από το «Θέατρο Τέχνης» το τρίπραχτο έργο της «Πληγωμένα Πουλιά». Το 1931 από τη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου το τρίπραχτο: «Ενώ το πλοίο ταξιδεύει». Το 1959 κυκλοφόρησε  ο τόμος: «Αυλαία», όπου περιέχονται εννέα τρίπραχτα δράματα και οκτώ μονόπραχτα. Η Γαλάτεια Καζαντζάκη έχει βραβευθεί για τη συγγραφή αναγνωστικών βιβλίων για όλες τις τάξεις του Δημοτικού. Έχει γράψει παιδικά βιβλία, διηγήματα, ποιήματα, και έχει μεταφράσει έμμετρα τον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου. Στην περίοδο πού μεσολάβησε μεταξύ του πρώτου και δεύτερου παγκοσμίου πολέμου ήταν αρχισυντάκτρια του περιοδικού «Νέοι Πρωτοπόροι» και τα τελευταία χρόνια της ζωης της Γραμματέας της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Πέθανε στις 17.11.1962 στην Αθήνα.

 

 

 

 

«...Και κει, καθώς έστριψα στην οδός Καρνεάδου, και πήγα κοντά να δω γιατί μαζεύτηκε ο κόσμος, τον είδα να κείτεται μακρύς πλατύς στο πεζοδρόμιο... Τι ήταν αυτό! Κοκαλιασμένος, με τα μάτια γουρλωμένα και το στόμα του να χάσκει... Παναγιά μου, σώσε... Περίμεναν να ’ρθει το κάρο να τον πάρει...»

 

— Έτσι ΄σαι πάντα, καημένη Μαριέττα... όπου τρεις και συ τέσσερεις. Έλεγα κι εγώ τι έγινες τόσες ώρες... Πες τώρα, βρήκες τίποτε;

 

— Πώς... βρήκα... πατάτες, ένα κουτί βούτυρο, ένα κουτί τυρί, κρέμα... ψωμάκια... Καλά που πήγα πρωί, αλλιώς δε θα ΄βρισκα τίποτα. Πω πω ακόμα τρέμω... κι ήτανε νέος το κακόμοιρο... Θεός σχωρέσει το το δόλιο...

 

— Έλα, φτάνει... τι το λες και το ξαναλές... Κ΄ η κυρία Ροζάκη πήγε στην κάμαρά της να βάλει τα μαλλιά της στα μπιγκουτί, κι έπειτα να πάρει το μπάνιο της... Ου, ου, εντεκάμιση, πότε πήγε η ώρα...

 

Απόψε θα ’χει χαρτιά... είναι η σειρά της... Ευτυχώς που η Μαριέττα βρήκε κάτι να προσφέρει στους ανθρώπους... Η Δότη προχθές ως και μαύρο χαβιάρι τους είχε... Όλα δύσκολα... η ζωή κατάντησε πρόβλημα... Η αλήθεια είναι πως για μερικούς-μερικούς, όλα τούτα, κατοχή, στέρηση, και τα τέτοια, σα να συμβαίνουν στο φεγγάρι. Καληώρα όλοι εδώ στην πολυκατοικία... Ναι χωρίς άλλο η κατάσταση είναι φριχτή. Κόλαση κατάντησε η ζωή...

 

«Ίσως να ’τανε πιο σωστό να σταματήσουμε και μεις τις συγκεντρώσεις», μονολογεί με το νου της. Αμέσως όμως αλλάζει γνώμη. «Ε, κι έπειτα; Θα καλυτερέψει, λες, η κατάσταση, αν εγώ και η συντροφιά μου κοιμόμαστε με τις κότες; Πως μαζευόμαστε και παίζουμε χαρτιά πότε στου ενός και πότε στου άλλου; Τι λες, σπουδαία υπόθεση! Κάποιος τρόπος φυγής, αυτό ’ναι όλο. Κάποιος τρόπος να σκοτώσουμε την πλήξη».

 

Η κυρία Ροζάκη, Λούση το μικρό της όνομα, φρέσκη-φρέσκη κεφάτη και ξεκούραστη, ετοιμάζει το τραπέζι του παιχνιδιού. Φέρνει τις τράπουλες, κάνει τις κάβες, βάζει παντού τασάκια για τα τσιγάρα... Ευτυχώς η κρεμαστή λάμπα του πετρελαίου, φέγγει απόψε περίφημα, κι όπως είναι μεγάλη, ζεσταίνει σα σόμπα...

 

Πάνω στην πράσινη τσόχα, τα χέρια της φαντάζουν φαρφουρένια, έχει εξαίσια χέρια... το κόκκινο των νυχιών της περίφημο... Φόρεσε και το μπριλιάντι της... τελευταίο απόχτημα... Σπουδαία οκαζιόν... σα ρεβύθι!

 

Μετά πηγαίνει στην κουζίνα. Να δει τι έκαμε η μαγείρισσα.

 

Τι βάσανο κι αυτό, να μη βρίσκεις τίποτα... Καλά κι υπάρχει η μαύρη αγορά. Σώθηκε ο κόσμος με δαύτη.

 

— Λοιπόν, τι μας ετοίμασες, κυρά Λένη; Για να δούμε...

 

— Ωραία πράματα, κυρία... σάντουιτς με ζαμπόν, τυροπιτίτσες, κεφτεδάκια, πατατίτσες τηγανιτές, κι έπειτα χαλβά και καφέ.

 

— Πρώτης τάξεως... Να μου ζήσεις, κυρά Λένη...

 

Εκεί όμως χτυπούν το κουδούνι και η Λούση τρέχει να υποδεχτεί την παρέα της. Στη στιγμή γεμίζει το σπίτι με γέλια και κουβέντες.

 

 

 

Σιωπή. Οι φίσες πηγαινοέρχονται από παίχτη σε παίχτη. Ξάφνου κάποιος λέει : «Σήμερα πάλι έγιναν εκτελέσεις». Δυο τρεις λαβαίνουν μέρος και γίνεται θόρυβος.

 

— Ε, παίζουμε, πάψτε, διατάζει μια φωνή, με τα χαρτιά ξεχνιέται κανείς! Αυτά αποκοιμίζουν όλες τις έγνοιες...

 

— Και πενήντα...

 

— Τα ρέστα μου...

 

Εκεί μπαίνει η Μαριέττα κι αλαφροπατώντας πλησιάζει τη Λούση και κάτι της λέει στ΄ αυτί.

 

— Πάσο, λέει η Λούση, πετά τα χαρτιά της και βγαίνει. Σε λίγο επιστρέφει και το παιχνίδι τραβά ως πέρα απ’ τα μεσάνυχτα.

 

Όταν χωρίζουν, όλοι είναι ενθουσιασμένοι.

 

Πέρασαν απόψε περίφημα.

 

 

 

Μόλις έφυγαν, η Λούση, αφού πρώτα καρτέρεψε να πάει στο δωμάτιό του ο άντρας της, φώναξε τη Μαριέττα στο δικό της να της πει καταλεπτώς πώς γένηκε αυτό...

 

— Ως φαίνεται, κάποιος άφησε την εξώπορτα ανοιχτή και χώθηκε ο εγγλέζος. Τον έχω στο κελαράκι της κουζίνας... Σας ρώτησα, και μου ’πατε να μην τον διώξω... Σάματις ξέρω και τη γλώσσα του; Ελάτε να του μιλήσετε η ίδια.

 

Βρήκε έναν κατάξανθο νεαρό να κάθεται μαζεμένος.

 

Της είπε πως τον ειδοποίησαν, εκεί που κρυβόταν τώρα τελευταία, να φύγει αμέσως. Μόλις νύχτωσε πήρε τους δρόμους. Από τη στιγμή εκείνη περπατάει. Όταν άκουε ζάλα κολνούσε στις πόρτες... Όταν ακούμπησε και στη δική της άνοιξε. Είδε τη σκάλα και την ανέβηκε... Της είπε πως είναι αξιωματικός. Δεν κατάφερε να φύγει ακόμα... Να μείνει απόψε, κι αύριο σα νυχτώσει να φύγει. Είναι τόσο, μα τόσο κουρασμένος. Αλλά αν η κυρία δε δέχεται, να φύγει αμέσως...

 

Και τώρα στο δωμάτιό της η Λούση πάει να τρελαθεί...

 

Πώς θα γλυτώσει απ’ τη φουρτούνα που τη βρήκε; Τι ’ναι η φωτιά π’ άναψε στο κεφάλι της;

 

Τον άφησε να μείνει, αλλά αν αύριο βράδυ δεν φύγει; συλλογιέται... Να το πει στον άντρα της, αδύνατο. Τόσο δεν μπαίνει στο νόημα καμιάς θυσίας για τον άλλο, κι είναι τόσο φοβιτσιάρης, που διόλου παράξενο να τον παραδώσει στους γερμανούς... Όσο το συλλογιέται, τόσο και καταλαβαίνει τι λάθος έκαμε.

 

«Δυστυχώς, να του πω, δεν μπορώ... στην πολυκατοικία μένουν γερμανοί»... Πώς δεν το σκέφτηκε, μόνο στεκόταν σα χαζή και τον άκουε και στο τέλος τον κράτησε; Αχ, γιατί να μην της κόψει να του πει πως κάθονται γερμανοί; Θα ’φευγε ευτύς και τώρα θα κοιμόταν ήσυχη. Πω, πω τι την περιμένει αν το πάρει είδηση ο άντρας της... Θεέ μου, πώς θα περάσουν οι ώρες...

 

Μόλις χάραζε η μέρα πήγε στις υπηρέτριες...

 

— Ε τι γίνεται έφυγε;

 

— Πού να φύγει... εκεί είναι, όπως τον αφήκατε...

 

— Να φύγει, πώς να φύγει αφού είναι άρρωστος... Ψένεται στον πυρετό... έχει γίνει ένα κουβάρι και τρέμει σύγκορμος...

 

— Πω, πω... κακό που με βρήκε... Τι θα γίνω... Κι αν το μάθει ο άντρας μου...

 

— Σωπάτε... μην κάνετε έτσι... Ο κύριος, έννοια σας, δε θα μάθει τίποτα... αναλαβαίνω εγώ... Να τι θα κάμω... Τώρα ευτύς θα τον κατεβάσουμε με την κυρά Λένη στην αποθήκη μας... τώρα αμέσως πριν ξυπνήσουν οι υπηρεσίες κι αρχίσουν ν’ ανεβοκατεβαίνουν... είπε η καμαριέρα.

 

— Ναι, ναι να τον πάτε, και μόλις νυχτώσει να φύγει. Άρρωστος ξάρρωστος να φύγει...

 

Η αποθήκη βρισκόταν στα υπόγεια. Μια θεοσκότεινη τρύπα. Δυστυχώς στάθηκε αδύνατο να φύγει το ίδιο βράδυ. Καιόταν στον πυρετό και παραμιλούσε. Μόλις όλα τα φώτα απ’ τις κουζίνες έσβησαν, κατέβηκαν η Μαριέττα με την κυρά Λένη να δουν τι κάνει. Του πήγαν ασπιρίνες και κινίνο και ένα φλιτζάνι τσάι.

 

Και απάνω κει ήρθε την άλλη μέρα η κυρά Δέσποινα με το καρότσι να πάρει τα ρούχα της μπουγάδας. Ήτανε μια πενηντάρα γεροδεμένη γυναίκα, κι όλο έλεγε για τα παλικάρια που πολεμούν τον καταχτητή, και για τον γιο της που πήγε αντάρτης.

 

Μόλις η Λούση άκουσε πως ήρθε η κυρά Δέσποινα, τη φώναξε στην κάμαρά της. Μια ξαφνική έμπνευση. Αν πετύχαινε...

 

— Καλώς τηνα. Κάθησε.

 

Και διέταξε να της κάμουν ένα μεγάλο καφέ και βούτημα.

 

Κι όταν έμειναν μόνες, η Λούση της είπε τα καθέκαστα.

 

— Τι λες, κυρά Δέσποινα, γίνεται να τον πάρεις;

 

— Πώς, πώς ότι μπορούμε να κάνουμε. Σίγουρα είναι πιο εύκολο να φύγει από μας εκεί, παρά από δω.

 

— Κι άκουσε, κυρά Δέσποινα, ό,τι ξοδέψεις στο μεταξύ θα σου το πληρώσω. Και την παράδωσε στις υπηρέτριες να της τον δείξουν. Ο εγγλέζος κείτουνταν χάμω σ΄ ένα φτενό τζίβινο στρωματάκι σκεπασμένος από κορφής. Ώσπου να νυχτώσει και να μπορέσει η κυρά Δέσποινα να τον πάρει, έμεινε κοντά του. Της έφεραν οινόπνευμα και τον έτριψε του ’βαλε κρύες κομπρέσες στο κεφάλι...

 

Όταν νύχτωσε καλά τον έβαλε στο καρότσι, σώριασε από πάνω του τα ρούχα και ξεκίνησε. Ε, στ’ όνομα του Θεού.

 

Μετά απ’ αυτό ή Λούση έδωκε αυστηρές διαταγές.

 

Κανενός δεν θ’ ανοίγουν, αν δεν ιδούν πρωτύτερα απ’ το φεγγίτη της πόρτας. Την προθυμία της κυρά Δέσποινας την εξηγούσε με δυο τρόπους. Ο ένας ήτανε τα χρήματα που θα ’παιρνε, και ο άλλος γιατί ο λαουτζίκος δεν έχει φαντασία. Αν λόγου χάριν ή κυρά Δέσποινα είχε φαντασία, θα ’βλεπε, όπως η Λούση, τις τρομακτικές συνέπειες πού ακολουθούνε τις πράξεις αυτές, και δε θα δεχότανε να πάρει τον εγγλέζο, χρυσή να την έκανε!

 

Τι ώρες πέρασε να συλλογιέται τι την περίμενε αν τον έβρισκαν σπίτι της! Φούντωνε ως την τρέλα ο νους της, να βλέπει τον εαυτό της στην ανά­κριση εκεί στην οδόν Μέρλιν και ύστερα μπρος στο εκτελεστικό απόσπασμα.

 

 

 

 

Το σπιτάκι της κυρά Δέσποινας πέρα εκεί στο συνοικισμό είχε μια αυλούλα, μια κουζινίτσα και μια κάμαρη όλη κι όλη. Στην κάμαρη με το κρε­βάτι έβαλε τον ξένο. Του 'στρωσε καθαρά, του 'δωσε ν' αλλάξει ρούχα του γιου της, του ζέστανε νερό να πλυθεί, του 'κανε ένα βραστάρι, κι όταν πλά­γιασε, πήγε και τον σκέπασε καλά-καλά. Αν κρύωνε, να του ρίξει άλλη κουβέρτα...

 

Καθώς μπαινόβγαινε και τον περιποιόταν τού κουβέντιαζε.

 

Έχω κι εγώ το παλικάρι μου στο βουνό... είναι κι εκείνο όμορφο σαν και σένα... τώρα είσαι συ στη θέση του.

 

Δέν καταλάβαινε τί του 'λεγε, καταλάβαινε μόνο πώς ή απλή γυναικούλα, σκυμμένη από πάνω του ήταν ένα αγαθό πνεύμα, πού κοντά της ο τρόμος και ή αγωνία μέρωναν. Η κυρά Δέσποινα δέν συλλογίστηκε καθόλου τον κίνδυνο. Όχι γιατί δεν ήξερε τι την καρτερούσε, αν έπαιρναν είδηση οι γερμανοί, αλλά γιατί έτσι έπρεπε. Έπρεπε να κρύβουμε τους κυνηγημέ­νους έλεγαν όλοι στο συνοικισμό, ακόμα και με κίνδυνο της ζωής μας... Την άλλη μέρα πήγε να συναντήσει κάποιο φίλο του γιου της, ανακατεμένο στην εθνική αντίσταση.

 

-- Θα κοιτάξουμε να τον φευγατίσουμε το συντομότερο, της είπε. Στο με­ταξύ να φυλάγεσαι όσο μπορείς. Παντού υπάρχουν καταδότες.

 

Στη μεγαλοκυρά της πολυκατοικίας ούτε ξαναπάτησε. Θα 'ταν σα για να της θυμίσει εκείνο πού της είπε περί λεφτά. Το λιγοστό φαγάκι πού έφτιανε, όταν δεν έφτανε και για τους δυο, η κυρά Δέσποινα καμωνόταν την αδιάθετη κι έπινε τσάι του βουνού. Κι οι γειτόνισσες βοηθούσαν. Πότε ή μια πότε ή άλλη κάτι τής πήγαιναν. Λίγες σταφίδες η μια, κανένα πιάτο όσπρια η άλλη. Δεν περίσσευε. Ο κόσμος υπόφερνε. Όλα λείπανε.

 

Ώσπου ένα απόγευμα έγινε το μπλόκο. Κάποιος κρατούμενος του Χαϊδαριού πήδησε απ’ το καμιόνι που τους μετέφερνε στον Πειραιά να δουλέψουν, και τώρα είχαν ζωσμένο το συνοικισμό να τον πιάσουν και γινόταν μεγάλο κακό. Η κυρά Δέσποινα έτρεξε να δει τι συμβαίνει από τη χαραμάδα της πόρτας. Χριστέ μου, τι ήταν αυτό; Ο κόσμος έτρεχε σαν τρελός, οι γυναίκες ξεφώνιζαν, κάπου πυροβολούσαν. Όταν μπήκε στο σπίτι είδε τον εγγλέζο να στέκεται καταμεσίς κατακίτρινος, με τα μάτια του να κοιτάζουν ολούθες, πού να κρυφτεί κι έτρεμε όλος. Την ίδια στιγμή ακούστηκαν βρόντοι στην πόρτα. Η κυρά Δέσποινα κέρωσε... Τι να κάμει; Ν΄ ανοίξει; να μην ανοίξει; Τι να κάμει; όχι, όχι καλύτερα ν’ ανοίξει, δεν γίνεται αλλιώς. Αλλά κάτι να πασκίσει... Ποιος ξέρει καμιά φορά... Τον έμπασε στο μαγειριό, τον σκέπασε με τη σκάφη, κι από πάνω έριξε ό,τι βρήκε μπροστά της. Στο μεταξύ τα θεριά είχανε καβαλήσει το τειχιό κι είχανε μουντάρει με τα πιστόλια, και με δυο τρεις δικούς μας.

 

— Γιατί δεν άνοιγες;

 

— Ήμουνα πλαγιασμένη... Όσο να σηκωθώ...

 

— Ποιος άλλος είναι εδώ;

 

— Κανένας... εγώ μόνο.

 

— Γιά να δούμε.

 

Βρήκανε τον εγγλέζο και τους πήρανε και τους δυο.

 

Στην ανάκριση, όταν την ρώτησαν πώς βρέθηκε σπίτι της ο εγγλέζος, είπε πως ήρθε μοναχός του.

 

Επειδή δεν την πίστευαν τη βασάνιζαν μέρες. Αυτή όμως έλεγε πάντα το ίδιο : «Ήρθε μοναχός του». Έπειτα από λίγο την τουφέκισαν μαζί με άλλες.

 

Ο εγγλέζος γλύτωσε την ίδια στιγμή που τον έπιασαν. Μόλις τον ξεπόρτισαν κατάφερε να ξεφύγει και το ’βαλε στα πόδια. Μες στο κακό που γινόταν πού να τον βρούνε; Μήπως μόνο αυτός έτρεχε; όλος ο κόσμος έτρεχε... Νύχτωσε κιόλας στο μεταξύ.

 

Η Λούση δεν έμαθε ποτέ τι απόγινε η πλύστρα της με τον εγγλέζο. Ούτε και σκουτουριάστηκε να μάθει. Τι θες να σκαλίζεις τέτοιες δουλειές. Μονάχα που δεν βαστάχτηκε και φανέρωσε το μυστικό στον άντρα της, ύστερα από καιρό. Όταν πια σιγουρεύτηκε πως δεν κινδύνευαν. Την άκουε, κι όπως δεν της απαντούσε, εξακολούθησε :

 

— Τι ήθελες να κάμω, Πέτρο μου; Αν ήσουν εσύ στη θέση μου...

 

— Τι θα ’κανα; Θα τον έβγαζα έξω... Ακούς τι θα ’κανα; Τι σχέση έχουμε εμείς με το παλιάσκερο που έφερε αυτή την αναστάτωση στον τόπο; Οι καταχτητές θα μας φέρνονταν με το γάντι, αν έλειπαν αυτά τα ρεμάλια, οι αλήτες. Μας προειδοποίησαν ή όχι οι γερμανοί; «Καθίστε φρόνιμα και δεν έχετε να πάθετε τίποτα»... Ακούς τι θα ‘κανα;

 

— Θα ’θελα να ξέρω γιατί δεν ξαναφάνηκε η κυρά Δέσποινα... είπε σε λίγο η Λούση. Σίγουρα πως τα κατάφερε. Αλλιώς μπορεί να ’χαμε ντράβαλα. Αν έπιαναν τον εγγλέζο σπίτι της δε θα τη ρωτούσαν πώς βρέθηκε εκεί; Κι αυτή, πολύ φυσικό, για να ξαλαφρώσει τη θέση της, θα μας πρόδινε. Που θα πει όλα πήγαν καλά. Αλλά γιατί δε φάνηκε τόσον καιρό, απορώ.

 

— Και έκαμε πολύ καλά.

 

— Στάσου τώρα... ας πούμε πως η κυρά Δέσποινα μας πρόδινε... δε θα μπορούσαμε να αρνηθούμε τα πάντα;

 

— Να δα η ώρα... και βέβαια θ’ αρνιόμαστε.

 

— Έπειτα έχουμε τόσες σχέσεις, τόσους φίλους σε στενή συνεργασία με τους γερμανούς...

 

 

 

Και μόνο σαν ξημέρωσε η μέρα της λευτεριάς, κι ήτανε τα ονόματα, αμέτρητα ονόματα, των ηρώων της Εθνικής Αντίστασης γραμμένα σε ατέλειωτα κατεβατά καταμεσίς στην πλατεία του Συντάγματος, η Λούση που πήγε στην παρέλαση, έτσι για να χαζέψει τον κοσμάκη, είδε ανάμεσα στ’ άλλα και της Δέσποινας Δασκαλάκη.

 

Έτσι τη θυμήθηκε ξανά και για τελευταία φορά.-

 

 




Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Επιστροφή στην Ανθολογία Αντιστασιακής Πεζογραφίας

Αρχική σελίδα KEIMENA