Η κυρά Μαριγώ

 

   Η μεγάλη σιωπή που ακολουθά ύστερα από τα μεσάνυχτα, είχε βουβάνει και την πολυκατοικία της κυρά Μαριγώς, εκεί ψηλά στη Δεξαμενή. Μόνο κάπου-κάπου, τα βήματα των ξενυχτισμένων νοικάρηδων ακούγονταν στην πλακόστρωτη αυλή, που τ’ ακολουθούσε ο κρότος του κλειδιού στην κλειδαρότρυπα… Όχι, ακουόταν και το κλάψιμο του μωρού της Θωμαής κι η φωνή αυτηνής να το σιργουλίζει να σωπάσει με λόγια τρυφερά και νανουρίσματα.

  Η κυρά Μαριγώ η σπιτονοικοκυρά δεν είχε πέσει ακόμα. Καθόταν κι έβγαζε πασιέντσες. Λιγόυπνη από δικού της, τα χαρτιά την ξαγρυπνούσαν ολότελα. Απόψε ρωτούσε να μάθει αν η υπόθεση θα τέλειωνε σε καλό ή θα ’χε πάλι τρεχάματα με την αστυνομία. Ας είναι, το ’χει κάμει όρκο να μην ξαναβάλει «γυναίκες» στο σπίτι της… ούτε νοικάρισσες, ούτε φερτές. Το διάστημα που ’καμε στη φυλακή τη ζεμάτισε. Ξορκισμένα και τα λεφτά και το χαΐρι τους. Τώρα και τρεις μήνες που ακολουθά αυτή την τάξη ήρθε ο νους στο κεφάλι της.

  Δε θα ’χει πια το χτυποκάρδι της αστυνομίας και τον κίνδυνο να την τραβολογάν κάθε τόσο στα δικαστήρια. Πάνε πια «οι κόρες των στρατηγών» και «οι κυρίες των υπουργών» που προμήθευε στους πελάτες της. Για να κάμει πιο ελκυστική την πραμάτεια της και συνάμα να δίνει περιωπή στον εαυτό της είχε βρει αυτό τον τρόπο: Να παρουσιάζει τις γυναίκες που περνούσαν από το σπίτι της για μεγαλουσιάνες. Σήμερα ίσια-ίσια αυτά έλεγε στον κυρ-Θάνο τον μεγαλομπακάλη, που ήρθε γι’ αυτή τη δουλειά.

-         Το σπίτι μου, κυρ-Θάνο, από τώρα και μπρος θα γένει μοναστήρι. Έτσι το πήρα απόφαση. Δε μπορώ, να σε χαρώ, μπελάδες. Κι αυτές που κάθουνται ’δω μέσα θα ξεκουμπιστούν. Κι ούτε θα μου κουβαλούν τις αγαπητικιές των απ’ όξω οι νοικάρηδες.

-         Και στον εαυτό σου τον ίδιο κανόνα θα βάλεις, γιά θα κάμεις εξαίρεση; Γιατί αν δεν τον βάλεις εδώ ’μαστε.

  Είπ’ ο κυρ-Θάνος πονηρά και γέλασε. Γέλασε κι η κυρά Μαριγώ, κι έπειτα είπε αναστενάζοντας:

-         Θέλουν κέφι όλα τούτα, κυρ-Θάνο μου… κέφι… μα πούντο…

-         Μονάχα γριά μην πεις πως είσαι, κυρά Μαριγώ, γιατί θα κάμεις αμαρτία στο Θεό.

  Είπ’ ο κυρ-Θάνος, που ήξερε πως με τις μαλαγανιές αυτές θα την κατάφερνε να του οικονομήσει κανένα κοριτσόπουλο…

-         Γιατί γριά;… και σαν είμαι ’γω γριά τ’ είναι η παπαδιά;… ξέρεις ποια λέω… Είναι τάχα νιότερη κι έχει εκείνο το Νώτη ντε, το νεροκράτη…

-         Έλα ντε… αυτό λέω κι εγώ…

-         Κέφι… μου δίνεις κέφι;… εδώ δε θέλω, ξανάπε η κυρά Μαριγώ.

-         Όπου ’ναι η μπόρεση εκεί ’ναι κι η όρεξη, λέμε στην πατρίδα μου. Τι σου λείπει; Μαλλιά μαύρα σαν κορακόφτερα. Δόντια μαργαριτάρι, να χτυπήσω ξύλο, κι όσο για… κι ο κυρ-Θάνος έδειχνε με το μάτι το φουσκωμένο μπούστο της κυρά Μαριγώς… τα ελέη του Θεού τα πλούσια.

-         Κυρ-Θανάση μάζεψε τη γλώσσα σου.

-         Αμ τι να τη μαζέψω… χωριό που φαίνεται κολαούζο δε θέλει. Κι επρόστεσε σα να μην είχε ειπωθεί τίποτα πάνω σ’ αυτό: Και πότε να περάσω;…

   Η κυρά Μαριγώ απόμενε σκεφτική.

-         Μα ξέρω τι να σου πω… Τ’ είναι σήμερα; Σαββάτο;

   Και πάλι σκεφτόταν… Έπειτα σήκωσε το κεφάλι της κι είπε αποφασιστικά:

-         Την Τετάρτη, στις τέσσερις τ’ απόγεμα.

-         Ξέρεις τα γούστα μου.

-         Ε, καλά σου.

   Η ευαίσθητη χορδή της κυρά Μαριγώς ήταν να της πεις πως είναι νέα. Ας είναι χαλάλι του μπερουκέρη… πλήρωσε πολλά, μα της έφτιαξε μια περούκα τρέλα. Πάλι με δικά της μαλλιά. Εκείνα τα μαλλιά της που της έφταναν στα γόνατα. Αλλά κι ο δοντογιατρός, Θιος σχωρές τη μάνα του, σαν αληθινά. Όταν τάχεις αυτά τα δυο… όλα τ’ άλλα φτιάχνονται. Μια ιδέα κοκκινάδι, λίγη ζακυθινή πούντρα, ένα καμένο γαρούφαλο να περάσεις το φρύδι, μια φλοκάτη πετσέτα στο κορσάζ… κι η κυρά Μαριγώ έβαζε κάτω όλα τα κοριτσόπουλα. Είχε ξεχάσει πως  ζύγωνε τα 60. Αλλά γιατί να το θυμηθεί; Μήπως της το ’πε τ’ όχι κανένας ως τα τώρα; Βέβαια ήταν κι αυτή φιλότιμη. Ήξερε να περιποιηθεί. Γυναίκα με τα ούλα της. Χουβαρντάδισσα. Μόνο να της έδειχνε κανένας λίγο «αίστημα» γινόταν θυσία. Να καταδεχτεί να πάρει νοίκι σε τέτοιες ώρες; Το εναντίο, να δώσει και χαρτζιλίκι. Κι όταν αργούσε να λάβει λεφτά από την πατρίδα, ο φοιτητής να πούμε, να τον δανείσει κιόλας. Αλλά ούτε και το ’παιρνε «επί πόνου», όταν ένα πρωί εύρισκε το πουλί φευγάτο. Αν ήταν κανένα κοριτσόπουλο, θ’ αρρώσταινε, θα χτίκιαζε, τίς ξέρει τι θα πάθαινε.

   Εκείνη, τίποτα.

-         Ψωμί στο μοναστήρι και από καλογέρους όσους θες, έλεγε

   Μονάχα η φυλακή την είχε πολύ σεκλετίσει… Κι η κυρά Μαριγώ ρωτούσε τα χαρτιά να της πουν αν θα της βγει σε καλό η συμφωνία που ’καμε από νωρίς με τον κυρ-Θάνο. Μα θα πεις: τα πιστεύεις τα χαρτιά;… Χμ! βγαίνουνε τα μαγκούφικα κάποτε…

   Ξάφνου ακούστηκαν στην αυλή πατήματα βαριά από πολλά πόδια κι ομιλίες σιγανές. Η κυρά Μαριγώ χαμήλωσε ευτύς το φως και πλησίασε στο παράθυρο που έδινε στην αυλή να δει ποιος ήταν…

   Στο φως του φεγγαριού είδε τέσσερις νομάτους που τραβούσαν κατά τη σκάλα της. Έπειτα από λίγο της χτύπησαν… Αυτή μιλιά… Της ξαναχτύπησαν δυνατώτερα… κι ευτύς κι η φωνή ενός:

-         Κυρά Μαριγώ!... άνοιξε, ρε βάσανο…

   Η κυρά Μαριγώ τα χρειάστηκε. Ήταν ο Πίπης ο ελαιοχρωματιστής, μεθυσμένος… ικανός να σηκώσει τη γειτονιά στο ποδάρι… να ’ρθούν οι πολισμάνοι… «Αχ, κακό που με βρήκε!»

   Πλησίασε στην πόρτα και σκύβοντας ρώτησε σιγά:

-         Ποιος είναι; Τέτοια ώρα τι θέλετε;

-         Άνοιξε ρε, που ρωτάς σα να ’χεις παρθεναγωγείο.

-         Κοιμάμαι… είμαι άρρωστη.

-         Άνοιξε ρε το σταυρό σου. Ποιον έχεις μέσα! Άνοιξε γιατί σου σπάζω την πόρτα!

   Ανέβασε το φως κι άνοιξε την πόρτα. Ήταν κι οι τέσσερις γνωστοί της… του σχοινιού και του παλουκιού. Ο Πίπης, ο Νώντας, ο Κώτσος κι ο Μιχάλης, όλοι πρώην νοικάρηδες… κι οι τέσσερις τύφλα στο μεθύσι… «Η παρέα που ’πινε από νωρίς στο μπακάλικο», θυμήθηκε η κυρά Μαριγώ.

   Μπήκαν κι οι τέσσερις και θρονιάστηκαν στον καναπέ. «Ας τους πιάσω με το καλό», είπε με το νου της:

-         Βλέπετε δεν είναι κανένας, είπε δειλά. Εγώ πια γυναίκες δε φέρνω δω μέσα… να το ξέρετε… πα να πει αν ήρθατε γι’ αυτό… Πάλε… αν ήρθατε έτσι… καλώς ορίσατε…

-         Μωρ’ τι τσαμπουνάς… στην Παναγία σου, τι τσαμπουνάς…, είπ΄ ο Μιχάλης κοιτάζοντάς την με τα μάτια μισόκλειστα… Τι λέει… στο Θεό σας…

-         Φέρε να πιούμε, είπε ο Πίπης. Φέρε ό,τι έχεις. Έλα ντε…. κουνήσου.

-         Χριστός και Παναγία… τι να φέρω… είναι ώρα για τέτοια πράματα; σύρτε στο καλό… αν αγαπάτε το Θεό… είμαι άρρωστη, παρακάλεσε μ’ απόγνωση η κυρά Μαριγώ.

-         Τι έκανε λέει! Να φύγωμε; Χα, χα, χα… γέλασε με το γέλιο του μεθυσμένου ο Μιχάλης μιλώντας μέσα σε δυνατό λόξυγκα. Ακούς να φύγωμε…

-         Μα τι θέλετε… τι ζητάτε; ρώτησε η κυρά Μαριγώ.

-         Να ξυπνήσεις τη Μαρίκα να ’ρθει πάνω. Να τι θέλωμε.

-         Η Μαρίκα δεν κάθεται πια εδώ… έφυγε…

-         Τη Νίτσα τότες.

-         Κι η Νίτσα δεν είναι πια εδώ.

-         Φέρε όποια να ’ναι. Θέλουμε γυναίκα… και σύντομα…

   Ο Πίπης όρθιος, άδειαζε το ντουλάπι· έβγαζε το κρασί… κάτι πιάτα με φαγιά που είχαν μείνει αποβραδίς… Οι άλλοι τρεις κάθονταν.

-         Ακούς, γιά δεν ακούς: κι η γροθιά του Νώντα έπεσε βαριά στο τραπέζι.

-         Δεν υπάρχουν πια γυναίκες δω μέσα, είπε η σπιτονοικοκυρά και βάλθηκε να κλαίει.

-         Τότες θα μείνωμε με σένα!

   Κέρωσε.

-         Με μένα!... Καλέ χριστέ μου, τ’ είν’ τούτο που με βρήκε! Αμάν… για το Θεό, πηγαίνετε να ησυχάσετε… είστε χριστιανοί;

-         Δεν το κουνούμε που να λυσσάξεις.

   Κι αρχίνησαν κι οι τέσσερις να της ρίχνουνται, να την τραβολογούν και να την πειράζουν.

-         Αχ Βαγγελίστρα μου, πρόφτασε.

-         Μωρ’ έλα που κάνεις τη δύσκολη…

   Ξάφνου η κυρά Μαριγώ αγρίεψε:

-         Φευγάτε για θα βάλω τις φωνές, είπε δυνατά. Θα σηκώσω τη γειτονιά στο ποδάρι. Φευγάτε σας λέω.

   Γέλια ακούστηκαν κι οι τέσσερις μεθυσμένοι βάλθηκαν ξανά να την πειράζουν… Είχαν σηκωθεί όρθιοι και τη στρίμωχναν, την τσιμπούσαν… της έκαναν λογής μαρτύρια… Η Μαριγώ με τα χέρια μπροστά τους έσπρωχνε… Πολλές φορές κόντεψαν να ρίξουν τη λάμπα…

-         Αχ, Θεέ μου, ας έπεφτε, έλεγε με λαχτάρα… Βαγγελίστρα μου, κάνε το θάμα σου… Κι ανάσαινε βαριά… ανίκανη να φωνάξει…

   Οι μεθυσμένοι είχαν αγριέψει… Με τα μούτρα ολόδρωτα, κόκκινοι, ξεμαλλιασμένοι, πάλευαν τη γυναίκα… νιώθοντας το τυφλό ένστιχτο του ζώου να ξυπνά και να τους συνεπαίρνει.

   Ξάφνου ο ένας απ’ όλους ούρλιαξε:

-         Να σβήσουμε το φως!

   Με το λόγο αυτό όλοι έτρεξαν προς τη λάμπα. Αλλά πριν προφτάσουν να τη σβήσουν, η κυρά Μαριγώ που είχε μείνει λεύτερη βάλθηκε να ουρλιάζει:

-         Θέλετε να κοιμηθείτε με μένα! Ε, να, το λοιπόν! Να! να! να! Να… άτιμοι… φονιάδες… κακούργοι… να!

   Κι έξαλλη τους πετούσε στα μούτρα την περούκα της, τις μασέλες της, τα πανιά που ’χε παραγιομισμένα τα στήθια της.

-         Χα! χα! χα! Ελάτε το λοιπόν… ελάτε ντε! σβήστε το φως! Τι κοκαλώσατε… χα! χα! χα!... Και χιμούσε απάνω τους με το γυμνό κρανίο της που γυάλιζε, με το στόμα της που έχασκε δίχως δόντια και τη γλώσσα της που την μπαινόβγαζε σα φίδι στην τρύπα του, με τα ξεγυμνωμένα της στήθια να κρέμουνται σαν αδειανά σακούλια…

   Οι μεθυσμένοι αποβλακώθηκαν… Η κυρά Μαριγώ πηδούσε τώρα μπροστά τους , ενώ με τα δάχτυλά της τραβούσε τις γωνιές από το στόμα της για να το ανοίγει πιότερο, με τη γλώσσα της σα φριχτό ερπετό να παίζει μέσα…

   Μια πόρτα άνοιξε κι η Θωμαή βγήκε στην αυλή. Είδε φως στης κυρά Μαριγώς κι ανέβηκε να δει μήπως ήταν άρρωστη. Καθώς ανέβαινε την πέτρινη σκάλα της σπιτονοικοκυράς, συναντήθηκε με τους τέσσερις άντρες που κουτρουβαλούσαν βιαστικά. Κι όταν μπήκε, είδε την κυρά Μαριγώ, ξέστηθη, να κοιτάζει σαν παραλοϊσμένη την πόρτα γοργανασαίνοντας, ενώ πάνω στο τραπέζι ήταν η περούκα της κι οι μασέλες της…

 

Από τη συλλογή 11π.μ.-1μ.μ, Αθήνα,1929

 

 

Το ίδιο περιστατικό το αφηγείται και ο Βάρναλης στα Φιλολογικά του Απομνημονεύματα.

  

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA