Δ υ ο β ο υ ν ι ώ τ η ς   Α ρ ε ί α ς

 

ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΑΡΑΓΕ οι νεαροί αθλητές του Δυοβουνιώτη Αρείας,  και μάλιστα εκείνοι οι νεότεροι της Ακαδημίας ποδοσφαίρου, για την οποία μόνον επαίνους έχουν οι κάτοικοι της πόλεως στα χείλη, ποιος ήταν ο Δυοβουνιώτης του οποίου το δοξασμένο όνομα φέρουν στις φανέλες τους μαζί, είναι αλήθεια, με τη διαφημιστική επιγραφή γνωστού ζαχαροπλαστείου – το οποίο προφανώς είναι και χορηγός της ομάδος;

Γνωρίζουν άραγε οι ευειδείς αυτοί άλκιμοι νέοι, οι οποίοι καθημερινώς αθλούνται επιμελώς και επιπόνως στο κεντρικό στάδιο της πόλεως του Ναυπλίου, κάτω από την ιστορική σκιά του Παλαμηδίου, με τη φιλοδοξία, μία ημέρα των ημερών, να κατακτήσουν τα γήπεδα της γηραιάς ηπείρου, γνωρίζουν άραγε ποιος ήταν ο Δυοβουνιώτης;

Ίσως κάποιοι απ' αυτούς να νομίζουν ότι ο δοξασμένος πρόγονός τους ηγείτο της αλώσεως της 29ης Νοεμβρίου 1822 του Παλαμηδίου και ότι μαζί με τον Σταύρο Σταϊκόπουλο όρμησαν στην Ντάπια του Αχιλλέα, Γιουρούς Τάπια, σφηνώνοντας τη σημαία της Επαναστάσεως. Ίσως κάποιοι άλλοι, ελάχιστοι, να έχουν ακουστά ότι το επίθετό του το οφείλει εις τον τόπο της καταγωγής του, τα δυο Βουνά Λοκρίδος.

Πόσοι όμως γνωρίζουν το καταπληκτικό επεισόδιο που τόσο γλαφυρά περιγράφει ο Νικόλαος Κασομούλης στα ΕΝΘΥΜΗΜΑΤΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑ: το ξύρισμα του γερο-Δυοβουνιώτη και τις συνέπειές του;

Το 1832 βρισκόταν ο γερο-Δυοβουνιώτης στη Σαλαμίνα, παραμελημένος και άπραγος μαζί με τον συμπέθερό του τον Πανουργιά. Περπατούσαν με τα “σκιάδιά” των, τα φέσια τους ριχτά, στα καφενεία του λιμανιού, κατηγορώντας για το κατάντημά τους τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Τα καφενεία ήταν γεμάτα στρατιώτες, οπότε ο Πανουργιάς ερωτά μεγαλοφώνως:

-Άι συμπέθερε, όλοι οι στρατιωτικοί βρίσκονται στη δουλειά. Εμείς τι θα κάμωμε;

-Εμείς να, θα μπαρμπερίσωμε τ΄ αρχίδια μας, του απαντά ο Δυοβουνιώτης.

-Το κάνεις; ξαναρωτά ο Πανουργιάς.

-Πληρώνεις; λέει ο Δυοβουνιώτης.

-Μάλιστα, απαντά ο Πανουργιάς.

-Πάμε λοιπόν να βρούμε μπαρμπέρη.

Όσοι άκουσαν τη στιχομυθία, γέλασαν γιατί ενόμισαν πως ήταν μία αστειότης, όμως ο γερο-οπλαρχηγός με το συμπέθερό του φτάνουν στο εργαστήριο ενός μπαρμπέρη, συμφώνησαν να του δώσει ο Πανουργιάς τα χρήματα, ένα “ρουμπιγιέν” για να ξυρίσει τα αρχίδια του Δυοβουνιώτη. Ο Δυοβουνιώτης χωρίς εντροπή λύνει τα βρακιά του και κάθεται στο κάθισμα έξω από το κουρείο, με τεντωμένα σκέλη, γιατί τότε ο λαϊκός μπαρμπέρης περιποιότανε τους “μουστερήδες” του στο φως της ημέρας, του ρίχνει το προσόψι, παίρνει νερό και αρχίζει να μπαρμπερίζει, να ξυρίζει. Βλέποντας ο κόσμος μια τόσο παράξενη και γελοία πράξη, τρέχοντας και καλώντας ο ένας τον άλλον, μαζεύτηκε μεγάλο πλήθος της αγοράς εκεί. Γελούσαν όλοι, όμως ο γέρο-Δυοβουνιώτης, αδιαφορώντας, συνομιλούσε με τον συμπέθερό του και τον κουρέα. Τελείωσε ο κουρέας, έδεσε τα βρακιά του ο οπλαρχηγός και σηκώθηκε να φύγει. Κάποιος από τους παρευρισκόμενους τον ρώτησε:

-Γιατί γερο-καπετάνιε το έκαμες αυτό;

-Γιατί και ο Κυβερνήτης μπαρμπερίζει τα μουστάκια του, απάντησε.

Οι στρατιώτες, σεβόμενοι τους δύο γέροντες, δεν τους ενόχλησαν αλλά μόλις απομακρύνθηκαν από το κουρείο, όρμησαν εναντίον του μπαρμπέρη, τον εξυλοκόπησαν μέχρι θανάτου, κλείνοντάς του και το εργαστήριο.

Έμαθε όμως την πράξη τους ο Στρατάρχης και διέταξε να συλληφθούν.

Έγινε γνωστή η πρόθεσή του και νύχτα οι δύο οπλαρχηγοί, περνώντας από το Πέραμα, Κατέληξαν στα Βίλλια της Αττικής όπου και εκρύφτηκαν.

 

Από τη συλλογή ΤΑ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ, (ΑΓΡΑ, 2000)

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA