ΤΟ ΦΟΡΤΗΓΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΝΤΙΛΛΕΣ

 

 Διήγημα του Αλκ. Γιαννόπουλου

 

     Το πλοίο αγκυροβολημένο πέρα από το μώλο, βρισκόταν πίσω από δυο άλλα, που είχανε – αυτά -  πλευρίσει στο κρηπίδωμα. Η πλώρη του ήταν στραμμένη προς τα εδώ και το βλέπαμε, σύμφωνα με την καθιερωμένη προοπτική, σαν ακαθόριστο ιδεατό όγκο μέσα σε απεριόριστο χώρο. Ο Άγγελος παρατήρησε πως μήτε τ΄ όνομα φαινόταν μήτε κανένα σήμα διακρινότανε στη θέση του. Είχε συχνά καταπιαστεί με τέτοιες υποθέσεις και γνώριζε λεπτομέρειες, που σπάνια απασχολούσανε εμένα. Νόμιζα εξάλλου πάντοτε, πως όλα ακολουθούν μια τάξη φυσική, που επιβάλλεται απ΄ τη συνήθεια, δίχως την ανάγκη να ελέγχουμε εμείς το τι πρέπει και τι όχι. Δε θα ανησυχούσα ποτέ για τον πλοίαρχο, ποιος και τι λογής άνθρωπος ήταν, αν φόρτωνε στον τόπο μας εμπόρευμα, αν το πλήρωμα ήταν κατάλληλο, αν το λιμεναρχείο είχε βρει κανονικά τα χαρτιά. Και τέλος για όλα τα καθέκαστα, που τυλίγονται γύρω απ΄ την απλή και συγκεκριμένη εικόνα ενός ξένου φορτηγού, που είναι να φεύγει για τις τροπικές – ας φανταστούμε – χώρες. Είχα ταξιδέψει κι άλλοτε – μια προς τα εδώ, μια προς τα εκεί – στη Μεσόγειο, στα νησιά του Αιγαίου, στο Κρητικό πέλαγος κι ακόμα στην Αδριατική, με ξεκάθαρο όμως σκοπό και γνωστό τέρμα, που έκρυβαν τους ποθητούς κι ακαθόριστους ορίζοντες του ονείρου. Αλλά κι έτσι αν δεν ήταν, εύρισκα πως όλα πήγαιναν περίφημα και δε διέφεραν τούτα τα ταξίδια μου στη θάλασσα, από τ΄ άλλα στην ξηρά, με αμαξοστοιχίες – ας πούμε – που κυλιούνται πάνω στις καρφωμένες σιδηροτροχιές ή – στους χαραγμένους δρόμους – μ΄ αυτοκίνητα, που αγκομαχούν και μουγκρίζουν καθώς ρίχνονται με τολμηρές ταχύτητες «να κατακτήσουν την απόσταση». (Κι ας παραμένει, μετά απ΄ το πέρασμά τους, η απόσταση αυτή, ίδια όπως πρώτα).

     -Διόλου παράξενο αν δε φαίνεται τ΄ όνομα – απάντησα λοιπόν στον Άγγελο. Όλα είναι, πιστεύω, όπως πρέπει να΄ ναι.

     -Γιατί πιστεύεις – σχολίασε ο φίλος μου – λιγότερα απ΄ όσα βλέπεις.   

     Φοβήθηκα μη βρει πάλι αφορμή για συζητήσεις γύρω από παλιές κακοτοπιές. Τούτο τ΄ απόγευμα – κι είμαστε στο σούρουπο – είχαμε αποφασίσει, κατεβαίνοντας στο λιμάνι, ν΄ ασχοληθούμε με το ταξίδι μας. Δεν υπήρχε πια καιρός: έπρεπε να συναντήσουμε το «γέρο».

     Θα σημειώσω αμέσως πως ο «γέρος» - Μάστρο Αργύρης λεγότανε – είναι το κύριο πρόσωπο της ιστορίας μου. Θα ’ταν μάλιστα κάτι το μοναδικό αν δεν είχα τη συνήθεια να μπερδεύω τα περιστατικά των άλλων στα δικά μου σε σημείο τέτοιο, ώστε να μην μπορώ να ξεχωρίζω μετά τα νήματα για μια στρωτή αφήγηση με ξεκαθαρισμένη υπόθεση και λογική πλοκή. Μας τον είχε γνωρίσει ένα βράδυ ο φίλος μας Δημήτρης Σταγαράκης.

     Περπατούσαμε - θυμάμαι – ο Άγγελος κι εγώ στη λεωφόρο Αμαλίας, προσπαθώντας να ξετυλίξουμε τις φλύαρες σκέψεις μας, έτσι που δένονταν ανάμεσά στις φουντωμένες πιπεριές και στα τσαμπιά με τα κόκκινα γλομπάκια. Αίφνης είδαμε τ΄ αυτοκίνητο του Σταγαράκη. Είχε σταματήσει πλάι μας, λες πάνθηρας που ερχόταν να ξαπλώσει, ησυχασμένος και γαλήνιος, μπρος στα πόδια μας. Ο Δημήτρης μάς χαιρέτησε και δεν προφέραμε λέξη. Μας προσκάλεσε, και δεν βρήκαμε την ετοιμότητα να αρνηθούμε. Πήραμε – σιωπηλοί – τη μεγάλη ευθεία λεωφόρο προς τη θάλασσα, ακολουθήσαμε τον παραλιακό δρόμο, για το Νέο Φάληρο, την κορνίζα έπειτα της Καστέλας, και καταλήξαμε στο Τουρκολίμανο, απ΄ όπου – μετά την απαραίτητη, όπως μας εξήγησε ο οδηγός μας στάση, για να πούμε δυο λόγια τσιμπώντας κάτι – θα ξεκινούσαμε πάλι για την επιστροφή. Μπρος στο Δημήτρη Σταγαράκη είμαστε κι οι δυο, ο Άγγελος κι εγώ, σα μουδιασμένοι, ή καλύτερα συνεσταλμένοι, θέματα της ακαθόριστης δειλίας που γεννάει το αντίκρισμα ενός προνομιούχου ανθρώπου που ο ίδιος ξέρει πόση είναι η επιβολή του και μπορεί να εκτιμάει μ΄ αρχοντιά την αναγνωρισμένην επιτυχία του. Γιατί ο Δημήτρης Σταγαράκης – είναι γνωστό – πάντοτε και σ΄ όλα είχε πετύχει. Ανάμεσα στο πλήθος των όσων πολεμάνε με τις τέχνες και τα γράμματα να κατακτήσουνε την εκτίμηση των πολλών, ο Σταγαράκης ήταν ακριβώς απ΄ τους λίγους που ’χανε βρει το σωστό δρόμο. Ωστόσο, παρ’ όλες τις διαδόσεις για μια τάχα παράλογη υπεροψία του, πρέπει να ομολογήσω πως αντίκρυ σε μένα και τον Άγγελο, ή – προτιμότερα – τον Άγγελο και μένα, ο αξιόλογος αυτός άνθρωπος έδειχνε πάντα εξαιρετική προσήνεια, μια φιλική διάθεση δίχως ίχνος προσποίησης, λεπτός στους τρόπους και τις εκφράσεις περισσότερο ακόμη απ΄ όσο ήταν απαραίτητο για να μη σκιαστεί ή όχι και πολύ πρωτόγονη ευθιξία μας. Άσχετα τώρα αν στη συνομιλία του (το ίδιο συνέβηκε και τότε, που καθίσαμε οι τρεις άκρια-άκρια, κοντά στη θάλασσα) συνήθιζε με κάποιαν αυταρέσκεια να πετιέται από το ’να θέμα στ΄ άλλο, για να μπορεί άνετα – νομίζω – να προβάλλει με μαγική ταχύτητα τις εκλεκτικές πάντα τελευταίες πληροφορίες του. Αρέσκονταν επίσης σε κρίσεις και σε γνώμες γύρω από ξένους (οι δικοί μας δεν τον ενδιέφεραν) σαν το Lawrence, τη Woolf, το Huxley, τον Kafka, τον Kierkegaard, τον Όσιο Αυγουστίνο, το  Sar Peladan, τον Picano, τον Eliot ή – για να δώσω πιο έντονη την εντύπωση που προκαλούν συχνά σ΄ άνθρωπο απληροφόρητο, οι ξαφνικές συσχετίσεις - το Fildey, τον  Katowiki, τον Peter Fow και τον – ας υποθέσουμε -  περίφημο Thartowilde. Το ευτύχημα είναι πως εκείνο το βράδυ που λέω, φτάσαμε γρήγορα από φράση σε φράση, στα μακρινά ταξίδια και μη θέλοντας ίσως ν΄ αναφέρει πια ο φίλος μας απροσδόκητους ξένους κάλεσε από μια συντροφιά ψαράδων, που βρισκότανε σ΄ άλλο τραπέζι λίγο παρέκει, το «γέρο». Ο Μάστρο Αργύρης μπορούσε να θαμπώσει και τον πιο ονειροπαρμένο και φαντασιόπληκτο ακροατή με τις εξαίσιες περιπέτειες, τις ατέλειωτες περιπλανήσεις του σε θάλασσες, ωκεανούς και χώρες, ανάμεσα σε κάθε λογής ανθρώπους, τούτης ή και οποιασδήποτε άλλης υποθετικής γης. Τη φράση αυτή την τόνισε με τρόπο ο Σταγαράκης, δίχως καμιά πρόθεση παραδοξολογίας, με την παρατήρηση μονάχα πως ο καθένας μας έχει ξεχωριστήν αντίληψη του κόσμου, ολότελα υποκειμενική. Πως ο «γέρος», τύπος παλιού ναυτικού, ήταν πραγματικά ο περίφημος άνθρωπος, που μας έλεγε ο φίλος μας, το δεχτήκαμε με προθυμία. Άρχιζε να σκοτεινιάζει· ησυχία ολόγυρα· κλεισμένη η θάλασσα μπροστά μας.

 

     Όλες οι αλήθειες είναι αλήθειες: Δεχόμαστε γαλήνιοι όχι μόνον του Δημήτρη Σταγαράκη τις φαντασίες αλλά και το μαγικό χαλί του Αλαντίν που θα ’στρωνε στα πόδια μας ο πολυταξιδεμένος ναυτικός.

     -Μάστρο Αργύρη – του είχε πει για μας ο συγγραφέας (για το γνωστό συγγραφέα Σταγαράκη γράφω τόσην ώρα) – ο φίλος απ΄ εδώ είναι επιστήμονας (κι έδειχνε εμένα) κι ο κύριος (έδειχνε τον Άγγελο)

     -Του λόγου του, τον ξέρω – διέκοψε ο γέρος.

     -Με ξέρεις;

     -Δεν πάνε πολλοί μήνες. Με τη Φωτεινή, απ΄ το Πορτάντεν…

     -Το Port Anden;

     -Έτσι θα ΄ναι – υποστήριξε ο Σταγαράκης με σοβαρότητα που με κλόνισε.

     Δεν μίλαγαν βέβαια για μένα και παρ΄ όλη τη στενή φιλία και την καθημερινή σχεδόν, από καιρό, συναναστροφή μου με τον Άγγελο, διόλου παράξενο να μη γνώριζα ορισμένα περιστατικά του. Ο Άγγελος εντούτοις επέμενε ακόμη.

     -Στο Port Anden δεν επήγα. Μήτε ποτέ εγύρισα απ΄ εκεί.

     Ο ναυτικός χαχάνισε σιγανά και κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι.

     Ακολούθησε ανάμεσα στους τέσσερις μας σιωπή, ως που να γιομίσει το καινούργιο ποτήρι, που χε φέρει στο μεταξύ το παιδί της ταβέρνας. Όλοι μας κοιτάγαμε τούτο το ποτήρι – στο μισόφεγγο – δίχως ίσως να το βλέπουμε. Ο λαμπτήρας ήταν παράμερα. Στις σκιές γύρω, θα βρίσκονταν σωριασμένα όλα τα όσα είχε ως τώρα μαζέψει ο γέρο ναυτικός. Σα σήκωσε τέλος το χέρι να πιει, είπε στον Σταγαράκη:

     -Τα ίδια έλεγες κι εσύ.

     -Εμείς οι δυο – εξήγησε ο συγγραφέας – προτού γίνουμε καλοί σύντροφοι σε τούτη τη γωνιά, σ΄ αυτό μάλιστα το τραπεζάκι με το πιοτό μπροστά μας, το ψαράκι, την όμορφη βραδιά και τα γρι-γρι εκεί κάτω, είχαμε γνωριστεί σε ξωτικές πολιτείες, στο αρχιπέλαγος, στον ωκεανό, σ΄ ένα νησί…στο…στη…

     -Στη μμμμμτρα…

     -Στη…. μμμμτρα ή …;

     -Όχι: στη…. μμμμμτρα.

     -Ναι, εκεί. Κι αφήστε τις περιπέτειες, τα ναυάγια, τις ζούγκλες, τις χίμαιρες και τα θηρία….

     Η εικόνα ήταν ελκυστική. Ήμουνα τώρα βέβαιος και για την περίεργη σύμπτωση του ταξιδιού, απ΄ το Άντεν, που αρνιότανε ο Άγγελος.

     -Χρόνια φεύγω κι έρχομαι – ψιθύρισε ο Μάστρο-Αργύρης. Τον κόσμο τον γύρισα φαρδιά-πλατιά, από πάνου ως κάτου, απ΄εδώ κι απ΄ εκεί. Τόσα είδα και γνώρισα, που δεν είναι πια τίποτα να πω.

     Όχι δεν ήταν αγυρτεία και προσποίηση. Ένοιωθα σα μια λύτρωση, μια ειλικρίνεια στα λόγια του. Έσβηνε η κουραστική προβολή απ΄ τα συνηθισμένα. Ήταν μια προσπάθεια ν΄ ανοιχτούν στα μάτια μας και τη φαντασία μας οι πύλες του ονείρου. Γινόταν ο πλοηγός που θα οδηγούσε το καράβι της απόδρασης μας. Έξω από τα νεκρά νερά· κείθε απ’ το ξεφτιλισμένο «μεράκι» (ποτήρι, ζεστή μαρίδα, τσιγάρο, σαλατίτσα, μουρμουριστό χιλιοπατημένο ασυνάρτητο τραγούδι)… Χαρούμενα μας έσερνε στ΄ ανοιχτά. Κι αλήθεια, τις αναζητάμε, τις πιστεύουμε στιγμές-στιγμές τούτες τις ιστορίες, ψεύτικες ή αληθινές κατά το ποιος τις λέει, για ναυάγια, χαμένα νησιά, για πείνα και δίψα πάνω σε σχεδίες, για φλεγόμενα πλοία, για πειρατές και χαμούς…

Ταξίδια με φορτηγά, που έχουν πλήρωμα από Κινέζους και μεταφέρουν φορτίο απαγορευμένο. Νύχτες ακινησίας σε θάλασσες, που δεν υπάρχουν σε χάρτες ναυτικούς…Πήγαμε κρυφά να βρούμε βουλιαγμένους θησαυρούς… Το πλοίο φάντασμα, το θαλάσσιο φίδι, τα νησιά, που ξάφνου καταποντίζονται… Πολιτείες χαμένες στο βυθό. Αναδύονται – αόρατες – να μαζέψουν ήλιο κι ουρανό. Μύθοι. Παραδόσεις. Ατλαντίδες. Αυγές του Νότου. Παγωμένες κοινωνίες από πιγκουίνους στη Γη του Πυρός. Τηλεβόες στον ωκεανό διαλαλούνε τις περιπέτειες μας στη χώρα των Λαιστρυγόνων, στους σταύλους της Κίρκης, στ΄ άντρο του Πολυφήμου. Και να ακούστε τις πλοκές του De Foe, του Poe, του Verne, του Conrad και του δικού μας Δημήτρη Σταγαράκη…. (Καράβια ιδρωμένα, κουρασμένα, βαριά από αρώματα κι από ποτά, κουβαλούν γυναίκες, ως τα διωγμένα κίτρινα πελάγη, όπου περιμένουν άρρωστοι από απόγνωση, διψασμένοι για σάρκα, Μαλαίσιοι πειρατές…)

     ….Οι πάγοι της Αλάσκας. Το Μαελστρόμ. Οι κανίβαλοι με μονόξυλα (άνθρωποι που μοιάζουν με τα ξόανα τους)… Το χρυσάφι αλαλάζει στιλπνό στην άμμο ποταμιών, που σέρνονται σαν κιτρινομαβιές κορδέλες, σ΄ ένα γυαλένιο τοπίο. Φοινικόδενδρα. Σημαντήρες σε μαύρα λιμάνια. Δάση από ξάρτια. Καραβάνια στην έρημο. Κοχύλια. Παναμαϊκές σημαίες. Ταμ-ταμ στη ζούγκλα ανάμεσα σε πυκνές κληματίδες. Καταιγίδες. Τυφώνες. Η θάλασσα των σαργασών. Κι ένα μπαρ στην Kahuhu. Ένα μπαρ στην Kahuhu….

    ….Προσπαθείς να πιάσεις μιαν αρχή. Ίσως ο γέρος θα ’χε κάποιο δικό του τρόπο ν΄ αφηγιέται. Οι κινήσεις του, το πρόσωπο του, οι μορφασμοί θα πλουτίζουν τις εικόνες του. Κι είναι η στιγμή κι η απαλή μαγεία της… Κι η φαντασία μας, κι η φαντασία του φίλου συγγραφέα…

     -Ναι, Άγγελε – σκέφτηκα. Ταξίδεψες στο Άντεν. Όπως όλοι εμείς που φεύγουμε για ξένες χώρες. (Θυμάσαι τον παλιό καιρό που λέγαμε για το Παρίσι; Το χειροπιαστό, σχηματοποιημένο, πασίγνωστο Παρίσι; Χιλιοτυπωμένα, χιλιοπατημένα κατατόπια. Το βρίσκεις μέσα σ΄ όλους τους οδηγούς για ταξιδιώτες, σ΄όλες τις διαφημίσεις, σ΄ όλα τα εικονογραφημένα τουριστικά φυλλάδια. Ορισμένα δρομολόγια. Μυριάδες φώτα· μυριάδες άνθρωποι. Αποσκευές, φωνές, ξενοδοχεία, σταθμοί, κλίμακες, πινακίδες, αυτοκίνητα. Αγριοκαστανιές. Αναρίθμητα χέρια και πόδια σε κίνηση. Soure. Quartier Latin. Montparnasse. Bois de Boulogne – μια κούραση τσακίζει τα λόγια μας, απαυδησμένα πια να λένε. Ήσαν και οι λίμνες της Ελβετίας – θυμάσαι – όπως τις ζωγραφίζουν με ρόδινα, άσπρα, γαλάζια χρώματα και γύρω ολόγυρα βουνά. Τα ίδια αυτά βουνά, τα σέρνανε μαζί τους με σχοινιά οι ορειβάτες καθώς σκαρφαλώνανε προς τον ουρανό… Πειραιάς-Μασσαλία με τον Ωρίωνα – 8000 τόννοι. Ή το «Orient-Express»: Αθήνα-Βελιγράδι-Βενετία-Μιλάνο. Αλλαγή στη Domodonola…. Αφετηρία: γωνία Αγίου Κωνσταντίνου και το τέρμα (σαν να μην ήταν πια ανάγκη να φύγουμε) το φέρναμε μαζί μας… Τουριστικό καραβάνι. Ώρα αναχώρησης· ώρα άφιξης. Restaurant. Ο οδηγός στο λεωφορείο. Επισκέψεις στα μνημεία, στα μουσεία, στα φημισμένα κέντρα. Τιμές ορισμένες, κι ακαθόριστο κάτι σαν αηδία κι ανία….Ίσως να κρυβότανε κι εδώ μια υποσυνείδητη, προαιώνια επιθυμία, που σέρνεται στο αίμα μας. Υπήρχαν πάντοτε γυναίκες στα sleepings, αινιγματικές σκιές στους διαδρόμους των ξενοδοχείων, στις γέφυρες και στα καρέ των πλοίων. Φαντάσματα απ΄τις δίδυμες ψυχές μας. Και το κορμί, η κνήμη, το στήθος καθώς α υ τ ή ανάσαινε. (Κυβέλη; Αστάρτη; Ελένη; Βεατρίκη; Φερνάντα; Ιουλέττα; Ελβίρα; ή απλούστερα κυρία Μποβαρύ;) Ωστόσο ζητούσαμε και τότε το άγνωστο που δε φανταζόμαστε δίχως πραγματικές ώρες άφιξης ή αναχώρησης. Τα πλοία να φεύγουν χωρίς πυξίδα και τα τραίνα να γλιστράνε – φωτισμένα – δίχως σταθμούς. Μέσα σ΄ αυτά, διαλυμένα, διάχυτα, αμφίβολα, ακαθόριστα να περνάνε – σε διάρκεια μονάχα – χρώματα, κύματα, ήχοι, σύρματα, σήραγγες, βουνά, πολιτείες, δέντρα, άνθρωποι ακίνητοι με σηκωμένα τα χέρια για χαιρετισμό. (Μια μορφή, θα ζήταγε επίμονα να σταθούμε. Μια γυναίκα αγκυλωμένη στη γρήγορη αχτίδα ενός μεγάλου ηλεκτρικού λαμπτήρα θα με προσκαλούσε να κατέβω. Θα πλησίαζα σιωπηλός και θα μέναμε έτσι αποκρυσταλλωμένοι για πάντα. Μνημείο γλυπτό κάποιου σταθμού με μια χρυσή πινακίδα στα πόδια μας «Αυτοί που φεύγουν»… Μια στάση στο χρόνο. (Ο χρόνος είναι κάθε τι, που πέρασε, που τέλειωσε κι έμεινε γι’ αυτό παντοτινό…) Ποιος ξέρει πώς έφτασε τώρα, ο γέρο ναυτικός στην πλαστικήν ικανότητα να δίνει σχήμα και διάσταση στις μορφές και στους χώρους, που πλέκονται στις φανταστικές του ιστορίες…

     -Ήρθαμε – λέει – απ΄ το Πορτάντεν στον Πειραιά. Θα σου πω για τον καπετάν Καβούρη…για το καΐκι του Λύκου.

     -Το καΐκι του Λύκου – βεβαιώνει ήσυχος ο Σταγαράκης.

     -Ναι – θέλησα να προσθέσω κι εγώ, αλλά ο Μάστρο Αργύρης αδιαφορούσε. Νομίζω πως έχει αρκετά απ΄ τα χαρίσματα που πλουτίζουν όσους προσπαθούν να φύγουν, ιππεύοντας έναν οποιοδήποτε Πήγασο, όσο κι αχαμνό. Ζητούσα να βοηθήσω με τη φαντασία τη δικιά μου τη φαντασία των άλλων, προσπαθώντας μάλιστα να προσπεράσω που και που, να οδηγώ εγώ στο αχνόθαμπο, το εξαίσιο παιγνίδι. Η επιμονή όμως του γέρου να με κρατάει στο περιθώριο, άρχισε να με σπρώχνει στο χλευασμό και στην παγερή περιοχή της άρνησης. Ο Μάστρο-Αργύρης κινούσε τώρα αφηρημένος το κεφάλι και κοίταζε τ΄ αδειανό ποτήρι σαν κάτι να ’χε ταράξει την ενδόμυχή του βεβαιότητα.

     -Πού να ξέρεις το Λύκο…μουρμούρισε σε λίγο και δεν πρόσθεσε τίποτε. Μείναμε αρπαγμένοι στη σιωπή του αυτή – τη δίχως περιεχόμενο – που γινόταν έτσι όριο ανάμεσα στο παραμύθι και τη δικιά μου αδημονία. Έπειτα από το τρίτο κρασί ωστόσο τα βαριά σύννεφα φύγανε και βρήκαμε πάλι το δρόμο για τις άκρες του κόσμου. Τότε ακριβώς μας είπε ο Μάστρο-Αργύρης για έναν άλλον καπετάν Λύκο, μακρινό, και για το «Αγία Βαρβάρα», το παλιό και σάπιο, εξήντα και πάνω χρονώ φορτηγό – πρώην Christobal. Έτριζε από τα ξάρτια ως την καρίνα. Σωστό σαράβαλο για διάλυση, σειόνταν ολόκληρο, ξεκάρφωτο – θαρρείς δεμένο με σχοινιά – για να κρατιέται το σουλούπι του. Χαμένο, βουλιαγμένο πριν ξεκινήσει, κατόρθωνε κάθε φορά φεύγοντας από λιμάνι, με χίλια δυο μπερδέματα του καπετάνιου, να πιάσει άλλο λιμάνι. Κάποτε, όπως κι έπρεπε, τέλειωσε πάνω σ΄ ένα βράχο στα νησιά του Σολομώντος. Ένα ξερονήσι ήρθε μια νύχτα καταπάνω του, καθώς το πλήρωμα πάλευε ενάντια στα ρεύματα, που σχίζουν τ΄ αρχιπέλαγος εκεί, σαν αμέτρητα ποτάμια.

     -Όταν με χίλια βάσανα βγήκαν όλοι στη στεριά, διηγιέται ο γέρος βρήκαν πως λείπαμε δυο.

     -Πνιγμένοι;

     -Όχι. Μας εγκατέλειψαν.

     -Σας; ποιους;

     -Εμένα και τη γυναίκα, χαχάνισε.

     Μια παγερή αίσθηση τάραξε την ήσυχη στιγμή. Κοίταζα απορώντας το φίλο συγγραφέα, που άκουγε ατάραχος. Ωστόσο κι αυτός  ακόμα, συγκαταβατικός, παρατήρησε.

     -Δε μου την είπες τούτη την ιστορία Μάστρο Αργύρη.

     -Σου την είπα. Όλα τα ΄χω πει, διαμαρτυρήθηκε εκείνος.

     Μείναμε ως τρία μερόνυχτα μονάχοι στο ρημάδι δίχως φόβο και δίχως να νοιαστούμε για πολλά. Το σαράβαλο κρατούσε. Είχαμε τροφή και ρούμι. Πηγαινοερχόμουνα σαν αρκούδι και φρόντιζα γι’ αυτήν. Μια ξένη… Μιας άλλης ράτσας…

     -Κινέζα, ίσως κρεολή; βοήθησε ο Σταγαράκης.

     -Αι, ναι.. απ΄ τη Χιλή…Πάνε χρόνια και χρόνια. Ερχόμαστε απ΄ εκεί.

     Η σκηνοθεσία άλλαξε. Η φυσιογνωμία και το κωμικό σχήμα του γεροανθρωπάκου εξαφανιζόταν στην προβολή ενός κινηματογραφικού ήρωα. Τ΄ αστέρια πέφτανε στα ανήσυχα νερά του αρχιπελάγους. Το ναυαγισμένο σαράβαλο κλονιζόταν καθώς δέρνονταν στο βράχο του τα κύματα. Οι δυο – αυτός και η κρεολή – περιμέναν σε μια γωνιά, αναποφάσιστοι, έτσι που μπερδεύτηκαν τα μέλη τους. Πού και πού πίνανε ρούμι. Τη νύχτα ένα διάχυτο βουητό. Τη μέρα ο ήλιος φαινόταν κρεμασμένος σ΄ έναν αναποδογυρισμένο ορίζοντα που θρυμματιζόταν στα σπασμένα κατάρτια του πλαγιασμένου πλοίου… Ωστόσο ο κωμικός γεροανθρωπάκος δε μπορεί να ολοκληρώσει την ιστορία του. Δίχως ύφος δεν κατόρθωσε να δώσει πλοκή στ΄ απλό περιστατικό που τάχα πονηρεύτηκε. Προσπαθώ να μαντέψω. Κάποιος, σ΄ ένα ξωτικό λιμάνι – στη Χιλή έστω – είχε εμπιστευτεί στο ναύτη Αργύρη, που ’φευγε με το «Άγια Βαρβάρα», τη γυναίκα.

     -Τη λένε Γιωσηφίνα (είναι συνήθεια να λένε Γιωσηφίνες τις κρεολές) και πρέπει να φύγει απ΄ εδώ. Τα χαρτιά… οι αρχές… Και την περιμένει ο Αρμάνδος Ιούλιος Κάπουα. Θα μάθεις ποιος είναι ο Αρμάνδος Ιούλιος Κάπουα, στο …στη Ταρακαρακάουα.

     -Καλά – απαντάει ο ναύτης – θα φροντίσω ως εκεί…

     Έτσι έγινε… Βλέπω όμως πως κανείς δεν ξέρει τίποτε. Ούτε ο Δημήτρης Σταγαράκης.

     -Μου θύμισες – λέει αυτός στο γέρο – τις τρεις κοπέλες που αγοράσαμε μαζί εκεί κάτου. Τη μια – εξηγάει σε μας – την πετάξαμε στο Γιαν-Τσε, για να μη μοιρολογάει. Τη δεύτερη, τη χάσαμε. Έμαθα αργότερα πως άνοιξε ατελιέ για μόδες στο Λονδίνο. Την τρίτη, τη Λη-λεϊλά, την είχα μαζί μου ως το περασμένο Σάββατο.

     -Χμ!

     -Τη μελαχρινή, με τα πράσινα μάτια. Σερνόταν πλάι μου σα σκιά.

     Ο Άγγελος ξαφνιάστηκε.

     -Λη-λεϊλά είπες.

     -Στο μεταξύ εγκλιματίστηκε και τη μετονόμασα Φωφώ. (Στο γέρο). Μα ήθελα να σου πω για τον Πολικό αστέρα.

     -Τον Πολικό;

     -Αστέρα. Τον καπετάν Stevenson… Το Μαλτέζο με το θηρίο…

     Ο Μάστρο Αργύρης κούναγε το χέρι.

     -Το θηρίο – μας εξήγησε αμέσως ο Σταγαράκης – ήταν μικρή, βρώμικη καγκουρώ. Ένα κακομοιριασμένο ψοφίμι, που ’σερνε δεμένο μ΄ αλυσίδα μαζί του ο Μαλτέζος, να το πουλήσει σ΄ ευρωπαϊκό λιμάνι… Λοιπόν ο Πολικός Αστέρας, Μάστρο Αργύρη, βρίσκεται εδώ.

     -Εδώ;

     -Από προχτές. Μαύρο σαν τότε. Κι ο καπετάν Stevenson….

     -Όχι δα!

     -Ναι, ο Stevenson

     Ο γέρος ανατινάχτηκε. Μια έκπληξη αλλόκοτη, μια απέραντη απορία ήταν τώρα στα βαθουλωμένα μάτια του, στις κινήσεις των χεριών του, που απλώνονταν λες δείχνοντας γύρω και ρωτώντας συνάμα.

     -Ο Stevenson;

     -Ο ίδιος.

     -Αδύνατο, αδελφέ μου!

     -Γιατί;

     -Αυτόν τον κρέμασαν! Τον κρέμασαν, σου λέω.

     Κοίταξε το ποτήρι του πάλι γιομάτο και πήρε απόφαση. Ήπιε γρήγορα, χτύπησε την παλάμη στο τραπέζι και σηκώθηκε απότομα να φύγει.

     -Δεν το πιστεύω, πρόσθεσε.

     -Στάσου να εξηγήσω.

     -Όχι, δεν το πιστεύω. Είχε τραβηχτεί δυο τρία βήματα. Χαιρέτισε.

     -Γεια σου – απάντησε σοβαρός ο Σταγαράκης. Περίμενε ν΄ απομακρυνθεί ο ναυτικός, κι έπειτα σε μας: - ο Πολικός Αστέρας δεν υπάρχει, κι ούτε ο Μαλτέζος με το θηρίο. Κι ούτε, φυσικά, ο καπετάνιος  Stevenson.

 

     Αυτόν τον άνθρωπο λοιπόν ήτανε να συναντήσουμε κείνο το δειλινό εγώ κι ο Άγγελος, αφού πρώτα είχαμε δει το φορτηγό για τις Αντίλλες.

     Μάλιστα: ήταν να φύγουμε για τις Αντίλλες. Δεν μπορούσαμε να μένουμε πια σε στενό χώρο, με την υποχρέωση να μετράμε τα βήματά μας, από δρόμο σε δρόμο, μέρα με την ημέρα, ωσάν προορισμός μας να ’ταν να καταχώνουμε μέσα μας την πνοή, το φως, το σκοτάδι, την κίνηση, τον αχό, την ψυχή της ατάραχης πόλης. Θέλαμε να μεταφέρουμε αλλού την απορία μας: Να είναι οι άνθρωποι γύρω μας όχι όπως ετούτοι, οι γνωστοί άγνωστοι, που ανταμώνουμε τώρα, αλλά ξένοι που θα μας δέχονταν και θα μας έβλεπαν σαν ξένους. Εδώ είμαστε βέβαιοι για την ομοιότητα, την τρομακτικήν ομοιότητά μας με τους άλλους.

     Κουραστήκαμε πια να σερνόμαστε μεταμφιεσμένοι ανάμεσα σε μεταμφιεσμένους. Μονάδες σ΄ ένα σύνολο που ’χει, μονάχα αυτό, το δικό του σκοπό και τη δικιά του ικανοποίηση. Όχι, δεν είναι ανταρσία τούτη η λαχτάρα να πάρεις τις θάλασσες ή έστω τα βουνά, ν΄ αλλάξεις την πορεία, να δώσεις μια νέα στροφή, να προχωρήσεις σαν πρωτοπόρος για μια νέα σωτηρία…. (Σωτηρία: ένα καινούργιο σύνολο, που θα περιστρέφεται κι αυτό, θα βολοδέρνεται θριαμβευτικά τάχα, καγχάζοντας ή ουρλιάζοντας, και θα γελάει, θα χαίρεται και θα παθιάζεται ομοιόμορφα όπως τούτος ο παλιός κόσμος από όπου ζητάμε τώρα να φύγουμε;…. Δεν ξέρω. Νομίζω ωστόσο πως η εγωιστική τούτη προσδοκία λύτρωσης είναι στο βάθος μια επανάληψη του παλιού παραμυθιού που λέει για έναν «παράδεισο χαμένο»….)

     Ήταν να φύγουμε λοιπόν.

     -Το Wiki – μας είχε βεβαιώσει ο Μάστρο Αργύρης – σαλπάρει για τις Αντίλλες.

     -Να πάμε;

     -Να πάτε.

     Γελάσαμε, αλλ΄ ο γέρος πρόσθεσε αναπάντεχα.

     -Θα σας βοηθήσω. Ξέρω τον άνθρωπο σας…

     -Έπειτα;

     -Έπειτα τι; Κι έτσι φτάσαμε γοργά στις προετοιμασίες. Την τελευταία βραδιά που θα μέναμε εδώ, βρεθήκαμε πάλι με το Δημήτρη Σταγαράκη σ΄ ένα κέντρο. Έξω έβρεχε. Στη συντροφιά μας, δυο κοπέλες – γνωστές από άλλοτε ή από συνήθεια. (Καημένη Μωδ! … Πόσο γρήγορα είχες περάσει!...), ένας παλιός ποιητής, ένας δημοσιογράφος με μονύελο κι η μουσική – φυσικά – της μικρής ορχήστρας.

     -Να μου χαιρετίστε στην Guadalupa – είπε κάποια στιγμή ο ποιητής – τις Μελαψές Παναγίες, που θα βρείτε σε κάθε σταυροδρόμι. Και τα φοινικόδεντρα. Τα φοινικόδεντρα!...

     Εμόρφασα. Δεν ήταν για τις Μελαψές Παναγίες…δεν ήταν, όχι, για τα φοινικόδεντρα!... Αλλά ο Άγγελος πρόλαβε και παρατήρησε.

     -Ποιος ξέρει; Ίσως βουλιάξουμε στο δρόμο.

     Δεν μπορούσε βέβαια να προκαλέσει εντύπωση μια τόσο παιδιάστικη διατύπωση. Ούτε καν απροσδόκητη ερχόταν. Τ΄ απροσδόκητο βρισκόταν στους ήχους της μουσικής. Ρυθμοί, συρσίματα, επαναλήψεις που στάλαζαν ανάμεσα στα ηλεκτρικά φώτα, για να παραπλανήσουν παίζοντας παντού, στα δάχτυλα, στις μορφές, στα μάτια, στα χείλια, στους σκλαβωμένους ανθρώπους. Για μένα ωστόσο είχαν σβήσει όλ΄ αυτά και μονάχα μια ανησυχία πάλευε μέσα μου: Το πλοίο, το πλοίο δίχως όνομα και δίχως σήματα…. Μαύρο, σκοτεινό, μουγγό… Θα ξεκινούσε σε μια κίνηση της θέλησης μου, την αυγή. (Αποσκευές, λουριά, χαλκάδες, δέματα, εφόδια).

     Ξάφνου, από ευγένεια, ο Σταγαράκης λέει:

     -Θα ’θελα να ήμουν μαζί σας, και ζήτησε ένα φλιτζάνι χαμόμηλο δίχως ζάχαρη. Όχι, δεν ήταν οι ασχολίες. Τον εμπόδιζε η υγεία του… Οπωσδήποτε – πρόσθεσε – όλα θα πάνε βολικά.

     Σκέφτηκα πως το Wiki ήταν φορτηγό δοκιμασμένο και πως εμείς…εμείς….

     -Με το Wiki φεύγετε; - ρώτησε ο δημοσιογράφος με το μονύελο.

     Δεν τον είδαμε ποτέ πια, τον άνθρωπο αυτόν. Πέρασαν χρόνια από τότε και πάλι δεν πιστεύω να τον ξαναδούμε.

     Όταν βγήκαμε, έβρεχε ακόμη. Ο φίλος συγγραφέας μάς προσκάλεσε επίμονα σπίτι του: κάτι δικό του, είπε, θα μας διάβαζε. Μερικοί άραξαν σ΄ οριστικά λιμάνια και σήκωσαν μεγάλο σημαιοστολισμό. Ρίξανε άγκυρες και λίγο-λίγο οι άγκυρες σκουριάσανε. Εμείς, οι άλλοι, είμαστε βέβαια ελεύθεροι να φύγουμε, μα ήσυχα, σαν τα παιδιά που πρέπει να ακούσουνε πρώτα τους γέρους να λένε για τα ταξίδια τους σε χώρες όπου ίσως οι ίδιοι δεν πήγανε καθόλου. Είχε ρίξει κι ο Σταγαράκης την άγκυρα τη δικιά του. Αδιαφορούσε. Δεν πίστευε ούτε το Wiki ούτε την αυριανή αυγή μας. Γι΄ αυτόν το τέρμα ήταν εδώ, στο φιλόξενό του σπίτι. Δεν διέφερε απ΄ τον ποιητή με τις Μελαψές Παναγίες, απ΄ το δημοσιογράφο κι ίσως από σένα που διαβάζεις κι έφτασες ως τούτο το σημείο. Αλήθεια, γιατί να φύγουμε; Τι θα φέρναμε στο γυρισμό μαζί μας; Απ΄ τις χώρες, τις αποστάσεις και τ΄ άψυχα πράγματα, την αιώνια απάθεια και την ακινησία. Απ΄ τη ζωή των ανθρώπων, τα δώρα τους: σαπίλες, αγυρτείες, αθλιότητες, υποκρισίες, μίση, παλιανθρωπιές, κακομοιριές, αίματα, απάτες κι αηδίες. Τους ουρανούς, τα χρώματα, τα άσπιλα, αμόλυντα χιόνια απ΄ τις ψηλές κορφές και τις εξαίσιες αρμονίες, τη χαρά, την αγάπη, τον παλμό του κόσμου, αυτά θα τάχαμε αφήσει λίγο πολύ παντού:στη Βαρκελώνη, στο Αλγέρι, στην Guadalupa και πιο πέρα στο Rio de Janeiro, στο Cape Town, στο  Nairobi, στη Jamaika, στη Shangai…. Θα ’χαμε χαθεί μέσ΄ στα βαρέλια από κατράμι, στις βρωμερές αποβάθρες, στα καταστρώματα και στ΄ αμπάρια, στα δωμάτια των ξενοδοχείων, στις κλίμακες των σταθμών, στα καταγώγια, στα πολυάσχολα γραφεία, στα κοσμικά κέντρα, στα νυχτερινά μπαρ, στις μουχλιασμένες αίθουσες και στις εισόδους – ποιος ξέρει; - ύποπτων σπιτιών…. Κι έπειτα οι φωνές, τα συρίγματα, τα ουρλιαχτά, οι βόγγοι, και οι βλαστήμιες. Μονοτονία της θάλασσας και τ΄ ουρανού. Άγχος απ΄ τα πανύψηλα δέντρα: τις τροπικές περικοκλάδες, τις φοινικιές, τα τερατώδη παχύφυλλα, τις οικοδομές, τους δρόμους, τα σύρματα, τα γεφύρια. Κι απ΄ τις διαφημίσεις: ίδιες παντού όπως εδώ ‘Dunlop’, ‘Αυτοκίνητα’, ‘Greta Garbo’, ‘Lip’, ‘Γραφομηχανές’, ‘Grand Hotel’, ‘Tot’, ‘Mimosa’, ‘Ξυραφάκια’, ‘Ατμολέβητες’, Θέατρα, Κινηματόγραφοι, Ιπποδρόμια, φάρμακα, διαλέξεις, σκεύη, γραμμόφωνα, υφαντά…

     …..Ο πλοίαρχος του Wiki μας είχε ρωτήσει:

     -Για τις Αντίλλες είπατε;

     -Για τις Αντίλλες.

     -Πώς σας ήρθε αυτή η ιδέα;

     Ευτυχώς, στο γυρισμό, δε θα είχαμε τον ίδιο. Οι γυρισμοί γίνονται πάντα με άλλο πλοίο: εκείνο που μας πάει αλλάζει δρομολόγιο συχνά και δύσκολα το ξαναβρίσκεις.

 

     Ωστόσο εμείς θα φεύγαμε. Ζητάμε την περιπέτεια. Θα περάσουμε ποτάμια ξέροντας πως στις όχθες τους, ανάμεσα στους πυκνούς θάμνους, μας παραμονεύουν σιωπηλά και ύπουλα αιλουροθηρία. Θα αλυσοδέσουμε μια κακομοιριασμένη καγκουρώ. Θ΄ασχοληθούμε με ναρκωτικά, χαμένες γυναίκες κι εμπόρους που προσφέρουν κρυφά παλιά κειμήλια. Θ΄ ανεβούμε σε πύργους και ναούς ερειπωμένους, να βρούμε τάχα κρύπτες με θησαυρούς. Θα περιπλανηθούμε και για κάποια που αγαπήσαμε εδώ, στον τόπο μας, και τραγουδάει τώρα το “Smiles” στην Kahuhu. Θα μείνουμε καιρό με τους κυνηγούς κεφαλιών. Πλατύγυροι πίλοι, άσπρα άλογα, ωκεανοί από στάχια, πάμπας, δάση, λιμνοθάλασσες, κοιλάδες που μοιάζουνε τοπία άλλου πλανήτη. Θα ποντοπορήσουμε με εξερευνητές, πειρατές και λαθρεμπόρους. Θα χαθούμε στις παγωμένες εκτάσεις του βορρά ή του νότου με έλκηθρα και σκύλους. Θα καταπιαστούμε με εμπορεύματα, ρύζια, μπαμπάκια, σόγιες, καφέδες, στάρια, δέρματα, μέταλλα, ρόλους από χαρτί, γόμες, μηχανές, λάστιχα, μυριάδες-μυριάδες κιβώτια, μυριάδες-μυριάδες σακιά, καπνά, λιπάσματα, σταφίδες, ρέγγες, ζάχαρες, μπαχαρικά, πετρέλαια, μαλλιά, κρέατα, καρπούς της γης και έργα (θαρρώ πως θα τις ξέχναγα!) και ιδέες των ανθρώπων…. Φυσικά θα φτιάξουμε καινούργιες μελωδίες και καινούργια χρώματα με το φως και τους ήχους που θα μαζεύουμε δώθε-κείθε. Θα κρεμάσουμε στα κατάρτια μας αστέρια, θα γνωρίσουμε άλλους λευκούς, κόκκινους, κίτρινους, μαύρους, πράσινους μεγάλους σοφούς και ποιητές και θα γίνουμε σαν τον Κλόουν, που – χοπ! χοπ! – πετιέται στον αέρα, κάμει μια, δυο τούμπες και πέφτει όμορφα χάμου, κοιτάζοντας πονηρά τον κόσμο γύρω που δεν μπορεί – όχι – δεν μπορεί να τον μιμηθεί…. Έπειτα σαν ξαναρθούμε εδώ, θα τα ταξινομήσουμε όλα με χρονολογίες, ονομασίες, τόπους και σταθμούς. Δεν πιστεύω να σκεφτόμαστε την ταξινόμηση αυτή, φεύγοντας κείνο το βράδυ απ΄ το σπίτι του Δημήτρη Σταγαράκη.

     Αποφασίσαμε να συναντηθούμε τα ξημερώματα πάλι για να κατεβούμε στο λιμάνι.

     Προτού φέξει, ήμουνα στη θέση μου. Μ΄ ενοχλούσε η υγρασία. Η βροχή είχε μουσκέψει τα πάντα. Η πόλη κοιμόταν ήσυχη και σαν απομακρυσμένη.

     Στις γωνιές οι ηλεκτρικοί λαμπτήρες. Είχα φέρει όλα τα εξαρτήματα για το ταξίδι. Μονολογούσα δυνατά πηγαίνοντας μερικά βήματα μπρος, άλλα απ΄ εδώ κι απ’ εκεί γύρω απ΄τις αποσκευές μου, ακουμπισμένες στο πεζοδρόμιο. «Τα καντήλια – έλεγα – σκορπίστηκαν μέσ’ στις γούβες γιομάτες από νερό… Τα καντήλια…». Κι ο Άγγελος αργούσε. Σφύριζα κάποια στιγμή δυνατά προσπαθώντας να θυμηθώ ένα σκοπό της χθεσινής ορχήστρας.

     -Σσσσσς… - Ώσπου ένας άνθρωπος, που δεν τον είχα δει πριν στάθηκε κοντά μου.

     -Κέφι έχεις – μου λέει – τέτοιαν ώρα.

     -Συγγνώμην – απαντώ. Περιμένω.

     -Έτσι;

     -Καταλαβαίνω…Φαίνεται παράξενο, αλλά είμαι για ταξίδι.

     -Ναι; Στο καλό…

     Σήκωσε το χέρι για χαιρετισμό κι έφυγε σιγά. Έμεινα ακίνητος ψάχνοντας στο νου μου μια παρόμοια, όπως ετούτη με τον άγνωστο, σκηνή. Κάπου είχα διαβάσει… Κάτι θυμόμουν… Δικό μου ή μιας άλλης εποχής; Ξένο; Μια επανάληψη; Άθελη μίμηση; Ήμουν εγώ ή ο «άλλος», που χε πρωτογράψει;… Άρχισε να με κλονίζει η κούραση κι ο φόβος, όταν τέλος φάνηκε ο φίλος μου. Δεν ερχόταν μόνος. Έφερνε τις αποσκευές του, λουριά, χαλκαδάκια, κουβέρτες και πλάι του γλιστρούσε, σιωπηλή, αλλόκοτη, άγνωστη, μια σκιά γυναίκας, χρωματισμένη μουντά σαν με γαλάζια και μενεξεδιά χρυσάφια.

     -Η Λη-λεϊλά, μου ψιθυρίζει ο Άγγελος, φτάνοντας κοντά μου.

     -Η Λη….

     -Ναι: Κρεολή.

     -…….

     -Η δικιά μου κρεολή είναι ξανθιά.

     Ακριβώς έτσι. Κι έπειτα φύγαμε. Ναι, φύγαμε με το φορτηγό για τις Αντίλλες. Τίποτε το εκπληκτικό σ΄ αυτό. Το μόνο ίσως παράδοξο είναι που δε φτάσαμε – όχι – δε φτάσαμε ακόμη.

 

Δημοσιεύτηκε το 1947 στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα».

 

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Επιστροφή στην Ανθολογία από τα Ελεύθερα Γράμματα

Αρχική σελίδα KEIMENA